Ο ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ | Ο Παπαφλέσσας είναι, αναμφισβήτητα, μια από τις πιο καταπληκτικές μορφές του Εικοσιένα — τρελόπαπας, μπουρλοτιέρης ψυχών, γυναικάς, ήρωας, γλεντζές και μάρτυρας. Είχε και το Θεό και το διάβολο μέσα του. Άλλοτε φόραγε καλυμμάχι κι άλλοτε περικεφαλαία. Γεννήθηκε γύρω στα 1788 στην Πολιανή της Μεγαλόπολης. Ο πατέρας του, ο Δημήτρης Δίκαιος, παντρεύτηκε δυό φορές κι απόχτησε είκοσιοχτώ παιδιά. Ο Γρηγόρης — Γιώργης ήταν το «κατά κόσμον» όνομα του, πριν φορέσει το ράσο — στάθηκε το στερνοπαίδι της φαμελιάς. Το γιατί στους Δικαίους δόθηκε το παρατσούκλι Φλεσσαίοι, οπού μ' αυτό απαθανατίστηκε ο Γρηγόρης, δεν είναι ξεκαθαρισμένο. Τα γράμματα, που δεν του πολυάρεσαν, τα έμαθε στο καλύτερο τότε σχολειό του Μοριά, στη Δημητσάνα. Αφού το μισοξεσκόλισε, διάλεξε το πιο αντίθετο στο χαραχτήρα του δρόμο και γίνηκε καλόγερος στο μοναστήρι Παναγίτσα της Βελανιδιάς, σιμά στην Καλαμάτα. Ο Γρηγόρης καλόγερος! το σκάνδαλο κι η ανυπακού στο μοναστήρι! Γύρεψε να τον συμμορφώσει ο επίσκοπος της Μονεμβασιάς. Τον έβρισε ο καλόγερος, παράτησε την Παναγίτσα και τράβηξε στη μονή της Ρεκίτσας, στα σύνορα Μυστρά και Λεονταριού.
Κι ακολούθησαν άλλα μεγαλύτερα κατορθώματα του. Ένας αγάς, ο Χουσεΐν Σαραντάρης, είχε τσιφλίκι οπού συνόρευε με τα χτήματα της Ρακίτσας. Άνθρωπος άπληστος καθώς ήταν, βάλθηκε να τα καταπατήσει. Χρόνος έμπαινε, χρόνος έβγαινε και τα παλούκια που δείχνανε τα σύνορα, περπάταγαν όλο και πιο πέρα.
— Μωρέ αφήσετε σ' εμένα τη δουλειά, λέει στους καλόγερους ο Γρηγόρης, και σου τον διορθώνω εγώ τον αγά. Όχι μονάχα θα μα δώσει πίσω όσα μα βούτηξε, μα θα του πάρουμε κι από τα δικά του.
Τους βάζει μια νύχτα του φθινοπώρου ν' ανοίξουν τρεις λάκκους στα λιβάδια του Χουσεΐν και να θάψουν ξυλοκάρβουνα. Ήρθε η άνοιξη, χορτάριασε η γης και τίποτα πιά δε φανέρωνε πως σκάψανε στα τρία τούτα μέρη. Τότε, το 1817 γίνονταν αυτά, τραβάει ο Παπαφλέσσας στην Τριπολιτσά «και έδωκεν αναφοράν προς τον Πασάν πολύ παραπονετικήν εναντίον του Σερτάρη». Ο πασάς προστάζει του καντήδες του Μυστρά και του Λεονταριού να πάνε να ξεδιαλύνουν τη διαφορά.
— Τούτα τζάνουμ τα παλούκια, κρένει ο Χουσεΐν στους καντήδες, μολογάνε πού τελειώνουν τα χωράφια μου και πού αρχίζουν τα δικά τους.
— Εμείς, καντήδες, λένε οι καλόγεροι, έχουμε ακουστά από τα παλιά χρόνια πως υπάρχουν σημάδια, που φανερώνουν τα σύνορα.
— Ποια είναι αυτά; ρωτάνε.
— Μας έχουνε πει πως εκεί... εκεί... κι εκεί... είναι τρεις λάκκοι με κάρβουνα. Σ' αυτούς τελειώνει το τσιφλίκι του άγά κι αρχίζουν τα δικά μα χτήματα.
Γελά ο Χουσεΐν σίγουρος πως τα λεγόμενα των καλόγερων ήταν παραμύθια και δέχεται να σκάψoυv.
— Ώρέ, αν βρείτε κάρβουνα χαλάλι να σας γενεί!
