ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΕΝΑ ΧΡΥΣΟ ΕΦΗΒΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

ΦΩΤΗΣ ΑΠΕΡΓΗΣ | «Συνελήφθην το έτος 1920 στη Σμύρνη. Από τότε προσπαθώ να βγω από τη μήτρα. Μόλις και μετά βίας βλέπω από μια χαραμάδα ίχνη ζωής. Ελπίζω στο μέλλον να γεννηθώ και να γνωρίσω, επιτέλους, ολόκληρη τη νεοελληνική πραγματικότητα». Τι ειρωνεία, να αυτοβιογραφείται με τα λόγια αυτά ένας άνθρωπος που είδε τη ζωή όχι από μια χαραμάδα, αλλ’ από τα πιο φωτεινά παράθυρά της. Ένας ζωγράφος που, όχι μόνο γνώρισε τη νεοελληνική πραγματικότητα, αλλά την απεικόνισε ποιητικά μαζί με τα πιο χαρούμενα ξωτικά που γέννησε η μυθολογία και η ζώσα ιστορία της. Δεν είναι τυχαίο ότι τα καλύτερα που θυμόμαστε από το Μίνωα Αργυράκη συνδέονται με μερικά από τα ωραιότερα του Μάνου Χατζιδάκι. Άλλωστε κι οι τρεις αυτές γραμμές του αυτοβιογραφικού του για την ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ γράφτηκαν. Πριν ανοίξουμε, όμως, την αυλαία της, λίγες μέρες μετά το θάνατο του πρώτου κι άλλες τόσες πριν απ’ την τέταρτη επέτειο του χαμού του δευτέρου, ας ξεκινήσουμε από μια άλλη, πιο τριμμένη, μια και είναι είκοσι χρόνια πιο παλιά- την αυλαία της ΟΔΟΥ ΟΝΕΙΡΩΝ.

«Πιστέψετε με, νιώθω πολύ νεότερος αυτό τον καιρό», λέει ο Μίνως Αργυράκης το καλοκαίρι του 1962 στους δημοσιογράφους, που δεν ξέρουν πού να πρωτοτρέξουν: στην ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ του Μίκη ή στην ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ του Μάνου. Η δεύτερη είναι κατά τη γνώμη του ζωγράφου «μία καλλιτεχνική τομή, μια εισβολή ενός καινούριου καθεστώτος στο θέατρό μας. Είναι ένα έργο χωρίς ηθογραφικά στοιχεία, με τη στενή έννοια του όρου, αλλά βαθύτατα ελληνικό. Κυριαρχούν μέσα σ’ αυτό τα νιάτα, η ζωή τους με τις τόσες χαρούμενες και μελαγχολικές, πάντοτε, όμως, συγκινητικά αυθόρμητες και ειλικρινείς αποχρώσεις της, οι έρωτές τους, τα προβλήματά τους». Λίγοι απ’ όσους τον άκουγαν, ήξεραν ότι ο Αργυράκης τα ’χε πλάσει όλ’ αυτά πολύ πριν από τους άλλους βασικούς συντελεστές: μόλις το 1956 είχαν πρωτοσυζητήσει με τον Χατζιδάκι το ενδεχόμενο ενός μπαλέτου που θα βασιζόταν σε δικά του σχέδια. Και να που τώρα γινόταν μια πρωτότυπη παράσταση. Κανείς απ’ όσους την είδαν δεν ξέχασε το σκηνικό του, που απλωνόταν όχι μόνο στη σκηνή, αλλά στους τρεις από τους τέσσερις τοίχους του ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ. Να πώς το περιέγραφε τότε το ΕΘΝΟΣ: «Δεξιά κι αριστερά χαρακτηριστικά σπίτια με τα μπαλκόνια τους, τα πεζούλια, τα
παράθυρα με τις γλάστρες, τις καμινάδες. Κάπου δεξιά ένα ζωγραφισμένο περίπτερο, κάπου ψηλά σ’ ένα παράθυρο ένα παλιό γραμμόφωνο με το χωνί, γλάστρες με βασιλικούς, δημιουργούν μια εντελώς ιδιότυπη συγκίνησι. Η σκηνή του θεάτρου μοιάζει έτσι σαν προέκταση αυτού του δρόμου, μια προέκταση ονείρου, όπου θα διαδραματισθούν τα κυριώτερα γεγονότα του έργου. Μια ιδιότυπη γυναικεία μορφή, κάτι μεταξύ γοργόνας και συνοικιακής καλλονής, καλύπτει την αριστερή κουίντα, μια μικρογραφία των σπιτιών της πολιτείας -δυο αγγελάκια κι η λέξις ΕΝΘΥΜΙΟΝ την “προστατεύουν” από ψηλά- διαγράφεται αχνά στο σκηνικό που καλύπτει την αριστερή κουίντα». Όμως ο Αργυράκης, όπως και ο Χατζιδάκις, δεν ανακάλυπτε μόνο το σημαντικό ανάμεσα στ’ ασήμαντα, αλλά και το ασήμαντο στα σημαντικά. Ουδείς προθυμότερος, λοιπόν, να πρωταγωνιστήσει σε μια δεκάλεπτη ταινία που θα διασκέδαζε την ίδια τη ρομάντσα τους: «Συγκεκριμένως στο ΕΣΚΟΤΩΣΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΝΙ ΜΟΥ παίζουν ο σκηνογράφος του ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ Μίνως Αργυράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις που υποδύεται τον αρχιλήσταρχο Μάνο Μπαρμπούλα και η Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία ενσαρκώνει έναν χαρακτηριστικόν τύπον αγνής Ελληνίδος
χωρικής που σε μια δραματική σκηνή αναγκάζεται να σκοτώσει έναν Βοσκό για το... αρνί της».

