Η Αύρα στην αρχαία Ελληνική μυθολογία

Η Άρτεμη κάποτε δέχτηκε την προσβολή από την Νύμφη Αύρα και γ’ αυτό την τιμώρησε. Η Αύρα ήταν κόρη του Τιτάνα Λέλαντα και της Περίβοιας από τη Φρυγία. Ανήκε στις συντρόφους της θεάς Άρτεμης και της άρεσε το κυνήγι. Ήταν μάλιστα τόσο γρήγορη («ταχύπους») που κανένα ζώο δεν μπορούσε να την φτάσει. Μπορούσε να πιάσει οποιοδήποτε ζώο ήθελε, ακόμη και τα γρηγορόδρομα ελάφια και τα ζαρκάδια.

Η Αύρα ήταν ορκισμένη παρθένα και δεν επιθυμούσε να έρθει σε επαφή με άνδρα. Κάποτε στο λουτρό, που είδε γυμνή την Άρτεμη, την πρόσβαλε για το μεγάλο στήθος της, που δεν ήταν, κατά τη γνώμη της, χαρακτηριστικό γυναικών, οι οποίες καταγίνονται με το κυνήγι. Αυτό εξόργισε τη θεά, που την εκδικήθηκε να χάσει την παρθενιά της. Γι’ αυτό ζήτησε τη βοήθεια της Νέμεσης, που χρησιμοποίησε τον θεό Διόνυσο, ο οποίος την κοίμισε με τη βοήθεια του κρασιού του, κι έσμιξε μαζί της.

Μια άλλη παραλλαγή του μύθου μας αναφέρει πως τη Νύμφη είδε ο Διόνυσος, την αγάπησε παράφορα, αλλά εκείνη τον περιφρόνησε, όντας ορκισμένη παρθένα. Ο θεός παρακάλεσε την Αφροδίτη να τον βοηθήσει, η οποία στον ύπνο της της ενέπνευσε ερωτική απόκριση για τον εραστή θεό.

Καρπός αυτού του έρωτα ήταν δίδυμα αγόρια, τα οποία η μάνα πάνω στην παραφροσύνη της για τον βιασμό της κατασπάραξε. Μια παραλλαγή του μύθου αναφέρει πως κομμάτιασε μόνο το ένα, ενώ το άλλο το έσωσε η Άρτεμη. Σαν κατάλαβε την αποτρόπαια πράξη της η Αύρα, ρίχτηκε στον Σαγγάριο ποταμό να πνιγεί. Την ευσπαχνίστηκε, όμως, ο Δίας και την μεταμόρφωσε σε πηγή.

Τον μύθο αυτό περιγράφει γλαφυρά ο Ιταλός συγγραφέας Ρομπέρτο Καλάσσο στο βιβλίο του “Ο γάμος του Κάδμου και της Αρμονίας”, από το οποίο παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα:

Μια λυγερόκορμη νέα των βουνών, με στεγνά μπράτσα και πόδια γρήγορα σαν τον άνεμο, μια θνητή, η Αύρα, είχε χλευάσει την Άρτεμη. Κυνηγούσε μόνο αγριογούρουνα και λιοντάρια και περιφρονούσε τα πιο αδύναμα ζώα, αρνούμενη να τα δεχτεί για θηράματα. Την ίδια περιφρόνηση έτρεφε για την Αφροδίτη και τα έργα της. Εκτιμούσε τη δύναμη και την παρθενικότητα, τίποτ’ άλλο.