Σκάβουνε και βρίσκουνε, και οι καντήδες δικαιώνουν του καλόγερους. Κι ο αγάς, που πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος, μαθαίνει τέλος ποιος του έπαιξε το παιχνίδι και λυσσιάζει ενάντια στον διαβολοκαλόγερο. Ορκίζεται, Άμέτ — Μωχαμέτ, να εκδικηθεί. Ο Γρηγόρης φέρνει τότε τ' αδέρφια του, που είχαν ζωή του το ντουφέκι, να τον προστατέψουν. Καί νά, ξεσπάει καινούριο σκάνδαλο, για γυναικοδουλειές όμως. Χάλασε ένα παντρολόγημα και οι κακές γλώσσες, που είχανε δίκιο τούτη τη φορά, λέγανε πως αίτια στάθηκε ο Γρηγόρης, που πλάνεψε την αρραβωνιασμένη κοπέλλα. Τώρα η κατακραυγή ενάντια στον παράξενο αυτόν ρασοφόρο ξεσηκώνεται απ' όλες τις μεριές. Οι Τούρκοι αγάδες και οι ρωμιοί κοτζαμπάσηδες συμφωνούνε να γυρέψουν από τον πασά της Τριπολιτσάς να τον συνεφέρει. Στέλνει δώδεκα τζοανταραίους να τον πιάσουν. Το μυρίζεται ο Γρηγόρης και ταμπουρώνεται, με τ' αδέρφια του, σ' ένα ασβεστοκάμινο ανάμεσα Αγριλιού και Γαρδικιού. Ανοίγουνε ντουφέκι.
— Ωρέ Γρηγόρη, όσο εμείς του κρατάμε φεύγα για να σωθείς, τον ορμηνεύουν τ' αδέρφια του.
Πετιέται πάνω ο Γρηγόρης και φωνάζει στους Τούρκους:
— Βρε Τούρκοι, να πάτε πίσω στον αφέντη σας τον μουρτάτη να του πείτε πως εγώ φεύγω για την Πόλη. Κι αν θα γυρίσω ποτέ πίσω, δε θάμαι πιά καλόγερος μα θα γίνω είτε δεσπότης, είτε πασάς!
Τράβηξε για τη Ζάκυνθο — τη Φραγκιά καθώς ονόμαζαν οι Μοραΐτες τα Εφτάνησα. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη. Δεν του πολυγέμισε το μάτι. Καρτέραγε ν' αντικρύσει θεριό στον ξακουστό κλέφτη κι αντάμωσε άνθρωπο ήσυχο, που όχι μονάχα πάγαινε στο σκολειό του Μαρτελάου, παρά και διάβαζε φυλλάδες γραμμένες στη γλώσσα που καταλάβαινε, στη δημοτική. Ανάμεσα σ' αυτές ήταν και μιά μετάφραση του Ευαγγελίου, που την είχε απαγορέψει το πατριαρχείο στους χριστιανούς.
— Μην το διαβάζεις, λέει ο Παπαφλέσσας στον Κολοκοτρώνη.
Μά εκείνος ούτε καν σήκωσε τα μάτια του να του αποκριθεί.
— Μην το διαβάζεις! του ξαναφωνάζει. Είναι αφορισμένο κι εσύ πιά καταραμένος!
Η ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ «ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ» ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.
Μα τότε ξυπνάει το λιοντάρι. Πετιέται πάνω ο Γέρος, αρπάζει τον καλόγερο, τον στριφογυρίζει και τον σωριάζει κάτω. Ίσως τούτη στάθηκε η μόνη φορά, που ο Παπαφλέσσας βρήκε το δάσκαλο του. Τέλος έφτασε το συστατικό γράμμα που καρτέραγε από τον δεσπότη Χριστιανουπόλεως για τα πατριαρχεία. Το χώνει στον κόρφο του και ξεκινά για το μακρινό ταξίδι. Μιά νύχτα όμως, όταν το καράβι πάγαινε να καβατζάρει τ' Άγιον Όρος, ξεσπάει μπουρίνι και το πλεούμενο τσακίζεται στα βράχια. Ο Παπαφλέσσας, παλεύοντας με την ανταριασμένη θάλασσα, τα καταφέρνει να πατήσει τη γης. Το πρώτο που κοίταξε ήταν αν σώθηκε το πολύτιμο συστατικό γράμμα του δεσπότη. το βγάζει μούσκεμα από τον κόρφο του και με τη βούλα του σπασμένη. Σαν έφεξε η μέρα τ' άνοιξε και τ' άπλωσε στον ήλιο να στεγνώσει. Και τότε το διάβασε. Αντί να τον συσταίνει, τον παράσταινε άνθρωπο επικίνδυνο, ανάξιο κάθε υποστήριξης. Έβρισε και το έσκισε. Φτάνοντας στην Πόλη, πλεύρισε τον μητροπολίτη Δέρκων. για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του υποκρίθηκε το φρόνιμο, τον ταπεινό και υπάκουο. τον έκαναν αρχιμανδρίτη. Είχε καταφέρει ν' ανέβει το πρώτο σκαλοπάτι του δεσποτικού ονείρου του. Μα νά, τον βρίσκει κάποιο περιστατικό που αλλάζει τή μοίρα της ζωής του. Αντί δεσπότης θα γίνει μπουρλοτιέρης του Μοριά. Ο Αναγνωσταράς, που βρισκόταν στην Πόλη, γυρίζοντας με του άλλους καπεταναίους από τη Ρωσία, σμίγει τον Παπαφλέσσα. Μοραΐτης καθώς ήταν κι αυτός δένεται με φιλία μαζί του.
