Η ιστορία της Φθιώτιδας


Η ιστορική αναφορά για τη Φθιώτιδα χάνεται στα βάθη των μύθων του πρώτου κατακλυσμού, του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, μυθικών γεναρχών του ελληνικού έθνους, των παιδιών τους, Έλληνα και Αμφικτύονα, του ημίθεου Ηρακλή που πέθανε στην κορυφή της Οίτης, του θεϊκού Σπερχειού, και των ηρώων της Αργοναυτικής και Τρωικής εκστρατείας.

H κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού, σύμφωνα με την άποψη των γεωλόγων, κατοικήθηκε από μακρινές και πανάρχαιες εποχές. Σ΄αυτό συνέβαλαν οι άριστες κλιματολογικές συνθήκες και το εύφορο και πρόσφορο έδαφός της. Τόσο πλούσια ήταν αυτή η περιοχή, που ο μεν Όμηρος αποκαλεί τη Φθία "ερίβωλον" και "εριβώλακα", ενώ ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς τη θεωρεί σαν το πιο γόνιμο και παραγωγικό μέρος της Ελλάδας. Αρχαιολογικές έρευνες, που έγιναν σε γειτονικές θέσεις της Λαμίας (Λιανοκλάδι, Φουρνοσπηλιά Οίτης, Μηλοράχη Φτέρης, Αμούρι, Σταυρός, Πλατάνια), έφεραν στο φως κατάλοιπα οικισμών της Μέσης και της Νεότερης Νεολιθικής Εποχής. Αυτό σημαίνει, πως η κοιλάδα του Σπερχειού κατοικήθηκε από την 5η π.Χ. χιλιετία τουλάχιστον, ενώ στα τέλη της 4ης χιλιετηρίδας π.Χ κατακλύστηκε από πληθυσμούς, προελληνικά φύλα, που ονομαζόταν Κάρες, Λέλεγες, Πελασγοί, Δρύοπες, που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία.

Τα Μυκηναϊκά και Γεωμετρικά χρόνια
Γύρω στον 20ο αιώνα π.Χ εμφανίζονται τα ινδοευρωπαϊκά φύλα που διαμόρφωσαν σταδιακά τα μυκηναϊκά βασίλεια μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Αφού εξεδίωξαν κάποιους απ' τους προκατόχους και ενσωματώθηκαν με τους υπόλοιπους, εγκαταστάθηκαν και στη κοιλάδα του Σπερχειού, δημιούργησαν τη Φθία και την Ελλάδα, σημαντικά κέντρα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Μυθικοί ήρωες από την Αλόπη και τον Θαυμακό πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία με τον Ιάσονα. Στη Θεσσαλία και τη Φθιώτιδα διαμορφώθηκε το βασίλειο του μυθικού Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα, γνωστό ως Φθία ή Ελλάδα. 'Έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί, αν η Φθία και η Ελλάδα ήταν πόλεις ή περιοχές. Σαν πιο αξιόπιστη μαρτυρία θεωρούμε εκείνη του Ομήρου, που τις αναφέρει μάλλον ως πόλεις και απ' τις οποίες αργότερα βαφτίστηκαν και οι περιοχές τους: «Νυν αυ τους, όσοι το Πελασγικόν Αργος έναιον, οι τ' Αλον οι τ' Αλόπην, οι τε Τρηχίν' ενέμοντο, οι τ' είχον Φθίην η δ' Ελλάδα καλλιγυναίκα». Σύμφωνα με τη μελέτη του καθηγητή Αντώνιου Χατζή, οι 'Έλληνες ή 'Ελλάνες ήταν κάτοικοι της πόλης 'Ελλη ή 'Ελλα, που βρισκόταν στις όχθες του Σπερχειού και που τ' αρχικό του όνομα ήταν Ελλάς κι έτσι η χώρα μέσα απ' την οποία περνούσε, ονομάστηκε Ελλάδα. Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, ως περιοχή Φθία, θεωρούνταν το κομμάτι βόρεια της Όθρυος (ευρύτερη περιοχή Δομοκού, Φαρσάλων, Αχαΐας Φθιώτιδας, Μαγνησίας-Πηλίου) με κύριες πόλεις τις Φθιωτικές Θήβες (σημερινή Νέα Αγχίαλος) και την Κρεμαστή Λάρισα (Πελασγία). Το νότιο κομμάτι του κράτους που ονομαζόταν Ελλάδα (περιοχή νότια της Όθρυος και ευρύτερη κοιλάδα του Σπερχειού) με κύρια πόλη την Άλο, κατοικούνταν από όσους ονομάζονταν Μυρμιδόνες, Αχαιοί ή Έλληνες. Ως ηγεμόνες του ευρύτερου βασιλείου της Φθίας πρέπει να θεωρηθούν όσοι εξεστράτευσαν στην Τροία τον 12ο αιώνα π.Χ (Αχιλλέας, Πρωτεσίλαος, Φιλοκτήτης, Εύμηλος και Ευρύπυλος). Στη Β ραψωδία της Ιλιάδας αναφέρονται από τον Όμηρο οι ηγεμόνες, οι πόλεις και οι δυνάμεις σε πλοία από την περιοχή της Φθιώτιδας που πήραν μέρος στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ στον περίφημο Τρωικό πόλεμο: ο Φιλοκτήτης με 7 πλοία (Μηθώνη, Θαυμακίη, Μελιβοία, Ολιζών), ο Αχιλλέας με τους Μυρμιδόνες με 50 πλοία (Άργος Πελασγικόν, Άλος, Αλόπη, Τραχίς) και ο Αίας του Οϊλέως (Λοκρός) με 40 (Κύνος, Οπόεις, Καλλίαρος, Βήσσα, Σκάρφη, Αυγειαί, Τάρφη, Θρόνιον). Η εισβολή των Δωριέων τον 11ο αιώνα διέλυσε τα μυκηναϊκά βασίλεια και επέφερε σοβαρές αναστατώσεις και αλλαγές σε όλα τα επίπεδα

Τα αρχαϊκά χρόνια στη Φθιώτιδα (776-479 π.Χ)
Στην ευρύτερη περιοχή της Φθιώτιδας κατά τους προ-ομηρικούς και ομηρικούς χρόνους ανήκαν ως περιοχές και φυλετικά κράτη: η Αχαΐα Φθιώτιδα ως το νότιο τμήμα της Θεσσαλίας (η βόρεια της Όθρυος περιοχή Δομοκού και ανατολικής Φθιώτιδας), η Δολοπία (δυτικό τμήμα Δομοκού-περιοχή Ξυνιάδας), η χώρα των Μαλιέων/Μαλίς (Λαμία και περιοχή Μαλιακού κόλπου), η χώρας των Αινιάνων/Αινίς (Υπάτη και δυτική Φθιώτιδα), η χώρα των Δρυόπων/Δρυοπίς (ορεινή Οίτη-Παρνασσός), η χώρα των Οιταίων (Παύλιανη-Μπράλος-Ελευθεροχώρι-Δυό Βουνά), η Οπούντια και Επικνημίδια Λοκρίδα (παραλιακή Λοκρίδα) και η Φωκική Λοκρίδα (Αμφίκλεια-Τιθορέα). Στην ανατολική Φθιώτιδα υπήρχαν οι πόλεις Φάλαρα (Στυλίδα), Εχίνος (Αχινός) και Κρεμαστή Λάρισα (Πελασγία). Στη περιοχή του Δομοκού οι πόλεις Μελιταία,  Φιλιαδώνα, Ερινεός, Θαυμακός, Προέρνα και Ξυνιάδα. Στη Μαλίδα, η Λαμία, η Τραχίνα, η Ανθήλη, η Αλόπη. Στη δυτική Φθιώτιδα οι πόλεις Υπάτη (Ύπατα), Έρυθος, Κοροφαί, Ερυθραί, Λαπίθειον, Πύρρα, Κυθήρα, Φύραξ, Μακρά Κώμη, Σπερχειαί, Λάτυια, Σωσθενίς. Στη Λοκρίδα, στη χώρα των Οπούντιων Λοκρών, οι Αλαί (Θεολόγος), ο Οπούς (Αταλάντη), ο Κύνος (Λιβανάτες) και ο Δαφνούς (Αγ. Κωνσταντίνος). Στην Επικνημίδια Λοκρίδα, το Θρόνιο, ο Δαφνούντας, η Σκάρφεια και η Τάρφη και στη Φωκική Λοκρίδα, η Ελάτεια, η Τιθορέα, οι Αβαί και το Τιθρώνιο.

