ΗΛΙΑΣ ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗΣ (1874-1941)

Π.Η.Β. | Ο ιστορικός και κριτικός της Λογοτεχνίας μας, λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ηλίας Περικλή Βουτιερίδης γεννήθηκε στις 14.2.1874 στην πόλη Sulina (Σουλινά της Ρουμανίας), όπου έτυχε να υπηρετεί ο πατέρας του ως προξενικός υπάλληλος της Ελλάδας. Καταγόταν από τη γενιά των Βουτιέρων της Μεθώνης, αγωνιστών του 1821. Ο πάππος του Ηλίας επίσης, τιμήθηκε με το «αριστείον του Αγώνος», ως αξιωματικός κατά την Επανάσταση και χρημάτισε πληρεξούσιος στη Γ' και Δ' Εθνική Συνέλευση. Ο Βουτιερίδης έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα και γι’ αυτό οι παλαιοί Πατρινοί λόγιοι τον εθεωρούσαν συμπατριώτη τους. Στα 1889 μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του εκεί, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα με τη μητέρα του και τους αδελφούς του. Εδώ τελείωσε το Βαρβάκειο Γυμνάσιο και φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Ρομαντική διάθεση, ανθρωπισμός και πατριωτισμός συνθέτουν τον ψυχικό του κόσμο. Το πρώτο δημοσίευμα του Βουτιερίδη (μια μετάφραση γαλλικού διηγήματος) βρίσκεται στο τεύχος της 10.8.1893 του περιοδικού «Η φύσις» (όπου δημοσιεύεται και πρωτόλειο του Κ. Καβάφη). Η παρουσίασή του ως ποιητή έγινε με άρθρο του I. Πολέμη στο φύλλο της 2.11.1897 της
εφημερίδας «Νεολόγος» και με κριτικό σημείωμα του I. Αρσένη στην επετηρίδα «Ποικίλη Στοά» του 1899. Στα 1897 παράτησε το Πανεπιστήμιο, πήγε στην Κρήτη και πολέμησε τους Τούρκους ως εθελοντής υπολοχαγός του «Τάγματος Επιλέκτων Κρητών». Στο πρώτο βιβλίο του, που τυπώθηκε το 1898, εξιστορεί σε 368 σελίδες την Κρητική Επανάσταση του 1897 στις Ανατολικές επαρχίες. Από τότε ο Βουτιερίδης εμπήκε στη βίβλο της Κρητικής Ιστορίας. Οι Δήμοι του Ηρακλείου και των Αρχανών της Μεγαλονήσου τον έχουν τιμήσει δίνοντας τ’ όνομά του σε δρόμο τους. Από τα 1897 πάλι, σταδιοδρομεί επαγγελματικά ως δημοσιογράφος, ενώ εργάζεται παράλληλα και στο Δήμο Αθηναίων, κάμποσα χρόνια, ως ιδιαίτερος γραμματέας του δημάρχου Σπ. Μερκούρη. Έτσι, στα 1987 γράφει το ιστορικό έργο «Οι Δήμαρχοι των Αθηνών» (1835-1907), που εκδίδεται τότε από τον Γ. Π. Παρασκευόπουλο (γεν. γραμματέα του Δήμου) με το δικό του όνομα. Η πρώτη ποιητική συλλογή του εκδόθηκε το 1900 με τίτλο «Σύννεφα». Το 1901 μεταφράζει στη δημοτική γλώσσα την «Άλκηστη» του Ευριπίδη, που παίζεται στο θέατρο της «Νέας Σκηνής», του Κ. Χρηστομάνου. Είναι η πρώτη φορά που παραστάθηκε αρχαία τραγωδία στη ζωντανή λαλιά μας. Το πρώτο
δράμα του Βουτιερίδη, «Ο γιος του προδότη», γραμμένο κι αυτό στη δημοτική γλώσσα, είχε δημοσιευθεί το 1898 στο ιστορικό βιβλίο της Κρήτης, που προαναφέραμε. Ο Βουτιερίδης καθιερώθηκε ως κριτικός της Λογοτεχνίας μας το 1903, με την πολύκροτη πραγματεία «Τ’ αποκαλυπτήρια των λογίων μας», που απλώθηκε σε δεκαέξι επιφυλλίδες του περιοδικού «Ο Νουμάς» (στα φύλλα 39-55 του 1903). Από τότε ο «Νουμάς» εγκολπώθηκε την ιδέα του δημοτικισμού. Ο Βουτιερίδης πρωτοπορεί στο ίδιο περιοδικό με τις μεταφράσεις αρχαίων στη