ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ (1906-1992)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ | Από τα κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ την αιματηρή περίοδο 1942-1949. Αρχιστράτηγος του ΔΣΕ και πρώτος πρωθυπουργός της Κυβέρνησης του Βουνού ήλθε σε σύγκρουση με τους ηγέτες του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη και Κ. Κολιγιάννη και ήταν από τους πρωταγωνιστές της εσωκομματικής σύγκρουσης έως τη δεκαετία του 1960. Έζησε, όπως και ο Ζαχαριάδης πολλά χρόνια στην ΕΣΣΔ (1949-1983), τα περισσότερα σε
αναγκαστική υπερορία. Από το 1985 υποστήριξε το ΠΑΣΟΚ, του οποίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας το 1989 και το 1990. Γεννήθηκε στο χωριό Tosya (Δοκεία) του Πόντου σε μεγαλοϊδεατικό-πατριωτικό περιβάλλον από πατέρα δάσκαλο και μικρέμπορο, ο οποίος πέθανε το 1917. Το 1920 πέθανε η μητέρα του. Μεγάλωσε μαζί με τ' αδέλφια του από συγγενείς σε συνθήκες στέρησης και φτώχειας. Τέλειωσε μόνο το δημοτικό σχολείο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έμεινε στην Πόλη για ένα χρόνο, όπου πουλούσε κουλούρια και πορτοκάλια στους δρόμους. Το 1923 ήλθε στη Θεσσαλονίκη, όπου δούλεψε ως σερβιτόρος και το 1924 πήγε στην Καβάλα ως καπνεργάτης. Οργανώνεται στην ΟΚΝΕ και αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση στην Καπνεργατική Ομοσπονδία.
Το 1928 έγινε μέλος της ΚΕ της ΟΚΝΕ, κομματικό στέλεχος (επαγγελματικό από το 1929) της περιοχής Θεσσαλονίκης και μέλος της ΕΕ της ΚΟΕ, έχοντας αποφασιστική συμμετοχή σε κινητοποιήσεις και απεργίες. Το Νοέμβριο του 1931 διορίζεται ο Ζαχαριάδης επικεφαλής του ΚΚΕ. Επιλογή η οποία -όπως θα υποστηρίξει αργότερα ο Βαφειάδης- έγινε όχι μόνο από την Κομμουνιστική Διεθνή και το ΚΚΣΕ αλλά και με την υποστήριξη του Λαυρέντι Μπέρια, συμμαθητή του Ζαχαριάδη στη ΚΟΥΤΒ.
Ο Μάρκος με έναν συνεργάτη του στο στρατηγείο του, στο βουνό. Το 1948, στην περίοδο του ανταρτοπόλεμου, όταν βρισκόταν στο απόγειο της δυνάμεως του.
Ο Βαφειάδης θεωρούσε ότι η επέμβαση στα εσωτερικά του ΚΚΕ το 1931 και το 1956 ήταν αναγκαία και χρήσιμη να γίνει, αλλά -όπως υποστήριζε αργότερα και στις δύο περιπτώσεις- χωρίς να διοριστεί η νέα ηγεσία. Το 1932 συλλαμβάνεται για το ρόλο του στις απεργιακές κινητοποιήσεις του Βόλου. Καταδικάζεται σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση και δύο χρόνια εκτόπιση. Στο Βόλο υλοποιεί την αντίληψη του για πλατιά ταξική δράση σε άλλα κόμματα και οργανώσεις, αντίθετα με την επίσημη κομματική γραμμή -γεγονός για το οποίο θα επιτιμηθεί- του «πανφασισμού». Μετά την αποφυλάκιση του από το Γεντί-Κουλέ (Οκτ. 1933) μεταφέρεται στον Άγιο Ευστράτιο, από όπου φεύγει με προσωρινή άδεια, προκειμένου να δικασθεί για αδίκημα Τύπου ως εκδότης της «Καπνεργατικής». Πηγαίνει στην Αθήνα και περνάει στην παρανομία.