Την περίοδο από το 776 π.Χ που αρχίζουν οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες μέχρι και το 344 π.Χ , όταν στη Φθιώτιδα θα κυριαρχήσουν οι Μακεδόνες, υπήρχαν τα Κοινά των Μαλιέων, Αχαιών Φθιωτών, Οιταίων και Αινιάνων υπό τη θεσσαλική κυριαρχία ως μέλη του αμφικτυονικού Συνεδρίου. Η Δελφική Αμφικτυονία ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. ήταν η πιο σημαντική της αρχαίας Ελλάδας και αποτελούσε αρχικά μία ομοσπονδία δώδεκα φυλών της Κεντρικής Ελλάδας, αλλά απέκτησε πανελλήνιο χαρακτήρα. Ο θεσμός των Αμφικτυονιών πήρε το όνομά του από τον Αμφικτύονα, γιό του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφό του Έλληνα. Σε αυτήν ήταν μέλη όλοι όσοι κατοικούσαν την ευρύτερη Φθιώτιδα: οι Λοκροί , οι Αχαιοί, οι Μαλιείς, οι Αινιάνες, οι Οιταίοι, οι Δόλοπες αλλά και οι Θεσσαλοί, οι Βοιωτοί (Θήβα), οι Δωριείς (Σπάρτη), οι Ίωνες (Αθήνα), οι Περραιβοί, οι Μάγνητες και οι Φωκείς. Εκπροσωπούνταν ακόμα οι Αιτωλείς, οι Ακαρνάνες, οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι Τριφύλιοι και οι Δρύοπες. Το Συνέδριο συγκαλούνταν δύο φορές τον χρόνο, την άνοιξη στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και το φθινόπωρο στο ιερό της Δήμητρας στην Ανθήλη (Αμφικτυονίς) κοντά στις Θερμοπύλες. Αρχικά είχε σαν σκοπό την εποπτεία των ιερών τόπων όσον αφορά τα θρησκευτικά καθήκοντα καθώς και την τέλεση των Πυθίων, αλλά στην συνέχεια απέκτησε ισχυρή πολιτική εξουσία και όριζε κανόνες πολέμου και ειρήνης για τα μέλη της.

Κλασσικά-Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια (479 π.Χ – 395 μ.Χ)
Στα χρόνια της μεγάλης περσικής εισβολής του Ξέρξη, το 480-479 π.Χ , η περιοχή της Φθιώτιδας, πλην των Λοκρών, «μήδισε» μπροστά στον όγκο του εχθρικού στρατού εισβολής και υπέστη τρομερές καταστροφές μέχρι την οριστική ήττα των Περσών στις Πλαταιές το 479 π.Χ. Δοξάστηκε όμως όσο καμιά άλλη αφού στον χώρο της διεξήχθη η διάσημη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. Ένα μικρό ελληνικό σώμα 7.000 ανδρών, εκ των οποίων και 1.000 περίπου Λοκροί, με αιχμή τους 300 Σπαρτιάτες με επικεφαλής τον βασιλιά Λεωνίδα, έδωσε στο στενό αυτό, ταυτόχρονα με τον ελληνικό στόλο στο Αρτεμίσιο, για 3 μέρες μια άνιση μάχη απέναντι σε εκατοντάδες χιλιάδες περσικού στρατού έως ότου περικυκλώθηκε, μετά την προδοσία του Εφιάλτη, και η αμυντική θέση εγκαταλείφθηκε. Οι Λακεδαιμόνιοι με τον Λεωνίδα και οι 700 Θεσπιείς του Δημόφιλου έμειναν και έπεσαν μέχρι τον τελευταίο, αφήνοντας την απόλυτη ιστορική παρακαταθήκη ανδρείας, αντίστασης και θυσίας απέναντι στον δεσποτισμό και την υποταγή στον ασιάτη εισβολέα.

Στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ) οι Οπούντιοι Λοκροί συντάχθηκαν με τους Σπαρτιάτες ενώ η υπόλοιπη Φθιώτιδα τήρησε σε γενικές γραμμές ουδετερότητα μεταξύ των εμπολέμων, Αθηναίων και Πελοποννησίων. Το 427 ή 426 π.Χ παράλληλα με τον μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε τη Λαμία, ιδρύθηκε από τους Σπαρτιάτες η Ηράκλεια, νότια της Λαμίας, στη θέση της αρχαίας Τραχίνας, ως βάση ελέγχου της Στερεάς και της Θεσσαλίας. Το 413 π.Χ η Λαμία, που κατά τη μυθολογία χτίστηκε απ' τον Λάμο, γιο του Ηρακλή και της Ομφάλης, ή από τη Λαμία, Βασίλισσα των Τραχινίων, θυγατέρα του Ποσειδώνα, αποτέλεσε την πρωτεύουσα του κράτους των Μαλιέων και η Υπάτη του Κοινού των Αινιάνων.

Το κράτος των Μαλιέων ανήκε όλο το διάστημα μέχρι το 344 π.Χ στην ευρύτερη Θεσσαλία και την περίοδο του Κορινθιακού ή Βοιωτικού πολέμου (395-386 π.Χ) συντάχθηκε με τη Σπάρτη εναντίων των Βοιωτών, του Άργους της Κορίνθου και της Αθήνας. Τα χρόνια της ανόδου της Θηβαϊκής ισχύος (371-362 π.Χ) υπό τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα, η περιοχή της Φθιώτιδας υπήχθη στη σφαίρα επιρροής των Βοιωτών. Κατά τον Γ’ Ιερό πόλεμο (356-346 π.Χ) τάχθηκε με το μέρος των Μακεδόνων, των Λοκρών και των Βοιωτών εναντίον των Φωκέων και των Αθηναίων ενώ στο έδαφος, ιδίως της Λοκρίδας (στην Τιθορέα αυτοκτόνησε το 354 π.Χ ο αρχηγός των Φωκέων Φιλόμηλος), έγιναν πολλαπλές συγκρούσεις. Μετά τη νίκη του ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Φίλιππος Β’, έθεσε το 344 π.Χ την ευρύτερη Θεσσαλία και τη Φθιώτιδα έως την Ελάτεια, υπό τη μακεδονική κυριαρχία για τα επόμενα τουλάχιστον 65 χρόνια. Το 336 π.Χ στην Ανθήλη, το Συνέδριο των Αμφικτυονιών ανακήρυξε τον Μέγα Αλέξανδρο «Ηγεμόνα της Ελλάδος» και συστρατεύτηκε μαζί του στην εκστρατεία στην Ασία εναντίον των Περσών.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Λαμία και η ευρύτερη περιοχή της Φθιώτιδας έγιναν πεδίο συγκρούσεων το 323-322 π.Χ μεταξύ των νοτίων Ελλήνων (Αθηναίοι, Βοιωτοί, Αργείοι, Αχαιοί, Αιτωλοί, Λοκροί) που εξεγέρθηκαν εναντίον των Μακεδόνων. Το 323 π.Χ ο Αθηναίος στρατηγός Λεωσθένης πολιόρκησε τον αντιβασιλιά της Μακεδονίας Αντίπατρο μέσα στο κάστρο της Λαμίας αλλά σκοτώθηκε. Στη συνέχεια οι νότιοι Έλληνες και οι Θεσσαλοί νίκησαν, βόρεια της Λαμίας, τα μακεδονικά στρατεύματα που έφτασαν από την Ασία υπό τον Λεοννάτο, αλλά μια νέα αποστολή μακεδονικών δυνάμεων υπό τον Κρατερό τους εξανάγκασε σε οριστική ήττα στην Κραννώνα της Θεσσαλίας. Έτσι η περιοχή της Φθιώτιδας περιήλθε πάλι υπό τον μακεδονικό έλεγχο. Στα χρόνια των εμφυλίων πολέμων των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου (322-281 π.Χ) η περιοχή ταλαιπωρήθηκε από τις συγκρούσεις μεταξύ του Κάσσανδρου και του Δημήτριου του Πολιορκητή (302 π.Χ) και τις επιχειρήσεις του Πύρρου της Ηπείρου εναντίον των Μακεδόνων (286 π.Χ).

Το 279 π.Χ η ελληνική χερσόνησος δέχτηκε την εισβολή των Γαλατών με αρχηγό τον Βρέννο. Οι επιδρομείς, αφού κατανίκησαν τους Μακεδόνες, προωθήθηκαν λεηλατώντας νότια μέσω Θεσσαλίας με στόχο την κεντρική Ελλάδα. Στο ιστορικό στενό των Θερμοπυλών τους αντιμετώπισαν συνασπισμένοι 30.000 Έλληνες (Αιτωλοί, Βοιωτοί, Φωκείς, Αθηναίοι κ.α) με αρχηγό  τον Αθηναίο στρατηγό Κάλλιπο. Οι Γαλάτες επεχείρησαν αντιπερισπασμό, επιτιθέμενοι στην Αιτωλία, όπου εξοντώθηκαν στο βουνό της Οξυάς στη θέση «Κοκκάλια» από τους Αιτωλούς. Στη συνέχεια, αφού υπερκέρασαν τη θέση των Θερμοπυλών περνώντας για άλλη μια φορά από την Ανοπαία ατραπό όπως συνέβη το 480 π.Χ, συνετρίβησαν τελικά έξω από τους Δελφούς από τους Φωκείς, οπότε αποχώρησαν ηττημένοι και καταδιωκόμενοι προς βορρά έχοντας χάσει τον αρχηγό τους.

