ΤΡΕΙΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΥ | Εν επεισόδιον μόνον δια Ιστορίαν. Μ’ αυτήν τη φράσι του, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σταμάτησε όλα τα «παραπέρα» (έρευνες, ανακρίσεις, πολιτικό θόρυβο) της πρώτης εναντίον του δολοφονικής απόπειρας, στις 15 Νοεμβρίου 1910. Μοίρα των μεγάλων αποτελεί και το έντονο μίσος αντιπάλων, μίσος που διαρκεί όσο ζουν αλλά και μετά θάνατον. Το ιστορικό αυτό «δόγμα» το παραδέχεται και ο τόσο συντηρητικός και μετρημένος Κ. Παπαρρηγόπουλος που παρατηρεί συμπληρωματικά: «Ουδείς ποτέ εμίσησεν, και δη μετά θάνατον, ασήμαντους προσωπικότητας». Μέγας και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, γεύθηκε - μαζί με την απέραντη λατρεία των οπαδών του - το απύθμενο μίσος ενός άλλου κόσμου. Μίσος που διατηρήθηκε και μετά τον θάνατό του. Μίσος που εμπόδιζε επί 33 χρόνια το στήσιμο ενός ανδριάντος του στην πρωτεύουσα, μίσος που ίσως ακόμη φωλιάζη στις ψυχές μερικών. Το απέραντο εκείνο μίσος - εκτός όλων των άλλων - και με τρεις δολοφονικές απόπειρες εναντίον του. Χώρια ο αγνότατος αριθμός συνωμοσιών κατά της ζωής του. Χώρια και το πόσες φορές κινδύνευσε η τελευταία αυτή, στα πολυτάραχα χρόνια των αγώνων του στην Κρήτη. Από τις τρεις απόπειρες οι δυό ήσαν αιματηρές. Αναίμακτη μόνο η πρώτη. Το αναίμακτον, αλλά συγχρόνως και η θέλησις εκείνου που είχαν στόχο οι επίδοξοι δολοφόνοι, έχουν συντελέσει στο να μείνη εντελώς άγνωστη η απόπειρα εκείνη. Ας αρχίσουμε απ’ την αρχή. Τον Νοέμβριο του 1910 έγιναν δεύτερες μέσα σ’ ένα χρόνο, εκλογές στην Ελλάδα. Οι πρώτες είχαν γίνει τον Αύγουστο, με το πιό εκπληκτικό αποτέλεσμα: Τις κέρδισε κάποιος απών. Χωρίς να έχη κόμμα, έμβλημα, συνδυασμούς! Χωρίς περιοδείες και προεκλογικούς λόγους! Χωρίς να φανή πουθενά κατά την προεκλογικήν περίοδο!
Χωρίς να βάλη ο ίδιος υποψηφιότητα! Κάποιοι φίλοι του κατέθεσαν την σχετική δήλωσι, για να ανακηρυχθή υποψήφιος. Και άλλοι 168 φίλοι του, επί συνόλου 362, εξασφάλισαν βουλευτική έδρα! Ετσι, με το να λένε μόνο ότι είναι φίλοι του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τα παλιά κόμματα ακρωτηριάσθηκαν κι ο βασιλεύς Γεώργιος Α’ του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβερνήσεως. Απόλυτη πλειοψηφία όμως δεν είχε. Και όταν τα αποδοκιμασμένα απ’ τον λαό κόμματα προσπάθησαν να τον κρατήσουν μετέωρο για να τον φθείρουν, ο Βασιλεύς του έδωσε την διάλυσι της Βουλής. Οι παλαιοκομματικοί όμως - με την βεβαιότητα ότι θα σαρωθούν από το συγκροτημένο τώρα κόμμα των Φιλελευθέρων - δηλώνουν αποχή από τις εκλογές της 28 Νοεμβρίου. Και περιορίζονται σε εκδηλώσεις μίσους εναντίον του «παρείσακτου, του έπι-δρομέως, του αερόλιθου». Εκείνος όμως περιοδεύει στις επαρχίες. Στα μέσα Νοεμβρίου βρίσκεται στη Θεσσαλία. Και όπως γράφουν οι εφημερίδες της εποχής: «Οι απόκληροι κολλήγοι του θεσσαλικοΰ κάμπου, ακούουν μίαν μεταλλικήν φωνήν με υποσχέσεις συντόμου απαλλοτριώσεως των τσιφλικιών». Τα τσιφλίκια και η απαλλοτρίωσίς τους, αποτελούν το καυτό πρόβλημα ζωής, για τους αγρότες της Θεσσαλίας. Δεν έχουν περάσει ακόμη ούτε εννέα μήνες από τα αιματηρά και πολύνεκρα επεισόδια του Κιλελέρ. Τί άλλο μπορεί να αποτελή πιο καυτό θέμα, για τους ψηφοφόρους του θεσσαλικού κάμπου; Η περιοδεία συνεχίζεται, οι αγρότες ακούνε «μεταλική φωνή», άλλοι με ενθουσιασμό, άλλοι με σκεπτικισμό, αφού οι υποσχέσεις δεν είναι ρητές και κατηγορηματικές Η περιοδεία δεν διακόπτεται, ούτε με το επεισόδιο που αναφέρεται σε ένα πρώτο και σύντομο αστυνομικό τηλεγράφημα: «Κακούργος χείρ ετοποθέτησε σιδηροδοκόν εγκαρσίως των σιδηροτροχιών παρά τους Σοφάδες, επί τω σκοπώ εκτροχιασμού αμαξοστοιχίας φερούσης πρωθυπουργόν μετά της συνοδείας αυτού».. Το βάρος της σιδηροδοκού (138 οκάδες) δείχνει πως μπορεί να μη ήταν μία, αλλά περισσότερες από δύο «αι κακούργοι χείρες». Το δοκάρι είχε τοποθετηθή κάθετα στις σιδηροτροχιές πριν από τους Σοφάδες και μετά την γέφυρα Ρογκοζήλου, πάνω σε μιά στροφή Η τελευταία αυτή, η διαίσθησις του μηχανοδηγού, ή η συναίσθησις της ηυξημένης ευθύνης του, συντελούν στην αποτροπή του εκτροχιασμοΰ. Καθώς το τραίνο προχωρεί με πολύ ελαττωμένη ταχύτητα η πρόσκρουσις γίνεται «στα μαλακά» Η «εσχάρα» της ατμομηχανής, ανασηκώνει το δοκάρι, το τράνταγμα το αντιλαμβάνεται μόνο ο οδηγός που φρενάρει και σταματάει εκατό μέτρα παραπέρα. Και τότε, με το απότομο σταμάτημα, αντιλαμβάνονται οι επιβάτες κάποια ανωμαλία. Αλλά με στάσι μόνο 15 λεπτών, η αμαξοστοιχία συνεχίζει το δρομολόγιο της.