ΤΟ ΕΜΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΙΕΡΩΣΕΩΣ (ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ) ΤΟΥ ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑ ΣΑΝ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ (ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΕΚΕΡΗ).
Από λόγο σε λόγο τον μπάζει στο μυστικό της Εταιρίας και στις 21 του Ιούνη 18’8’ τον κατηχά. Πέτυχε αυτό που πόθαγε ο Γρηγόρης, ο γεννημένος επαναστάτης κι όχι καλόγερος ή γι' άρχιμανδρίτικα ράσα. Χύνεται σίφουνας στον προπαρασκευαστικό για το σηκωμό αγώνα. Τον στέλνουν στις ηγεμονίες, οπού παρουσιάζεται πατριαρχικός έξαρχος. Γυρίζει ωσάν δαιμονισμένος δουλεύοντας γιά πατρίδα και σύγκαιρα δημιουργώντας το ένα σκάνδαλο πίσω από τ' άλλο είτε με τα τσακώματα του είτε με γυναίκες. Ο Αναγνωστόπουλος, που ήταν μέλος της Αρχής, γυρεύει να τον συνεφέρει. Ο Παπαφλέσσας παραξενεύεται πούθε έπαιρνε, ο παλιός υπαλληλάκος, τη δύναμη να του μιλάει σαν αρχηγός. «Εφύλαξε τον καιρόν και εύρε τον ειρημένον Π. Αναγνωστόπουλον εις την οίκίαν του μοναχόν» γράφει ο Φωτάκος. Μπαίνει μέσα, αρπάζει το κλειδί και κλειδώνει την πόρτα. Ο Αναγνωστόπουλος τα χάνει.
— Κάτσε, αδερφέ και συναπόστολε, του λέει ο Παπαφλέσσας, να ξηγηθούμε για τα μυστήρια της Εταιρίας.
Ο Αναγνωστόπουλος, θέλοντας και μη, κάθησε.
— Είμαι σίγουρος πως εσύ γνωρίζεις την Αρχή.
Ο Αναγνωστόπουλος γυρεύει ν' αρνηθεί.
— Δε με ξεγελάς εμένα, σε βλέπω να φέρνεσαι σα να είσαι Αρχή. Επιθυμώ λοιπόν κι εγώ να τη μάθω και να γίνω Αρχή. Θέλω νάμαι όχι ο τελευταίος, μ' από του πρώτους καθώς εσύ!
Ο Αναγνωστόπουλος μένει βουβός. Ο Παπαφλέσσας βγάζει κάτω από το ράσο του ένα μαχαίρι και τ' ακουμπά στο τραπέζι.
— Αν δε μού μολογήσεις ποια είναι η Αρχή, σε σφάζω! Κι έπειτα ξέρεις τι κάνω; Πηγαίνω στο σουλτάνο και του τα λέω όλα. Έτσι όχι μονάχα χάνεις τή ζωή σου, μα γίνεσαι κι εσύ προδότης, μιά και θα σταθείς αιτία του κακού, όπως δε στέργεις να με κάνεις κι εμένα 'Αρχή.
Κι ο Αναγνωστόπουλος του τα φανέρωσε σε όλα. Κι από τότε ο Παπαφλέσσας γίνηκε μέλος της Ανωτάτης Αρχής με τα σημεία A.M. και το ψευδώνυμο Αρμόδιος. Στάθηκε ο μόνος που μπήκε στην Αρχή με το «έτσι θέλω!». Δεν ξέρω αν ετούτον τον εκβιασμό τον ευλόγισε ο Θεός. Ούτε ξέρω αν τον δικαιολογούν οι άνθρωποι. Εκείνο που ξέρω είναι πως τον εγκρίνει η ιστορία...