Από το 279 π.Χ και για τα επόμενα 90 χρόνια, η περιοχή ανήκε στη σφαίρα επιρροής της νέας δύναμης που αναδείχθηκε στην κεντρική Ελλάδα, της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Στον χώρο της Φθιώτιδας διεξήχθησαν συγκρούσεις και πολλαπλές αναστατώσεις σε όλη τη διάρκεια των πολέμων μεταξύ των Μακεδόνων και των Αιτωλών που διεκδικούσαν τη στρατηγική αυτή περιοχή το 239-228 π.Χ (Δημητριακός πόλεμος), το 220-217 π.Χ (Συμμαχικός πόλεμος) και το 212-206 π.Χ (στα πλαίσια του Α’ Μακεδονικού πολέμου με τη Ρώμη 215-205 π.Χ). Το 208 π.Χ μάλιστα ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Ε’ πολιόρκησε την υπό Αιτωλική κυριαρχία Λαμία. Το ίδιο συνέβη και κατά την περίοδο του Β’ Μακεδονικού πολέμου (200-197 π.Χ) όταν οι Αιτωλοί συμμάχησαν για δεύτερη φορά με τους Ρωμαίους εναντίον των Μακεδόνων και η περιοχή αποτέλεσε χώρο διέλευσης και δράσης των ρωμαϊκών στρατευμάτων υπό τον Τίτο Κόιντο Φλαμινίνο. Το 198 π.Χ. οι Αιτωλοί, στην εκστρατεία τους προς τη Θεσσαλία, κατέστρεψαν τις πόλεις Σπερχειαί και Μακρά Κώμη  στη δυτική Φθιώτιδα που είχαν ταχθεί με τους Μακεδόνες.

Νέος πόλεμος ξέσπασε στην περιοχή, ο λεγόμενος «Αντιοχικός» (192-188 π.Χ), όταν ο Αντίοχος Γ’ των Σελευκιδών, ο πλέον ισχυρός Έλληνας ηγεμόνας της εποχής, συμμάχησε με τους Αιτωλούς εναντίον των Ρωμαίων, που αυτή τη φορά κατά παράδοξο τρόπο είχαν μαζί τους και τους Μακεδόνες του Φιλίππου Ε’. Ο Αντίοχος μαζί με τον διάσημο Καρχηδόνιο στρατηγό Αννίβα, εξόριστο εκείνη την εποχή, αποβιβάστηκε τον Οκτώβριο του 192 π.Χ στον Πτελεό και έφτασε στη Λαμία. Τον Απρίλιο του 191 π.Χ δόθηκε μια νέα μάχη στις Θερμοπύλες, όπου αν και οχυρωμένος ο Αντίοχος, υπέστη δεινή ήττα, όταν ο ρωμαϊκός στρατός του Μάνιου Ακίλιου Γλαβρίωνα, ακολουθώντας την Ανοπαία ατραπό του Εφιάλτη, όπως 300 χρόνια πριν οι Πέρσες, υπερφαλάγγισε την ελληνική παράταξη και πέτυχε συντριπτική νίκη. Στη συνέχεια η Λαμία πολιορκήθηκε από τους Μακεδόνες και καταστράφηκε ένα χρόνο μετά (Απρίλιος 190 π.Χ) από τους Ρωμαίους. Έτσι η Αιτωλική Συμπολιτεία, ως εκ τούτου και η Φθιώτιδα, πέρασε οριστικά στη ρωμαϊκή κυριαρχία.

Μετά την κατάκτηση και της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (το 167 π.Χ), το μόνο κράτος του ελλαδικού χώρου που απέμενε ανεξάρτητο ήταν η Αχαϊκή Συμπολιτεία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου που ξέσπασε με τους Ρωμαίους (147-146 π.Χ), οι Αχαιοί υπό τον στρατηγό Κριτόλαο, στη Σκάρφεια της Λοκρίδας, όπου δόθηκε η προτελευταία μάχη των Ελλήνων πριν την οριστική πτώση και της Κορίνθου το 146 π.Χ , υπέστησαν καθοριστική ήττα από τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Κόιντου Καικίλιου Μέτελλου.

Η Φθιώτιδα στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας (146 π.Χ – 395 μ.Χ) αποτέλεσε μετά το 31 π.Χ , στα χρόνια του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου,  τμήμα της επαρχίας της Αχαΐας (νοτίως του Ολύμπου) με πρωτεύουσα την Κόρινθο υπαγόμενη απευθείας στη ρωμαϊκή Σύγκλητο. Την περίοδο του Α΄ Μιθριδατικού πολέμου (88-85 π.Χ) η Λοκρίδα υπέστη σοβαρές καταστροφές από τα ρωμαϊκά στρατεύματα του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα που αντιμετώπισε στην περιοχή Λοκρίδας-Βοιωτίας τα στρατεύματα του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη. Στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ) η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της ρωμαϊκής διοίκησης της Θεσσαλονίκης.

Στην Υπάτη, σύμφωνα με τον Λουκιανό, βρισκόταν το κέντρο των μαγισσών της Θεσσαλίας, οι περιβόητες Φαρμακίδες, μεταξύ των οποίων οι γνωστές Μυκάλη και Αγλαονίκη ή Αγανίκη. Οι κάτοικοι της Φθιώτιδας ασπάστηκαν το Χριστιανισμό πιθανά μεταξύ του 50-52 μ.Χ., την εποχή που οι Υπαταίοι άκουσαν το Ευαγγέλιο για πρώτη φορά από τον Ηρωδίωνα, έναν από τους εβδομήντα Αποστόλους, ο οποίος το 54 μ.Χ. ίδρυσε εκεί την πρώτη επισκοπή Νέων Πατρών-Υπάτης, τόπο στον οποίο μαρτύρησε. Ένα άλλο γεγονός που συνέβη κατά την περίοδο της διάδοσης του Χριστιανισμού είναι το πέρασμα απ' την περιοχή των Αποστόλων Παύλου και Λουκά στο ταξίδι τους από την Κόρινθο για τη Μακεδονία.

Κατά τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ η Φθιώτιδα ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα από τις επιδρομές των Γότθων (τα χρόνια 251, 263, 267, 287, 376 μ.Χ) και ιδίως την περίοδο 396-398 μ.Χ όταν ηγέτης των Βησιγότθων αναδείχθηκε ο φοβερός Αλάριχος που έφτασε λεηλατώντας μέχρι την Αρκαδία.

Βυζαντινή περίοδος 395-1204
Μετά τη διάσπαση του ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό το 395 μ.Χ, και την πτώση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ, η Φθιώτιδα αποτέλεσε οριστικά κομμάτι του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως και τμήμα του θέματος της Ελλάδος (από τον Πηνειό μέχρι την Κόρινθο) μετά τον 7ο αιώνα με πρωτεύουσα η Θήβα.

Το 431 στη Γ' Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου συμμετείχαν και οι επίσκοποι Λαμίας Σεκουδιανός και Υπάτης Παυσιανός. Με το όνομα Ζητούνι αναφέρεται η Λαμία στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη στα 869 μ.Χ. και στην οποία πήρε μέρος ο Επίσκοπος Ζητουνίου Γεώργιος, ενώ η Υπάτη αναφέρεται ως Νέα Πάτρα.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565) ο Γεωγράφος Ιεροκλής αναφέρει στο σύγγραμμά του «Συνέκδημος» ότι στο τότε Βυζαντινό κράτος υπήρχαν 64 επαρχίες και 912 πόλεις. Για τη Φθιώτιδα αναφέρει 3 πόλεις, Λαμία, Ύπατα (Υπάτη), Εχίναιον (Εχινός) που ανήκαν στην επαρχία Θεσσαλίας.

Στο διάστημα 517-675 μ.Χ η περιοχή δέχτηκε τουλάχιστον 7 σλαβικές επιδρομές (517, 539, 551, 557, 559, 577, 675 μ.Χ), περίοδο που βελτιώθηκαν οι οχυρώσεις Λαμίας και Υπάτης, ενώ το 551 μ.Χ υπέστη σοβαρές καταστροφές η Λαμία, μαζί με τη Σκάρφεια και τον Αχινό, από τον μεγάλο σεισμό που την έπληξε. Το 918 μ.Χ ο ικανότατος τσάρος της Βουλγαρίας Συμεών πέρασε και από τη Φθιώτιδα διενεργώντας επιδρομές μέχρι την Κόρινθο. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025), στα πλαίσια του πολυετούς (976-1018) σκληρότατου πολέμου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εναντίον του μεσαιωνικού βασιλείου των Βουλγάρων, η Φθιώτιδα γνώρισε τη φοβερή επιδρομή του τσάρου των Βουλγάρων, Σαμουήλ. Ο βουλγαρικός στρατός επιστρέφοντας από επιδρομή στην Πελοπόννησο, υπέστη συντριπτική ήττα το 995 ή 997 μ.Χ νότια του Σπερχειού ποταμού (μεταξύ Κομποτάδων-Φραντζή) από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις υπό τον Νικηφόρο Ουρανό, ενώ ο Σαμουήλ και ο γιος του Ραντομίρ με δυσκολία διέφυγαν την αιχμαλωσία επιστρέφοντας μέσω Πίνδου στην πρωτεύουσά τους Αχρίδα. Το 1018 τη Λαμία, μετά τη λήξη του πολέμου και την οριστική ήττα των Βουλγάρων, επισκέφτηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ καθ’ οδόν προς την Αθήνα. Το 1040 η Φθιώτιδα δέχθηκε ακόμη μια βουλγαρική επιδρομή υπό τον Πέτρο Ντελεάν ενώ το 1082 και το 1147 ήταν η σειρά των Νορμανδών να εισβάλλουν λεηλατώντας στην περιοχή.