Στον πρώτο σταθμό ο Βενιζέλος, δοκιμάζει τον εγχώριο φαρσαλινό χαλβά, δίνοντας και στον ιδιαίτερο του, τον Κλέαρχο Μαρκαντωνάκη:
— Πάρε, να σου περάση η ταραχή σου. Μόνο εσύ ταράχθηκες καημένε! Πάντα τον πειράζει εκείνον τον αφοσιωμένο του ο Βενιζέλος, ιδιαίτερα για την λαιμαργία του, για το αποτέλεσμα της οποίας (φοβερή κοιλιά!) έγινε γνωστός και ως «Κοιλέαρχος» Μαρκαντωνάκης. Δεν θέλει ο Βενιζέλος να δοθή μεγαλύτερη έκτασις στο επεισόδιο εκείνο, με έρευνες και ανακρίσεις (γιά τα 20 λεπτά που μεσολάβησαν από την έπιθεώρησι της γραμμής από φύλακα, ως την διέλευσι της αμαξοστοιχίας). Θέλει να μείνη μόνο για την Ιστορία, το επεισόδιο. Δεν δέχεται, ούτε συγχαρητήρια «επί τη διασώσει», με τον γυρισμό του στην Αθήνα. «Δεν ήταν τίποτα, επαναλαμβάνει σε όλους. Κανένας τσομπάνος θα έβαλε το δοκάρι…». Τούτη την εποχή, βλέπει «δια της τεθλασμένης» (δική του η φράσις) τον επερχόμενο βαλκανικό πόλεμο. Και θέλει την εθνική ενότητα. Το δείχνει και στον τελευταίο προεκλογικό του λόγο, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου. Σ’ αυτόν αποκαλεί «υπέροχους άνδρας» τους αρχηγούς των παλιών κομμάτων. Εκείνους που του έχουν κηρύξει - από την πρώτη στιγμή της εμφανίσεως του έδώ, αμείλικτο και ασίγαστο πόλεμο: «Ούτε πατριωτισμόν αρνούμεθα προς τους αποτελέσαντας τα καταλιθέντα προσωπικά κόμματα, ούτε επίγνωσιν του δεόντως γενέσθαι δυνάμεθα να αρνηθώμεν προς του υπέροχους άνδρας οι οποίοι ηγήθησαν των προσωπικών τούτων κομμάτων». Μόνο δυό χρόνια αργότερα, θα θυμηθή την απόπειρα Σοφάδων ο Βενιζέλος. Τότε, από εντελώς άλλη αφορμή, θα παρατήρηση στον αντίπαλο του Ν. Τριανταφυλλάκο:
— Γνωρίζω ότι υπάρχουν πολλοί, επιθυμούντες την δολοφονίαν μου.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ κυλούν Η «Μείζων Ελλάς» του 1913, έχει γίνει «Μεγάλη Ελλάς» το 1920 (η Ιστορία δεν ακολουθεί την γραμματική Η «Μεγάλη» του 1920, είναι πολύ μεγαλύτερη από την «Μείζονα» του 1913. Είναι «μεγίστη»). Αλλά στην μεγίστη έντασί του βρίσκεται το 1920 και ο Διχασμός. Στις 28 Ιουλίου, στο παρισινό προάστιο Σέβρ, υπογράφεται η «συνθήκη των Σεβρών», με την Ελλάδα των «Πέντε θαλασσών και δύο ηπείρων (Ανατολική Θράκη ως την Τσατάλτζα, Σμύρνη, Ιωνία, Δωδεκάνησα, Β. Ηπειρο). Αλλά και με τον βασιλέα Κωνσταντίνο εξόριστο στην Ελβετία, εξόριστους και τον Δ. Γούναρη, τον Ι. Μεταξά και άλλους με απότακτους πολλούς βασιλικούς αξιωματικούς. Τύραννο τον ανεβάζουν, τύραννο τον κατεβάζουν τον Βενιζέλο. Και βρίσκονται πρόθυμοι πολλοί... τυραννοκτόνο. Στο σπίτι του Μπέη Μαυρομιχάλη, γίνονται ένα σωρό συνωμοτικές δολοφονικές συνεδριάσεις. Επιλέγονται οι καλύτεροι σκοπευταί στο πιστόλι. Ρίχνουν και κλήρο. «Τυχεροί» βγαίνουν, ο υποπλοίαρχος Τσερέπης και ο υπολοχαγός Κυριακής. Στο εξωτερικό θα γίνη η δολοφονία. Αυτόν τον καιρό, όλο στο εξωτερικό βρίσκεται ο πρωθυπουργός Βενιζέλος. Μετά την συμμαχική νίκη του 1918, ακολουθούν αλλεπάλληλες διπλωματικές μάχες στο Λονδίνο και στο Παρίσ. Στη γαλλική πρωτεύουσα κατευθύνονται και στήνουν την ενέδρα τους, οι δυό άσσοι «πιστολέρος» και επίδοξοι δολοφόνοι. Για τους ίδιους και για τους ηθικούς αυτουργούς του εγκλήματος, το παρ’ ολίγον θύμα τους (μόνο με τραύματα) θα δηλώνη δέκα χρόνια αργότερα: «Την μεθεπομένην της υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών, ενώ επέστρεφα εις την Ελλάδα κομιστής της νίκης, δύο αξιωματικοί επεχείρησαν να μου αφαιρέσουν την ζωήν, ρίψαντες εναντίον μου εις τον σταθμόν της Λυών δέκα σφαίρας, εκ των οποίων δύο μόνον με έπληξαν, ακινδύνως.
ΕΛΕΝΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ: η σύζυγος του μεγάλου πολιτικού έζησε μαζί του τις στιγμές της αγωνίας κατά την δολοφονική απόπειρα της Λεωφόρου Κηφισίας και τραυματίστηκε.
«Το έγκλημα εκείνο δεν ώφείλετο εις την πρωτοβουλίαν των αξιωματικών. Είχεν αποφασισθή υπό εγκύρων αντιπροσώπιον του αντιπάλου βασιλικοΰ κόμματος, υπό την προεδρίαν υψηλά ισταμένου ατόμου». Μέλος της βασιλικής οικογενείας υπονοεί ο Βενιζέλος με τον προσδιορισμόν «υψηλά ισταμένου προσώπου». Γεγονός είναι πάντως ότι υπήρξε προπαρασκευή και οργάνωσις της δολοφονίας Η συνθήκη των Σεβρών είχε υπογραφή στις 28 Ιουλίου. Με πανηγυρικές εκδηλώσεις των Ελλήνων του Παρισιού, των Αρμενίων που και γι΄ αυτούς η συνθήκη εκείνη αποτελούσε θριαμβευτική εθνική αποκατάστασι, αλλά και πολλών Γάλλων. Ο Βενιζέλος ήταν διεθνής προσωπικότης με παγκόσμιο κύρος. Και για του Γάλλους: ο «πρεζιντάν». Σαν δικός τους «Πρόεδρος». Στις 30 Ιουλίου ήταν έτοιμος να φύγη απ’ το Παρίσι για την Ελλάδα. «Κομιστής της νίκης». Με τον χάρτη της Μεγάλης Ελλάδος στο χέρι. Της Ελλάδος των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Στην Μασσαλία περίμενε σημαιοστόλιστος ο ΑΒΕΡΩΦ… Πήγε στη Γκάρ ντέ Λυών να πάρη το τραίνο. Εκεί παραμόνευαν - έτοιμοι στην ενέδρα τους - οι δυό «επίλεκτοι» με τα πιστόλια - πρόχειρα - στις ζώνες των παντελονιών τους. Ο Τσερέπης φορούσε ρεντινγκότα και ψηλό καπέλλο. Ετσι οί αστυνομικοί τον πέρασαν για διπλωματική προσωπικότητα όταν έφθασε - κατά το σατανικό σχέδιο - ένα λεπτό πρωτύτερα στο σταθμό. Ο άλλος, με απλό κοστούμι, πλησίασε την συνοδεία του Πρωθυπουργού, ακολουθώντας από κοντά. Δεν είναι όμως μόνο οι ακόλουθοι που συνοδεύουν τον Βενιζέλο. Γύρω του βρίσκονται και μερικές δεκάδες ενθουσιασμένων Ελλήνων που μάθανε την αναχώρησι και θέλουν να τον «ξεπροβοδίσουν». Ετσι ο αδίστακτος σκοπευτής δεν ευκολύνεται στην σκόπευσι, δεν βρίσκει «άνοιγμα». Ακολουθεί όμως ανήσυχος, με τον φόβο ότι θα αποτύχη η αποστολή του. Και με την πρώτη φευγαλέα ευκαιρία - αν και δεν ήταν εκείνη που ήθελε - τραβάει το πιστόλι του, και πατάει τή σκανδάλη. Αλλ όπως τον σπρώχνουν στον συνωστισμό οι δυό πρώτες σφαίρες αστοχούν Η τρίτη, όμως, χτυπάει τον Βενιζέλο στον ώμο, η τέταρτη στο αριστερό χέρι. Πέμπτη δεν πρόλαβε να ρίξη. Ενας ρωμαλέος Γάλλος αστυνομικός τον είχε αρπάξει από τον λαιμό, τανάλιες τα δάχτυλα του, τον έπνιγαν. Το πιστόλι έπεσε κάτω, ο δολοφόνος χάνει τις αισθήσεις του… Τερματίζεται η πρώτη «στιγμιαία σκηνή» της δολοφονικής απόπειρας. Υπάρχει όμως και η δεύτερη. Ο άλλος δολοφόνος που παραμονεύει παραπέρα. Ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό: Αν γλυτώση το θύμα να το πλήξη αυτός, καθώς θα φεύγη, ίσως προς την κατεύθυνσί του. Οπως θα πέφτη επάνω του… Ο Βενιζέλος ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένος για την αντιμετώπισι δολοφονίας. Από χρόνια και ιδιαίτερα τώρα, με τις αδιάκοπες προτροπές προς «τυραννοκτονίαν», των αντιπάλων του. Αυτοί μάλιστα λέγανε, ότι φορούσε και αλυσιδωτό θώρακα (σαν σιδερένιο γιλέκο). Με την πρώτη πιστολιά, κατάλαβε πως αυτός ήταν ο στόχος. Κι ενώ με το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως οι άλλοι γύρω του προσπαθούν - την πρώτη στιγμή - να σκορπίσουν, εκείνος σκύβει όσο μπορεί και έξυπνα - ξυπνάει μέσα του ο παλιός επαναστάτης - απομακρύνεται. Με λίγη ζάλη, με πηδήματα, μ’ ελιγμούς αριστερά, δεξιά, εμπρός πίσω: Σαν αίλουρος, θα γράφουν την επομένη στις περιγραφές του οι γαλλικές εφημερίδες. Οι αιλουροειδείς κινήσεις, λίγα βήματα παραπέρα, διευκολύνονται πολύ. Πήδηξε «ο στόχος» στον χώρο των αποσκευών, ανάμεσα σε βαλίτσες και μπαγκάζια. Εκεί ο τραυματισμένος - επίτηδες; σκόνταψε; - πέφτει πρυνηδόν. Οι πέντε σφαίρες του σκοπευτού με τον υψηλόν πιλόν - που ήταν και ολυμπιονίκης στη σκόπευσι - όλες σφηνώνονται σε βαλίτσες και δέματα. Δεν θα πρόφθαινε βέβαια ο Τσερέπης να περάση άλλο γεμιστήρα στο πιστόλι του. Ενας Γάλλος στρατιώτης, ο μοίραρχος Τσάκωνας, ο πρεσβευτής Ρωμανός, δυό αστυνομικοί και δέκα μεταφορείς αποσκευών έχουν πέσει απάνω του, να τον πνίξουν. Οι θαυμασταί που έτρεχαν γύρω του, σπρώχνοντας τον επίδοξο δολοφόνο Κυριακή χωρίς να τον αφήνουν να σκοπεύση, υπήρξαν οι πρώτοι ανυποψίαστοι σωτήρες του υποψήφιου θύματος. Κατόπιν ο Βενιζέλος με την ψυχραιμία του γλύτωσε από τον δεύτερο... Τώρα γι αυτόν, τον Τσερέπη, υπάρχει και μιά άλλη εκδοχή. Δικοί του άνθρωποι την είπαν, ότι δηλαδή, όταν ο Βενιζέλος τον είδε να βγάζη κι αυτός το πιστόλι, πρόλαβε και του είπε με παράπονο:
