Η ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΠΑΝΟΥ | Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης αποτελεί τη σπουδαιότερη ίσως φυσιογνωμία της ελληνικής τυπογραφίας κατά τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Στο πρόσωπό του συγκέντρωνε πολλές ιδιότητες. Ήταν λόγιος, αντιγραφέας χειρογράφων, καλλιγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης τυπογραφικών στοιχείων, τυπογράφος, διορθωτής και επιμελητής κλασικών κειμένων. Οι επιλογές του καθόρισαν το ελληνικό βιβλίο και οι προτάσεις του έγιναν αντικείμενο αντιγραφής από τους μεταγενέστερους τυπογράφους. Έζησε άλλωστε σε μια μεταςατική, πειραματική εποχή, όταν το έντυπο βιβλίο ακόμα διαμόρφωνε την ιδιαίτερη ταυτότητά του και σταδιακά προσπαθούσε να απαγκιστρωθεί από το χειρόγραφο. Το πέρασμα από τον 15ο στον 16ο αιώνα σηματοδοτεί σε γενικές γραμμές την περίοδο της ωριμότητας του ελληνικού εντύπου. Ο Ζαχαρίας Καλιέργης διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό. Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο γύρω στο 1473. Γόνος ευγενούς οικογένειας της Κρήτης είχε σίγουρα λάβει αξιόλογη παιδεία, όπως δηλώνεται από τη μετέπειτα πορεία και το έργο του. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ειδήσεις για τις σπουδές του. Ήλθε στη Βενετία περίπου το 1490 και εργάστηκε ως αντιγραφέας χειρογράφων.
Καθ’ όλην τη διάρκεια της ζωής του περνούσε με άνεση από το χειρόγραφο στο έντυπο και το αντίστροφο. Συνέχισε μάλιστα να εξασκεί το επάγγελμα του κωδικογράφου για βιοποριστικούς λόγους ανάμεσα στις περιόδους της πολυτάραχης τυπογραφικής δραστηριότητ΄ς του. Συνεπώς, σε μια εποχή μετάβασης από το χειρόγραφο στο έντυπο, είχε γνώση και των δύο μορφών βιβλίου που η μία αποτελούσε συνέχεια της άλλης. Ο Καλλιέργης θεωρούσε ότι το έντυπο ελληνικό βιβλίο ήταν η συνέχεια του βυζαντινού χειρογράφου και την αντίληψή του αυτή προσπάθησε να την κάνει πράξη. Η βυζαντινή παράδοση αποτελούσε το σημείο της αναφοράς του, κάτι άλλωστε που δηλώνεται και με το τυπογραφικό σήμα του, που έχει ως μοτίβο τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου.
Η πρώτη περίοδος της τυπογραφικής δραστηριότητας του Καλλιέργη καλύπτει το χρονικό διάστημα 1499-1500. Σε συνεργασία με τον επίσης Κρητικό Νικόλαο Βλαετό εξέδωσε το 1499 το λεξικό Μέγα Ετυμολογικόν, το οποίο αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της τυπογραφικής τέχνης. Η έκδοσή του προετοιμαζόταν επί έξι χρόνια με τη συνεργασία του Νικολάου Βλαστού και την οικονομική υποστήριξη της Άννας Παλαιολογίνας Νοταρά, κόρης του Λουκά Νοταρά, η οποία βρισκόταν στη Βενετία μετά την Αλωση. Πρόκειται για έκδοση μεγάλου σχήματος, η οποία αποτελούσε την κατάθεση μιας νέας και ώριμης πρότασης για το ελληνικό βιβλίο. Προτάεςεται ένα ποίημα του Κρητικού λογίου και επιμελητή ελληνικών εκδόσεων Μάρκου Μουσούρου, ο οποίος εκθειάζει τη δραστηριότητα των Κρητών συντελεστών της έκδοσης και σκιαγραφεί το έργο του Καλλιέργη.