Τα χρόνια της Λατινοκρατίας 1204-1470
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 κατά την Δ' Σταυροφορία, οι εισβολείς υπό τον Λομβαρδό Βονιφάτιο Μαρκήσιο του Μονφερράτου, κινήθηκαν νότια για να κατακτήσουν τα εδάφη που τους παραχωρήθηκαν από τη συμφωνία διανομής της Αυτοκρατορίας. Στην περιοχή της Λαμίας προσπάθησε μάταια να αντισταθεί, ο ηγεμόνας του Ναυπλίου, Λέων Σγουρός που είχε επεκτείνει το αυτόνομο κράτος του ήδη από το 1203 μέχρι τη Βοιωτία. Μετά την ήττα του στο χώρο της Φθιώτιδας δημιουργήθηκαν μια σειρά από φραγκικές ηγεμονίες, με κυριότερες το Δουκάτο των Αθηνών (Αττική-Βοιωτία-Φθιώτιδα μέχρι το Δομοκό) του Βουργουνδικού οίκου των ντε Λα Ρος (1204-1311), τμήμα του οποίου αποτελούσε η Βαρωνία του Ζητουνίου (Λαμία-Στυλίδα) του τάγματος των Ναϊτών ιπποτών (1204-1218),  και τη Μαρκιωνία της Βοδονίτσης (Μενδενίτσα) των Ιταλών του οίκου των Παλαβιτσίνι (1204-1414).

Η Υπάτη και η Λαμία απελευθερώθηκαν το 1218 από τον Θεόδωρο Α’ Άγγελο Κομνηνό-Δούκα και περιήλθαν στο ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου του οίκου των Αγγέλων μέχρι το 1271. Το 1230 μάλιστα η περιοχή δέχτηκε βουλγαρική επίθεση υπό τον τσάρο Ιβάν Ασέν Β’. Μετά τη διάσπαση του Δεσποτάτου το 1271, αποτέλεσαν υπό τον Ιωάννη Α’ Κομνηνό-Δούκα εδάφη του αυτόνομου Δουκάτου των Νέων Πατρών, μέχρι το 1318, με πρωτεύουσα την Υπάτη (Νέαι Πάτραι). Το Δουκάτο εκτεινόταν από το Λιδωρίκι και το Γαλαξίδι στον κορινθιακό κόλπο έως τον Όλυμπο, και από τις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου και τον ποταμό Αχελώο έως τις ακτές του Αιγαίου, τον Παγασητικό και τον Μαλιακό κόλπο. Έως το 1275 το Δουκάτο περιελάμβανε και τη Λαμία, που μετά αποδόθηκε ως προίκα της κόρης του Ιωάννη, Ελένης Δούκαινας Αγγελίνας-Κομνηνής, μαζί με την Ηράκλεια, τη Γραβιά και την Πελασγία, στο Δουκάτο των Αθηνών. Αντάλλαγμα ήταν η βοήθεια που προσέφερε ο οίκος των ντε Λα Ρος στον Ιωάννη, όταν πολιορκήθηκε το 1275 στην Υπάτη από τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας της Νίκαιας υπό τον Ιωάννη Παλαιολόγο, αδελφό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259-1282). Η περιοχή του Δουκάτου δέχτηκε και άλλες 4 επιδρομές μεταξύ 1278-1284 από τον αυτοκρατορικό στρατό των Παλαιολόγων. Ο Γουλιέλμος Α’ ντε Λα Ρος του Δουκάτου των Αθηνών κράτησε τη Λαμία και την Πελασγία από το 1275 έως το 1287. Στη συνέχεια (1287-1303) αυτές περιήλθαν στον βαρώνο της Ευβοίας, Βονιφάτιο ντα Βερόνα έως το 1303, για να περάσουν πάλι στο Δουκάτο των Αθηνών μέχρι το 1311. Η Λαμία και η Πελασγία την περίοδο 1311-1319 υπήχθησαν εκ νέου στο Δουκάτο των Νέων Πατρών.

Μετά τη συντριπτική ήττα των Φράγκων ηγεμόνων της νοτίου Ελλάδος, το 1311 στη μάχη της Κωπαϊδας (ή κατ’ άλλους του Αλμυρού ή του Κηφισού), από τους επιδρομείς της Καταλανικής Εταιρείας, πρώην μισθοφόρους του βυζαντινού αυτοκράτορα, η περιοχή Υπάτης-Λαμίας-Δομοκού-Ηράκλειας-Πελασγίας, κατακτάται το 1319 από τον Δον Αλφόνσο Φαδρίγ ντε Αραγκόν. Τα νέα εδάφη ενώθηκαν με το καταλανικό πλέον Δουκάτο των Αθηνών με το όνομα «Δουκάτο Αθηνών και Νέων Πατρών» με πρωτεύουσα τη Θήβα και τη Νέα Πάτρα (Υπάτη), τίτλος που πέρασε στον βασιλιά της Σικελίας ως προστάτη του Δουκάτου. Έτσι αρχίζει η καταλανική περίοδος κατοχής από το 1319 έως το 1391. Η Λαμία υπήχθη από το 1319 στην Κομητεία των Σαλώνων (έως το 1391 που θα κατακτηθεί από τους Φλωρεντινούς Ατζαγιόλι) ενώ ο Πτελεός (και από το 1371 η Πελασγία) θα περάσουν στους Βενετούς. Την περίοδο αυτή, η Υπάτη, αναφέρεται από τους ξένους με τα ονόματα: La Patra, La Patria, Neopatria, Neopatrie, Neopatras και Nouvelle Patra. Το 1377, τον τίτλο του «Δούκα Αθηνών και Νέων Πατρών» πήρε ο Πέτρος Δ' της Αραγωνίας, που διατηρήθηκε από τους διαδόχους του και αποτελεί μέρος του πλήρους τίτλου του σημερινού μονάρχη της Ισπανίας, Φιλίππου ΣΤ’.

Ο Δομοκός και η Πελασγία θα χαθούν για τους Καταλανούς μετά το 1348, όταν το νέο ισχυρό Σερβικό βασίλειο υπό τον Στέφανο Ντούσαν (1331-1355) και τους διαδόχους του (Συμεών Ούρεση και Θωμά Πρελιούμποβιτς) που ηγεμόνευσαν στη Θεσσαλία μέχρι την έλευση των Τούρκων το 1393, θα καταλάβει αυτές τις περιοχές εκτεινόμενο από τον Δούναβη μέχρι έξω από τη Λαμία. Τα χρόνια της καταλανικής κυριαρχίας η περιοχή θα δεχτεί και τις επιδρομές των Αλβανών (1320 και 1365), των Σέρβων (1341), των Τούρκων (1363) και του ισπανικού οίκου των Ναβαρραίων (1380). Το 1388 αρχίζει η περίοδος των νέων Ιταλών επικυρίαρχων στο Δουκάτο των Αθηνών, του Φλωρεντινού οίκου των Αντζαγιόλι, που θα καταλάβουν την Υπάτη (1390) και τη Λαμία (1391) αλλά μόλις για δύο χρόνια, μέχρι το 1393.

Τότε έφτασαν οι Οθωμανοί Τούρκοι του Βαγιαζήτ Α΄ οπότε θα αρχίσει η σκοτεινή περίοδος της τουρκοκρατίας (1393-1833). Η τουρκική κατοχή στην περιοχή Υπάτης-Λαμίας-Δομοκού θα διακόπτεται μόνο βραχύβια, ανάλογα με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Οθωμανικό κράτους (ήττα από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου το 1402, εμφύλια σύγκρουση των Οθωμανών για τη διαδοχή 1402-1421, πόλεμοι με Ούγγρους, Πολωνούς και δυτικούς σταυροφόρους στα βόρεια Βαλκάνια το 1396 και 1444). Η Λαμία και η Υπάτη θα επανέλθουν στη βυζαντινή κυριαρχία μόνο για μικρά χρονικά διαστήματα (1402-1414 / 1422-1423). Μια τελευταία προσπάθεια θα γίνει από τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο το 1444-1446, όταν ο τελευταίος αυτοκράτορας, τότε ως Δεσπότης του Μορέως, θα επεκτείνει τον έλεγχό του μέχρι τη Θεσσαλία συμμαχώντας με τους δυτικούς στρατούς που εισέβαλαν στο οθωμανικό έδαφος νότια του Δούναβη. Μετά την ήττα των χριστιανικών στρατών στη μλαχη της Βάρνας το 1444, ο Παλαιολόγος θα δεχτεί την εισβολή του οθωμανικού στρατού υπό τον Τουραχάν και θα υποχωρήσει στην Πελοπόννησο. Από το 1414 και η Μαρκιωνία της Βοδονίτσης υποτάχθηκε στους Τούρκους, ενώ το 1470, μετά την πτώση της βενετικής Χαλκίδας, πέρασε οριστικά στην κυριαρχία τους και η περιοχή Πελασγίας-Πτελεού, ως το τελευταίο βενετικό προπύργιο στη Στερεά. Έτσι ολόκληρη η σημερινή Φθιώτιδα θα αποτελέσει από το 1470 οθωμανικό έδαφος αδιαλείπτως μέχρι το 1833.

