Header Ads

«ΤΑ… ΚΑΤΣΙΚΑΝΤΕΡΑ...!» ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ Κ. ΜΩΚΟΥ


             Τι είναι παρακαλώ το κατσίκιον;Ζώον άκακον και αθώον  είναι ,το οποίον βόσκει και σαν τον ακροβάτη ανεβαίνει ψηλά ,αρποκολιέται σε απότομες, απόκρημνες κορφές κα σκαλώματα όπου δεν δύναται να πατήσει άνθρωπος.Και επειδή ο άνθρωπος είναι απαίσιος φονιάς των ζώων,το περιμένει να κατέβει απ’τα κατσάβραχα να το κάνει σουβλιστό ,φρικασέ η στη λαδόκολλα ,να ευφρανθεί και να καμώνεται ο άθλιος πώς τρώει υγιεινά.Διότι το κατσικοερίφιον η αιγοβυζαχτάρι,εχει διαπιστωθεί ότι υπολοίπεται σε λιπαρά από κάθε άλλο σφάγιον μηδέ και αυτού του μικρού αμνού  εξαιρουμένου.

         Τα λέει  η ζωολογία,τα λένε οι χασαπάδες ,τα λένε οι διαιτολόγοι (την τύφλα τους! που είναι όλο συμβουλές στον κόσμο ενώ οι ίδιοι αδιακρίτως και με βουλιμία…χλαπακιάζουν-τρώνε τα πάντα και …τον άμπακο!),τα λέει και ο Νικόλαος Τζιτζίρης του Δημοσθένη και της Δέσποινας,κάτοικος Πειραικής και χρόνια στην πειραιώτικη πιάτσα ,στα μέσα και στα έξω,γνωστός και μη εξαιρεταίος στο…ταράφι,γνωστός και με κάτι δεσμοφυλάκους λόγω προτέρου εντίμου βίου ως… θαμών…ευαγών ιδρυμάτων σωφρονισμού ,για κάτι τσιγαράδικα,κατι ρολόγια και κοσμήματα,κάτι…βούτες σε γουναράδικα ,κάτι ποδηλατοδρομίες (πλασσάρισμα ναρκωτικών ),κάτι αβάντες σε κάτι άλογα σαπάκια στο ιπποδρόμιο,κάτι τράμπες και…τραμπάλες με κλοπιμαία σε σαράφικα,κάτι ριφιφί και τα… υπόλοιπα .Μόνο τόσα δηλαδή!Πάντως ούτε μαχαίρια,ούτε μανούρες,ούτε έγκλημα,ούτε απ’τ΄αλλα τα σοβαρά τα ανθρώπινα.που δεν επανορθώνονται.Μπελαλής,ο …μαστρο Νικόλας,που ποτέ δεν βρέθηκε στην απόξω και βέρντζινος.