Αργότερα ο Παπαφλέσσας ξεκινά από τη Βεσσαραβία, φτάνει στην Πόλη, εφοδιάζεται από την εφορεία της Φιλικής Εταιρίας με 90.000 γρόσια και μπαρκάρει, κατά τα τέλη του Νοέμβρη 1820, στο καράβι του Δημήτρη Λαζάρου Ορλώφ, για να κατέβει στο Μοριά σαν έξαρχος τάχα του πατριαρχείου, μα στην πραγματικότητα πρόδρομος του Υψηλάντη. Δεν ήθελε όμως να πάει μ' άδεια χέρια. Γι' αυτό τράβηξε πρώτα για το Αϊβαλί στα Μικρασιατικά παράλια. Κι' όχι μονάχα κατάφερε να φορτώσει μπαρούτι και μολύβι, παρά έστειλε τον Ήβο Ρήγα στη Σμύρνη που όμοια πέτυχε να γεμίσει κάτω από τή μύτη των Τούρκων, με πολεμοφόδια ένα καράβι. Παραπέρα θα δούμε ποιο ρόλο θα παίξει τούτο το φορτίο στην τελική απόφαση του σηκωμού του Μοριά. Από τ' Αϊβαλί ο Παπαφλέσσας πήγε στην Ύδρα. Εκεί τον δέχτηκαν οι Φιλικοί του νησιού — ο Αντώνης Οικονόμου, ο Γκίκας Θ. Γκίκας, ο Δημήτρης Κριεζής κ. α.. Τους βρήκε γεμάτους προθυμία και πατριωτισμό. Δε συνάντησε όμως τον ίδιο ζήλο κι από του μεγαλονοικοκυραίους και ξέχωρα από τους Κουντουριώτηδες. Του παράστησαν πως τα σταροκάραβά τους δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα ν' αντιβγούν στα ντελίνια και τις φρεγάδες της αρμάδας.
— Μη σκοτιζόσαστε γι' αυτό, τους λέει να τους ησυχάσει. Έχουν όλα κανονιστεί έτσι, που είτε θα τα ζωγρήσουμε είτε θα τα κάψουμε μέσα στον ταρσανά της Πόλης.
Οι προεστοί της Ύδρας το λογαριάζουν πράμα των άδυνάτων αδύνατο να πετύχει. Ο Παπαφλέσσας όμως, γυρεύοντας να του γκαρδιώσει, τους το παριστάνει για κάτι περισσότερο κι από σίγουρο.
— Αμ τότες, του άποκρίνουνται, μιά κι είναι βέβαιο γιατί να βιαστούμε κι άδικα να κινδυνέψουμε; Μόλις θα μάθουμε πως χαλάστηκε η αρμάδα θα ισάρουμε στα καράβια με τα μπαϊράκια του σηκωμού.
Τήν είχε πάθει, ο Παπαφλέσσας. Δαγκώθηκε και είπε πως θα του γίνει μάθημα για το πως θα φέρνεται από κει και πέρα στους προεστούς. Έφυγε από την Ύδρα στηρίζοντας τις ελπίδες του μονάχα στους Φιλικούς.
— Κι αυτοί να μη θελήσουν, του έταξαν, εμείς, όταν θα φτάσει η ώρα, θα ξεσηκώσουμε την Ύδρα.
— Εγώ, τους συστήνει, θα λέω στους Μοραΐτες πως όλα τάχετε έτοιμα κι έλόγου σας να βεβαιώνετε πως όλα είναι κανονισμένα στο Μοριά.
Πάει στις Σπέτσες. Εκεί αντιμάχονταν, δυο κόμματα, το ένα είχε για αρχηγό τον Μέξη και το άλλο τον Μπόταση. Το πρώτο δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτα για σηκωμό, το δεύτερο το φλόγιζε η απαντοχή του. Στ’ αναμεταξύ μαθεύτηκε στο Μοριά ο ερχομός στην Ύδρα κάποιου Αρχιμανδρίτη Δικαίου, που ερχόταν σαν αντιπρόσωπος του Υψηλάντη να επαναστατήσει τον τόπο. Όταν το έμαθε ένας από του άρχοντες του Μοριά, ο Κοπανίτσας, είπε:
— Μωρέ, αν είναι αυτός που εμείς τον ξέρουμε με τ' ανόμι Παπαφλέσσας, χαθήκαμε!
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΚΟΥΦΑΣ, Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.