δημοτική γλώσσα, που δημοσιεύονται σε πολλές επίσης επιφυλλίδες. Πρωτοποριακό είναι το μελέτημά του «Στοχασμοί και σημειώματα για το θέατρό μας» (στα φύλλα 146-147 του 1905). Μαζί με τον Δη μ. Ταγκόπουλο και τον Κωστή Παλαμά, πρωτοστατεί στην Αθήνα για την επικράτηση της λαϊκής γλώσσας. Στις 8.11.1903 η εφημ. «Εστία» κατονομάζει τους τρεις αυτούς ως κυριότερα μέλη της ομάδας των δημοτικιστών. Το 1903 τυπώνεται, πρώτο στη σειρά των εκδόσεων του «Νουμά», το μεταφραστικό έργο του Βουτιερίδη: Λουκιανού «Τίμωνας ο Μισάνθρωπος». Από αυτό εμπνέεται ο Κωστής Παλαμάς και γράφει το περίφημο άρθρο «Μεταφράζετε τους Αρχαίους». Το Σεπτέμβριο του 1904 ο Βουτιερίδης ταξιδεύει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου για να διαδώσει την ιδέα του δημοτικισμού στους λιγοστούς πνευματικούς ανθρώπους της ομογένειας. Ανατυπώνεται τότε από τον «Νουμά» η κριτική μελέτη του «Η Ζωή μας κι η Φιλολογία μας - Τα Περιοδικά» (1904). Την άνοιξη του 1905 επιστρέφει από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα και στο περιοδικό «Ο Νουμάς». Εναντιώνεται τότε στις ακρότητες του Ψυχάρη. Το 1907 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του, ο μεγαλόπνοος «Προσκυνητής», από τον οποίο εμπνέεται ο Κωστής Παλαμάς και αφιερώνει στον Ηλία Βουτιερίδη το ποίημα που δημοσιεύεται στο φύλλο της 6.5.1907 του περιοδικού «Ο Νουμάς». Το 1908 (το Μάιο) παρακολουθεί την εξέλιξη του Σαμιακού κινήματος και συνδιαλέγεται με τον αρχηγό Θεμ. Σοφούλη, σταλμένος από την εφημερίδα «Σκριπ». Από τον Ιούλιο του 1908 ίσαμε τον Ιούνιο του 1910 βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη, σταλμένος από την εφημερίδα «Σκριπ» αρχικά και ως ανταποκριτής της εφημερίδας «Εμπρός» αργότερα. Παρακολουθεί εκεί την εξέλιξη της επανάστασης των Νεοτούρκων, συνεργάζεται στις εφημερίδες «Αλήθεια» - «Νέα Αλήθεια», διευθύνει τις εφημερίδες «Φάρος της Θεσσαλονίκης» (1909) και «Σύνταγμα» (1909-1910), συνεργάζεται μυστικά με το Ελληνικό Προξενείο στον εθνικό αγώνα, φυλακίζεται δυο-τρεις φορές από τις οθωμανικές Αρχές και αναγκάζεται να γυρίσει στην ελεύθερη Ελλάδα. Πηγαίνει τότε στην Κρήτη και συνδιαλέγεται με τον Ελ. Βενιζέλο, τον οποίο προβάλλει από την εφημερίδα «Σκριπ» (τον Ιούνιο του 1910). Στα 1911-12 εκδίδει το περιοδικό «Χρονικά» (πολιτικά-φιλολογικά) και υποστηρίζει τη σύμπραξη της Ελλάδας με τη Βουλγαρία για να πετύχουμε την έξωση της Τουρκίας από την Ευρώπη, αλλά και με τους Αλβανούς «κατά πάσης σλαβικής ή άλλης ενεργείας». Από τον Ιούνιο του 1911 ίσαμε τον Ιανουάριο του 1914 συνεργάζεται τακτικά στο περιοδικό «Παναθήναια», ως κριτικός της Λογοτεχνίας μας και συντάκτης διαφόρων άρθρων. Στο μεταξύ, συμμετέχει στην εκστρατεία του 1912-13 και δημοσιογραφεί στην εφημερίδα «Πατρίς». Περιγράφει τότε τη Θεσσαλονίκη, την ιστορική μάχη των Γιαννιτσών, την Έδεσσα, τη Φλώρινα. Εφοδιάζεται με σέρβικο διαβατήριο και φθάνει στο Μοναστήρι (που κατέχουν οι Σκοπιανοί σήμερα και το λένε Bitola). Στέλνει ανταπόκριση από το Μοναστήρι που δημοσιεύεται στις 8.12.1912 στην εφημερίδα «Πατρίς», που