Ο Μάρκος Βαφειάδης, μέλος του ελληνικού Κοινοβουλίου, χαιρετάει τον Ανδρέα Παπανδρέου, αρχηγό του ΠΑΣΟΚ, κόμμα με του οποίου τη σημαία, εξελέγη μετά την επάνοδο του στην Ελλάδα.
Δραστηριοποιήθηκε ως ανώτερο καθοδηγητικό στέλεχος του ΚΚΕ στην Πελοπόννησο, την Ήπειρο και τη Δ. Μακεδονία. Συλλαμβάνεται (Ιουλ. 1936), εκτοπίζεται στον Άγιο Ευστράτιο πάλι, αλλά τέλη Αυγούστου -όταν έχει επιβληθεί η μεταξική δικτατορία- κατορθώνει να δραπετεύσει. Μετά την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει γραμματέας Επιτροπής Πόλης Αθήνας (Αυγ. 1937) και γίνεται προσωρινό μέλος της ΚΕ. Τον Οκτώβριο 1937 αναλαμβάνει επικεφαλής του μηχανισμού της ΚΟ Κρήτης, όπου αναπτύσσει επαφές και κοινά αντιδικτατορικά σχέδια με δημοκρατικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες. Υπήρξε από τους κορυφαίους οργανωτές της ένοπλης εξέγερσης των Χανίων (Ιουλ. 1938), η οποία κατέληξε -από ηθελημένο σχέδιο πολιτικών και Άγγλων, όπως πίστευε αργότερα ο Βαφειάδης- σε απλή και μεμονωμένη λαϊκή διαμαρτυρία. Καταζητούμενος περισσότερο τώρα, κατέφυγε στην Αθήνα και συνελήφθη στον Πειραιά (Νοεμ. 1939) από κατάδοση πρώην στελεχών του ΚΚΕ. Βασανίσθηκε και αρνήθηκε κάθε συνδιαλλαγή που του πρότεινε ο υπουργός Εργασίας της δικτατορίας, Α. Δημητράτος, άλλοτε σύντροφος του. Φυλακίσθηκε στην Ακροναυπλία (Ιαν. 1939), όπου έζησε -και περιέγραψε αργότερα- τις συγκρούσεις σταλινικών-τροτσκιστών και το καθεστώς διακρίσεων και αυταρχισμού, που είχαν επιβάλει οι Ιωαννίδης και Τσίπας.
Ο Μάρκος με τον Κικίτσα σε ανταρτοκρατούμενη περιοχή.
Μετά την κήρυξη του Πολέμου εκτοπίζεται στη Γαύδο, απ' όπου δραπετεύει τις πρώτες ημέρες της Κατοχής. Αναλαμβάνει από το ΚΚΕ τομέα ευθύνης τη Βόρειο Ελλάδα, με συνδυασμό πολιτικής και αντιστασιακής δράσης. Σταδιακά ορίζεται β΄ γραμματέας του Γραφείου Περιοχής Μακεδονίας (που περιλαμβάνει και τη Θράκη), γραμματέας πόλης Θεσσαλονίκης, τακτικό μέλος της ΚΕ (Δεκ. 1942), υπεύθυνος συντονιστής -καπετάνιος της 9ης και 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στη Δυτ.-Κεντρ. Μακεδονία (Ιαν. 1944) συνδιοικητής και μετά διοικητής της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας και Θράκης. Η στρατηγική της αντίστασης του Βαφειάδη στη Βόρειο Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από την ένοπλη πάλη κατά των κατακτητών Γερμανών και Βουλγάρων φασιστών (με τους οποίους συγκρούστηκε επανειλημμένα για την ελευθερία και την ακεραιότητα της Μακεδονίας), την προσπάθεια δημιουργίας κοινού αρχηγείου ανταρτών Αλβανών και Γιουγκοσλάβων, αλλά και την αιματηρή καταδίωξη «δωσίλογων, συνεργατών και αντιδραστικών» με τελικό σκοπό όχι απλώς την απελευθέρωση αλλά τη δημιουργία προϋποθέσεων για την επιβολή «λαϊκού-κομμουνιστικού» καθεστώτος. Οι αντιλήψεις αυτές θα τον οδηγήσουν σε συνεργασία με Σλαβομακεδόνες Έλληνες, σε εμφύλιες αναμετρήσεις και σε αιματηρές συρράξεις με