Αποφασίζουν οι προεστοί, για να πληροφορηθούν καλύτερα τα σχέδια του, να στείλουν τον Άρβάλη να τον ξεψαχνίσει. Φτάνει στην Ύδρα μα δε τον βρίσκει και τραβά για τις Σπέτσες οπού τον πετυχαίνει. Ακούει τα όσα του λέει ο Παπαφλέσσας, ξεχνά του κοτζαμπάσηδες και παρατά τους δισταγμούς του. Μέσα του ξυπνά ο πατριώτης. Γυρίζει και λέει στους προεστούς πως έφτασε ή ευλογημένη ώρα της ανάστασης και τίποτε δε μπορεί να τή σταματήσει. Αυτοί, βλέποντας τον ενθουσιασμό του, λογαριάζουν πως ο ερχομός του Παπαφλέσσα στέκεται μεγαλύτερος κίνδυνος απ' όσο. νόμιζαν. Αποφασίζουν λοιπόν να στήσουν χωσιές στα περάσματα να τόνε πιάσουν, κάπου να τον κλείσουν, ώσπου να συναχτούν να δουν το τι θα κάνουν. Ο Παπαφλέσσας βγαίνει στ' Άνάπλι μαζί με άλλους τέσσερις, τον Χαράλαμπο Μάλη, τον Δημ. Δραγώνα από το χωριό Σέλιτσα της Λακωνίας, τον 'Ιθακήσιο καπετάνιο Πατρίκιο και κάποιον Σκλαβούνο, Σλάβο δηλαδή. Είναι όλοι του άρματωμένοι με μπιστόλες, που τις κρύβουν κάτω από τις φλοκάτες τους. Τραβάνε για το Άργος, οπού τους περιμένει, έπειτα από μήνυμα του Παπαφλέσσα, ο αδερφός του ο Νικήτας με λιγοστά γκαρδιωμένα παλικάρια. Παρουσιάζεται σαν πατριαρχικός έξαρχος και πάει και μένει στη μητρόπολη. Εκεί τον καρτέραγε ο Περούκας να βάλει σ' ενέργεια την απόφαση των προεστών να τον περιορίσουν. Είχε λογαριάσει το πράμα εύκολο καθώς νόμιζε πως θα τον πετύχαινε μόνο και ξαρμάτωτο μα τώρα καταλαβαίνει πως για να πετύχει χρειάζεται να ετοιμάσει μιά κάποια δύναμη. Ο Νικήτας όμως δεν κοιμόταν. Μυρίζεται τους σκοπούς του και λέει στον αδερφό του πως έπρεπε το πιό γλήγορα να φύγουν. Και ξεκίνησαν άφού πριν μασκαρεύτηκαν σε Τούρκους — φόρεσαν τα καλιοντσίτικα καθώς γράφει ο Φωτάκος. Περπατούσαν πιά λεύτερα αρματωμένοι ώς τα δόντια. ΄Ηταν έτσι ασφαλισμένοι όχι μονάχα από του Οθωμανούς, μα κι από τα τσιράκια των προεστών. Πάνε στον Αη Γιώργη της Κορίνθου κι άποκεί στο μοναστήρι του Βράχου. Ο ηγούμενος Δανιήλ Παμπούκης, άνθρωπος με καθαρή καρδιά, τους φίλεψε. Οί προεστοί και οι δεσποτάδες παίρνουν τέλος την απόφαση πως το μόνο που απόμενε ήταν να τον ανταμώσουν, τόσο για να μάθουν όσα πιότερα μπορούσαν για του σκοπούς του, όσο και για να τόν παραμερίσουν. Του μηνάνε λοιπόν να πάει στη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο, που θα συναχτούνε.

Γενάρης 26 του 1821. στο σπίτι του κοτζαμπάση Αντρέα Λόντου. Βρίσκονται συναγμένοι σ' αυτό οι προεστοί Ασημάκης Ζαίμης, Αντρέας Ζαίμης, Σωτήρης Χαραλάμπης, Ασημάκης, Φωτήλας, Πανάγος Δεληγιάννης, Γιάννης Παπαδόπουλος ή Μουρτόγιαννης, Αντρέας Λόντος, Σ ωτήρης Θεοχαρόπουλος και οι δεσποτάδες Παλαιών Πατρών Γερμανός, Κερνίκης Προκόπιος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, καθώς κι ο πρωτοσύγκελλος Φραντζής.
Σέ λίγο φτάνουν ο Νικήτας Δίκαιος κι ο Δραγώνας.
— Όπου νάναι έρχεται ο αρχιμανδρίτης, λένε στους συναγμένους.
Βγάζουν τις φλοκάτες τους κι αστράφτουν τ' άρματα τους. Κάθουνται.
— Θα μείνετε κι εσείς εδώ; του ρωτάνε παραξενεμένοι οι προεστοί.
— Έτσι λογαριάζουμε... του αποκρίνονται ξερά.
ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΑΠΟ ΓΚΡΑΒΟΥΡΑ ΤΟΥ ΟΛΛΑΝΔΟΥ ΤΟΠΙΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗ J. PEETERS (ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΠΥΛΟΥ).
