ΠΥΘΕΑΣ Ο ΜΑΣΣΑΛΙΩΤΗΣ

ΑΓΝΩΣΤΟΥ | Στην ζωή των πόλεων, όπως και σ' αυτή των Εθνών, ωρισμέναι πράξεις γοήτρου είναι απαραίτητες για την καλή τους φήμη ή και για την εμπορική τους εξάπλωσι. Κατά το τελευταίο τρίτο του 4ου αιώνα π.Χ., η Μασσαλία ήταν μία ελεύθερη πόλις με μεγάλη ακμή. Δεν ήταν πλέον αθηναϊκή αποικία εδώ και δυο αιώνες και το πρότυπον αριστοκρατικό της πολίτευμα αναφέρεται σαν υπόδειγμα στα συγγράμματα του Αριστοτέλη. Είναι η εποχή των κατακτήσεων της Αιγύπτου και Ασίας από τον Αλέξανδρο. Οι Συρακούσες, η μεγάλη πεντάπολις των 500.000 ψυχών έχει καταλάβει την Σικελία και ξαναρχίζει τον αγώνα της εναντίον της Καρχηδόνος. Η Μασσαλία είναι πολύ περίεργα χτισμένη. Από του Μονσίκου εως το Ημεροσκόπιον μία λωρίδα γης πλάτους 10 εως 12 σταδίων την βοηθά να επιτηρή την ναυτιλιακή της συγκοινωνία. Σ' αυτά τα 1800 μέτρα που εκτείνονται κατά μήκος της ακτής, βλέπομε και σήμερα ακόμα, ίχνη του παλαιού δρόμου που χρησιμοποιούσαν κατά τους χρόνους εκείνους. Σώζονται τμήματα του στα περίχωρα της Τουλών στους λόφους της Νέρτ και κοντά στην Μαρτίγκε. Από την αρχαία αυτή οδό που ακολουθεί την θάλασσα, η Μασσαλία άπλωσε την εμπορική της θαλασσοκρατία στην Κελτική, στην Λιγουρία και στην Ιβηρία.
Είναι ήδη το κέντρον της εξαγωγής κασσιτέρου και κεχριμπαριού προς την Ελλάδα, κρασιού, κεραμικών και αντικειμένων τέχνης τα οποία στέλνει στην Κελτικήν. Οι αντιπρόσωποι της διατρέχουν την Γαλατία όχι μόνον για εμπορικούς σκόπους. Φέρνουν στις χώρες που έπισκέπτωνται τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνικήν γραφή και τέχνη, όπως δείχνουν οι αρχαιολογικές ανασκαφές στις γαλλικές πόλεις Λεζού και Μπανασσάκ και η ανακάλυψις ενός πολυτίμου κρατήρος ελληνικής τέχνης στην Βουργουνδία. Ελληνικά έγραφαν τους λογαριασμούς τους οι αγγειοπλάστες της περιοχής της σημερινής Λοζέρ στην Γαλλία κι οι στρατιώτες του Γαλάτη Αριοβίστα μιλούσαν ελληνικά με τους λεγεωνάριους του Καίσαρα προς μεγάλη έκπληξι αυτού του τελευταίου που δεν ήξερε ότι οι Μασσαλιώτες oι απόγονοι των Φωκαέων τους είχαν μάθει να εκφράζωνται και να γράφουν στην γλώσσα του Όμηρου. Η διείσδυσις του ελληνικού πολιτισμού πραγματοποιείται αργά αλλά σίγουρα στην Ευρώπη από τον δρόμο που ανοίγει ο Ροδανός ποταμός αφ' ενός στις εκβολές του οποίου χτίσθηκε η Μασσαλία, κι από την κοιλάδα του Δούναβι αφ' έτερου. Οι ίδιοι εμπορικοί αντιπρόσωποι στον γυρισμό τους φέρουν νέα από τις χώρες του κασσιτέρου και του κεχριμπαριού που είναι είτε η Κορνούλλη και η νήσος Ουάϊτ είτε οι Βαλτικές χώρες. Τα νομίσματα που βρέθηκαν σ' αυτές τις χώρες αποδεικνύουν τις σχέσεις των Ελλήνων της Ιωνίας ή των Φωκαέων που είναι της ιδίας καταγωγής, με τους πληθυσμούς των βορείων εκείνων χωρών. Επίσης βρέθηκαν νομίσματα της Μασσαλίας στην Κελτική, στην Τρέζη πάνω στο Ρήνο στο Εμπόριον, στην Ισπανία, στην Γενεύη, στους Δελφούς όπου η Μασσαλία είχε έναν θησαυρό (ένα από τα οικοδομήματα τα οποία ανήγειραν οι διάφορες πόλεις προς επίδειξιν ή προς διαφύλλαξι πολυτίμων αναθημάτων).