— Γιατί παιδί μου; Κι εκείνη τη στιγμή, παρέλυσαν τα χέρια του σκοπευτού… Κανείς άλλος δεν την άκουσε εκείνη την έκκλησι. Δεν αποκλείεται να την άκουσαν μόνο τ’ αυτιά του, να «παράκουσε» ο Τσερέπης, να του φάνηκε πως άκουσε την έκκλησι: «παιδί μου». Μήπως δεν είχε κι αυτός πατέρα; ΠρΙν δηλητηριασθή από το αβυσσαλέο μίσος, ούτε κι αυτός ήταν θηρίο… Οι πυροβολισμοί και η πρώτη φήμη που σκορπίσθηκε αμέσως: «Σκότωσαν τον πρωθυπουργό της Ελλάδος» έφεραν αναστάτωσι στο σταθμό και σ’ ολη την περιοχή του. Ολοι ήθελαν να μάθουν, να δουν. Πάρα πολλοί χυμούσαν με μανία να λυντσάρουν τους δολοφόνους, παραμερίζοντας τους αστυνομικούς. Και πιό αναστατωμένοι απ’ όλους - με τύψεις γιατί δεν πρόλαβαν το κακό - ήσαν οι δυό πιστοί της συνοδείας, ο μοίραρχος Τσάκωνας και ο Κλέαρχος Μαρκαντωνάκης. Ολη η αναστάτωσις όμως μετριάζεται, μόλις μαθαίνουν το «αποτέλεσμα»: Οχι δεν σκοτώθηκε ο Πρόεδρος! Ούτε και σοβαρά τραυματίσθηκε! Δυό ελαφρά τραύματα μόνο έχει… Ο θεός της Ελλάδος είπαν τότε, την έσωσε, την έσωσε, από ένα «στίγμα ές αεί». Αν οι σφαίρες πετύχαιναν τον στόχο ο Βενιζέλος θα εύρισκε τον πιό ένδοξο θάνατο θνητού. Θα τελείωνε Μέγας, Τρισμέγιστος. Στην Ελλάδα όμως θα έμενε το στίγμα της δολοφονίας του κυβερνήτη της, την ημέρα που της έδινε την πιό περίλαμπρη νίκη. Ενώ τώρα, μόνο οι Ελληνες γνωρίζουν το βάθος στο οποίον είχαν φθάσει κάποτε τα πάθη του Διχασμού. Οι ξένοι - εκτός από τους ιστορικούς - αγνοούν εκείνη την τόσο αντεθνική και ατιμωτική, «έναρξιν δολοφονίας». Ο αντίκτυπος του δολοφονικού πάθους, από τον παρισινό σταθμό της Λυών, έφθασε στην αθηναϊκή λεωφόρο Κηφισίας, στα Ιλίσια: Οταν με την είδησι για την δολοφονία - έτσι έφθασε πρώτα η είδησις και στην Αθήνα - ξεχύθηκαν έξαλλοι και εκδικητικοί οι Βενιζελικοί, στους δρόμους. Είναι οί ταραχές που έμειναν γνωστές ως Ιουλιανά, όταν δολοφονήθηκε από τυφλή εκδίκησι, ο Ιων Δραγούμης, ο μετριοπαθής αντιπολιτευόμενος, ο διανοούμενος, ο Ιδας των ελληνικών γραμμάτων.
Ολα ξεχάσθηκαν με τους εθνικούς θριάμβους. Ο Βενιζέλος λίγο μετά την ανάρρωσί του από τον τραυματισμό στο Παρίσι, στην εθνική έορτή του Σταδίου, «Τα Νικητήρια», συνοδεύει τον βασιλέα Αλέξανδρο. Αριστερά τού Βασιλέως ο πρόεδρος της Βουλής Θ. Σοφούλης και αριστερότερα ο στρατηγός Μηλιώτης-Κομνηνός. Δεξιά τού Βενιζέλου ο υπασπιστής του Βασιλέως στρατηγός Σκαρλάτος Σούτσος.
Ο Βενιζέλος τραυματισμένος μετά την δολοφονική απόπειρα του σταθμού της Λυών, επιστρέφει στην Ελλάδα.
Είπαν τότε ότι το δολοφονικό σχέδιο είχε και προέκτασί του. Οτι αν σκοτωνόταν ο Βενιζέλος θα ξέσπαγε και γενικώτερη έξέγερσις. Και γι’ αυτό βρέθηκε ο Δραγούμης στους δρόμους, με ελπίδα επικρατήσεως. Αλλά αυτά γράφηκαν, μετά τις ταραχές και τον φόνο του. Οι δυό επίδοξοι δολοφόνοι, θα δικασθούν από το γαλλικό «δικαστήριο του Σηκουάνα». Αλλά με την κατάθεσι του μάρτυρος υπερασπίσεως… Ελευθερίου Βενιζέλου, θα απαλλαγούν. Δεν φταίνε αυτοί, θα καταθέση το θύμα τους. Αλλοι είναι οι υπαίτιοι. Οι υψηλά ιστάμενοι, μέχρι βασιλέως Κωνσταντίνου. Θύματα είναι και οι κατηγορούμενοι. Εκείνοι, μετά την απαλλαγή τους θα φροντίσουν «να χαθούν» από την δημοσία ζωή και το προσκήνιο. Δεν είναι αλήθεια ότι ο εκφωνητής γερμανικών ραδιοσταθμών στην κατοχή Κυριακής, ήταν ο σκοπευτής του σιδηροδρομικού σταθμού. Συνωνυμία ήταν. Οι δυό αξιωματικοί που παραστράτησαν από μίσος, δεν ήσαν βέβαια εγκληματίες. Και γι’ αυτό, ύστερα από την πράξι τους, φρόντισαν να αποσυρθούν και να ζήσουν στην σκιά.

ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΩΤΕΡΗ και ειδεχθέστερη τρίτη δολοφονική απόπειρα κατά Βενιζέλου, δεν υπάρχει ούτε αυτό το «ελαφρυντικό»: η χρησιμοποίησις δηλαδή ανθρώπων, που νομίζουν ότι είναι τυραννοκτόνοι και είναι έτοιμοι να υποστούν τις συνέπειες της πράξεως τους. Οι δολοφόνοι της λεωφόρου Κηφισίας στις 6 Ιουνίου 1933, δεν έχουν κανένα, απολύτως κανένα, ελαφρυντικό… Στα 1933, πάλι κοχλάζουν τα μίση και τα πάθη. Τώρα βρίσκονται οι αντιβενιζελικοί στην εξουσία, αλλ’ ύστερα από ένα αψυχολόγητο μετεκλογικό και αποτυχημένο κίνημα του Πλαστήρα (για να εμπόδιση την παράδοσι της εξουσίας, στην εκλογική πλειοψηφία).
Το αυτοκίνητο των επιδόξων δολοφόνων πυρπολημένο εχει έγκαταλειφθή κάπου κοντά στον Ωρωπό.
Ο ηρωϊκός σωφέρ του Βενιζέλου, Ι. Νικολάου στο χειρουργείο, με πέντε τραύματα στα χέρια.
Το πρωΐ της 7ης Ιουνίου 1933 ανακριτικές αρχές και δημοσιογράφοι στην λεωφόρο Κηφισίας. Σε μήκος 6 χιλιομέτρων ανευρίσκονται κάλυκες από τις σφαίρες των δολοφόνων. 
Η περίφημη Pacard με τα αποτυπώματα των δολοφονικών βολίδων
Ετσι παρουσίαζαν οι Αντιβενιζελικές εφημερίδες τον Πολυχρονόπουλο
Εκείνο το κίνημα υπήρξε «πετρέλαιον εις την πυράν» των παθών. Εχουν μεσολαβήσει - από το 1920 - και η άδικη δίκη, καταδίκη και θανάτωσις των έξη κορυφαίων του αντιβενιζελισμού, από επαναστατικό στρατοδικείο, το 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Για την άδικη καταδίκη, οί αντιβενιζελικοί θεωρούν αποκλειστικό υπεύθυνο, τον απόντα τότε - το 1922 - στο εξωτερικό, Βενιζέλο. Μόνον εκείνο θεωρούν υπεύθυνο για όλα. Τότε, ο ναύαρχος Χατζηκυριάκος είχε «φρενιάσει» για να εξασφάλιση την έκ των προτέριον καταδικαστική απόφασι για του Εξη. Τότε ο Γεώργιος Κονδύλης, ήταν ένας από του κορυφαίους - και σκληρούς - της Επαναστάσεως του 1922. Μαζί με τον Πλαστήρα, τον Γονατά και άλλους κορυφαίους, περίμενε κι αυτός στα γραφεία της Επαναστάσεως, το μήνυμα της βιαστικής εκτελεσης. Βιαστικής για να μη προλάβουν να φθάσουν η έκκλησις του Βενιζέλου για την αποτροπή του κακοΰ καθώς και ο Αγγλος απεσταλμένος, για τον ίδιο σκοπό. Αλλά δεν πειράζει. Τα περασμένα, ξεχασμένα για Χατζηκυριάκο και Κονδύλη. Αφού διεφώνησαν με τον Βενιζέλο, καλοί είναι. Καλοί και για υπουργοί της αντιβενιζελικής κυβερνήσεως. Των Ναυτικών ο ένας, των Στρατιωτικών ο αλλος. Στόχος όλων, παραμένει πόντοτε ένας, ο Βενιζέλος. Ανοιχτές, στις εφημερίδες, γίνονται οι προτροπές για δολοφονία του. Ακόμη και μέσα στη Βουλή, φοβήθηκαν οι οπαδοί του δολοφονική απόπειρα στις 15 Μαίου, όταν ο Ν. Κρανιωτάκης από την αίθουσα και μιά υστερική γυναίκα από τα θεωρεία άρχισαν τίς κραυγές: «Σκοτώστε τον, εδώ, τώρα, σκοτώστε τον! Κακούργε ήρθε το τέλος σου. Τώρα θα τα πληρώσης όλα...» Βαλκάνια είναι και η Ελλάδα. Και στα Βαλκάνια, όλα γίνονται. Μήπως δεν έγινε ένα έγκλημα, μέσα στην «Σκουψίνα» του Βελιγραδίου; Εκεί ένας Μαυροβουνιώτης βουλευτής, άδειασε την ομώνυμη κουμπούρα του, επάνω στον Κροάτη ηγέτη Ράντιτς. Κι εδώ, από μέρες το φωνάζουν οί φανατικοί, για τον φόνο του μοναδικού εχθρού τους... Καθώς πολλαπλασιάζονται οι κραυγές και σημειώνονται απειλητικές κινήσεις μέσα στην αίθουσα, τρέχουν οι οπαδοί - μπροστά οι πιό ψηλοί σαν τον Ιωσήφ Κούνδουρο και τον Γεώργιο Παπανδρέου - να καλύψουν τον επί του βήματος ομιλητή, τον αρχηγό τους. Και σχηματίζουν «τείχος» γύρω του… Κι η σκηνή τελειώνει εκεί. Το βράδυ της 6ης Ιουνίου, ο Βενιζέλος με την γυναίκα του βρίσκονται στο σπίτι του ζεύγους Δέλτα, (παλιών τους φίλων) στην Κηφισιά. Στις 11 φεύγουν. Στην προεδρική «Πακάρ», κάθεται δίπλα στον οδηγό Ι. Νικολάου, ο σωματοφύλαξ υπομοίραρχος Κουφιδάκης. Ακολουθεί άλλο ένα αυτοκίνητο με τρεις ακόμη σωματοφύλακες. Την εποχή εκείνη, η λεωφόρος δεν ήταν πολυσύχναστη, όπως τώρα. Στη στάσι «Παράδεισος» - με τα δέντρα - το σκοτάδι είναι πυκνό. Εκεί, ξαφνικά, ένα αυτοκίνητο με σβησμένα φώτα, παρεμβάλλεται ανάμεσα στα άλλα δυό. Στη στιγμή ακούγονται και οι πρώτοι πυροβολισμοί. Οι σφαίρες χτυποΰν στο κεφάλι τον σωματοφύλακα Μαρκάκη (θανάσιμο θα αποβή το τραύμα). Αλλες σφαίρες χτυπούν την «Φορντ» των σωματοφυλάκων, στα λάστιχα. Μέσα σε δευτερόλεπτα οι δολοφόνοι στρέφουν τα πυρά τους πάνω στην «Πακάρ».