Οι δεσποτάδες και οι άρχοντες καταλαβαίνουν πως το παιχνίδι με τον αρχιμανδρίτη θα σταθεί πιο δύσκολο άπ' όσο περίμεναν. Είχανε συνεδριάσει τρεις φορές να πάρουν αποφάσεις πως θα του φερθούν. το μεγαλύτερο βάρος, στη συζήτηση που θάχανε μαζί του, θα το σήκωνε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Στάθμισαν πως ήταν ο πιο ικανός άπ' όλους τους, για ν' αντιβγεί στον ανοικονόμητο αυτόν άνθρωπο. Ήρθε ο Παπαφλέσσας. τον δέχτηκαν ψυχρά και υπεροπτικά γυρεύοντας να τον εντυπωσιάσουν. Βγάζει από τον κόοφο του το συστατικό γράμμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και τους το δίνει να το διαβάσουν. Έλεγε: «Όταν έλθη ή ευτυχέστατη της ζωής μου ώρα να καταφιλήσω το ιερόν της πατρίδος έδαφος και να ευρεθώ εις το μέσον των Πελοποννησίων, να είναι τα πάντα διατεταγμένα διά να κινηθώμεν με την βοήθειαν του Θεού». Και πρόσθετε πως έπρεπε ν' ακολουθήσουν όλα όσα θα του έλεγε ο αποσταλμένος του, γιατί «ο Δίκαιος είναι άλλος Εγώ». Οι προεστοί ξαφνιάζουνται ακούγοντας. τούτο το «άλλος εγώ». Κοιτάζουν τον Παπαφλέσσα αναμετρώντας τον. Αυτόν βρήκε ο πρίγκιπας να στείλει πληρεξούσιο του; Χάθηκαν οι μυαλωμένοι πατριώτες; Τον ρωτάνε τί άλλα είχε να τους πεί. Για να τους ενθουσιάσει τους αραδιάζει αλήθειες και ψέματα. Του βεβαιώνει πως η επιτυχία της επανάστασης είναι οχι μονάχα σίγουρη, παρά κι εύκολη. Τον άφησαν να μιλά μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα παγερής δυσπιστίας. Του λένε πως θάπρεπε, πριν του αποκριθούν, να σκεφτούν τα όσα τους έγραψε ο Υψηλάντης. Στ' αναμεταξύ ο Τούρκος βοεβόδας της Βοστίτσας, σαν έμαθε πως συνάχτηκαν τόσοι προεστοί και δεσποτάδες, φωνάζει τον Σαντούκ Εμίν — τον ταμία του καζά — και τον ρωτά τί γυρεύουν. Ο ταμίας, σύμφωνα με το παραμύθι που του είχε ξεφουρνίσει ο Αντρέας Λόντος, του αποκρίνεται:
— Αγά μου, δυό μοναστήρια, του Μεγάλου Σπηλαίου και των Ταξιαρχών, έχουνε μιά διαφορά για τα χτήματα τους στη Ροδιά. Μή μπορώντας να συμβιβαστούν ανάμεσα τους γράψανε στο Πατρικχανέ (το Πατριαρχείο) κι αυτό πρόσταξε τρεις δεσποτάδες μαζί με κοτζαμπάσηδες νάρθουν να δουν τον τόπο, για να βγάλουν απόφαση ποιος έχει δίκιο.
Ο βοεβόδας τον ρωτά:
— Οϊλέντηρ; (έτσι είναι;)
— Οϊλέντηρ, έφέντημ, (έτσι είναι, αφέντη μου), τον βεβαιώνει ο Σεϊντούκ Εμίν.
Καί πραγματικά την άλλη μέρα δυό δεσποτάδες μαζί με δυό προεστούς πήγανε στη Ροδιά τάχα να ξετάσουν τίς χρηματικές διαφορές των μοναστηριών. Το έμαθε ο βοεβόδας και ησύχασε. Στή δεύτερη σύσκεψη που γίνηκε, παίρνει το λόγο ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και βάζει στον Παπαφλέσσα έντεκα ερωτήματα. Τα πιο σημαντικά απ' αυτά ήταν:
1. Είναι σύμφωνο όλο το έθνος ν' αρχίσει ο αγώνας;
2. Ποιες θα είναι οι ανάγκες. Πόσα έχουν, πόσα του λείπουν και πως θα τα προμηθευτούν;
3. Ποιες στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να παρατάξουν και τάχα φτάνουν;
4. Υπάρχουν βάσιμες υποσχέσεις πως θα του συντρέξει κάποια ξένη δύναμη;
5. Αν, αντίθετα, αντιδράσει μιά από τίς ξένες δυνάμεις πως θα το βγάλουν πέρα;
6. Αν δεν μπορέσουν ν' αποκοιμίσουν τήν τούρκικη διοίκηση τί πρέπει να κάνουν;
7. Πώς θ' αντιμετωπίσουν την κατάσταση αν πάρουν οι Τούρκοι είδηση τί ετοιμάζουν;
8. Ποιοι θα είναι οι αρχηγοί;
Ο Παπαφλέσσας αποκρίνεται πως όλα τα έχει προβλέψει η Αρχή και τους βεβαιώνει πως η βοήθεια της Ρωσσίας είναι τόσο σίγουρη, που όσα του γράφει ο 'Υψηλάντης είναι σά νάχουν την υπογραφή και του τσάρου 'Αλέξανδρου. Οι προεστοί κάθουνται πιά σ' αναμμένα κάρβουνα. Πρώτος ξεσπάει ο 'Ανδρέας Ζαίμης.