Νομίσματα βρέθηκαν μέχρι των ορέων της Κεντρικής Ευρώπης και των Άλπεων. Είχαν κοπεί στις Συρακούσσες και μαρτυρούσαν ήδη από την εποχή του Πυθέα μια έξοχη τέχνη. Έφεραν στην μία πλευρά την κεφαλή της Αρτέμιδος ή του Απόλλωνος και στην άλλη ένα ταύρο ή έναν ηλιακό δίσκο με την λέξι Μ Α Σ Σ Α Λ Ι Η Τ Ω Ν. Μπορούσαν να συγκριθούν με τα ωραιότερα νομίσματα των Αθηνών ή της Κορίνθου. Η Μασσαλία είχε Πανεπιστήμιο και ιατρική σχολή από την οποία βγήκε αργότερα ο διάσημος Κρίνυ, ιατρός του Νέρωνα. Είχαν κάνει επανέκδοσι των έργων, του Όμηρου. Μελετούσαν τον Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Εκτός από αυτά όμως ήξεραν και να κατασκευάζουν εξαίρετο κρασί που την συνταγή του γνωρίζουν ακόμη και σήμερα στην Προβηγκία και ο Μίλων που εξορίστηκε εκεί, γράφει μ' ενθουσιασμό στα γράμματα του για την νοστιμάδα των μπαρμπουνιών της Μασσαλίας. Φαίνεται ότι ο 4ος αιώνας ήταν μια εποχή ακμής για το θαλάσσιο εμπόριο της Μασσαλίας που δεν της αρκούσαν οι δρόμοι του Ροδανού ποταμού ή η ναυσιπλοΐα κατά μήκος των ακτών της. Χρειαζόταν νέες διεξόδους προς βορράν και προς νότον. Ήθελε να επιχειρήση μακρινά ταξίδια στις υπερβόρειες χώρες όπως ο Νέαρχος, ο ναύαρχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε επιχειρήσει στον Ινδικό ωκεανό και στον Περσικό κόλπο. Θα κατορθώση να σπάση τον αποκλεισμό των Ηρακλείων Στηλών (τό σημερινό Γιβραλτάρ) που ως τότε ήταν κάτω από την άγρυπνη φρούρησι των Καρχηδονίων συμμάχων τους. Θα στείλη δύο τολμηρούς εξερευνητάς, τον Πυθέα προς βορρά και τον Ευθυμένη προς νότον στις αφρικανικές ακτές. Αυτοί οι πλόες, που δικαίως μας καταπλήσσουν όταν τους τοποθετούμε στον καιρό τους, θεωρήθηκαν αποτυχημένοι. Από τους συγχρόνους των μεγάλων εκείνων θαλασσοπόρων. Οι «τιμούχοι» (οι άρχοντες που κυβερνούσαν την Μασσαλία) κατηγόρησαν τον Ευθυμένη που εξερεύνησε τις αφρικανικές Ακτές όπως άλλοτε ο Καρχηδόνιος εξερευνητής Άννων και έφθασε στο Μαρόκο, στην Ακτή του Χρυσού και στην Σενεγάλη, ότι δεν έφερε αρκετό χρυσάφι και ελεφαντόδοντο κι ότι δεν άνοιξε αγορές. Κι όμως αν οι Μασσαλιώτες έμποροι πλούτισαν