διαβάζουμε ι και τα εξής: «Εις απειραρίθμους οικίας κυματίζει η ελληνική σημαία ||. Το Μοναστήριον κατοικείται από 60.000 περίπου. Εκ τούτων πλέον σχεδόν του ημίσεος είναι Τούρκοι, υπέρ τας 15.000 Ελληνες, περί τας 9.000 Βουλγαρίζοντες, 5.000 Εβραίοι, 200 Σέρβοι και άλλοι τόσοι Ρουμανίζοντες». Την 1.12.1913 αποθανατίζει στα Χανιά της Κρήτης την επίσημη έπαρση της γαλανόλευκης ενώπιον του βασιλιά και του πρωθυπουργού Βενιζέλου. Η σχετική περιγραφή δημοσιεύεται στο περιοδικό «Παναθήναια» (15.12.1913). Το 1914 ιδρύεται η «Ενωσις Συντακτών Αθηναϊκών Εφημερίδων» (η σημερινή Ε.Σ.Η.Ε.Α.), της οποίας ο Βουτιερίδης γίνεται μέλος επίλεκτο (1914-1941). Από το 1897 κι έπειτα είναι συντάκτης ή συνεργάτης σε διάφορες κατά περιόδους εφημερίδες («Νεολόγος,», «Καιροί», «Τηλέγραφος», «Θάρρος», «Θόρυβος», «Ακρόπολις», «Αστραπή», «Σκριπ», «Πατρίς», «Νέα Ελλάς», «Πρόοδος», «Ανατολή», «Αμυνα», «Εφημερίς», «Εμπρός», «Καθημερινή», «Ελεύθ. βήμα», «Τύπος» κ.ά.). Σε μερικές από αυτές έγινε αρχισυντάκτης ή διευθυντής. Το 1914 πάλι, βραβεύονται τα δράματά του «Οι Ελευθερωτές» (πατριωτικό), «Ο άνδρας», «Κασσάντρα» (που άλλαξε σε «Ζουάνα»), επαινείται το «Παραμύθι». Παίχθηκαν τότε τα τρία πρώτα και «Η πολιτική που σκοτώνει». Στο μεταξύ, έχει δημοσιεύσει τα δράματα «Ο γιος του προδότη» (1898), «Το γεφύρι της Άρτας» (1905) και «Ο ίσκιος του πεθαμένου» (1906). Και στα 1911 έχει παιχθεί από τη Μ. Κοτοπούλη το (δράμα του «Οταν αγαπούμε». Το 1917 ο Βουτιερίδης θα γίνει μέλος της «Εταιρείας των Θεατρικών Συγγραφέων». Το 1918 δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Πρόοδος» η πραγματεία του «Το θεατρικόν ζήτημα» (στα φύλλα 476-498). Στα 1915-1917 ο γαλλόφιλος Βουτιερίδης, μαζί με τους περισσότερους από τους άλλους έγκριτους δημοσιογράφους (αλλά και με τους σοσιαλιστές της χώρας), υποστηρίζει την πολιτική της ουδετερότητας, σταθμίζοντας βέβαια την οικτρή αποτυχία των Συμμάχων στα Δαρδανέλια (1915), την πανωλεθρία των Σέρβων (1915) -που ήταν ορατή και για την Ελλάδα-κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι έπρεπε να μπούμε στον πόλεμο μαζί με τη Ρουμανία, τον Αύγουστο του 1916, όταν οι Γερμανοβούλγαροι προέλασαν στη Μακεδονία μας. Αλλά μας είχε παρασύρει πια ο διχασμός, τον οποίο καλλιέργησαν οι αντίπαλες Μεγάλες Δυνάμεις και η συμπεριφορά των Συμμάχων απέναντι μας. Δεν ήταν εξάλλου δυνατό να διανοηθούν ή να πιστέψουν οι άνθρωποι εκείνοι το σκοτεινό ρόλο κάποιας ανακτορικής μερίδας (γερμανόφιλης) γύρω από τον άρρωστο βασιλιά. Από την αρχή της β' περιόδου του «Νουμά» (1918) ο Βουτιερίδης γίνεται αρχισυντάκτης του περιοδικού, ίσαμε τον Μάρτιο του 1919. Είναι τότε αντιπρόεδρος της «Ενώσεως Συντακτών Αθηναϊκών Εφημερίδων», της οποίας θα εκλεγεί πρόεδρος στα 1921-22 και 1923-24. Το 1919 παρακολουθεί μεγάλη έρευνα του παρισινού «Χρόνου», στην οποία απάντησαν πολλοί Γάλλοι σοφοί και συνθέτει το έργο «Η πρόεδρος των Επιστημών», που εντυπωσιάζει και διαφωτίζει τους προοδευτικούς Έλληνες ειδικούς. Τα πορίσματα της έρευνας εκείνης ισχύουν και σήμερα (ίσως πιο πολύ από