— Όλα όσα μας είπε ο Δίκαιος είναι άστατα, απελπισμένα, στασιαστικά, ιδιοτελή και σχεδόν μπερμπάντικα. Κι αν στηριχθούμε σ' αυτά παίρνομε το έθνος στο λαιμό μας και πάνω στα κεφάλια μας θα πέσει το αιώνιο ανάθεμα. Η παραμικρή βεβαιότητα δεν υπάρχει για ένα τόσο μεγάλο και δύσκολο έργο.
— Χάνεται το έθνος μας αν ξεσηκωθούμε, φωνάζουν, οι άλλοι, γιατί τίποτα δεν είναι έτοιμο!
Ένας μονάχα δε συμφώνησε μαζί τους, ο Σωτήρης Χαραλάμπης:
— Άγιοι αρχιερείς και άρχοντες, εγώ πιστεύω για σωστά τα όσα μας είπε ο αρχιμανδρίτης. Και πως στην Πόλη υπάρχουν δυνάμεις να κινηθούν, που και το στόλο θα κάψουν και το σουλτάνο θα σκοτώσουν. Λογαριάζω πως και ή Ρωσία θα συντρέξει με στρατό τον Υψηλάντη και θα χτυπήσει την Τουρκιά. Καλά ολ' αυτά. μα εμείς έδώ, αφού ξεκάνουμε του Τούρκους τι θ' απογίνουμε; Ποιόν θάχουμε ανώτερο; Ο ραγιάς, άμα πάρει άρματα, δε θα μάς ακούει πιά. Και τότε θα πέσουμε στα χέρια εκείνων που δεν μπορούν να κρατήσουν πηρούνι να φάνε. Νά, σ' ανθρώπους ωσάν έτούτον εδώ! λέει δείχνοντας τον Νικήτα Δίκαιο, τον αδερφό του Παπαφλέσσα. Ο Σωτήρης Χαραλάμπης, με την ώμή ειλικρίνεια του, φανέρωσε τον κρυφό καημό των κοτζαμπάσηδων. Η τούρκικη διοίκηση στεκόταν εγγύηση των προνομίων τους. Στην τρίτη σύσκεψη ξεσπαθώνει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός:
— Πού πολεμεφόδια; Που όπλα; Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος; Όποιον άρχηγόν έχομεν για ν' άντιπαλαίση εις το τρομερώτατον θηρίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εις περίπτωσιν μιας εποχής και στιγμής απελπισίας; Οι λαοί μας είναι, όχι μόνον άπειροι της οπλοφορίας, άλλα και άοπλοι, δυστυχείς επομένως και ανίκανοι να προοδεύσουν εις τοιούτον έργον διά το όποιον φέρουν επί του τραχήλου των τοσούτων αιώνων οθωμανικόν ζυγόν, και επομένως πολύ ολίγοι είναι εκείνοι οίτινες έχουν οπωσούν την πείραν του πολεμείν. Αλλά το περισσότερον πλήθος των λαών δεν γνωρίζει κάν πως γεμίζονται τα όπλα, πολλώ μάλλον και να πολεμήση το Όθωμανικόν θηρίον. Ας φέρωμεν, αδελφοί, ενώπιον μας μιαν στιγμήν την καταστροφήν της Πελοποννήσου τώ 1769, μ' όλον οτι τότε έφάνη και στόλος Ρωσικός, όστις ήτο δείγμα τουλάχιστον οτι ελαβεν ένοχήν ή Ρωσική αυτοκρατορία, άλλ' εις την έποχήν ταύτην όποια δείγματα θετικότητος εχομεν, για να πιστεύσωμεν όσα λέγει ο Δίκαιος και όσα γράφει ο Υψηλάντης ; Κι άφού «ενέκριναν άπαντες έκ συμφώνου», καθώς βεβαιώνει ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στ' Απομνημονεύματα του, «τόν καιρόν ούχ άρμόδιον» να επαναστατήσει το έθνος, αποφασίζουν να κλείσουν σε μοναστήρι τον Παπαφλέσσα. Στην τέταρτη σύσκεψη δεν κρατούν κανένα πρόσχημα. Είναι αποφασισμένοι με κάθε τρόπο να ξεμπερδέψουν μαζί του:
— Γρηγόριε, Γρηγόριε! του λένε, όλες τας προτάσεις σου τάς άκούσαμεν και σκέφθέντες σοβαρώτερα, θεωρούμεν τα περί του μεγάλου τούτου έργου άπαντα μηδαμινώτατα και σαθρά. Όλοι οι λόγοι και αι προτάσεις σου είναι ώς αποτελέσματα απελπισμένα και υποχρεούσαι παρ' όλων ημών και του πολύπαθους έθνους να περιορισθείς. Μά ο Παπαφλέσσας δε λυγά. Ξαναβρίσκει, αντίθετα, τον πιο μαχητικό εαυτό του.