αργότερα στην Δυτική Αφρική, οφείλεται σ' αυτόν που τους άνοιξε τον δρόμο. Τα ελάχιστα αποσπάσματα του Πυθέα που εξεδόθησαν στην Ουψάλα το 1824, διεσώθησαν χάρις στον Στράβωνα που εντούτοις δεν έτρεφε καμμία εμπιστοσύνη στον μεγάλο θαλασσοπόρο. Γι' αυτό και τα αναφέρει βάζοντας σαν εισαγωγή αυτές τις φράσεις: «όπως ισχυρίζεται ο Πυθέας ο ψεύτης» ή άλλου: «Πυθέας ο εκ Μασσαλίας, ο μεγαλύτερος ψεύτης, είπε…». Την ίδια γνώμη είχε κι ο Πολύβιος ενώ ο Πλίνιος είναι πιο προσεκτικός στους χαρακτηρισμούς του. Κι όμως ο Στράβων, αυτός ο γεωγράφος του δωματίου, είχε λάθος. Αν ο Ιούλιος Καίσαρ είχε διαβάσει τον Πυθέα, πριν επιτεθή στην Αλβιόνα, δεν θα είχε υποστή μια τραγικά γελοία ταλαιπωρία. Δεν θα είχε ιδή ξαφνικά τα καράβια του να παρασύρονται και να καταστρέφονται από το φαινόμενο της παλίρροιας ενώ οι Βρεταννοί διασκέδαζαν πάνω στα ψηλά τους βράχια, βλέποντας τους Ρωμαίους λεγεωνάριους να τσαλαβουτούν μέσα στα παγωμένα νερά της Μάγχης. Το φυσικό εκείνο φαινόμενο, που κι ο ίδιος ο Καίσαρ το εξέλαβε σαν θαύμα, τους τρομοκράτησε. Κι όμως ο Πυθέας το είχε ήδη μελετήσει, είχε σημειώσει την συχνότητα του καί το είχε συνδέσει με τις φάσεις της Σελήνης. Είναι μάλλον βέβαιον ότι ο Πυθέας και ο Ευθυμένης έφυγαν μαζί από την Μασσαλία στις αρχές της ανοίξεως σ' ένα από τα χρόνια μεταξύ 330 και 320 π.Χ. Ίσως να χρησιμοποίησαν την πείρα παλαιοτέρων θαλασσοπόρων και να θέλησαν να επαναλάβουν τα ταξίδια του Άννωνος του Καρχηδονίου προς την Δυτικήν Αφρική και τον Ισημερινό και του εξαδέλφου του Ιμίλκωνος που σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Πλίνιος έφθασε στην Κορνούλη διέπλευσε τον Ατλαντικό και έφθασε στα νησιά των Σαργασσών που τα περιγράφει σαν επιπλέουσες νήσους. Ο Διονύσιος ο Περιηγητής, ο γεωγράφος που έζησε επί βασιλείας Αυγούστου, έγραψε μια «Περιγραφή του κόσμου» σε ελληνικούς στίχους στην οποία διαβάζομε: «Από ένα μεγάλο και μακρινό δρόμο σχίζοντας τα νερά του ωκεανού πάνω σε καλοτάξιδο καράβι ο Πυθέας φθάνει στη νήσο Θούλη». Υπάρχουν κι άλλοι γεωγράφοι που αναφέρουν το ταχύ και καλοφτιαγμένο καράβι του Πυθέα.