    Και έφθασε τα 76,ανήμπορος,τσίρος και ..σκοροφαγωμένος ,στη μιζέρια,αραχτός  στην αυλή του σπιτιού του στο Κερατσίνι δίπλα στην Ηλεκτρική (σιγά το σπίτι!,μια ντιβανοκασέλα,ένα τραπεζάκι με καρέκλες δύο και κουζινάκι ,5-6 πιατικά κι’ένα μαγκάλι με τα καρβουνάκια του για τις κρύες μέρες και …τα άλλα τα…μαύρα ,τα απαγορευμένα ).Διαλογίζεται και που και πού τα λέει σε καινούργιους της πιάτσας που περνούν,τον σιγοντάρουν ,τον φιλεύουν κανένα ταλληράκι,κανένα κουτί τσιγάρα ,τον σέβονται και τον ακούνε με προσοχή και σέβας και τον γουστάρουν για τις ιστορίες και τις πλάκες του..Ζωή ,θάλασσα φουρτουνιασμένη για τον μπαρμπα Νικόλα η ζωή..Λάθη,πολλά τα λάθη .Τι είναι παρακαλώ η ζωή;Λεωφορείο είναι η ζωή που άμα δεν είσαι στην ώρα σου στη στάση,πάει πέρασε,τό’χασες.Αλλά τότενες ο Νικόλας δεν είχε την υπομονή ,ούτε το λεωφορείο να περιμένει. Διότι ο  Νικόλας ήτονε άντρας! .Και στην εποχή του οι άντρες ήταν αλλιώτικοι.Και σαν άντρας στην κάτω πιάτσα την …υπόγεια -πώς να το κάνουμε-θέλειςκαι τα δικά σου.Και τα τσιγαράκια σου-όχι τίποτα σπουδαίο καμιά ψιλοδοντιά και ως εκεί- και τα καφεδακια και τα ουζάκια και τις μάσες σου,και το ντύσιμο σε εξαντρίκ να σε βλέπουν τα θηλυκά και να σε λιμπίζονται. .Δρόμος στενός,κλειστός κι’απότομος  όλο στροφές  είναι η ζωή και σαν άντρας μπορεί να ντεραπάρεις.Δεν θα σου σκάσει –να πούμε-και κανένα γυναικάκι να θέλει το ρουχαλάκι του ,τα…κομπινεζά του και να φάει το σάμαλι, την παστούλα,το γλυκάκι ,το υποβρύχιό του μόστρα στη θάλασσα;Υστερα είναι και τα άλλα τα πονηρά:Δεν θα κυαλάρεις τίποτα παιχνίδια στην κουβέρτα να ρίξεις και πέντε κοκκαλιές;Δεν θα κάνεις και κανένα τσιγαράκι ιδιαίτερο κι’ύστερα να ξηγηθείς κανένα μπακλαβά σοροπάτο να πάνε κάτω τα…ζαφείρια απ’το χόρτο;Στο Φινάλε,σεκλετισμένος,δεν θα ακροαστείς -να πούμε -κι’ένα όργανο,μια πενιά να ξεσκάσεις,να σβήσεις και κανένα νταλκά κι’ύστερα να βρίσεις την άτιμη την κενωνία,να σου φύγει το βάρος,το…λαχάνιασμα;

   Απόγευμα στο Σκαφάκι στην Πειραικής ,συνεφόκαμμα,κουφόβραση,καρακαντίλα .Ενα αεράκι σε δόσεις φούλ στο ιώδιο και δροσάτο και γύρω από ένα τραπεζάκι σαν τους παλιούς σοφράδες κάθεται ο μπαρμπα Νικόλας με δυό νεοφερμένους φυντάνια της πιάτσας.Τσιγαράκι «Καρέλια» του κουτιού του τετράγωνου του παλιού του κανονικού και ο Φώτης κάνει έτσι και ξετσεπώνει σε περιτύλιγμα τον παστουρμά.Μοσχοβολάει ο τόπος .Βλέπει,μυρίζει και…τρελλαίνεται ο μπάρμπας:

-Ρε Φώτη,ρε αλάνι ,που το βρήκες ρε αυτό το πράμα;Αυτός ρε είναι μεζές κι’όχι τ’άλλα τα σαβουροπιάσματα.Είναι ρε γνήσιος ο παστουρμάς,,από γκαμήλα –να πούμε-η μουσαντένιος;

-Λίρα εκατό μπαρμπα Νικόλα,για πάρτη σου .Νά ,σου φέραμε και  τη μπουκάλα με το ούζο.Να πιούμε τα ουζάκια μας ,νά’ρθουμε στα ίσα μας,να ξελαμπικάρουμε,που λέει ο λόγος.

-Καλά ξηγιέστε ρε μάγκες,κι’εσύ και το φιλαράκι σου ο Γιαννακός .Τι Κάνεις ρε Γιαννακέ ; Τι κάνετε ρε παιδιά,πως πάει.Ρολλάρει τίποτα στο γκεζί,στην πιάτσα;

-Τίποτα,ξέρα και πείνα μπαρμπα Νικόλα. Αψιλίες και ..κατήματα.Σε λίγο θα καταπίνουμε το σάλιο μας…για χόρταση!.

-Ακούτε ρε εδώ, ακούτε.Θα σας πώ για μιά δουλειά ,εύκολή και σοιλίδικη.Θέλει όμως προσοχή.Εσύ ρε Γιαννακέ μου φαίνετα πως έχεις ένα χωράφι-ένα κτήμα κοντά στο βουνό.Εχει ρε νερό εκεί;

-Ου…ου….Αν εχει.Μπόλικο ,ποτάμι ,να σε πνίξει.               

-Καλώς και πρίμα.Λοιπόν, θα πάτε ρε σείς ,θα το φρεσκάρετε το χωραφάκι  και σε μέρος απόμερο που δεν θα φαίνεται θα φυτέψετε ρε τα φυτά,αυτά ρε τα…γνωστά  δηλαδής που ξέρετε.Θα σας πώ όμως και τούτο: Από φασόλια ρε τι ξέρετε ;Εσύ ρε Φώτη;

-Τη φασολάδα ρε μπαρμπα.