Η Φθιώτιδα στην Τουρκοκρατία και η συμμετοχή της στην επανάσταση του 1821
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας σε διοικητικό επίπεδο, η περιοχή του καζά της Υπάτης (Πατραντζίκι) και ο Δομοκός υπαγόταν στο σαντζάκι της Ναυπάκτου, ενώ η υπόλοιπη Φθιώτιδα (καζάδες Ζητουνίου, Μενδενίτσας, Ταλαντίου, Τουρκοχωρίου) σ’ αυτόν του Ευρίπου με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα και κάποιες περιοχές κοντά στα Άγραφα στο σαντζάκι των Τρικάλων. Παράλληλα σε εκκλησιαστικό επίπεδο, στο φθιωτικό χώρο, υπήρχε η μητρόπολη Νέων Πατρών (Υπάτης) και οι επισκοπές Θαυμακού, Ζητουνίου, Μενδενίτσας και Ταλαντίου.

Σε όλο το διάστημα των 7 βενετοτουρκικών πολέμων (1463-1718), η Φθιώτιδα αποτέλεσε τον χώρο στάθμευσης ή διέλευσης μεγάλων οθωμανικών στρατευμάτων προς τα κύρια μέτωπα της Πελοποννήσου ή της δυτικής Ελλάδος, υφιστάμενη ποικίλες ταλαιπωρίες και αντίποινα λόγω των τοπικών εξεγέρσεων.

Την περίοδο των Ορλωφικών (1770-1774) η περιοχή συμμετείχε, όπως και το σύνολο του ελληνισμού, στην γενικευμένη επανάσταση και υπέστη σοβαρές καταστροφές από τις αλβανικές επιδρομές. Την περίοδο 1788-1820 η Φθιώτιδα στο σύνολό της αποτέλεσε τμήμα του ημι-αυτόνομου κράτους του Αλή πασά.

Οι συνθήκες βίωσης της μακραίωνης σκλαβιάς ήταν οδυνηρές και δεν διέφεραν από αυτές του υπόλοιπου τουρκοκρατούμενου ελληνισμού: αφόρητη καταπίεση των πληθυσμών, βίαιοι εξισλαμισμοί, παιδομάζωμα, μαζικοί εποικισμοί περιοχών με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ποικίλες βαρβαρότητες, άγρια καταστολή, βαριά φορολογία, συνεχείς αγγαρείες και υποχρεωτική συντήρηση πολυπληθών στρατευμάτων για τις ανάγκες διεξαγωγής των οθωμανικών εκστρατειών.

Όλα αυτά δημιούργησαν τις συνθήκες για να φουντώσει το αδούλωτο φρόνιμα και ο πόθος της ελευθερίας και της αποτίναξης του σουλτανικού ζυγού. Έντονη ήταν η δράση επώνυμων Κλεφτών και Αρματολών στην περιοχή που συγκρούονταν με την οθωμανική εξουσία και προετοίμασαν σταδιακά, μαζί με το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τη Φιλική Εταιρεία, τον ένοπλο αγώνα του 1821.

Σημαντικό ιστορικό λόγο διαδραμάτισαν την περίοδο εκείνη και τα μοναστήρια της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ιερά Μονή Αγάθωνος, χτισμένη σε μια δασώδη πλαγιά της Οίτης, στα 1400 περίπου, από τον μοναχό Αγάθωνα, ήταν λημέρι των κλεφτών και των αρματολών της περιοχής. Εκεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς λειτουργούσαν Κρυφό Σχολειό και η περίφημη Σχολή Αγάθωνος. Στη σχολή αυτή, που από το 1742 μεταφέρθηκε στην Υπάτη, δίδαξαν επιφανείς λόγιοι της εποχής και εκπαιδεύτηκαν πολλοί μοναχοί, ιερείς και κάτοικοι της γύρω περιοχής.

Με το ξέσπασμα της μεγάλης επανάστασης του 1821 και με δεδομένο ότι σημαντικός όγκος σουλτανικού στρατού υπό τον Μόρα Βαλεσή Χουρσίτ πασά, βρισκόταν στην Ήπειρο για τις επιχειρήσεις εναντίον του αποστάτη Αλή πασά, κύριο στόχο του σουλτάνου αποτέλεσε ο έλεγχος της Πελοποννήσου, ως της πλέον βασικής επαναστατικής εστίας και η προστασία της Τρίπολης που πολιορκούνταν στενά από τον Κολοκοτρώνη. Έτσι η Λαμία και ο ευρύτερος χώρος της Φθιώτιδας, βόρεια του Σπερχειού, αποτέλεσαν ισχυρή βάση συγκέντρωσης και ανεφοδιασμού όλων των οθωμανικών στρατών, που διαμέσου της ανατολικής Στερεάς, επεδίωκαν την κάθοδο στην Πελοπόννησο, αρχικά για τον απεγκλωβισμό της Τρίπολης και κατόπιν για την ανάκτησή της. Στην περιοχή της Φθιώτιδας έδρασαν σε όλη τη διάρκεια 1821-1829 πολλοί επώνυμοι ηγέτες της επανάστασης, όπως οι Αθανάσιος Διάκος, Οδυσσέας Ανδρούτσος (το αρχηγείο του ήταν στη Δρακοσπηλιά στην Τιθορέα), Γεώργιος Καραϊσκάκης, Π. Πανουργιάς, Γιάννης Δυοβουνιώτης , Δημήτριος Υψηλάντης, Κίτσος Τζαβέλας, Γιάννης Γκούρας, Δήμος Σκαλτσάς και άλλοι.

Η επανάσταση στη Φθιώτιδα ουσιαστικά ξεκίνησε με την απελευθέρωση της Αταλάντης (πολιορκία 28-31 Μαρτίου) και της Μενδενίτσας (πολιορκία 7-13 Απριλίου) και την κατάληψη του Τουρκοχωρίου (13 Απριλίου). Έως τα μέσα Απριλίου όλη η περιοχή μέχρι την Αλαμάνα ήταν ελεύθερη, με τα 2 βασικά οθωμανικά κέντρα διοίκησης, την Υπάτη (Πατρατζίκι) και τη Λαμία (Ζητούνι), να βρίσκονται υπό την απειλή των επαναστατών. Τον Απρίλιο του 1821 η κάθοδος τουρκικής στρατιάς 9.000 ανδρών από τα Γιάννενα, υπό τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ, οδήγησε, στη σύσκεψη στις Κομποτάδες (14 και 20 Απριλίου) των οπλαρχηγών (Αθανασίου Διάκου, Π. Πανουργιά και Γιάννη Δυοβουνιώτη) για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Ακολούθησαν οι μάχες στο Σταυρό Λαμίας, στο Καλαμάκι (Δερβέν Φούρκα) και η 1η αποτυχημένη πολιορκία της Υπάτης (18 Απριλίου) λόγω της ταχείας καθόδου των Τούρκων. Οι 3 οπλαρχηγοί έδωσαν την ηρωική μάχη της Αλαμάνας (23 Απριλίου) στην αμυντική τοποθεσία Γοργοπόταμου – Αλεπόσπιτων – Ηράκλειας – Χαλκωμάτας - Ι.Μ Δαμάστας – Αλαμάνας, που οδήγησε  στην ήττα και τον μαρτυρικό θάνατο του Αθανασίου Διάκου. Η ανέλπιστη νίκη όμως του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου) αναχαίτισε την τουρκική προέλαση προς τη Βοιωτία. Στις 29 Μαΐου διεξήχθη και η νικηφόρα μάχη στον Αετό Καστανιάς Υπάτης που όμως δεν επέτρεψε την κατάληψη της πόλης.