Καταπτοημένος ο Ελευθέριος Βενιζέλος στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ την νύχτα της δολοφονικής απόπειρας με ανθρώπους του περιβάλλοντος του
Στα ίδια δευτερόλεπτα ο Βενιζέλος τραβάει την Ελενα, για να χωθούν και οι δυό, στο χώρο που προορίζεται για τα πόδια των επιβατών Η «Πακάρ» έχει ενισχυμένες λαμαρίνες. Δεν τις περνάν οι σφαίρες. Εχει και την άφθαστη για την εποχή ταχύτητα των 100 χιλιομέτρων. Αν πατήση γκάζι ο οδηγός, ξεφεύγουν… Ο οδηγός είναι ψύχραιμος, ηρωϊκά ψύχραιμος, όπως θα το αποδείξη. Τον σαστίζει όμως ο σωματοφύλαξ Κουφιδάκης που έχασε την ψυχραιμία του.
— Στάσου να πηδήσω!
φωνάζει. Και πηδάει. Από φόβο; με το ένστικτο του πολεμιστή που αναζητάει «ταμπούρι;»... Το στιγμιαίο σταμάτημα πάντως, σημαίνει κίνδυνο - θάνατο. Το αντιλαμβάνεται ο Βενιζέλος, που φωνάζει του οδηγού:
— Φύγε Γιάννη! Φύγε!…
Πατάει πάλι γκάζι ο Γιάννης. Ενώ σφυρίζουν οι σφαίρες γύρω του, ενώ τον πήρε και μιά στο χέρι! Γονατίζει κι αυτός, χώνεται μέσα και στα τυφλά οδηγεί την «Πακάρ». Ξέρει όμως το δρόμο και έτσι κερδίζει δυό χιλιόμετρα, αφήνοντας λίγο παραπίσω τους δολοφόνους. Οι πυροβολισμοί σταματούν για λίγο. Στο ύψος της σημερινής Φιλοθέης όμως, ο Νικολάου κόβει ταχύτητα. Αντιλαμβάνεται πως του έσπασαν ένα λάστιχο. Φοβάται ανατροπή. Οι διώκτες πλησιάζουν πάλι, ξαναρχίζοντας τους πυροβολισμούς. Τους διακόπτουν, όμως καθώς φαίνεται ένα λεωφορείο να ανηφορίζη. Και ξαναρχίζουν μετά το προσπέρασμά του. Είναι η πιό κρίσιμη στιγμή, καθώς για μερικά δευτερόλεπτα τα δυό αυτοκίνητα τρέχουν παράλληλα και χέρια πιστολοφόρα απλώνονται προς τα ανοιχτά παράθυρα, να χτυπήσουν «από μέσα» τους γονατιστούς επιβάτες και τον οδηγό. Πάλι ο Βενιζέλος - σ’ εκείνες τις στιγμές ζάλης και δισταγμών - εξαφανίζει τους φόβους του Νικολάου, για τo ενδεχόμενο ανατροπής:
— Φύγε Γιάννη! Τρέχα Γιάννη και γλυτώσαμε!...
Μ’ ένα «άλμα» και βρυχηθμούς, η «Πακάρ» απομακρύνεται άλλη μιά φορά από το δολοφονικό όχημα. Τώρα πιά, στο ύψος του Ερυθρού Σταυρού, οι κακούργοι σταματούν την καταδίωξι. Αυτοί δεν είναι σάν τον Κυριακή και τον Τσερέπη, αποφασισμένοι να υποστούν τις συνέπειες μιας «τυραννοκτονίας». Αυτοί είναι πληρωμένα αποβράσματα του υπόκοσμου που πριν απ’ όλα θέλουν να εξασφαλίσουν το ακαταδίωκτο για να απολαύσουν τα φρικαλέα αργύρια Η «Πακάρ» κατευθύνεται στον «Ευαγγελισμό». Εκεί φθάνει σ’ ένα τέταρτο και το «Φορντάκι» των σωματοφυλάκων. Με τον Μαρκάκη σε αφασία. Πέντε τραύματα στο χέρι έχει ο Νικολάου. Τέσσερα η Ελενα. Ατρωτος μένει, «αλεξίσφαιρος» για ακόμη μιά φορά, ο στόχος των δολοφόνων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο γίγας. Οταν θα εξαχθούν οι βολίδες από τα τραύματα, της Έλενας, η μιά θα βρεθή από τουφέκι Μάνλιχερ, με σχισμένη μάλιστα τη μύτη της, για να προκαλή πιό φριχτά τραύματα.
Ο Βενιζέλος στην Βουλή, εποχή της Τετραετίας, 1928—1932, με τους συνεργάτες του. Αριστερά στην φωτογραφία, ο υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου. Δεξιά του Βενιζέλου ο υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Αριστερά του οι υπουργοί Στρατιωτικών Θεμιστοκλής Σοφούλης και Ναυτικών Περικλής Αργυρόπουλος (Πεπές, προς διάκρισιν από τον άντιβενιζελικό Περ. Αργυρόπουλο, τον Περιάκ).