-Όχι ρε νούμερο.Από φυτά ρε,από ποικιλίες φασολιάς ξέρετε ;

-Κάτι αμπελοφάσουλα,κάτι τσαουλιά,κάτι μπαρμπούνια κοκκινοφάσουλα.Κατά τα άλλα μηδέν έτερον ,ουδέν και τίποτα.

-Λοιπόν ,υπάρχει μια ποικιλία φασολιάς που τη φυτεύεις κι’αυτή πυκνώνει και σκαλώνει-αναρριχάται ρε όπου βρεί.Λοιπόν δίπλα στα φυτά θε φυτέψετε κι’αυτές τις φασολιές που μεγαλώνοντας και ψηλώνοντας θα κρύβουν στο φούλ τα χασισόδεντρα.Τα φασόλια που κάνουν αυτές οι φασολιές είναι σαν κλαδιά λεπτά ,μακροτσουλά,που μοιάζουνε με έντερα κατσικού.Για τούτο σας μίλησα για κ α τ σ ι κ ά ν τα ε ρ α. Ετσι τα λένε.Ετσι και τοιουτοτρόπως ,ούτε γάτα,ούτε ζημιά.Σακουλεύεστε ρε μάγκες;Μονάχα που όταν πάτε στο κτήμα για πότισμα θα πηγαίνει πάντα ενας από σας.Κανείς άλλος γι’αυτή τη δουλειά.Κανείς..Καταλάβατε;

-Εγινε μπάρμπα Νικόλα.Οπως τά’πες θα γίνουν.

    Και έγινε η φτιάξη κατά που την είπε ο μπαρμπα Νικόλας.Μία σαιζόν ,δεύτερη σαιζόν και τα φιλαράκια ανάπνευσαν.Καλό το χαρτί και ρεφάρησαν .Μέχρι που κάποια μέρα αρρώστησε ο Γιαννακός και τηλεφωνησε σε μια θεία του την κυρά Τασία που έμενε κοντά στο κτήμα να πάει να ποτίσει τα φυτά.

   Και πήγε η κυρά Τασία με μια φίλη της και μόλις είδε τα κατσικάντερα,ήξερε τι ήταν και τη νοστιμιά τους ,τα λαχτάρισε,άρχισε να τα μαζεύει και γέμισε την ποδιά της .Την επομένη πάντα το ίδιο.Την είδε και μια γειτόνισσα ,ζήλεψε κι’αυτή  και δυό τρείς μέρες πήγαν και-λίγο θέλει- τα ξεπάτωσαν ,τα μάζεψαν όλα.τα κατσικάντερα.Ξεγύμνωσαν ,ξεβράκωσαν  έτσι τα δενδράκια.Οποιος κι’αν περνούσε από εκεί ,μπορούσε να τα δεί φόρα-παρτίδα και να καταλάβει.Πέρασαν και κάτι κοντινοί χωριανοί ,είδαν και…κατάλαβαν και τα έκαναν …στρώσιμο,ραπόρτο στον αστυνόμο.(Δι΄λοτι αυτοί ήταν έντιμοι και-φτού-κακά –από τέτοια πράγματα.Εμένα μου λές;).

    Σε μια βδομάδα έγιανε ο Γιαννακός και πήγε να ποτίσει,όταν πίσω του ακουσε τη φωνή:

-Δικό σας δεν είναι αυτό το κτήμα κύριε;

-Μάλλον,ναι, δικό μου.

-Εμπρός ,περάστε.

    Στα βραχιόλια και ο Φώτης και ο Γιαννακός.Εμαθε τα καθέκαστα ο μπαρμπα Νικόλας,κούνησε το κεφάλι του και ψιθύρισε μονολογώντας:

-Α’ ρε βλάμηδες,α’ ρε μάγκες, δεν σας είπα εσείς και μόνο εσείς να πηγαίνετε να ποτίζετε μόνοι σας;Πάντα ένας από σας;Καντεμιά αδελφακι μου!.Μήτε  και κατσικοπόδαροι να ήσασταν!

«ΤΑ… ΚΑΤΣΙΚΑΝΤΕΡΑ...!»


Γράφει ο Μπάμπης Κ.Μώκος

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.