τότε). Στις 13.4.192Θ εκφωνεί τον επικήδειο στη σορό του Βλάση Γαβριηλίδη, ως εκπρόσωπος της «Ενώσεως των Συντακτών». Το 1921 παρακολουθεί την εκστρατεία στη Μικρασία και δημοσιογραφεί στην εφημερίδα «Εμπρός». Γυρίζοντας από το Μέτωπο στην Αθήνα, εκδίδει το βιβλίο «Η εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου» (προς την Άγκυρα), όπου φωτίζει πολλά πράγματα (και τα δεινά). Η αλήθεια είναι πως οι επιχειρήσεις του 1921 έπρεπε να είχαν γίνει από το 1920 και ότι κανένας ηγέτης δεν υποστήριζε την ανάκληση του στρατεύματος, δηλαδή την εγκατάλειψη του Ελληνισμού της Μικρασίας. Το 1922 διευθύνει στη Σμύρνη την εφημερίδα «Ο συνάδελφος» της Στρατιάς, που αποτελεί σήμερα ντοκουμέντο για τους ιστορικούς. Στις 19.12.1922 γιορτάζονται τα εικοσάχρονα του περιοδικού «Ο Νουμάς» με βασικόν ομιλητή τον Ηλία Βουτιερίδη. Το 1923 επανεκλέγεται πρόεδρος της «Ενώσεως των Συντακτών». Ιδρύεται τότε η «Ενωσις Συντακτών Θεσσαλονίκης». Την ίδια χρονιά γίνεται ιδρυτικό μέλος και σύμβουλος του «Συνδέσμου Λογοτεχνών». Στις 10.8.1923 ο Βουτιερίδης διορίζεται γραμματέας της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Από τότε αρχίζει το μεγάλο φιλολογικό έργο του σε βιβλία, με πρώτο στη σειρά το δίτομο «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (1924-1927), που τον καθιέρωσε ως ιστορικό. Απασχολείται παράλληλα ως καθηγητής, διδάσκοντας τη νεοελληνική λογοτεχνία στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου του «Σωματείου των Ελλήνων Ηθοποιών» (1924-1930) και κατόπιν στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (1930-1941), του οποίου χρημάτισε και σύμβουλος κατά την επανίδρυσή του στα 1930-31. Ο καθηγητής Νίκος Βέης τον προσκαλεί τότε τιμητικά στο Πανεπιστήμιο και δίνει δύο φροντιστηριακά μαθήματα. Στις 11.12.1923 ο Δημ. Ταγκόπουλος γράφει στην εφημερίδα «Εθνος»: «[] Ο Παλαμάς, ο Ξενόπουλος και ο Βουτιερίδης είναι οι τρεις μέσα σε όλους μας, αληθινοί hommes de Lettres [άνθρωποι των Γραμμάτων]». Από το 1924 περιορίζεται η δημοσιογραφική του δραστηριότητα. Συνεργάζεται περιοδικά σε διάφορες εφημερίδες, αλλ' εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ε.Σ.Η.Ε.Α. ως διοργανωτής ή ως ειδικός εκπρόσωπός της και ως μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου της. Επικό υπήρξε το δημοσιογραφικό έργο του Βουτιερίδη στα χρόνια των εθνικών αγώνων 1827-1922. Το 1924 η «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία» τον εκλέγει μέλος της. Το 1930 βραβεύεται από την Ακαδημία η τραγωδία του «Κασσάντρα». Την ίδια χρονιά το «Σωματείον Ελλήνων Ηθοποιών» τον ανακηρύσσει μέλος επίτιμο, μαζί με τους Θ. Συνοδινό και Φ. Πολίτη. Το 1934 ο Βουτιερίδης γίνεται ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών». Στην Εθνική Βιβλιοθήκη προσέφερε τις υπηρεσίες του ως γραμματέας της από το 1923 ίσαμε το 1939, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Το συγγραφικό ύφος του Βουτιερίδη ξεχωρίζει για την καθαρότητα και απλότητά του, για την κυριολεξία και συχνά και για τη φυσικότητά του, είτε στη λαϊκή γλώσσα έγραφε