Ενας κακούργος ήταν οπλισμένος με πολεμικό όπλο! Αλλος - όπως θ’ αποδειχθή από κάλυκες που θα βρεθούν στο δρόμο - με δίκαννο. Για ν’ απλώνουν σε μεγάλη έκταση τα σκάγια. Να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχίας στο στόχο! Από τα μεσάνυχτα ως τα ξημερώματα - κι ας είναι λιγοστά τα τηλέφωνα τούτη την εποχή - χιλιάδες Αθηναίοι αναστατώνονται με την είδησι. Τρέχουν στον «Ευαγγελισμό» πρώτοι οι στρατηγοί Οθωναίος και Μανέτας, έπειτα οι πολιτικοί αρχηγοί Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Σοφιανόπουλος. Και άλλοι παράγοντες. Και εκατοντάδες και χιλιάδες κόσμος, με το ξημέρωμα. Και όλοι - τώρα, μετά τη διάσωσι - με ένα ερώτημα απασχολούνται: Ποιοί είναι οι συμμορίτες; Και ποιοι οι οργανωταί του εγκλήματος; Η κοινή βοή, ένα όνομα προφέρει. Αυτό που καταγγέλλει από την πρώτη στιγμή, στην πρώτη κατάθεσί του ο Βενιζέλος, την επομένη του εγκλήματος : «...Βαθεία είναι η πεποίθησίς μου ότι το έγκλημα εμελετήθη, εσχεδιάσθη και ωργανώθη υπό την προστασίαν ορισμένων οργάνων της αρχής. Και κυριώτερον όργανον τοιούτον - όχι ίσως το μόνον - πιστεύω ότι ήτο ο διοικητής της Γενικής Ασφαλείας του Κράτους, Ι. Πολυχρονόπουλος». Πώς είναι όμως τόσο κατηγορηματικός στην καταγγελία του; Είναι γιατί τρεις ώρες πριν από την ενέδρα, ο Αστυνόμος Ι. Πανόπουλος τον είχε προειδοποιήσει για τις «προετοιμασίες» Πολυχρονοπούλου αλλά δεν έδωσε τόση σημασία στην προειδοποίησι. Είναι κατηγορηματικός γιατί ο διοικητής της Ασφαλείας, δεν έκρυβε το αβυσσαλέο μίσος του. Σε κάποια κοντινή εκλογική σύγκρουσι, βενιζελικοί είχαν σκοτώσει έναν αδελφό του, στην Κοκκινιά. Και εκείνος «μετέφραζε» την μανιάτικη βεντέτα, πολιτικά. Με στόχους τον Πλαστήρα πριν λίγο καιρό, τον Βενιζέλο αργότερα. Ο Ανακριτής Τζωρτζάκης σχημάτισε την ίδια γνώμη με την «κοινή βοή», Από την πρώτη στιγμή. Το αυτοκίνητο των δολοφόνων, μια «Κάντιλακ», βρέθηκε καμένο στον Ωρωπό. Βρέθηκε όμως. Και αγοραστής του, ο Ν. Πολυχρονόπουλος (άλλος αδελφός). Ο Ανακριτής και ο προϊστάμενος εφέτης Ρηγανάκος, παρουσιάζονται στον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη και του αναφέρουν τις υποψίες τους. Εκείνος τους αφήνει να προχωρήσουν στο έργο τους. Και από τις 8 Ιουνίου, κατάπληκτη η κοινή γνώμη πληροφορείται την εκδοσι ενταλμάτων συλλήψεως κατά των : Πολυχρονοπούλου (διοικητού Γενικής Ασφαλείας), ταγματάρχου Αργύρη Δικαίου (διοικητού Ειδικής Ασφαλείας), Ι. Μαρκάκου (αστυνόμου Β’), Ι. Τζαμαλούκα (Αστυνόμου Β’ ), Ν. Πολυχρονοπούλου, ενός Φασουλά και ενός Φρυτζαλά. Και του λήσταρχου Γ. Καραθανάση. Ο τελευταίος, που είναι και τελευταίος «βασιλεύς των ορέων», είχε αμνηστευθή - με νόμο της εποχής - όταν παρουσιάσθηκε στην υποδιοίκηση Αράχοβας, με δυό ταγάρια στο χέρι. Στα ταγάρια που έσταζαν αίμα, είχε τα κεφάλια μελών της συμμορίας του. Τώρα - με το ένταλμα - πάλι κρύβεται. Λένε, πώς ξανάπιασε τα παλιά του τα λημέρια… Η πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου θα δηλητηριάζεται διαρκώς, με την υπόθεσι εκείνων. Μαίνονται οι βενιζελικοί κατά των διοικητικών Αρχών γενικά, με το φοβερό έγκλημα. Μαίνονται οι άντιβενιζελι- κοί με του δικαστικούς, ιδιαίτερα με τον Τζωρτζάκη. Τον κατηγορούν ότι επίτηδες «αναξέει πληγάς» για να φθείρη το αντιβενιζελικό κράτος. Ενας «Αγανακτισμένος Αντιβενιζελικός», ο Σάσαλος, χτυπάει άσχημα στον δρόμο τον εφέτη Ρηγανάκο. Από αγανάκτησι για την «πλημμελή ανάκρισι»! (Είκοσι χρόνια αργότερα, αυτός, ο Σάσαλος, θα σκοτώσει στο Αρσάκειο ένα σμηνίτη, «δι’ ασήμαντον αφορμήν»). Οταν η ανάκρισις στρέφεται και προς τους πολιτικούς Μπέη Μαυρομιχάλη και Ι. Ράλλη, η Κυβέρνησις επεμβαίνει, παραμερίζει (με αντικατάστασι) Τζωρτζάκη και Ρηγανάκο. Παράλληλα συνεχίζονται οι απροκάλυπτες απειλές και προτροπές, για την εξόντωση του Βενιζέλου. Συγχρόνως στην κυβερνητική εφημερίδα «Ελληνικόν Μέλλον», δημοσιεύεται πολύκροτη… συνέντευξις του λήσταρχου Καραθανάση, από το λημέρι του στον Παρνασσό!