Είναι γεγονός ότι στην εποχή του θαλασσοπόρου η τεχνική της ναυπηγήσεως πλοίων ήταν ήδη πολύ προχωρημένη κι ότι βρίσκονταν πλέον πολύ μακρυά από την εποχή της σχεδίας του Οδυσσέα με την οποία έφυγε από το νησί της Καλυψούς. Ίσως να μην είχαν την τροχαλία και το σύσπαστο που τα ωφείλομε στον Αρχιμήδη και τα σχοινιά των κεραιών να περνούσαν μέσα από τρύπες στο θωράκιο κι όχι από τροχαλίες, αλλά η ναυπηγική του σκαφού ήταν τέλεια, όμοια σχεδόν με τα μετέπειτα εξελιγμένα ξύλινα καράβια της ένδοξης εποχής των Ιστιοφόρων. Και σ' αυτό το σημείο ούτε ο Στράβων είχε αντίρρησι. Ας φανταστούμε λοιπόν ένα κωπήλατο πλοίο, ένα είδος γαλέρας, με 25 θέσεις ερετών σε κάθε πλευρά, μια πεντηκόντορος όπως ωνομάζετο. Μοιάζει σαν μία μακρά ναυς κατάφρακτη με κατάστρωμα που προστατεύει τους κωπηλάτες. Στις κακοκαιρίες έχουν καραβόπανα ή δέρματα με τα οποία κλείνουν όταν είναι ανάγκη τα ανοίγματα του καταστρώματος. Ένα ταχύπλοο σκάφος της εποχής εκείνης έχει αναλογία πλάτους—μήκους, ένα προς οκτώ. Την ίδια αναλογία — ένα προς οκτώ — έχουν τα σύγχρονα τορπιλλοβόλα και ωρισμένα υποβρύχια. Οι ναύτες του Πυθέα ήσαν ελεύθεροι άνθρωποι κι όχι σκλάβοι. Πληρώνονταν τρεις οβολούς την ημέρα ίσως και περισσότερο για τέτοια μακρινά ταξίδια. Το επιτελείο του σκαφού απετελείτο από εένα ναύαρχο ή πλοίαρχο που είχε υπό τας διαταγάς του έναν υποπλοίαρχο της πλώρης και δύο κυβερνήτες ή πηδαλιούχους πού εχειρίζοντο τα κουπιά—πηδάλια, δύο κελευστές που παρώτρυναν τους κωπηλάτες και έδιδαν τον ρυθμό χτυπώντας πάνω σ' ένα τύμπανο. Η ιστιοφορία απετελείτο από ένα μεγάλο ορθογώνιο πανί πού το χρησιμοποιούσαν όταν ο άνεμος ήταν ούριος κι από το πανί της πλώρης που εξασφάλιζε την σταθερότητα της πλεύσεως ανάλογα με τον καιρό. Αυτά τα πανιά μαζεύονταν όπως περίπου σήμερα μερικές τέντες μπαλκονιών με σχοινιά που περνούσαν μέσα από χαλκάδες ραμμένους πάνω στο ίδιο το πανί. Οι ανασκαφές που γίνονται τώρα στη Μασσαλία έφεραν εις φως αξιόλογα ίχνη ενός αρχαίου λιμένος κάτω από τα κυκλώπεια τείχη. Από αυτό το λιμάνι θα ξεκίνησαν ο Πυθέας και ο Ευθυμένης. Η Αρχαιολογία και η ιστορία μας βοηθούν να φαντασθούμε την αναχώρησι των δύο εξερευνητών που τα κατορθώματα τους τοποθετούνται στην ίδια μοίρα με αυτά των προγενεστέρων τους Ιάσονα και Άννωνος, του συγχρόνου τους Νεάρχου των μεταγενεστέρων τους Κολόμβου, Μαγγελάνου, Λαπερούζ και των συγχρόνων μας Αμούνδσεν και Σάκλετον και τέλος των κοσμοναυτών που οι πιθανότητες επανόδου των είναι πολύ περισσότερες από όσες είχαν ο Πυθέας και ο Ευθυμένης, χωρίς κανένα μέσον, χωρίς πυξίδα, χωρίς εξάντα, χωρίς ασύρματο, χωρίς ραντάρ. Ο ήλιος υψώνεται πίσω από ένα βουνό που μοιάζει με τον Υμηττό όπως τον βλέπομε από τον Πειραιά. Ο