— Για άκούτε δώ, τους φωνάζει, ή επανάσταση είτε το θέτε είτε οχι θα γίνει! Πάρτε το απόφαση. Αν εσείς γυρεύετε να τή μποδίσετε, έγώ πήρα προσταγή από την 'Αρχή να ξεσηκώσω τον κοσμάκη και να την κάνω. Και τότε όποιον βρουν ξαρμάτωτο οι Τούρκοι άς τον κόψουν!...
Αυτό τους πόναγε. Πετιέται πάνω ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κι αρχίζει να τον βρίζει:
— Είσαι απατεώνας, άρπαγας, έξωλέστατος! του λέει.
Τον απειλούν. μα ο Παπαφλέσσας μένει ατάραχος. Ξέρει πως δέν τολμούν να βάλουν σε πράξη τα φοβερίσματά τους. Δίπλα του βρίσκεται ο αδερφός του και τ' άλλα αρματωμένα παλικάρια του... Τήν άλλη μέρα οι προεστοί κι οι δεσποτάδες παίρνουν δίχως τον Παπαφλέσσα, τούτες έδώ τις αποφάσεις:
1. Ο Δίκαιος ν' αναχώρηση είς τα ίδια και να ήσυχάση.
2. Η Πελοπόννησος να μή κινηθή μήτε και άφοού έλθη ο προσδοκώμενος πληρεξούσιος, αν δεν κινηθώσι προηγουμένους τ' άλλα μέρη της'Ελλάδος.
3. Να εξιχνιάσωσι διά νέας αποστολής είς Ρωσίαν και εις Πίσσαν, όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία είναι ή γνώμη του Αυτοκράτορος Αλέξανδρου ως προς τον μελετώμενον αγώνα, και ποίαν βοήθειαν δύνανται οι Έλληνες να προσδοκώσιν εκείθεν.
4. Να εξετάσωσι οποία η διάθεσις της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών ώς προς τον άγώνα.
Αποφάσισαν δηλαδή την αναβολή της επανάστασης. Σχετικά με την αρνητική στάση των κοτζαμπάσηδων στην έναρξη του αγώνα, ο Βερναρδάκης γράφει: «Έπί Τουρκοκρατίας οι προύχοντες ήσαν κάτοικοι ασφαλείς σχεδόν και ανενόχλητοι της αρχής. Συμμαχούντες μετά των αρχιερέων και κολακεύοντες τους Τούρκους, ουδένα διέτρεχον κίνδυνον περί της θέσεως των». Φεύγοντας ο Παπαφλέσσας από τή Βοστίτσα τραβά στα Καλάβρυτα. Ή άρνηση των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων τον πίκρανε, μα δεν τον λύγισε. Ή προσπάθεια θα ήτανε δύσκολη, μα έπρεπε να τή βγάλει πέρα. Οι κεφαλές δίσταζαν, όπως φοβόνταν μή χάσουν τα καλά τους. Ήταν όμως ο λαός. Σ' αυτόν θ' άναζήταγε τώρα τή βοήθεια, που δεν του δώσανε εκείνοι. Και ή τύχη του στάθηκε ευνοϊκή. 'Εκεί στα Καλάβρυτα συνάντησε έναν άσημο Φιλικό, τον Νικόλαο Σολιώτη. Ήταν μετζίλης, ταχυδρόμος δηλαδή. Έτσι, όχι μονάχα βρισκόταν σε δοσοληψίες με του Τούρκους, παρά είχε και το λεύτερο να γυρίζει αρματωμένος. Ό Παπαφλέσσας δεν άργησε να καταλάβει πως στεκόταν ο άνθρωπος που γύρευε. του φανέρωσε το καθετί.
— Οί προεστοί δε θένε το σηκωμό, του λέει.
Κι ο Σολιώτης του αποκρίνεται:
— Και ποιος τους ακούει αυτούς! Άσε τους να παίζουν τον κρυφτούλι με τον Τούρκο. Έχω πρόθυμα παλικάρια κι όποτε με προστάξεις άνοίγω ντουφέκι.
Ό Παπαφλέσσας του εμπιστεύεται το ρόλο του πυροδότη του σηκωμού. Κι αδιαφορώντας για την απόφαση των προεστών ν' αποτραβηχτεί σε μοναστήρι και να καθίσει ήσυχα, ξεκινά να σκίσει το Μοριά, να ετοιμάσει το λαό για τον υπέρτατο αγώνα. Κι άπ' όπου κι αν περνά φλογίζει τις καρδιές των απλών ανθρώπων.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΑΣ
ΑΘΗΝΑ
1971


from ανεμουριον https://ift.tt/2mKyBaL
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.