Πρωτότυπη γραμματοσειρά
Τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο Μέγα Ετυμολογικόν, είχαν σχεδιαστεί, χαραχθεί και κοπεί από τον Ζαχαρία Καλλιέργη με πρότυπο τον γραφικό του χαρακτήρα. Ήταν μια επισεσυρμένη γραμματοσειρά και τα τυπογραφικά στοιχεία είχαν τους τόνους και τα πνεύματα ενσωματωμένα στο γράμμα. Αντιθέτως, στις εκδόσεις του Άλδου Μανούτιου υπήρχε ξεχωριστή αράδα των διακριτικών πάνω από τα γράμματα. Μάλιστα, ο Νικόλαος Βλαετός είχε ζητήσει το 1498 προνόμιο (privilegio) ισχύος δέκα ετών, για όλα τα βιβλία που θα τυπώνονταν με τους νέους τυπογραφικούς χαρακτήρες. Η γραμματοσειρά πάντως του Καλλιέργη είχε λύσει πολλά από τα προβλήματα, που δυστυχώς θα συνέχιζαν να υπάρχουν.

Το Μέγα Ετυμολογικόν κοσμείται με επίτιτλα και πρωτογράμματα, των οποίων το φυτικό διακοσμητικό μοτίβο ήταν από τα πλέον διαδεδομένα στα μεταςυζαντινά χειρόγραφα. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης το χρησιμοποιεί στις ξυλογραφίες των εντύπων βιβλίων του, έχοντας ως άμεσο πρότυπο τα μεταςυζαντινά χειρόγραφα, ιδίως τα δικά του και των συναδέλφων του κωδικογράφων που βρίσκονταν την εποχή εκείνη στη Βενετία. Τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα είναι σχεδόν πάντοτε τυπωμένα με κόκκινη μελάνη, χαρακτηριστικό που έχει την καταγωγή του στο χειρόγραφο. Η εκτεταμένη χρήση της ευθροτονίας στα κοσμήματα και στα αρχικά γράμματα αποτελεί ένα ακόμη από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της έκδοσης, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους.
Το ίδιο έτος με το Μέγα Ετυμολογικόν τυπώθηκε και το Υπόμνημα εις τας δέκα κατηγορίας του Αριστοτέλους του Σιμπλικίου. Το επόμενο έτος, το 1500, εξήλθαν δύο ακόμα εκδόσεις, το έργο του Αμμωνίου Υπόμνημα εις τα πέντε φωνάς [του Πορφυρίου] και η Θεραπευτική του Γαληνού, όπου υπάρχει η εικόνα τους συγγραφέα τυπωμένη με μαύρη μελάνη στο κέντρο του επιτίτλου στην πρώτη σελίδα του κειμένου. Από τους κολοφώνες των δύο τελευταίων εκδόσεων απουσιάζει, ωστόσο, το όνομα και το τυπογραφικό σήμα του Καλλιέργη.
Σε ορισμένα μάλιστα αντίτυπα της έκδοσης του Αμμωνίου έχει χρησιμοποιηθεί στα κοσμήματα της πρώτης σελίδας η χρυσοτυπία, η οποία αποτελεί κατάλοιπο του χειρογράφου και προϋποθέτει ιδιαίτερο κόπο, επιδεξιότητα και βέβαια οικονομικό κόστος. Ο Καλλιέργης είναι ο μόνος τυπογράφος, μαζί με τον Erhard Ratdolt, που χρησιμοποίησε την εκτύπωση με χρυσό κατά την Αναγέννηση, θέλοντας να αναδείξει την ομοιότητα του εντύπου με το χειρόγραφο. Στον κολοφώνα της ίδιας έκδοσης αποκαλείται η Βενετία ως βασιλίδα των πόλεων, ένας χαρακτηρισμός που μόνο για την Κωνσταντινούπολη είχε χρησιμοποιηθεί. Σε συνδυασμό με το τυπογραφικό σήμα του Καλλιέργη με τον δικέφαλο αετό και με την έκφραση του Βηεςαρίωνα quasi alterum Byzantium στην επιστολή του προς τον Δόγη το 1468, δηλώνεται η σύνδεση των Ελλήνων με τη Βενετία, η οποία αποτελούσε πλέον το οικονομικό και πνευματικό κέντρο τους.