οργανώσεις, όπως οι ΕΔΕΣ, ΠΑΟ, ΥΒΕ, ΕΚΑ και άλλες εθνικιστικές και σε ρήξη με μόνιμους αξιωματικούς της αντίστασης, Βρετανούς συνδέσμους και το Στρατηγείο της Μ. Ανατολής. Τις εναντίον του κατηγορίες για διάσπαση του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου, αυθαιρεσίες και περιορισμένα αντιστασιακά αποτελέσματα θα συμμερισθούν τότε τόσο ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Στ. Σαράφης και ο πρόεδρος της ΠΕΕΑ Αλ. Σβώλος όσο και το ΠΓ του ΚΚΕ. Κατηγορούμενος ότι συμπεριφέρεται με νοοτροπία αδιάλλακτου τοπάρχη ο Βαφειάδης θα εκφράσει την αντίθεση του στις «συμβιβαστικές συμφωνίες» του Λιβάνου και Γκαζέρτας, θα πραγματοποιήσει την κατάληψη-απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, αρνούμενος να παραδώσει -όπως είχε συμφωνηθεί στη Βάρκιζα- τη διοίκηση της πόλης στον συνταγματάρχη Παπαγεωργίου. Τέλος στα Δεκεμβριανά αρνείται να επιτρέψει την είσοδο στη Θεσσαλονίκη της 4ης Αγγλοϊνδικής μεραρχίας. Από την τότε ηγεσία του ΚΚΕ θα επιτιμηθεί με μομφή, καθώς επιπλέον συνεχίζει μετά την απελευθέρωση τις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με εθνικιστικές οργανώσεις στη Βόρειο Ελλάδα, κατηγορούμενος από αυτές ότι συμπεριφέρεται όπως ο στρατός κατοχής. Παράλληλα ο Βαφειάδης θα είναι ο πρώτος στη «σύσκεψη των καπετάνιων» της Λαμίας (Νοεμ. 1944), που θα συστήσει κομματική νομιμοφροσύνη και θα απορρίψει την πρόταση του Βελουχιώτη για δυναμική αναμέτρηση των καπετάνιων με τους Βρετανούς στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις, ακόμα και εναντίον της θέλησης της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ. Έως το 1948 απειθαρχεί αλλά τελικά υποτάσσεται στην ηγεσία του ΚΚΕ. Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας (12/2/1945) ο Βαφειάδης υπηρετεί όλες τις επιλογές του «μεσσία από το Νταχάου» Ν. Ζαχαριάδη, δημόσια τουλάχιστον. Κατά τη διάρκεια της 2ης Ολομέλειας (Φεβρ. 1946) ο Βαφειάδης θα αντιταχθεί στην πρόταση του Ζαχαριάδη και άλλων μελών του ΠΓ για ένοπλη εξέγερση, με πρώτο στόχο την κατάληψη Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης. Δεν πίστευε βεβαίως στις προοπτικές και δυνατότητες «νομίμου υπάρξεως» του ΚΚΕ αλλά είχε διαφορετικές αντιλήψεις για το χαρακτήρα της αναγκαίας εμφύλιας ρήξης. Πίστευε ότι θα έπρεπε να είναι κατά τα πρότυπα των Κινέζων και Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών. Θα συνταυτισθεί με τον Ζαχαριάδη στο θέμα του Βορειοηπειρωτικού, στην αποχή και το μποϊκοτάζ των βουλευτικών εκλογών (Μάρτιος 1946), στην επίθεση στο Λιτόχωρο με την οποία σηματοδοτείται η αρχή του «τρίτου γύρου» και στο σχηματισμό των νέων αντάρτικων ομάδων. Πολλά χρόνια αργότερα ο Βαφειάδης θα κατηγορήσει τόσο τον Ζαχαριάδη όσο και τον απεσταλμένο στη Μόσχα Παρτσαλίδη ότι απέκρυψαν τις συστάσεις του Στάλιν και του Μολότωφ να λάβει μέρος στις εκλογές το ΚΚΕ, επικεφαλής ενός