Μια μέρα καύσωνα, καθώς κοιμόταν πάνω σε δαφνόκλαδα, η Αύρα αναστατώθηκε από ένα όνειρο: ο αδάμαστος Έρωτας, διαγράφοντας κύκλους, πρόσφερε στην Αφροδίτη και τον Άδωνη μια λέαινα, που είχε τιθασεύσει με μια μαγική ζώνη. (Μήπως ήταν η ζώνη της Αφροδίτης; Μήπως το ερωτικό στολίδι είχε μετατραπεί σε όπλο για να παγιδεύσει τα θηρία;)

Η Αύρα, στο όνειρό της, στεκόταν δίπλα στην Αφροδίτη και στον Άδωνη και ακουμπούσε τα μπράτσα της στις πλάτες τους. Και οι τρεις σχημάτιζαν μια τρυφερή και θαλερή ομάδα. Ο Έρωτας προχωρούσε προς το μέρος τους κρατώντας τη λέαινα, και παρουσίασε το θήραμά του λέγοντας αυτά τα λόγια: «Θεά των στεφανιών σου φέρνω την Αύρα, τη νέα που αγαπά την παρθενικότητα. Όπως βλέπεις, η ζώνη έκαμψε την επιμονή της αδαμάντινης λέαινας».

Η Αύρα ξύπνησε και η αγωνία έσφιγγε την καρδιά της. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ταυτόχρονα τον εαυτό της με δύο διαφορετικές μορφές· ήταν το θήραμα και συνάμα ο κυνηγός που κοιτάζει το θήρμαμα. Άφησε το θυμό της ναξεσπάσει πάνω στα δαφνόκλαδα, άρα και στη Δάφνη· γιατί η παρθένα κυνηγός της είχε στείλει αυτό το όνειρο, αντάξιο μόνο για τις ιέρειες της Αφροδίτης; Μετά ξέχασε το όνειρό της.

Μια άλλη μέρα, ενώ ο καύσωνας συνεχιζόταν, η Αύρα οδηγούσε το άρμα της Άρτεμης προς τους καταρράκτες του Σαγγάριου, όπου η θεά ήθελε να λουστεί. Δίπλα στο άρμα, οι θεραπαινίδες της θεάς είχαν λύσει την κορδέλα από το μέτωπο, είχαν σηκώσει την άκρη του χιτώνα τους και φανέρωναν τα γόνατά τους τρέχοντας. Ήταν οι Υπερβόρειες παρθένες. Η Ούπις πήρε το τόξο από την πλάτη της Άρτεμης και η Εκαέρτη τη φαρέτρα. Η Λοξώ της έλυσε τα σανδάλια. Η Άρτεμις μπήκε στο νερό προσεκτικά.

Κρατούσε σφιχτές τις γάμπες της και ανασήκωνε το χιτώνα της μόλις το έγλειφε το νερό. Η Αύρα την κοίταζε επίμονα μ’ ένα ασεβές, εξεταστικό βλέμμα. Παρατηρούσε το σώμα της αφέντρας της. Μετά κολύμπησε γύρω της, απλώνοντας όλο το σώμα στο νερό. Σταμάτησε δίπλα στη θεά, τίναξε τις σταγόνες που είχαν μείνει στα στήθη της και είπε: «΄Αρτεμη, γιατί είναι τόσο τρυφερά και μεγάλα τα στήθη σου; Γιατί τα μάγουλά σου έχουν αυτήν τη ροδαλή λάμψη; Δεν είσαι όπως η Αθηνά, που τα στήθη της φουσκώνουν όσο και των εφήβων. Κοίταξε το δικό μου σώμα, που είναι γεμάτο σφρίγος.

Το δέρμα μου είναι τεντωμένο, όσο και μια χορδή. Ίσως θα έπρεπε να χρησιμοποιείς και να δέχεσαι τα βέλη του Έρωτα. Κανένας δε θα σκεφτόταν, κοιτάζοντάς σε, την απαραβίαστη παρθενιά». Η Άρτεμις την άκουγε αμίλητη. Τα μάτια της πετούσαν δολοφονικές σπίθες. Βγήκε αμέσως από το νερό, φόρεσε το χιτώνα της και έδεσε τη ζώνη της. Ύστερα εξαφανίστηκε χωρίς να πει ούτε μια λέξη.