άνεμος φυσά τα ξημερώματα από τη στεριά προς τη θάλασσα και βοηθά τα σκάφη να ξεκινούν απαλά σαν να τα σπρώχνει φιλικό χέρι. Όλη η πόλι της Μασσαλίας αρχίζει να ξυπνά στους λόφους όπου τα χαμηλά ασβεστωμένα σπίτια κρύβονται μέσα στα πεύκα και στις βαλανιδιές (βρήκαν στις ανασκαφές βαλανίδια και φύλλα). Εμπρός στα ναυπηγεία μεταξύ της Αγοράς και της Ακροπόλεως ξεχώρίζουν τα πλοία του Πυθέα και του Ευθυμένους που τα προστατεύει η θεά Άρτεμις. Μεγάλη περιέργεια κατέχει το πλήθος. Είναι μαζεμένοι εκεί, συγγενείς, φίλοι, άρχοντες, τιμούχοι, ιερείς και ναύτες κάτω από το περιστύλιον του ναού της προστάτιδος θεάς, στην ακτή και στα γύρω μέρη. Τα πλοία στέκονται με την πλώρη προς τον Φάρο, ακούγονται οι διαταγές για τον απόπλουν, τα κουπιά χτυπούν αργά τα ήσυχα νερά, οι πηδαλιούχοι πηδαλιουχούν πότε δεξιά πότε αριστερά για να τα οδηγήσουν στην ανοιχτή θάλασσα. Ο κόσμος ρίχνει λουλούδια στα νερά και ψάλλει παιάνες κουνώντας στον ψυχρό αέρα του πρωινού εκείνου του Μαρτίου, κλαδιά δάφνης. Ο Πυθέας προηγείται, ακολουθεί ο Ευθυμένης. Ο ρυθμός των κωπηλατών γίνεται ταχύτερος. Μερικές νήες τους συνοδεύουν για ένα διάστημα. Τα σκάφη των ψαράδων ή οι χαμηλές και ταχύπλοες μονήρεις (με μία σειρά κουπιών) θα παραβγούν — γιά λίγο στην ταχύτητα με τις πεντηκοντόρους του Πυθέα και του Ευθυμένη. Το πλήθος τρέχει τώρα στα υψώματα της Ακροπόλεως ή των τειχών για να τους ιδή ν' απομακρύνονται, την στιγμή που ο ήλιος υψώνεται στον ουρανό και φωτίζει τον ηλιακό κύκλο που είναι σχεδιασμένος πάνω στο μεγάλο πανί που έχει ανοίξει. Ταξιδεύουν τώρα κι ίσως σταματήσουν στην αποικία της Μασσαλίας την Αγαθή (σημερινή Aside) για να προσφέρουν θυσία στην θεά της καλής Τύχης. Για τον Ευθυμένη η ιδέα που τον καθοδηγεί είναι απλή. Θ’ ακολουθήση τους μπρούτζινους χάρτες που χάραξε ο Καρχηδόνιος Άννων για να φθάση στην Αφρική. Όσο για τον Πυθέα πρέπει να τον δούμε σαν ένα επιστημονικό πνεύμα που βρίσκεται σχεδόν 1.500 χρόνια πιο εμπρός από την εποχή του. Για τον λόγο αυτόν θά τον πουν ψεύτη έως ότου τα πορίσματα της νεωτέρας επιστήμης επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του. Ο Πυθέας καθώρισε το γεωγραφικό πλάτος της Μασσαλίας υπολογίζοντας το με την σκιά του γνώμονος. Με την ίδια μέθοδο υπελόγισε ότι ο παράλληλος του Βυζαντίου είναι ο ίδιος με αυτόν της Μασσαλίας. Ο μεγάλος αυτός μαθηματικός και αστρονόμος έφτασε στη Μεγάλη Βρεταννία και υπελόγισε την περίμετρο της νήσου ότι ήταν 40 μυριάδες στάδια περίπου. Προχώρησε στη νήσο Θούλη στην οποία έφθασε ύστερα από ταξίδι 11 ημερών προχωρώντας προς τον πολικό κύκλο και εκεί έκανε διάφορες παρατηρήσεις. Η μέθοδος του ήταν πάντοτε πολύ περισσότερο επιστημονική από αυτήν του Αριστοτέλη