ευρέως δημοκρατικού μετώπου. Τον Ιούλιο του 1946 με προσωπική απόφαση του Ζαχαριάδη ο Βαφειάδης αναλαμβάνει ως επικεφαλής των παράνομων αντάρτικων ομάδων, στο πλαίσιο της τότε διπλής τακτικής του ΚΚΕ (νομιμότητα και ταξική πάλη στις πόλεις-ένοπλος αγώνας στα βουνά). Τον Οκτώβριο του 1946 ο Βαφειάδης, που είναι πλέον μέλος του ΠΓ, αναλαμβάνει την ηγεσία του «Γενικού Αρχηγείου», που μετονομάζεται σε δυο μήνες σε Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας» (ΔΣΕ). Οι διαφωνίες του με τον Ζαχαριάδη και τους επιτελείς του (Μπαρτζώτας, Γούσιας, Βαλντάς, Δανιηλίδης ) αρχίζουν να εμφανίζονται. Ο Βαφειάδης πιστεύει ότι ο εμφύλιος πρέπει να επιταχυνθεί και γενικευθεί και επιπλέον να έχει ως κύριο χαρακτήρα τον κλασικό ανταρτοπόλεμο. Ο Βαφειάδης υποχωρούσε γιατί πίστευε -όπως εξηγούσε αργότερα- ότι με την κατάκτηση μεγάλων αξιωμάτων και την πάροδο του χρόνου θα μπορούσε να επιβάλλει τις απόψεις του. Το Δεκέμβριο του 1947 ονομάζεται πρωθυπουργός και υπουργός της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης» και γίνεται διεθνώς γνωστός με το μικρό του όνομα. Ο «καπετάν Μάρκος» υμνήθηκε από ξένους διανοούμενους με φιλοκομμουνιστική τοποθέτηση αλλά για την αντίθετη πλευρά και παράταξη στην Ελλάδα το όνομα του ταυτίσθηκε με το παιδομάζωμα, τις στυγερές δολοφονίες και ομαδικές καταστροφές και τις απαράδεκτες θέσεις τού τότε ΚΚΕ για τον Μακεδονικό. Ο Βαφειάδης πολλά χρόνια αργότερα θα κατηγορήσει τον Ζαχαριάδη ότι δεν εκμεταλλεύθηκε τις διαθέσεις συνδιαλλαγής το 1947 από την άλλη πλευρά και ότι η διπλή τακτική έως τότε δεν βοήθησε ούτε την τακτική της νομιμότητας ούτε την τακτική της εμφύλιας αναμέτρησης του ΚΚΕ. Οι διαφωνίες του με τον Ζαχαριάδη θα κορυφωθούν τον Αύγουστο του 1948, όταν ο Βαφειάδης παύθηκε από την ηγεσία του ΔΣΕ για «ψυχολογικά προβλήματα» και τονιζόταν η ανάγκη να εισαχθεί σε θεραπευτήριο της Μόσχας. Ο Βαφειάδης θα στερηθεί από κάθε αξίωμα το φθινόπωρο του 1948, θα φυλακισθεί για τρεις μήνες αλλά δεν θα μεταπεισθεί. Οι αποφάσεις της «Κυβέρνησης του Βουνού» εξακολουθούν να εκδίδονται στο όνομα του έως ότου ορισθεί προσωρινώς αναπληρωτής ο Ιωαννίδης και νέος πρωθυπουργός ο Παρτσαλίδης (Μάρτιος 1949). Δύο ήταν οι κύριες διαφωνίες του με τον Ζαχαριάδη και τους επιτελείς του. Ο Μάρκος πίστευε στην όσο το δυνατόν ενωρίτερα κήρυξη του εμφύλιου πολέμου, που θεωρούσε ότι καθυστέρησε ένα περίπου χρόνο, με συνέπεια να βρεθούν πολλοί κομμουνιστές στην εξορία και να λύσει ο τακτικός στρατός το θέμα των εφεδρειών του. Επίσης, ο Μάρκος πίστευε στη δημιουργία παρτιζάνικου στρατού με μικρές ευέλικτες ομάδες κρούσεις εναντίον των κυβερνητικών στρατευμάτων σε ολόκληρη την Ελλάδα, ενώ ο Ζαχαριάδης προτιμούσε τη συγκρότηση τακτικού στρατού, την κατάληψη τμήματος της χώρας στη Βόρειο Ελλάδα και την ανακήρυξη αυτόνομου κράτους, το οποίο θα αναγνωριζόταν από τις κομμουνιστικές χώρες.