ΟΧΙ ΠΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ

Πόσο διαφορετική ήταν η ζωή, πόσο αλλιώτικη η ελληνική κοινωνία 20 χρόνια μετά. Το θέμα της ΟΔΟΥ ΟΝΕΙΡΩΝ, γράφει το 1982 ο Χατζιδάκις, είναι «μετά από μένα τόσο πολυμεταχειρισμένο απ’ τους εμπόρους του ελληνικού θεάτρου, ώστε να μη θέλω πια ν’ ακούσω να γίνεται λόγος για ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΡΙΤΣΙΑ κι άλλα παρεμφερή». Και πράγματι, δεν προλογίζει πια μ’ έναν τρυφερό μονόλογο συντροφιά με τη λατέρνα του Αρμάου, αλλά υπογράφει ένα σαρκαστικό, προφητικό σημείωμα για την ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ, «που σας ανήκει, γιατί σας καθρεφτίζει. Όπως σας ανήκει και η Αθήνα αυτή τη σημερινή μες στην οποία ζείτε, η κυβέρνηση που τον καιρό αυτό μας κυβερνά, και το μέλλον, που ανεύθυνα και επιπόλαια προετοιμάζετε για σας και τα παιδιά σας». Θα περίμενε κανείς ότι ο Αργυράκης δεν θα τον συντρόφευε σ’ αυτή του τη μουσικο-θεατρική καταγγελία. Στο κάτω-κάτω, στη δική του ζωγραφική, τα κορίτσια και τα παλικάρια ακόμα κατοικούν. Όμως, δεν υπάρχει
αρμοδιότερη διαψεύση γι’ αυτό από του Χατζιδάκι: «Φυσικά», γράφει, «από την αρχή ο Αργυράκης στάθηκε νονός και κοινωνός στα πρώτα σπέρματα σκηνών και οραμάτων για ένα θέαμα, που πρωτ’ απ’ όλα είχε στόχο να μη μοιάζει μ' ελληνική επιθεώρηση ή μ’ όποιο θέαμα εντόπιο μουσικό». Τα καλλιτεχνικά τους όνειρα αυτή τη φορά δεν πραγματώνονται. Ο Χατζιδάκις κατηγορεί τον παραγωγό που θέλει «με παιδικές προϋποθέσεις να πετύχει δικές του επιδιώξεις» και μερικούς ηθοποιούς που αποστατούν «διαπιστώνοντας ότι η ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ δεν είχε σκαλοπάτια για να τα κατεβαίνουν τραγουδώντας». Αυτό που έχει, όμως, σημασία είναι ότι ο Αργυράκης πάλι του συμπαραστέκεται: «Βρεθήκαμε μόνοι στην οδό Ευτυχίδου», θυμάται ο συνθέτης, όταν η παράσταση αναβάλλεται. «Μ’ ένα πλαστικό κεφάλι γυναικείο στολισμένο και με τον Μίνω Αργυράκη νυσταγμένο μπροστά στο σπίτι του που είχε το χρώμα επαρχιακού στρατώνα σε ώρα απόγευμα της Κυριακής, νιώσαμε όμορφα, ξανανιωμένοι, κι απελευθερωμένοι». Κι ήταν αυτή η απελευθέρωση που οδήγησε στην ανακάλυψη μίας καινούριας στέγης, του ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ, και το ανέβασμα, επιτέλους, τον Οκτώβρη, της παράστασης, που κατέβηκε ωστόσο μόλις το Δεκέμβρη, «λόγω ελλείψεως θεατών», όπως θα παραδεχόταν αφοπλιστικά ο Χατζιδάκις.

ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ας μη τελειώσουμε, ωστόσο, χειμωνιάτικα. Πόσο μάλλον που το προηγούμενο καλοκαίρι, μα κι αυτό, του ’82, σφράγισε τους δύο φίλους κι άλλους πολλούς ακόμα «ανεξίτηλα μ’ ένα χρυσό εφηβικό φεγγάρι». «Ο Αύγουστος του ’81», γράψει λίγο μετά το τέλος του ο εμπνευστής του, «υπήρξε ένας περήφανος Αύγουστος, εγωπαθής και νάρκισσος. Περιείχε εγωκεντρικές μορφές ανδρών και γυναικών, ωδές της παραδόσεως και χορούς του πάθους και της εξάντλησης. Στο τέλος όλοι μας νιώσαμε την ανάγκη να τραγουδήσουμε δοξαστικά για το Ηράκλειο και νοσταλγικά για το προσωπικό δωμάτιο του σπιτιού μας». Μα κι ο Αργυράκης δεν ήταν λιγότερο ενθουσιώδης: «Είμαι το πρώτο "θύμα" του ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ. Ξεφλούδισα. Όχι από τον ήλιο. Άλλαξα δέρμα. Μεταμορφώθηκα. Απομονωμένος στην Αθήνα, έμενα κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους προσπαθώντας να ζωγραφίσω. Για δυο χρόνια δεν μπορούσα να τραβήξω ούτε μια γραμμή. Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ μ ’ έκανε ν’ αρχίσω δειλά να ξαναπιάνω το μολύβι».

«ΕΤΡΕΜΑ ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ»

Μα, τι ήταν εκείνο που τον απελευθέρωσε; «Πρώτα απ’ όλα, σιγά σιγά ξεφλούδισε από πάνω που ο φόβος που ’χα πάντα για τα φεστιβάλ και η απέχθεια μου για κάθε τι που οργανώνεται από δήμους, κοινότητες, συλλόγους, μεγάλους λόγους, και άλλα ηχηρά παρόμοια... Έτρεμα στην έναρξη! Κι όμως διαψεύσθηκα. Ο δήμαρχος δεν έβγαζε λόγο όταν μίλησε. Ήταν σα να μου μιλούσε. Δεν είχε ύφος στρατιωτικό. Χαμογελούσε. Ο διευθυντής του ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ δεν άνοιξε το στόμα του. Μόνο τ' αφτιά του... Ο ήχος ο σωστός, η όραση η μαγική, ήταν οι μοναδικοί άρχοντες του Ηρακλείου (...) Κι έτσι, αποκτώντας πάλι την ασφάλεια μου και τη γαλήνη μου. μπήκα στο οπτικο-ακουστικό πανηγύρι του Κρητικού Αύγουστου. Σαν τρελός χόρευα τα βράδια υπό τους ήχους του μπαντονεόν του Πιατσόλα. ταγκό, και τ’ απογέματα, στην Πλατεία του Αγ. Μάρκου, μπουζούκι με την Οπισθοδρομική Κομπανία. Άκουγα τα τραγούδια του ’36 να τα τραγουδά η Στέλλα Γαδέδη, με τον Κουρουπό στο πιάνο, κι ήταν σα να 'μουνα 15 χρόνων...». Ύστερα απ’ αυτό, όλους τους μεταμόρφωνε η μαγική ματιά του Αργυράκη: «αρχάγγελος» ήταν γι’ αυτόν ο Ανιώνης Κοντογεωργίου, «γιαπωνέζα μαντόνα» η Μίσα τκεούτσι, «μητρικό αηδόνι» η Κική Μορφωνιού, «ιερέας του φωνητικού έρωτα» ο Σπύρος Σακκάς. Μα τα καλύτερα δώρα για τους φίλους του δεν ήταν πλασμένα από λέξεις, αλλ’ από σχέδια, πλημμυρισμένα από χαρούμενους αγγέλους, ήλιους και γοργόνες. Αυτά τα σχέδια περιέλαβε στο ημερολόγιό του, που τυπώθηκε το '82, και που είναι συγχρόνως ημερολόγιο μια άλλης τέχνης και ζωής, που είναι πλέον ξεχασμένη, γιατί είναι πιο ανθρώπινη. Τα τελευταία χρόνια, οι δύο φίλοι είχανε σχεδόν χαθεί. Ο Χατζιδάκις ήταν πάντοτε παρών, ο Αργυράκης όχι. Κι όμως, εκείνο το μεσημέρι του Ιουνίου σ’ ένα εκκλησάκι της Παιανίας, στην πλαγιά του Υμηττού, ο ζωγράφος ήρθε ν’ αποχαιρετήσει το συνθέτη. Που τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, ίσως με τη σειρά του να τον υποδεχθεί...

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2kXXjDD
via IFTTT
Από το Blogger.