Η χρεοκοπία του τυπογραφείου
Όλα τα έντυπα της εκδοτικής περιόδου 1499-1500 τυπώνονται με τους ίδιους τυπογραφικούς χαρακτήρες και κοσμούνται με επίτιτλα και πρωτογράμματα του ίδιου τύπου, ενώ εκτεταμένη είναι η χρήση της ερυθροτυπίας. Πάντως, το 1500 η τυπογραφική δραστηριότητα του εκδοτικού-τυπογραφικού συνεταιρισμού των Καλλιέργη Βλαστού διακόπτεται και το τυπογραφείο κλείνει, προφανώς λόγω των οικονομικών προβλημάτων. Το κόστος για την παραγωγή των τεεςάρων βιβλίων, ιδίως του Μεγάλου Ετυμολογικού, σε συνδυασμό με άλλες δυσκολίες και με την υψηλή τιμή που τα ελληνικά έντυπα είχαν σε σχέση με τα λατινικά, οδήγησε το πρώτο αυτό ελληνικό τυπογραφείο σε παύση των εργασιών του. Τη διακίνηση των αδιάθετων αντιτύπων ανέλαςε στο εξής ο Αλδος, ενώ τα κοσμήματα και οι τυπογραφικοί χαρακτήρες περιήλθαν με αγοραπωλησία στους τυπογράφους Giunti της Φλωρεντίας, οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν στις ελληνικές, κλασικές κυρίως, εκδόσεις τους. Ο Καλλιέργης το 1501 μεταςαίνει με την οικογένειά του στην Πάδοβα, όπου ασχολείται με την αντιγραφή χειρογράφων. Οι εκδόσεις της περιόδου 1499-1500 είναι κλαεςικά κείμενα και λεξικά, τα οποία απευθύνονται στο ουμανιστικό αναγνωστικό κοινό της εποχής.

Το 1509 ο Καλλιέργη επανασυστήνει το τυπογραφείο του και τυπώνει τέεςερα βιβλία στη Βενετία. Η δεύτερη περίοδος της εκδοτικής τυπογραφικής δραστηριότητας του σηματοδοτείται από την αλλαγή στην επιλογή των τίτλων. Τα βιβλία, που εξέρχονται από τα πιεστήριά του, είναι λειτουργικά κείμενα και ένα λαϊκό ανάγνωσμα, που έχουν ως αποδέκτες το ευρύ, ελληνικό, ορθόδοξο αναγνωστικό κοινό. Στόχος του είναι να τυπώσει βιβλία για τους Έλληνες, όπως γράφει στον πρόλογο του Ωρολογίου, 1509, όπου εξαγγέλλει την έκδοση λειτουργικών κειμένων και παροτρύνει τους Έλληνες να αγοράσουν το βιβλίο, ώστε να μπορέσει να υλοποιήσει το σχέδιό του.