Ο Μάρκος ανταλλάσσει χειραψία, με τον αρχηγό της ΝΔ, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, το 1986, στη γιουγκοσλαβική πρεσβεία.
Ο Βαφειάδης θα κατηγορήσει πολύ αργότερα τον Ζαχαριάδη ότι είχε δώσει την εντύπωση σε όλους τους συνεργάτες του πως όλες οι επιλογές του αυτές είχαν την παρασκηνιακή έγκριση των Σοβιετικών και προσωπικά του Στάλιν. Τέσσερις σημαντικές υποθέσεις (η αποτυχία για την κατάληψη της Κόνιτσας, η εν ψυχρώ εκτέλεση του επιτελάρχη Γιαννούλη, η αναγκαστική αποχώρηση από το Γράμμο το 1948 και η δόλια μεταχείριση του Τζίμα από τους Ζαχαριαδικούς) όξυναν την αντίθεση του Μάρκου με τον αρχηγό του ΚΚΕ και τους επιτελείς του, οι οποίοι κατελόγιζαν στον Μάρκο αποτυχία στους στόχους, παραγοντισμό και αλαζονεία. Στις 15 Νοεμβρίου 1948 ο Βαφειάδης απηύθυνε τη γνωστή του «πολιτική πλατφόρμα» προς το ΠΓ του ΚΚΕ, που θα γίνει αιτία για την καθαίρεση του απ' όλα τα αξιώματα και τη διαγραφή του και από απλό μέλος του ΚΚΕ αργότερα ( 5η Ολομέλεια 1949, 3η Συνδιάσκεψη 1950). Στην εκτεταμένη επιστολή του ο Βαφειάδης θα κατηγορήσει τον Ζαχαριάδη για προσωπολατρεία και τυχοδιωκτισμό, θα ομιλήσει για έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας στο ΚΚΕ, θα καταγγείλει το «γλοιώδες» περιβάλλον των επιτελών «του μεγάλου αρχηγού» και θα αναλύσει τη λαθεμένη τακτική της πολεμικής αναμέτρησης του ΔΣΕ. Από τα μέλη του ΠΓ θα τον υποστηρίξει μόνο η Χρύσα Χατζηβασιλείου (που θα αποκηρύξει ο σύζυγος της Π. Ρούσσος, υπουργός Εξωτερικών της Κυβέρνησης του Βουνού) και αργότερα ο Καραγιώργης. Το ΠΓ, θα τον κατηγορήσει ό,τι από παλιά «υπήρχε μέσα του μια αντικομματική διάθεση έκδηλη μια αγωνιστική καταπιεσμένη φιλοδοξία», ότι χαρακτηρίζεται από μανία καταδιώξεως. Ο Μάρκος θα καταφύγει στην Αλβανία και κατά τη διαφυγή του αυτή -όπως θα καταγγείλει αργότερα- γλίτωσε από δολοφονική ενέδρα των Ζαχαριαδικών. Τον Μάιο του 1949, μετά μήνες φυλάκισης και περιορισμού θα βρεθεί στη Μόσχα ως «φιλοξενούμενος» του ΚΚΣΕ. Η διαγραφή του θα επιβεβαιωθεί και σε αρκετές κομματικές συνόδους την περίοδο 1949-1955 κατά τις οποίες ο μεν Σιάντος χαρακτηρίζεται ως πράκτορας, οι Παρτσαλίδης και Καραγιώργης ως εχθροί του κόμματος και ο Βαφειάδης «ένας αδέξιος αρριβίστας, που δεν υπήρξε ποτέ επιτηρούμενος σε κομματική ντάτσια. Η ήττα του ΔΣΕ δεν φαίνεται να εξέπληξε τον Στάλιν και να αποδυνάμωσε αισθητά την προτίμηση του Ζαχαριάδη από τη σοβιετική ηγεσία. Ο