είτε στην καθαρεύουσα. Στο καθαυτό λογοτεχνικό έργο του δεν ακολούθησε ορισμένες σχολές ή τεχνοτροπίες. Αν και φαίνεται να ήταν κάπως συντηρητικός στην τέχνη του, δεν έμεινε κι έξω από την επίδραση των νεότερων ιδεών. Γενικά όμως μπορούμε να πούμε ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμά του είναι κάποιο σμίξιμο, λογικευμένο του κλασικού και του ρομαντικού. Ο Κ. Θ. Δημαράς έκρινε, ότι «Το ποιητικό έργο του Βουτιερίδη αποπνέει ένα ελεγειακό άρωμα αγνής ποιήσεως, άδολου λυρισμού, απαλλαγμένου δηλαδή από κάθε μη ποιητικό στοιχείο. Γιατί ο Βουτιερίδης ήταν κατ’ εξοχήν ποιητής[]». Τα πολυάριθμα ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε, απαριθμούνται (όλα σχεδόν) στο βιβλίο «Νεοελληνικά φιλολογικά ψευδώνυμα», του Κυρ. Ντελόπουλου. Ο Βουτιερίδης ήταν αδύνατο να υπομείνει την υπουδούλωση της Ελλάδας. Κατέρρευσε από την ημέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, στις 27.4.1941. Πέθανε στις 10 του Αυγούστου στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός», από το γαστρικό έλκος που τον εβασάνισε. Στη ζωή του δεν απέκτησε περιουσία, ούτε ξήλωσε διάσημα και ακαδημαϊκές έδρες. Έγραψε τότε ο Γρ. Ξενόπουλος, ότι ο Βουτιερίδης «Ηταν φυσιογνωμία ξεχωριστή ως διανοουμένου για τη σπουδαία εργασία και τη μεγάλη ιδέα και αντιπροσώπευε^. Ήταν ένας εργάτης των Γραμμάτων μελετηρός, σοφός κι ακαταπόνητος». Ο Κ.Θ. Δημαράς έκλεισε το δικό του άρθρο με τα λόγια: «Τέτοιο υπήρξε στις γενικότερες γραμμές του το πολύμορφο και ποικίλο έργο του Ηλία Βουτιερίδη. Υπήρξε σεμνός άνθρωπος και-ευσυνείδητος λόγιος. Σε μια εποχή σκληρών αγώνων, όπου σπανίως απαντά κανείς τέτοιες αρετές, αγωνίσθηκε κι αυτός, αλλά υπερήφανα κι ευγενικά τον αγώνα του κι έτσι με τέτοια όπλα κατέκτησε την εκτίμησή μας και το σεβασμό μας». Ο Τέλλος Άγρας αναγνώρισε κι αυτός ότι ο Βουτιερίδης «Είχε οπωσδήποτε, γεννηθεί για τα "μεγάλα έργα”. Δεν έγραψε απλώς μελέτες και άρθρα. Έγραψε τόμους []. Κατόρθωνε να είναι ένας ακαταπόνητος αναδιφητής κι ένας μεγαλόπνοος συνθέτης []. Ήταν [επίσης] από τους ελάχιστους που μόχθησαν πρώτοι να εξαπλώσουν τη γλώσσα του λαού επάνω στις διαστάσεις του επιστημονικού συστήματος ]]». Από τις νεκρολογίες που έγραψαν οι αθηναϊκές εφημερίδες, παραθέτουμε περικοπή του περιεκτικού σημειώματος της «Εστίας»: «Τα νεοελληνικά Γράμματα θρηνούν -και πρέπει να θρηνούν- την απώλειαν ενός εκπροσώπου των, που έσβυσε προ τριημέρου []. Ο Ηλίας Βουτιερίδης υπήρξε, πράγματι, από τους τύπους εκείνους των λογίων, που έδωσαν αξίαν θετικήν εις την νεοελληνικήν διανόησιν και υπηρέτησαν την Ελληνικήν σκέψιν με στοργήν και αγάπην []. Υπήρξεν ένα πολύτιμον στοιχείον, του οποίου το έργον, συνδυασμένον με μίαν λαμπρόν πατριωτική δράσιν, δεν πρόκειται να σβύσει ή να λησμονηθή. Αι μετέπειτα γενεαί των διανοουμένων Ελλήνων έχουν πολλά να αντλήσουν από αυτό».

«ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ» ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»


from ανεμουριον https://ift.tt/2ObfvpE
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.