Τον Αύγουστο, κατέφθασε για βοήθεια των 2 εγκλωβισμένων πασάδων, νέος σουλτανικός στρατός 8.000 υπό τον Χατζή Μεχμέτ Μπεϋράν, που καταστράφηκε στα Βασιλικά της Λοκρίδας (26 Αυγούστου), από τους ντόπιους οπλαρχηγούς Γκούρα, Πανουργιά και Δυοβουνιώτη. Έτσι οι τουρκικοί στρατοί εγκλωβίστηκαν για 7 μήνες (Απρίλιος-Οκτώβριος) στην ανατολική Στερεά με αποτέλεσμα η Τρίπολη να πέσει στα χέρια των Ελλήνων (23 Σεπτεμβρίου) και η επανάσταση να στερεωθεί στην Πελοπόννησο.

Το 1822, μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή πασά τον Ιανουάριο,  αποδεσμεύτηκε μεγάλος αριθμός σουλτανικών στρατευμάτων που άρχισε να συγκεντρώνεται σταδιακά από τον Μάρτιο στη Λαμία, με σκοπό την ανακατάληψη του Μοριά (τότε διεξήχθησαν για 4 μήνες πολλαπλές συγκρούσεις ιδίως στη δυτική Φθιώτιδα που σημαδεύτηκαν από την καταστροφή της Ι. Μ Αγάθωνος και της πλούσιας βιβλιοθήκης της). Στα πλαίσια του σχεδίου, που συμφωνήθηκε στον Μπράλο (24 ή 26 Μαρτίου) από τους Ανδρούτσο, Νικηταρά, Πανουργιά, Δυοβουνιώτη, Υψηλάντη, Σκαλτσά και άλλους οπλαρχηγούς, έγιναν και οι αποτυχημένες (ουσιαστικά υπονομευμένες από τον Άρειο Πάγο) επιχειρήσεις Στυλίδας-Αγ. Μαρίνας (31 Μαρτίου-13 Απριλίου) και η 2η πολιορκία της Υπάτης (3-8 και 17-22 Απριλίου). Στόχο ήταν η κατάληψη της Λαμίας και της Υπάτης ώστε να εμποδιστεί η κάθοδος του Μαχμούτ πασά Δράμαλη που ξεκίνησε τελικά από την Αλαμάνα στις 30 Ιουνίου με 30.000 στρατό για την Πελοπόννησο. Η έξοχη στρατηγική του Κολοκοτρώνη τον ανάγκασε όμως να υποχωρήσει και μετά τις ήττες του στα Δερβενάκια και το Αγιονόρι (26-28 Ιουλίου) να εγκλωβιστεί στην Κόρινθο. Η νέα τουρκική στρατιά 12.000 ανδρών υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ, που εστάλη στην ανατολική Στερεά την περίοδο Αυγούστου-Νοεμβρίου με στόχο τον απεγκλωβισμό του Δράμαλη και προκάλεσε ασύλληπτες καταστροφές, ιδίως σε Λοκρίδα και Φωκίδα, αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από τον Ανδρούτσο όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και με τη μέθοδο του δήθεν «προσκυνήματος» (καπάκια).

Το 1823 για 4 μήνες (Μάιος-Αύγουστος) στην περιοχή έδρασε άλλο εκστρατευτικό σώμα από τη Λάρισα, δύναμης 10.000 ανδρών, υπό τους Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη της Βράιλας και Σαλίχ πασά της Αδριανούπολης με πορεία προς Φωκίδα-Βοιωτία, παράλληλα με τη μεγάλη εκστρατεία του Μουσταή πασά της Σκόδρας στη δυτική Ελλάδα.

Την περίοδο Ιουνίου-Οκτωβρίου 1824 σημειώθηκε νέα εισβολή από τη Λαμία, με στόχο την Πελοπόννησο, από 15.000 Τούρκους υπό τους Ιμπραήμ Δερβίς πασά, Γιουσούφ Περκόφτσαλη και Αμπάζ Ντίπρα που αναχαιτίστηκαν στις 14 Ιουλίου στην Άμπλιανη Φωκίδας. Στις 12 Αυγούστου, μάλιστα, 200 Σουλιώτες υπό τον Λ. Βέϊκο, από το χωριό Οίτη (Γαρδικάκι), διενήργησαν επιτυχημένη νυχτερινή καταδρομική επίθεση στο τουρκικό νοσοκομείο στα Καλύβια, έξω από τη Λαμία.

Το 1825 η μεγάλη εκστρατεία του Ρεσίτ πασά Κιουταχή με στόχο την κατάληψη του Μεσολογγίου, συνδυάστηκε με ταυτόχρονη εισβολή (Απρίλιος-Οκτώβριος) 5.000 Τούρκων υπό τους Μουστάμπεη Κιαφεζέζη, Δεμίρ και Αμπάζ Ντίπρα στη Φωκίδα μέχρι τα όρια της δυτικής Φθιώτιδας. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (10 Απριλίου 1826) άρχισε η πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή (Ιούλιος 1826). Το φθινόπωρο του 1826, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, υλοποιώντας το ευφυές σχέδιο περικύκλωσης των Τούρκων στην Αττική, εξεστράτευσε στην ανατολική Στερεά (Οκτώβριος 1826-Φεβρουάριος 1827) και πέτυχε τις μεγάλες νίκες στην Αράχωβα (17-24 Νοεμβρίου) και το Δίστομο (17 Ιανουαρίου-6 Φεβρουαρίου 1827). Στα πλαίσια αυτής της εκστρατείας έγινε και η αποτυχημένη ελληνική επίθεση (υπό τους Καρατάσο και Γάτσο) στην Αταλάντη εναντίον των αποθηκών του Κιουταχή (5-9 Νοεμβρίου). Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, την τραγική ήττα στο Φάληρο (24 Απριλίου 1827) και την παράδοση της Ακρόπολης (24 Μαΐου), μεσολάβησαν σοβαρές διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις με τη Συνθήκη του Λονδίνου (24 Ιουνίου/6 Ιουλίου 1827), τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827), την έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια (6 Ιανουαρίου 1828) ως πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος και την έναρξη του ρωσο-τουρκικού πολέμου (14/26 Απριλίου 1828).

Το 1828 σημαδεύτηκε από την εκστρατεία του Κίτσου Τζαβέλα (Αύγουστος-Νοέμβριος) στην κεντρική Στερεά (μάχες Γραμμένης Οξυάς στις 23 Σεπτεμβρίου και Γαρδικίου στις 5 Νοεμβρίου) και την αντίστοιχη πορεία του Δημήτριου Υψηλάντη (Οκτώβριος-Νοέμβριος) στην ανατολική. Μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1828 όλη η ανατολική Στερεά μέχρι τη γραμμή των Θερμοπυλών ήταν ελεύθερη. Η νέα τουρκική εκστρατεία 7.000 ανδρών υπό τον Μαχμούτ πασά από τη Λαμία (Δεκέμβριος 1828-Φεβρουάριος 1829) με πορεία προς τη Βοιωτία, αναχαιτίστηκε στη νικηφόρα μάχη του Μαρτίνου (29 Ιαν 1829) από τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και ο ελληνικός έλεγχος επανήλθε ξανά μέχρι τη γραμμή των Θερμοπυλών. Η τελευταία προσπάθεια των Τούρκων από τη Λαμία να προωθηθούν μέχρι την Αθήνα έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1829 υπό τον Ασλάν μπέη. Η κατάληξή της ήταν η νικηφόρα τελευταία μάχη στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829) με την οποία ολοκληρώθηκε ο ένοπλος αγώνας της Ανεξαρτησίας, ταυτόχρονα με τη συντριπτική ήττα του σουλτάνου στο ρωσο-τουρκικό πόλεμο (συνθήκη Αδριανούπολης 2/14 Σεπτεμβρίου 1829).

Ως απόρροια του 9χρονου ένοπλου αγώνα, του μεγέθους των θυσιών, της διεθνούς γεωπολιτικής συγκυρίας, της διπλωματικής μάχης της περιόδου 1828-1831, που διηύθυνε με μαεστρία ο  Καποδίστριας μέχρι να δολοφονηθεί και της επιμονής του να απελευθερωθεί η Στερεά, ώστε να ενσωματωθεί στο μελλοντικό ελληνικό κράτος, υπεγράφη η συνθήκη της Ανεξαρτησίας (22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830). Η Φθιώτιδα εντάχθηκε στο νέο ελληνικό κράτος, που έφτανε στη Στερεά μέχρι τη γραμμή Αχελώου-Σπερχειού. Τελικά με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 18/30 Αυγούστου 1832 τα σύνορα διευρύνθηκαν έως τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και συμπεριέλαβαν όλη τη γραμμή νότια της Όθρυος έναντι οικονομικού τιμήματος 40 εκατομμυρίων γροσίων, γεγονός που αποδέχτηκε ο σουλτάνος στις 14/26 Δεκεμβρίου 1832. Στις 28 Μαρτίου 1833 η οθωμανική φρουρά της Λαμίας αποχώρησε και η πόλη απελευθερώθηκε οριστικά μετά από 440 χρόνια τουρκικού ζυγού και ως επαρχία Φθιώτιδος υπήχθη στο νέο νομό Φωκίδος & Λοκρίδος με πρωτεύουσα την Άμφισσα.