Βαφειάδης πίστευε έως τον θάνατο του ότι την περίοδο 1941-1949 η ΕΣΣΔ και προσωπικά ο Στάλιν είχαν γενικώς καλές διαθέσεις απέναντι στο ΚΚΕ και την Ελλάδα, οι οποίες όμως είτε αμβλύνθηκαν από την «συνθηκολόγα» στάση του ΚΚΕ, την Κατοχή απέναντι στους Άγγλους, είτε στρεβλώθηκαν αργότερα από τον Ζαχαριάδη για τις δικές του σκοπιμότητες. Ο Μάρκος με αλλεπάλληλα υπομνήματα του στους Σοβιετικούς θα κατηγορήσει τον Ζαχαριάδη όχι απλώς ως υπεύθυνο της ήττας αλλά και ως «πράκτορα και χαφιέ», ζητώντας την διενέργεια ανακρίσεων σε βάρος του από το ΚΚΣΕ. Μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη (1956) και τη νέα ηγεσία Κολιγιάννη, ο Βαφειάδης θα αποκατασταθεί. Πρώτα μέλος του ΚΚΕ μετά της ΚΕ, και του ΠΓ, (Φεβρ. 1957). Θα ζητήσει με επιμονή ανακρίσεις σε βάρος του Ζαχαριάδη και μεγάλες εκκαθαρίσεις των οπαδών του.
Στην ουσία οι αντιλήψεις του δεν εναρμονίζονται με τις νέες κατευθύνσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ όσον αφορά την μετάβαση στο σοσιαλισμό σε χώρες, όπως η Ελλάδα. Ο Βαφειάδης παραμένει οπαδός της ένοπλης πάλης ως αποφασιστικού σταδίου για το πέρασμα από τον κοινοβουλευτισμό στον σοσιαλισμό και διαφωνεί έντονα με την απόφαση του ΚΚΕ να καταργήσει τις παράνομες κομματικές οργανώσεις του στην Ελλάδα. Θεωρεί ότι όχι μόνο πρέπει να διατηρηθούν αλλά και να ενισχυθούν, ποδηγετώντας απολύτως τη δραστηριότητα της ΕΔΑ και του «αριστερού-λαϊκού κινήματος». Κατά τον Βαφειάδη η ηγεσία της ΕΔΑ, ως μικροαστική και αντεπαναστατική δεν μπορούσε ιδιαίτερα μετά τις εκλογές του 1958 να ανταπεξέλθει στις ευνοϊκές συγκυρίες για ένα δυναμικό αριστερό πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Συγκρούεται με την νέα ηγεσία του ΚΚΕ (Γκρόζος, Κολιγιάννης, Παρτσαλίδης) την οποία κατηγορεί ότι συμβιβάστηκε με τους ζαχαριαδικούς, ως σάρκα απ' την σάρκα τους και δεν επιτελεί τις αναγκαίες ριζικές εκκαθαρίσεις. Κατά τον Βαφειάδη οι δύο εσωκομματικές κρίσεις του 1931 και του 1956 καλώς τερματίσθηκαν με ξένη παρέμβαση, αλλά έπρεπε η νέα ηγεσία να αναδειχθεί με διαδικασίες εκλογής από το ίδιο το ΚΚΕ και να μην ήταν διορισμένη γιατί έτσι «επικεφαλής αναδείχθηκαν τυχοδιώκτες, άνθρωποι χωρίς αρχές, χωρίς κουκουέδικο αίμα και υπόσταση». Καθαιρείται από μέλος του ΠΓ, (Ιαν. 1958) και διαγράφεται τελικά όχι μόνο από μέλος της ΚΕ, αλλά και από απλό μέλος του κόμματος (Ιαν. 1961).
Παρέλαση ενόπλων ανταρτών σε ανταρτοκρατούμενη περιοχή.