Επαναδραστηριοποίηση
Μέσα σε ένα έτος τύπωσε το Ωρολόγιον, τα Εξεψάλματα, την Έκθεση Παραινετική του Αγαπητού διακόνου και, όπως σχετικά πρόσφατα αποδείχθηκε, τον Απόκοπο του Μπεργαδή. Τα βιβλία αυτά είναι μικρότερου σχήματος από τα προηγούμενα και τα τυπογραφικά στοιχεία μοιάζουν με εκείνα του 1499-1500. Όπως γράφει στην έκδοση των Εξεψαλμάτων: ο ταπεινός υμών και ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός, ζαχαρίας ο καλλιέργης ο εκ ρειθείμνης,... τουτονί τον χαρακτήρα και τύπον των γραμμάτων εποιήσατο. Τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα των εκδόσεών του είναι διαφορετικά από τα προηγούμενα αλλά πάντοτε βυζαντινού τύπου, ενώ η χρήση της ερυθροτυπίας είναι περιορισμένη σε σχέση με την πρώτη εκδοτική περίοδο. Οι οικονομικές συνθήκες, ο απαιτούμενος χρόνος, οι τεχνικές της εκτύπωσή αλλά και το είδος του κειμένου οδήγησαν τον Καλλιέργη σε επαναπροσδιορισμό της τυπωμένα σελίδας κατά το 1509. Έτσι κατέθεσε μιαν ακόμη πρόταση για το έντυπο ελληνικό -λειτουργικό αυτήν τη φορά βιβλίο, η οποία βρήκε μιμητές και καθόρισε κατά κάποιον τρόπο την τυπογραφική μορφή των λειτουργικών εκδόσεων. Ως πρότυπο χρησιμοποίησε τα χειρόγραφα, που ο ίδιος είχε αντιγράψει.
Δυστυχώς, ήταν βραχύβια η ζωή του τυπογραφείου του και η δεύτερη περίοδος της εκδοτικής δραστηριότητάς του τερματίστηκε την ίδια χρονιά, το 1509. Η προσπάθειά του, μαζί με άλλες (όπως του Λαόνικου και του Αλέξανδρου το 1486), προετοίμασε το έδαφος για την οργάνωση της συστηματικής παραγωγής λειτουργικών κειμένων και φυλλάδων από τον Πατρινό Ανδρέα Κουνάδη στη Βενετία από το 1521 και έπειτα.
Ελληνικό Γυμνάσιο Ρώμης
Το 1513, ο Λέων ο Γ’ (γιος του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς των Μεδίκων, ηγεμόνα της Φλωρεντίας) εκλέγεται πάπας. Γνώστης και υποστηρικτής των ελληνικών γραμμάτων ιδρύει το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης, όπου διδάσκουν επιφανείς Έλληνες λόγιοι, όπως ο Μάρκος Μουσούρος, ο Ιανός Λάσκαρις και ο Αρσένιος Αποστόλης. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης βρίσκεται στη Ρώμη πιθανόν από το 1513, όπου εργάζεται ως διδάσκαλος, εκδότης και τυπογράφος στο Ελληνικό Γυμνάσιο.

Η τρίτη περίοδος λοιπόν της τυπογραφικής δραστηριότητάς του, στη Ρώμη αυτήν τη φορά, καλύπτει τη χρονική περίοδο από το 1515 έως το 1523. Τα τυπογραφικά στοιχεία του και οι ξυλογραφίες του είχαν ήδη πωληθεί (nous Giunti της Φλωρεντίας. Στις εκδόσεις που κυκλοφορούν από το 1515 έως 1523 εμφανίζεται μια νέα, παρεμφερής με τις προηγούμενες γραμματοσειρά. Στη Ρώμη ο Καλλιέργης τύπωσε πρώτα την έκδοση των έργων του Πινδάρου (1515). Ακολούθησαν μεταξύ άλλων τα Ειδύλλια του Θεόκριτου (1515), οι Ωαι (1516), το έργο του Θωμά Μαγίστρου Ατθίδος διαλέκτου εκλογαί, κατά αλφάβητον (1517), η Εκλογή αττικών ρημάτων και ονομάτων του Φρυνίχου (1517), τα Σχόλια παλαιά εις την Ομήρου Ιλιάδα (1517), τα Ομηρικά ζητήματα του Πορφυρίου (1518), η Οκτώηχος (1520), τα Ερωτήματα του Εμμανουήλ Χρυσολωρά (1522), το Λεξικόν του Guarino Favorino (1523).