Πήγε αμέσως στις κορυφές του Ταύρου για να ζητήσει τη συμβουλή της Νέμεσης. Τη βρήκε, όπως πάντα, καθισμένη μπροστά στον τροχό της. Ένας γρύπας ήταν κουρνιασμένος στο θρόνο της. Θυμόταν πολλές προσβολές που είχαν γίνει στην Άρτεμη. Αλλά πάντα από άντρες ή από κάποια πολύτοκη γυναίκα, όπως η Νιόβη, που τώρα ήταν ένας νοτισμένος βράχος ανάμεσα σ’ εκείνα τα βουνά.

Ή μήπως επρόκειτο για την παλιά συζυγική κωμωδία; Μήπως την είχε πειράξει ο Δίας, επειδή επέμενε να μένει παρθένα και να μην πατρεύεται; Όχι, είπε η Άρτεμις, αυτή τη φορά ήταν μια παρθένα, η κόρη του Λήλαντου. Δεν τολμούσε να επαναλάβει τα χλευαστικά σχόλια που είχε η Αύρα για το σώμα και τα στήθη της. Η Νέμεση της είπε ότι δε θα πέτρωνε την Αύρα, όπως τη Νιόβη.

Εξάλλου ήταν συγγενείς, εκείνη η νέα καταγόταν από το αρχαίο γένος των Τιτάνων, όπως η Νέμεση. Θα της αφαιρούσε όμως την παρθενιά, μια σκληρότερη ίσως τιμωρία. Το ρόλο του τιμωρού , αυτή τη φορά, θα τον έπαιζε ο Διόνυσος. Η Άρτεμη έδωσε τη συγκατάθεσή της. Η Νέμεση, λες και ήθελε να δώσει στην Αύρα μια γεύση της μοίρας της, την έφτασε με το άρμα της που το έσερναν γρύπες. Για να την αναγκάσει να σκύψει το κεφάλι της, η Νέμεση κροτάλισε το φιδοπλεγμένο μαστίγιό της πάνω στο σβέρκο της νέας. Και το σώμα της Αύρας βρέθηκε κάτω από τους τροχούς του αναπόφευκτου……

Ο καύσωνας δεν έλεγε να υποχωρήσει και η Αύρα αναζητούσε μια πηγή. Ο Διόνυσος σκέφτηκε ότι απ’ όλα τα όπλα του έμενε μόνο ένα: το κρασί. Όταν η Αύρα πλησίασε τα χείλη της στην πηγή, δροσίστηκε από ένα άγνωστο υγρό. Ποτέ πριν δεν είχε δοκιμάσει κάτι παρόμοιο. Ζαλισμένη και βαριά, ξάπλωσε στη σκιά ενός πελώριου δέντρου και αποκοιμήθηκε αμέσως.

Ο Διόνυσος, ξυπόλυτος, την πλησίασε αθόρυβα. Της πήρε τη φαρέτρα και το τόξο και τα έκρυψε πίσω από ένα μεγάλο βράχο. Ο φόβος δεν τον άφηνε. Οι σκέψεις εκείνες τις ημέρες γύριζαν αδιάκοπα σε μια άλλη κυνηγό που είχε γνωρίσει, τη Νίκαια. Νόμιζες ότι το σώμα της είχε λεηλατήσει όλη την ομορφιά του Ολύμπου.

Κι εκείνη απέφευγε τους άντρες και όταν ο βοσκός Ύμνος την πλησίασε για να εξομολογηθεί την αφοσίωση και το πάθος του, η Νίκαια τον διέκοψε τρυπώντας του λαιμό με τα βέλη της. Από τότε αντηχούν στα δάση τα λόγια που θυμίζουν ένα παιδικό τραγουδάκι: «Ο ωραίος βοσκός χάθηκε, η όμορφη κυνηγός τον σκότωσε». Το παιδικό τραγουδάκι ηχούσε στ’ αυτιά του Διόνυσου, καθώς τα χέρια του, ευκίνητα, έδεναν με σχοινιά τα πόδια της Αύρας.