Από το 1968 θα εκτοπισθεί -με απαίτηση της νέας ηγεσίας Κολιγιάννη- στη μικρή πόλη Πένζα των Ουραλίων, πλήρως απομονωμένος. Θα εργασθεί ως τη συνταξιοδότηση του σε εργοστάσιο ωρολογοποιίας και θα μετατρέψει το όνομα του σε Βασίλη Ιβάνοβιτς Κούλιεφ. Από το δεύτερο γάμο του απέκτησε ένα γιο, τον Βλαδίμηρο που ζει στη Ρωσσία και είναι τεχνίτης μηχανικός. Στην Ελλάδα θα υπάρχει πάντοτε ένας πυρήνας οπαδών του, οι λεγόμενοι «Μαρκικοί», οι οποίοι θα ταυτίζονται με όλες τις μεγάλες επιλογές της ΕΣΣΔ (όπως στην περίπτωση της σύγκρουσης με την Κίνα) αλλά θα βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση τόσο με την ηγεσία του ΚΚΕ όσο και με την ηγεσία της ΕΔΑ. Ο Βαφειάδης δεν έλαβε μέρος στη διάσπαση του ΚΚΕ (1968) και τη θεωρούσε ως αποτέλεσμα διαφοράς στην απόδοση ευθυνών για την ήττα στον εμφύλιο και την κατοπινή δράση του ΚΚΕ και όχι αποτέλεσμα ιδεολογικών διαφορών. Άλλωστε με του περισσότερους ηγέτες των δύο πλευρών είχε βρεθεί κατά καιρούς σε αντιπαράθεση. Μετά την πτώση της δικτατορίας ο Βαφειάδης αρχίζει να επισκέπτεται τα καλοκαίρια την Γιουγκοσλαβία για θεραπεία από τα αναπνευστικά προβλήματα που είχε και να ενδιαφέρεται ενεργά -με επιστολές και συνεντεύξεις του- για την αποκάλυψη της δικής του αλήθειας την περίοδο 1944-1958. Συνέδεσε τον επαναπατρισμό του με την μαζική επιστροφή των πολιτικών προσφύγων και είχε αρνηθεί μια κατ' εξαίρεσιν μεταχείρηση. Μετά τον επαναπατρισμό του (Μάρτιος 1984) δηλώνει «ανέντακτος κομμουνιστής» και φιλοδοξεί να συμβάλλει στη δημιουργία «ενιαίου ΚΚΕ». Δεν βρήκε ικανοποιητική ανταπόκριση και δραστηριοποιήθηκε αφενός σε κύκλους πολιτικών προσφύγων και αντιστασιακών συντρόφων του και αφ' ετέρου με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του (έως το θάνατο του στις 26.2.1992 είχαν κυκλοφορήσει τέσσερις τόμοι). Τον Μάιο του 1984 συναντάται με τον Θρ. Τσακαλώτο σε μια συμβολική προσπάθεια τερματισμού του πνεύματος του εμφύλιου πολέμου. Τα τελευταία χρόνια είχε παύσει να πιστεύει στην δυνατότητα επαναστατικής αλλαγής στην Ελλάδα και θεωρούσε ότι το ΠΑΣΟΚ ως μαζικός φορέας μπορούσε να προωθήσει την «υπόθεση μιας σοσιαλιστικής -αριστερής- πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής» στην Ελλάδα. Από τις εκλογές του 1985 υποστήριξε το ΠΑΣΟΚ, του οποίου εξελέγει βουλευτής Επικρατείας το 1989 και το 1990. Είχε περιορισμένη κοινοβουλευτική δραστηριότητα για λόγους υγείας. Στα αυτοβιογραφικά κείμενα του είναι σαφής η διάθεση μιας γενικότερης θεώρησης της εποχής του, με αυθορμητισμό και ευθύτητα, αλλά και η προσπάθεια δικαίωσης σε βάρος των κατά καιρούς εσωκομματικών του αντιπάλων, από την οποία δεν λείπουν οι οξύτατοι χαρακτηρισμοί.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2miLwjE
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.