που συχνά είναι ανακριβής. Ο Πυθέας έκανε στην αρχή παρατηρήσεις, ύστερα υπολογισμούς μαθηματικούς, κατήρτιζε ένα πρόγραμμα ερευνών και τέλος πραγματοποιούσε μία εξερεύνησι επιτόπιο για να επιβεβαιώση τις σκέψεις του. Ο Έλληνας μαθηματικός μοιάζει με τους σημερινούς φυσικούς που επαληθεύουν τους νόμους του Νεύτωνος κάνοντας την πτήσι προς την Σελήνη ή στέλνοντας διαστημικά σκάφη στον Άρη ή στην Αφροδίτη. Μετά την Αγάθη προσήγγισαν στο Εμπόριον κι ύστερα στο Ημεροσκόπιον. Έφθασαν στη Μάλαγα και τέλος στο Γιβραλτάρ. Πώς το διέσχισαν αφού εφυλάσσετο ζηλότυπα από τους Καρχηδονίους;
Πιθανόν χάρις σε κάποια εκεχειρία μεταξύ Μασσαλίας και Καρχηδόνος την ώρα που βρισκόταν σε πόλεμο εναντίον των Συρακουσσών. Μπορεί όμως να πέρασαν τις Ηράκλειες Στήλες — όπως λεγόταν το Γιβραλτάρ — χάρις στην τόλμη τους και μόνον. Ένα απόσπασμα του Πυθέα που αναφέρει ο Στράβων σχετικά με την απόστασι που χωρίζει το Κάδιξ από τις Κασσιτερίδες νήσους μας μιλά περί του «κυρτώματος» της γης. Φαίνεται ότι ο Έλληνας θαλασσοπόρος γνώριζε οτι η γη είναι σφαιρική. Μετά τις Ηράκλειες Στήλες προσήγγισε στα Γάδειρα και παρέπλευσε το Ιερόν Ακρωτήριον στην Ισπανία και την Χερσόνησο της Αρμορικής στην Β.Δ. Γαλλία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από την Αρμορική έφθασε στην Κορνούλη και στη νήσο Ικτίδα που πριν από 2.000 χρόνια ενώνονταν με την στεριά μ' έναν Ισθμό και που ήταν τότε το μεγαλύτερο κέντρο εξαγωγής κασσιτέρου. Το μετάλλευμα μεταφερόταν σε ράβδους φορτωμένο σε ζώα από τους δρόμους του Σηκουάνα και του Ροδανού ως την Μασσαλία. Οι Πούσικοι (έμποροι των Νοτίων παραλίων της Ετρουρίας στην Ιταλία) όμως το μετέφεραν ως την Καρχηδόνα απευθείας διά των πλοίων. Περιπλέοντας την μεσημβρινή ακτή της Αλβιόνος ο Πυθέας σταματά στο ακρωτήριον Κάντιον του οποίου υπολογίζει επίσης την απόστασι από την Μασσαλία. Στον Πυθέα οφείλομε την πρώτη ακριβή γεωγραφική περιγραφή της Αγγλίας. Μας δίνει το σχήμα της, τον προσανατολισμό της, το μέγεθός της και το γεωγραφικό της πλάτος. Πολλοί σχολιασταί υπέθεσαν ότι ο Πυθέας έκανε τον γύρο της Μεγάλης Βρεττανίας ενώ δεν είναι αλήθεια. Άλλοι υποθέτουν ότι έκανε εξερευνήσεις αφού αποβιβάστηκε και διέσχισε την μεγάλη νήσο κι ότι ανεγνώρισε την Ιρλανδία όταν άφθασε στη δυτική πλευρά. Αφού διέπλευσε την μεταξύ Βρεταννίας και Ιρλανδίας θάλασσα, έφθασε μέχρι της Θούλης που όμως φαίνεται ήταν η Ισλανδία κι όχι η περιοχή του Τρόντχεμ στην Νορβηγία που δεν είναι νησί όπως είπε ο Μασσαλιώτης ιστορικός Ραούλ Μπουσκέ. Για μια ακόμη φορά ο Στράβων θα κάνη ένα χονδροειδές λάθος λέγοντας σχετικά με την Θούλη ότι «ο Πυθέας εψεύσθη σε όλα και σκέπασε με ψευδή την επιστήμη της αστρονομίας και των αριθμών».