- Ψέματα απαντούν οι βενιζελικοί. Εδώ βρίσκεται, εδώ τον κρύβουν οί κυβερνητικοί, η αστυνομία…
Και σε λίγο θα αποδείξουν οι ίδιοι, «του λόγου των το αληθές». Ενα πρωϊνό, ένοπλοι βενιζελικοί, μέλη της «Δημοκρατικής Αμύνης» του στήνουν ενέδρα στην οδόν Οινόης. Εχουν επισημάνει την παρουσία του, σε ένα «εμπορείον λευκής σαρκός». Στο απόσπασμα μετέχει ένα θύμα του λήσταρχου: ο σωφέρ Ι. Νικολάου. Ηγείται ο υπίλαρχος Λάκης Παπούλας. Η κάννη μιας αραβίδας ακουμπησμένη στην κοιλιά του, και πέντε πιστόλια, ακινητοποιούν τον λυκοτσάκαλο του Παρνασσού, με την προειδοποίησι:
- Καραθανάση, κιχ να κάνης, στις ανάψαμε!
Ο Βενιζέλος σε εποχή λίγο πριν την δολοφονική απόπειρα της λεωφόρου Κηφισίας. Με την σύζυγό του Ελενα και τον πρόεδρο της Βουλής Ι. Τσιριμώκο. Ανάμεσα τους, σε δεύτερο πλάνο, ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Θ. Σοφούλης.
Σηκωτό τον φορτώνουν σ’ ένα ταξί και τον ξεφορτώνουν στο σπίτι του αρχηγού της Αστυνομίας, εφέτη Γαρέζου (25 Οκτωβρίου 1934). Μεταφέρεται στις φυλακές. Εκεί αρνείται να δοκιμάση το συσσίτιο. Φοβάται πως θα τον «φαρμακώσουν». Ποιοί; Μα αυτοί που φοβούνται τις αποκαλύψεις του! Εφημερίδες της εποχής έγραψαν πως έδωσε μιά μπουκιά από το συσσίτιο σ’ ένα σκύλο κι ο σκύλος ψόφησε!… Με την σύλληψι και του λήσταρχου, επιταχύνεται αναγκαστικά το ανακριτικό έργο που πρέπει κάποτε να τελείωση. Στο τελικό παραπεμπτικό βούλευμα, γίνεται λόγος και για κάποιον χρηματοδότη που διέθεσε δύο εκατομμύρια δραχμών για την δολοφονία.
Ο λήσταρχος Γ. Καραθανάσης την εποχή που ήταν υπόδικος για την δολοφονική απόπειρα. Είχε αμνηστευθή όταν σκότωσε δυο ληστές του και παρουσίασε τα κεφάλια τους στην Χωροφυλακή. Μετά την αθώωσι, έζησε στην Χαλκίδα σάν «ευκατάστατος νοικοκύρης». Στα Δεκεμβριανά, εξετελέσθη από τον ΕΛΑΣ, ως όμηρος
Ποιος να είναι; Ποιοί είναι οι «υψηλά ιστάμενοι» σε τούτην την δολοφονία; Πολλοί είναι εκείνοι που δεν θέλουν μιά δίκη όπου υπάρχουν κίνδυνοι, ν’ ανοίξουν τα στόματα του κατηγορούμενου της υποστάθμης Καραθανάση, Φασουλά, Φρυτζαλά. Πολλά γίνονται για την αναβολή της δίκης. Και αναβάλλεται: Στις 24 Νοεμβρίου, με απειλές δολοφονίας ενόρκων του Πειραιά. Πολλοί απουσιάζουν έτσι. Στις 22 Δεκεμβρίου, εκτός από απειλητικά γράμματα, εκσφενδονίζονται και βόμβες στις πόρτες ενόρκων. Συγκλονίζεται τη νύχτα το κέντρο του Πειραιά, από εκρήξεις. Νέα αναβολή ακολουθεί. Στίς 22 Φεβρουαρίου, η δίκη αρχίζει, στην Αθήνα τώρα… Επί οχτώ ημέρες, όλοι παρακολουθούν στις εφημερίδες με ενδιαφέρον τις μαρτυρικές καταθέσεις. Και όλοι περιμένουν με αγωνία, να διαβάσουν τις απολογίες των κατηγορουμένων. Τί θα γίνη; Θα γίνουν αποκαλύψεις;. .. Αλλά το βράδυ της 1ης Μαρτίου, άλλα γεγονότα συγκλονίζουν ολόκληρη την Ελλάδα: το Κίνημα του 1935. Το κίνημα που όχι μόνο το «ευλόγησε» αλλά το ποδηγέτησε ο Βενιζέλος. Και βασικός λόγος που τον εξώθησε, ν’ άναλάβη τέτοια περιπέτεια στα εβδομήντα του χρόνια, υπήρξε η απόφασις ωρισμένων αντιπάλων του, να τον εξοντώσουν. Οπως και πολλοί άλλοι κινηματίες εκείνου του χρόνου, το λένε και το ξαναλένε: «Αποφάσισα την συμμετοχή μου, όταν έμαθα ότι λήσταρχοι και αστυνομικοί, κυνηγούσαν σαν θηρίο, τον μεγαλύτερο ηγέτη της χώρας μας». Μέσα στην αναταραχή από το κίνημα, επάνω στη «βράση του», η δίκη συνεχίζεται στα γρήγορα και με… άλματα. Τελειώνει σε τρεις μέρες. Αδικα ο εισαγγελεύς απευθύνεται στους ένορκους: «Σεις δικάσατε το έγκλημα. Η Πολιτεία, έχει δικαίωμα να κρίνη με άλλο πρίσμα τους ενόχους». Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, σκέφτονται εκείνοι. Αθωώνονται όλοι οι κατηγορούμενοι. Η δολοφονική απόπειρα κατά του μεγαλόπνοου πολιτικού (με φόνο και με τραυματισμούς) τυπικά έμεινε σαν κάτι ασήμαντα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου. Στο αρχείον. Αγνωστοι οι δράστες...

ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ
ΑΘΗΝΑ
1971


from ανεμουριον https://ift.tt/2nFwhSn
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.