Ύστερα πέρασε ένα άλλο σχοινί γύρω από τους καρπούς της. Η Αύρα συνέχισε να κοιμάται μέσα σε μια χλιαρή μέθη και ο Διόνυσος έσμιξε μαζί της. Ήταν ένα σώμα εγκαταλελειμμένο που κοιμόταν στη γυμνή γη, αλλά η ίδια η γη κυμάτιζε για να γιορτάσει το γάμο και η Αμαδρυάδα κουνούσε τα φυλλώματα του πεύκου. Καθώς ο Διόνυσος αντλούσε από το σώμα της Αύρας μια πρωτόγνωρη ηδονή, που την έκανε μεγαλύτερη η δειλία, η κυνηγός εισχωρούσε σ’ ένα θολό όνειρο, που ήταν η συνέχεια ενός άλλου ονείρου.

Τα μπράτσα της, απαλά ακουμπισμένα σ’ εκείνα της Αφροδίτης και του Άδωνη, είχαν σφιχτεί τώρα σ’ έναν και μόνο κόμπο μ’ εκείνες τις ξένες σάρκες, ενώ οι καρποί τους συστρέφονταν στους φριχτούς σπασμούς μιας ηδονής που δεν ανήκε σ’ αυτήν αλλά σ’ εκείνους, και όμως μεταδιδόταν και σ’ αυτήν από τις φλέβες των καρπών.

Και τότε η Αύρα είδε το κεφάλι της να λυγίζει όπως το κεφάλι της αιχμάλωτης λέαινας. Συναινούσε στην καταστροφή της. Ο Διόνυσος έφυγε από πάνω της. Σιωπηλός, πατώντας στις μύτες των ποδιών, πήγε και πήρε το τόξο και τη φαρέτρα και τα απέθεσε στο γυμνό σώμα της Αύρας. Της έλυσε τους καρπούς και τα πόδια και χάθηκε στο δάσος.

Μόλις ξύπνησε η Αύρα, είδε τους γυμνούς μηρούς της και τα ακάλυπτα στήθη της. Ένιωσε να χάνει τα λογικά της. Κατέβηκε στην κοιλάδα ουρλιάζοντας. Όπως κάποτε χτυπούσε λιοντάρια και αγριογούρουνα, τώρα χτυπούσε βοσκούς και κυνηγούς με τα βέλη της. Στο πέρασμά της ξεχύνονταν ποταμοί αίματος. Φτάνοντας σ’ έναν αμπελώνα σκότωσε τους αγρότες που δούλευαν εκεί, γιατί ήξερε πως ήταν αφοσιωμένοι στο Διόνυσο, έναν εχθρικό θεό, παρόλο που η ίδια πίστευε πως δεν τον είχε συναντήσει ποτέ.

Έφτασε στο ναό της Αφροδίτης κι εκεί μαστίγωσε το άγαλμά της. Μετά το σήκωσε από τη βάση του και το πέταξε στον ποταμό Σαγγάριο, με το μαστίγιό της τυλιγμένο στους μαρμάρινους γλουτούς. Μετά ξαναχώθηκε στο δάσος της. Αναρωτιόταν ποιος θεός την είχε βιάσει και τους καταριόταν όλους, έναν προς έναν. Θα έριχνε τις σαΐτες της στους ναούς τους.

Θα σκότωνε τους ίδιους τους θεούς. Και πρώτ’ απ’ όλους την Αφροδίτη και το Διόνυσο. Όσο για την Άρτεμη, της άξιζε όλη της η περιφόνηση: η παρθένα θεά δεν μπόρεσε να την προστατεύσει, όπως δεν είχε μπορέσει ν’ απαντήσει στα χλευαστικά και τόσο διασκεδαστικά σχόλιά της για τα βαριά και μεγάλα στήθη της. Η Αύρα ήθελε ν’ ανοίξει την κοιλιά της και να ξεριζώσει το σπόρο του άγνωστου. Στάθηκε μπροστά σε μια λέαινα, αλλά εκείνη την περιφρόνησε για θήραμα. Θα ήθελε να γνώριζε το βιαστή της για να του δώσει να φάει το παιδί της.