Η Φθιώτιδα στο νέο Ελληνικό Κράτος (1833-1941)
Το 1836 καταργείται ο Νομός Λοκρίδας και Φωκίδας και ιδρύεται η Διοίκηση Φθιώτιδας με επαρχίες τη Φθιώτιδα και τη Λοκρίδα με έδρα τη Λαμία. Το 1845 ο νομός μετονομάστηκε σε Φθιώτιδος & Φωκίδος με πρωτεύουσα τη Λαμία και συμπεριέλαβε το 1852 και την επαρχία Λοκρίδος.

Η δυτική Φθιώτιδα και ιδίως η Υπάτη (όπου καταστράφηκε η μεγαλύτερη ελληνική βιβλιοθήκη της περιοχής, που στεγαζόταν στο σπίτι του αγωνιστή Δημητρίου Αινιάνα) υπέστησαν καταστροφές κατά τη διάρκεια της αντι-οθωνικής εξέγερσης του 1848 αφού όλος ο νομός έγινε πεδίο συγκρούσεων ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους επαναστάτες.

Ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1853-1856, γνωστός ως Κριμαϊκός, κινητοποίησε τους υπόδουλους Έλληνες με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν μεγάλες εξεγέρσεις σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία. Το 1854 η Λαμία αποτέλεσε χώρο συγκέντρωσης υλικού και εθελοντών που με τη βοήθεια της ελληνικής κυβέρνησης (μέχρι τουλάχιστον την κατάληψη του Πειραιά από τους Αγγλο-Γάλλους (Μάιος 1854-Φεβρ 1857) πέρναγαν τα σύνορα και ενίσχυαν τους εξεγερμένους στη Θεσσαλία. Παράλληλα η Λαμία έγινε και καταφύγιο προσφύγων από τη Θεσσαλία που έφταναν στην πόλη για να γλυτώσουν από τα αντίποινα των Τούρκων. Την περίοδο εκείνη (28 Μαρτίου-15 Απριλίου 1854) πολιορκήθηκε από τους επαναστάτες ανεπιτυχώς και ο Δομοκός.

Με το νέο ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-1878, τις αλλεπάλληλες ήττες των Τούρκων και την προέλαση του ρωσικού στρατού που πλησίαζε στην Κωνσταντινούπολη, οι προσδοκίες των σκλαβωμένων Ελλήνων στα βόρεια του ελληνικού κράτους αναζωπυρώθηκαν. Στην Ήπειρο τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία ξέσπασαν μια σειρά από απελευθερωτικά κινήματα. Στις 21 Ιανουαρίου/2 Φεβρουαρίου 1878 ο ελληνικός στρατός από τη Λαμία, πέρασε τα σύνορα (από Γιαννιτσού, Καλαμάκι και Σούρπη) και έφτασε για λίγες μέρες, προτού ανακληθεί, έξω από τον Δομοκό, ενώ στις 7 Μαρτίου 1878 εκδηλώθηκε η επανάσταση στον Παλαμά Δομοκού. Παράλληλα στη Λαμία κατέφθαναν πρόσφυγες από τη Θεσσαλία λόγω των συγκρούσεων και της τουρκικής τρομοκρατίας. Τελικά μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις διπλωματικές διεργασίες της περιόδου 1878-1881, στο ελληνικό κράτος περιήλθε, με τη Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως (20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881), η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας. Στις 8 Αυγούστου 1881 η περιοχή Δομοκού μετά από 488 χρόνια δουλείας ήταν ελεύθερη και ενσωματώθηκε διοικητικά ως τμήμα (για την περίοδο 1881-1899) του νέου νομού Λαρίσης.

Στις 20 και 27 Απριλίου 1894, η ευρύτερη Λοκρίδα, βίωσε ένα φοβερό σεισμό που εκδηλώθηκε στο χώρο της και άφησε πίσω του τεράστιες ανθρώπινες απώλειες και πρωτοφανείς υλικές καταστροφές.

Η Φθιώτιδα βίωσε δραματικά την ταπεινωτική ήττα στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897 (6/18 Απριλίου-8/20 Μαΐου). Μετά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού και τις ήττες στα Φάρσαλα (23 Απριλίου/5 Μαΐου) και τον Δομοκό (5/17 Μαΐου), ο τουρκικός στρατός έφτασε έξω από τη Λαμία, 64 χρόνια μετά την απελευθέρωσή της, όπου μετά τη μάχη της Ταράτσας (Καμηλόβρυση) στις 7/19 Μαΐου, σταμάτησε - χάρη και στις πρωτοβουλίες του τότε Νομάρχη Κωνσταντίνου Έσλιν - λόγω της υπογραφείσας ανακωχής (8/20 Μαΐου) κατόπιν διεθνούς παρέμβασης. Η Λαμία εκείνη την περίοδο έγινε κέντρο συγκέντρωσης των 3.000 περίπου ξένων φιλελληνικών ένοπλων σωμάτων (κυρίως Ιταλών Γαριβαλδινών), που ήρθαν να συνδράμουν τον ελληνικό στρατό στην πολεμική του προσπάθεια, αλλά και προσωρινό καταφύγιο των προσφύγων από τις θεσσαλικές πόλεις και τα χωριά του Δομοκού που κατελήφθησαν από τον προελαύνοντα οθωμανικό στρατό.

Την περίοδο 1899-1909 ο νέος Νομός πλέον Φθιώτιδος περιέλαβε και την επαρχία Δομοκού, ενώ το 1909-1911 επανασυστήνεται με το όνομα νομός Φθιώτιδος και Φωκίδος (χωρίς την επαρχία Δομοκού που επανέρχεται πάλι ως τμήμα του το 1911 (μόλις το 1943, μεσούσης της κατοχής, ο νομός Φθιώτιδος αποκτά οριστικά το σημερινό του όνομα με τις 3 επαρχίες του Φθιώτιδας, Λοκρίδας, Δομοκού).

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) πολλοί Φθιωτείς κατατάχθηκαν εθελοντές στα σώματα των Μακεδονομάχων και αρκετοί έδωσαν τη ζωή τους για την υπεράσπιση της ελληνικότητας της Μακεδονίας από την απειλή του Βουλγαρικού Κομιτάτου και των κομιτατζήδων της Ε.Μ.Ε.Ο.

Κατά την περίοδο 1912-1922 η Φθιώτιδα προσέφερε το άνθος της νεολαίας της σε οπλίτες και αξιωματικούς (πάνω από 1.700 νεκρούς) στη μεγάλη εθνική προσπάθεια των Α’ και Β’ βαλκανικών πολέμων 1912-13, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου 1916-1918 και της Μικρασιατικής Εκστρατείας 1919-1922. Το 2ο Σύνταγμα Πεζικού και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων της Φθιώτιδας συμμετείχαν στα πεδία των μαχών από την Ελασσόνα μέχρι την Άγκυρα για πάνω από 10 χρόνια.

Τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου (1941-1949)
Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος αποτέλεσε μια πολύ σκληρή περίοδο για όλη την Ελλάδα και τη Φθιώτιδα. Στις μάχες με Ιταλούς και Γερμανούς σε Πίνδο, Αλβανία και Οχυρά, θυσιάστηκαν πάνω από 350 Φθιωτείς πολεμώντας τον εισβολέα την περίοδο 1940-41, με το 42ο σύνταγμα Ευζώνων της Λαμίας να διακρίνεται από τις πρώτες μέρες της ιταλικής εισβολής σε σειρά μαχών στην Ήπειρο και την Αλβανία. Η ραγδαία όμως γερμανική εισβολή την 6η Απριλίου 1941 και η πρωτοφανής ισχύ της, προκάλεσαν την κατάρρευση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία ενώ το Βρετανικό εκστρατευτικό σώμα αδυνατούσε να αντιτάξει σθεναρή άμυνα. Οι Γερμανοί εισβολείς βομβάρδισαν τη Λαμία τη Μ. Παρασκευή 18 Απριλίου 1941 και την 20η του μήνα, Κυριακή του Πάσχα, ενώ ο στρατηγός Τσολάκογλου συνθηκολογώντας παρέδιδε στους Γερμανούς τη στρατιά Ηπείρου, οι γερμανικές μεραρχίες έμπαιναν στη Λαμία. Στις Θερμοπύλες η 6η Νεοζηλανδική ταξιαρχία αντιμετώπισε μαζί με την 19η Αυστραλιανή στο Μπράλο τις συντριπτικά υπέρτερες γερμανικές δυνάμεις της 5ης τεθωρακισμένης μεραρχίας και της 6ης Ορεινής από τη Λαμία. Η τοποθεσία άντεξε από το απόγευμα της 22ας Απριλίου έως τη νύχτα της 24ης οπότε και οι συμμαχικές δυνάμεις αποσύρθηκαν προς νότο για να αποφύγουν την πλήρη καταστροφή τους. Έτσι άρχιζε η σκοτεινή περίοδος της κατοχής με τον ιταλικό στρατό να αναλαμβάνει τον έλεγχο της περιοχής μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (8 Σεπτεμβρίου 1943), ενώ στη συνέχεια τη σκυτάλη πήραν οι Γερμανοί.