Πολλές εκδόσεις της Ρώμης έγιναν με τη συνεργασία του Ιταλού λογίου και τυπογράφου Comelio Benigni, ο οποίος συνέδραμε οικονομικά και τεχνητά την εκδοτικά προσπάθεια του Ελληνικού Γυμνασίου. Το τυπογραφικό σήμα του εμφανίζεται για πρώτη φορά μαζί με του Καλλιέργη στα Ειδύλλια του Πινδάρου. Η έκδοση των Εκλογών του Θωμά Μαγίστρου έγινε με την οικονομική συμπαράσταση του Πορτογάλου πρεσβευτή στη Ρώμη Michael Sylvius, τον οποίο ο Καλλιέργης ευχαριστεί στον πρόλογο.
Η χρήση της ερυθροτυπίας στις εκδόσεις της Ρώμης είναι ακόμα πιο περιορισμένη. Τα κοσμήματα είναι του ίδιου τύπου με εκείνα της δεύτερης εκδοτικής περιόδου στις Βενετία (1509), ωστόσο εντοπίζονται πολλά κενά στον χώρο των πρωτογραμμάτων. Το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης έδωσε οπωσδήποτε στον Καλλιέργη τη δυνατότητα έκφρασης των ταλέντων του και εξάσκησης μιας γόνιμης και δημιουργίας δραστηριότητας. Από αισθητικής απόψεως, όμως, τα βιβλία του είναι διαφορετικά από εκείνα της Βενετίας και οπωσδήποτε όχι εφάμιλλα. Ωστόσο, οι εκδόσεις του χαρακτηρίζονται πάντοτε από μιαν ιδιαίτερη άποψη, έστω κι αν το απόθεμα των τυπογραφικών στοιχείων και των ξυλογραφιών που διέθετε ήταν περιορισμένο.
Μετά την τυπογραφική δραστηριότητά του στη Ρώμη, ο Καλλιέργη ασχολήθηκε με την αντιγραφή κωδίκων και το τελευταίο χρονολογημένο χειρόγραφο του είναι από το 1524. Μετά δεν έχουμε άλλες ειδήσεις για τη ζωή και το έργο του. Η τελευταία μαρτυρία για τον Νικόλαο Βλαστό χρονολογείται το 1514.
Μοναδικός Γνώστης
Αναμφισβήτητα, ο Καλλιέργης αποτελεί το σημείο καμπής του ελληνικού εντύπου βιβλίου. Τυπογράφος και κατασκευαστής τυπογραφικών στοιχείων γνώριζε τις εξελίξεις της τυπογραφικής  τέχνης. Τα στοιχεία που εισήγαγε καθιερώθηκαν και έγιναν αντικείμενο μίμησης από τους συγχόνους του και τους μεταγενέστερους τυπογράφους. Οι τυπογραφικοί χαρακτήρες, τα κοσμήματα και οι προτάσεις του για την τυπωμένη σελίδα, μέσω επαναλήψεων, χαρακτήρισαν το ελληνικό βιβλίο για τους επόμενους αιώνες.
«ΕΚΘΕΣΙΣ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΤΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ. ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗ, ΒΕΝΕΤΙΑ, 1509.
Μέχρι τον Καλλιέργη το ελληνικό έντυπο σχεδόν δεν διέφερε από το ιταλικό, με το οποίο τυπωνόταν ταυτόχρονα και συχνά από τους ίδιους τυπογράφους. Πρόκειται, άλλωστε, για μια περίοδο πειραματισμών, ανάμεσα στο χειρόγραφο και στο έντυπο, ανάμεσα στο αρχέτυπο και στο παλαίτυπο, ανάμεσα στον 15ο και στον 16ο αιώνα, όχι μόνο για το ελληνικό αλλά και γενικά για το έντυπο της εποχής. Με τον Καλλιέργη το ελληνικό βιβλίο αποκτά εκείνα τα στοιχεία, τα οποία θα του επιτρέψουν να απαγκιστρωθεί από το ιταλικό και να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα.

«ΚΡΗΤΕΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/35bq4yO
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.