Τότε φάνηκε η Άρτεμις μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Περιγελούσε την Αύρα γιατί προχωρούσε αργά, με βήματα βαριά, όπως οι έγκυες γυναίκες, και όχι πια με τα βήματα του ανέμου. Και τι θα ήταν η Αύρα χωρίς την ευκινησία της; Τη ρώτησε επίσης τι δώρα είχε της αφήσει ο Διόνυσος, ο σύζυγός της. Μήπως της είχε αφήσει κουδουνίστρες για να παίζουν τα παιδιά τους; Ύστερα εξαφανίστηκε. Η Αύρα άρχισε την περιπλάνησή της. Και σύντομα ένιωσε τους πόνους της γέννας.

Ο τοκετός κράτησε ώρες. Ενώ η Αύρα υπέφερε, η Άρτεμις εμφανίστηκε για να την κοροϊδέψει. Γέννησε δίδυμα. Ο Διόνυσος αισθάνθηκε περήφανος, αλλά φοβόταν ότι η Αύρα θα τα σκότωνε. Τότε κάλεσε την κυνηγό Νίκαια: κι εκείνη την είχε εξαπατήσει με το κρασί, κι εκείνη την είχε βιάσει καθώς κοιμόταν, κι εκείνη την είχε εγκαταλείψει, κι εκείνη του είχε γεννήσει μια κόρη: την Τελετή , τη «μύηση», την «τελειοποίηση».

Η Αύρα ύψωσε τα δύο νεογέννητα προς τον ουρανό, προς τον άνεμο που την είχε σπρώξει στη ζωή και τα αφιέρωσε στον Μπάτη. Ήθελε να γίνουν κομμάτια. Πρόσφερε τα νεογέννητα σε μια λέαινα για να τα κατασπαράξει. Αλλά μέσα στη φωλιά έκανε την εμφάνισή του ένας θηλυκός πάνθηρας: έγλειψε με τρυφερότητα τα δίδυμα και τ’ άφησε να βυζάξουν, ενώ δυο φίδια προστάτευαν την είσοδο της σπηλιάς.

Η Αύρα τότε, παίρνοντας στα χέρια της ένα από τα παιδιά της, το πέταξε στον αέρα και μόλις αυτό έπεσε κάτω, ρίχτηκε πάνω του για να το σπαράξει. Η Άρτεμις, παγωμένη, επενέβη· πήρε το άλλο παιδί και, κρατώντας για πρώτη φορά στη ζωή της ένα παιδί, έφυγε στο δάσος.

Η Αύρα βρέθηκε πάλι μόνη. Κατέβηκε στις όχθες του Σαγγάριου, πέταξε το τόξο και τη φαρέτρα στο ποτάμι και μετά βούτηξε. Τα νερά σκέπασαν το σώμα της. Από τα στήθη της τώρα ανάβλυζε νερό. Το νεογέννητο που επέζησε το έδωσε η Άρτεμις στο Διόνυσο. Ο πατέρας πήρε τα δυο μικρά που του είχαν γεννήσει οι δυο νέες- η Αύρα και η Νίκαια- τις οποίες είχε βιάσει στον ύπνο, και τα οδήγησε στους χώρους των μυστηρίων. Και η Αθηνά έσφιξε το παιδί στο παρθενικό της στήθος. Μετά το παρέδωσε στις μαινάδες της Ελευσίνας….


Πηγή




from Αρχαία Ελλάς https://ift.tt/32rCy3c
via IFTTT
Από το Blogger.