Η Φθιώτιδα αποτέλεσε το λίκνο της Εθνικής Αντίστασης απέναντι στον βάρβαρο κατακτητή. Μετά την ίδρυση του ΕΑΜ (27 Σεπτεμβρίου 1941), στη Λαμία σε σύσκεψη στελεχών του ΚΚΕ Φθιωτιδο-Φωκίδας και Ευρυτανίας (14 Μαΐου 1942) πάρθηκε η απόφαση για το ξεκίνημα του ένοπλου αγώνα του ΕΛΑΣ. Από την Σπερχειάδα (καλύβα Στεφανή) στις 22 Μαΐου 1942 ξεκίνησαν οι πρώτοι αντάρτες για το βουνό υπό τον μετέπειτα αρχικαπετάνιο του ΕΛΑΣ, Άρη Βελουχιώτη (ο γεωπόνος Θανάσης Κλάρας από τη Λαμία 1905-1945).

Ο πληθυσμός της Φθιώτιδας στήριξε με κάθε μέσο και κόστος το ένοπλο κίνημα αντίστασης και συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση. Δεκάδες μάχες με τον κατακτητή, δολιοφθορές, ανατινάξεις γεφυρών και τραίνων, σημάδεψαν τα χρόνια της κατοχής στο νομό. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου από τις ενωμένες αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ μαζί με Άγγλους σαμποτέρ στις 25 Νοεμβρίου 1942, αποτέλεσε την μεγαλύτερη μέχρι τότε αντιστασιακή ενέργεια στην κατεχόμενη Ευρώπη. Ακολούθησαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Ιταλών προς τη δυτική Φθιώτιδα (Απρίλιος και Ιούνιος 1943), η μεγάλη επίθεση του ΕΛΑΣ στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αμφίκλειας (13-14 Απριλίου 1943), η μάχη στο 51ο χλμ Λαμίας-Άμφισσας (20-21 Μαΐου), η ανατίναξη της σήραγγας του Κουρνόβου (2 Ιουνίου 1943) με τη θυσία των 50 Ελλήνων ομήρων του ανατιναχθέντος τραίνου, η καταστροφή της γέφυρας του Ασωπού (21 Ιουνίου 1943) και οι μάχες της Παύλιανης-Δυό Βουνών-Καλοσκοπής (3 Ιουνίου) και του Διλόφου (26 Ιουνίου).

Μετά την κατάρρευση της Ιταλίας το Σεπτέμβριο 1943, αυξήθηκαν οι συγκρούσεις των Γερμανών με τον ΕΛΑΣ για τον έλεγχο της ορεινής Φθιώτιδας και σημειώθηκαν σημαντικές μάχες στην περιοχή Θερμοπυλών-Μώλου (20-21 και 28-29 Σεπτεμβρίου 1943) και στην ευρύτερη δυτική Φθιώτιδα με αποκορύφωμα τη μάχη της Μακρακώμης (6 Οκτωβρίου). Παράλληλα εκδηλώθηκαν σοβαρές γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις προς τη δυτική Φθιώτιδα με κατεύθυνση την ορεινή Ευρυτανία (επιχείρηση «Hubertus» 6-13 Νοεμβρίου 1943).

Το 1944, καθώς διαφαινόταν η επικείμενη ήττα του άξονα σε όλα τα πολεμικά μέτωπα,  το αντιστασιακό κίνημα όλο και ισχυροποιούνταν απελευθερώνοντας σημαντικές περιοχές της ορεινής Ελλάδας. Ήδη από τις 7 Αυγούστου 1943 σε σύσκεψη στο Γαρδίκι Ομιλαίων, τέθηκαν οι βάσεις για την «κυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας του βουνού», όταν 350 αντιπρόσωποι των Λαϊκών Διοικητικών Επιτροπών Φθιώτιδας-Φωκίδας-Ευρυτανίας συνέταξαν τον Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερεά.

Η 13η μεραρχία του ΕΛΑΣ στη Φθιώτιδα ενισχυόταν διαρκώς και αυξανόταν σε ανθρώπινο δυναμικό, πολεμική ισχύ, εκπαίδευση και εμπειρία. Νέες γερμανικές επιδρομές προς τη δυτική Φθιώτιδα οδήγησαν σε μεγάλες συγκρούσεις σε Φτέρη-Κλωνί-Παλαιοβράχα-Καμπιά-Βίτωλη (3 Ιανουαρίου) και προς Σπερχειάδα-Μακρακώμη (12-14 Μαΐου). Την περίοδο 5-16 Αυγούστου 1944 οι Γερμανοί εκδήλωσαν την τελευταία τους εκκαθαριστική επιχείρηση με τον κωδικό «Kreuzotter» προς την Ευρυτανία, έδρα της Π.Ε.Ε.Α, του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ και της 13ης μεραρχίας, για τη διάνοιξη ελεύθερης διόδου προς βορρά εν όψει της επικείμενης αποχώρησής τους από την Ελλάδα. Η δυτική Φθιώτιδα για άλλη μια φορά έγινε θέατρο σκληρών αναμετρήσεων ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τις γερμανικές μονάδες (4η μεραρχία SS Polizei και 18ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών SS) που προκάλεσαν ανυπολόγιστες καταστροφές και προέβησαν σε θηριωδίες κατά των αμάχων. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 έγινε η μεγάλη επίθεση στο σιδηροδρομικό σταθμό Λιανοκλαδίου και στις 4 Οκτωβρίου το μεγάλο σαμποτάζ σε γερμανική αμαξοστοιχία στα Στύρφακα. Στις 18 Οκτωβρίου οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Λαμία και την επομένη οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ με τον Άρη Βελουχιώτη μπήκαν στην ελεύθερη πλέον πόλη. Μια νέα δύσκολη περίοδος ξεκινούσε για το λαό της Φθιώτιδας.

Το κόστος της αντίστασης, σε ανθρώπινες ζωές και υλικές καταστροφές, ήταν ανυπολόγιστο. Οι κατακτητές προέβησαν σε συστηματικούς εμπρησμούς δεκάδων χωριών και χιλιάδων οικιών, ομηρίες, τρομοκρατία, βασανιστήρια, εκτελέσεις αντιστασιακών και μαζικές δολοφονίες εκατοντάδων αθώων αμάχων ως αντίποινα, σε μια προσπάθεια να κάμψουν το αγωνιστικό φρόνημα του φθιωτικού λαού. Αποκορύφωμα, οι εκτελέσεις των 150 ομήρων στη Λαμία (2 Απριλίου 1944), των 106 στον Αγ. Στέφανο ως αντίποινα για την ανατίναξη του Κουρνόβου (6 Ιουνίου 1943), των 65 αμάχων σε Ν. Μοναστήρι και Ομβριακή την περίοδο 1942-1944, των 29 ως αντίποινα για την ανατίναξη του Γοργοποτάμου (1-6 Δεκεμβρίου 1942), των 25 σε Αμφίκλεια και Αταλάντη (16 Απριλίου και 29 Μαΐου 1943), οι ολικές καταστροφές της Τιθορέας (24 Απριλίου 1943), της Υπάτης (17 Ιουνίου 1944), της Σπερχειάδας (18 Ιουνίου 1944), της Μακρακώμης και των χωριών της δυτικής Φθιώτιδας (5-16 Αυγούστου 1944).

Την περίοδο του εμφυλίου (1946-1949) η Φθιώτιδα αποτέλεσε πεδίο σφοδρών πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις (Εθνικός Στρατός, Χωροφυλακή, Εθνοφυλακή, Μ.Α.Υ) και τον Δ.Σ.Ε καθώς και περιστατικών αγριότητας και βιαιότητας που διεπράχθησαν μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων. Τα χρόνια 1946-1950 λειτούργησε στη Λαμία το Έκτακτο Στρατοδικείο, το οποίο επέβαλε 435 θανατικές καταδίκες οι οποίες οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 210 συλληφθέντες αριστερούς πολίτες και αντάρτες μεταξύ 1946-1949. Ο εμφύλιος πόλεμος ερήμωσε την ύπαιθρο, προκάλεσε ανυπολόγιστα θύματα μεταξύ ενόπλων και αμάχων, τεράστιο προσφυγικό κύμα από την ορεινή ύπαιθρο προς τη Λαμία και υλικές καταστροφές τέτοιου μεγέθους που αποτέλεσαν το βασικό αίτιο της μαζικής αστυφιλίας που έπληξε τον νομό δημογραφικά και αναπτυξιακά τις μετέπειτα δεκαετίες. Κυρίως όμως δίχασε βαθιά για πολλές δεκαετίες των ελληνικό λαό και εμπόδισε τη χώρα, αν και νικήτρια στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στον μεταπολεμικό κόσμο.

πηγή: el.wikipedia.org

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ kaliterilamia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.