Ο Πλίνιος σε λιγώτερο από μισό αιώνα μετά τον επίσημο γεωγράφο, θα στηριχθή στον Πυθέα και θα τον αναφέρη με αντικειμενικότητα. Μίλα για την φρίκη της νύχτας που κρατά έξη μήνες και που όπως λέει την αναφέρει ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης όταν βρισκόταν στη νήσο Θούλη. Το 1587 ο διάσημος ελληνιστής Καφωμπόν από την Γενεύη ταύτισε την αρχαία Θούλη με την Ισλανδία και εξέφρασε την απορία του για την προκατάληψι του Στράβωνος εναντίον του Πυθέα. Εκεί στα νερά της Θούλης, ο Πυθέας συναντά τον περιβόητο «ναυτικό πνεύμονα». Σύμφωνα με όσα γράφει ο ίδιος ο Πυθέας «δεν είναι σκληρός πάγος, δεν είναι νερό, δεν είναι αέρας», θά μπορούσαμε να προσθέσωμε: είναι και τα τρία μαζί. Είναι οι μάζες χιονιού και μισολειωμένου πάγου που βλέπομε στην επιφάνεια των ωκεανών όταν λειώνουν τα πολικά χιόνια και κατεβαίνουν προς την θάλασσα. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Πυθέας μεταχειριζόμενος τους δυτικό—ανατολικούς ανέμους που θά μεταχειρισθούν αργότερα οι Βίκιγκς να εστράφη από την Θούλη προς την Νορβηγία και εν συνεχεία να περιέπλευσε την Βαλτικήν για να επισκεφθή την χώρα του κεχριμπαριού και ν' ακολουθήση τον παλαιό δρόμο των Μιλησίων κάνοντας τον «γύρο του ωκεανού». Έφθασε έως τον Βιστούλα αλλά και πάλι ο Στράβων αναφέρει το γεγονός με πολλά ειρωνικά σχόλια. Θα πρέπει να εξάρη κανείς το πλατύ πνεύμα των αρχόντων της Μασσαλίας που «χρηματοδότησαν ένα τόσο πολυδάπανο σχέδιο εξερευνήσεως και ερευνών που ανέλαβε ένας τολμηρός συμπατριώτης τους. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει κανείς να ελεεινολογήση την απογοήτευσι που εξέφρασαν όταν ο Πυθέας δεν μπόρεσε μ' ένα σκάφος τόσο βαρύ σαν την πεντηκόντορο να περάση από τον Βιστούλα στη λεκάνη του Δνείστερου ποταμού και να επιστρέψη από την Μαύρη θάλασσα όπως έκαναν παλαιότερα οι Σκύθες σύμμαχοι των Μιλησίων. Εκείνοι είχαν ελαφρά πλοία τα οποία όπως φαίνεται μετέφεραν από τα στενά των Καρπαθίων. Σήμερα όσο οι ανθρώπινες γνώσεις προχωρούν τόσο το ταξίδι του Πυθέα παίρνει μεγαλύτερη σημασία και αξία. Το μόνο λάθος του ήταν ότι είχε ένα πνεύμα πολύ πιό προχωρημένο από την εποχή του. Οι χώρες που επεσκέφθη ήσαν άγνωστες προηγουμένως και έμειναν άγνωστες δύο αιώνες μετά γιατί κανείς δέν ετόλμησε να επαναλάβη το εγχείρημα. Πολύ αργότερα ο Γκασέντι το 1688 και ο ΜπουγκαινβΙλ το 1753 αποκατέστησαν τον Πυθέα περιγράφοντας τον σαν «σπουδαίο αστρονόμο και μαθηματικό, ακριβή γεωγράφο, τολμηρό θαλασσοπόρο που προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στη χώρα του, ανοίγοντας νέους δρόμους στο εμπόριο και που συνέτεινε ώστε να τελειοποιηθούν οι γνώσεις περί της υδρογείου σφαίρας». Τέλος, η πιο πρόσφατη τιμή που έγινε στον Πυθέα είναι εκ μέρους του Ουΐνστον Τσώρτσιλ που γράφει στο βιβλίο του, «Ιστορία μιας χώρας»: «Είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξερευνητάς που γνώρισε η ιστορία» και προσθέτει ότι τον θεώρησαν μυθομανή οι άνθρωποι του 3ου αιώνος π.Χ. γιατί η ιδέα που είχαν σχηματίσει για τις υπερβόρειες χώρες ήταν τελείως λανθασμένη. «Εκεί, στις βόρειες άκρες του κόσμου όλα τους φαίνονταν τερατώδη και περίεργα…».

ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ
ΑΘΗΝΑ
1971


from ανεμουριον https://ift.tt/2lSaaaT
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.