ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ | Για τον Δημοσθένη Βουτυρά, τον σχεδόν ξεχασμένο σήμερα διηγηματογράφο των πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας, οι κυριότεροι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας δεν γράφουν πολλά. Ένας συγγραφέας, που διαβάστηκε με πάθος στην εποχή του και που απασχόλησε κορυφαίους κριτικούς, εξαφανίζεται στα σχετικά εγχειρίδια ανάμεσα σε άλλους λιγότερο σημαντικούς, όπως τον Χατζόπουλο, τον Παντελή Χορν, την Ειρήνη Αθηναία και τον Γιάννη Αποστολάκη που δεν ήταν καν λογοτέχνης. Αλλά και η γενική τοποθέτηση είναι συχνά προβληματική. Έτσι ο Κ.Θ. Δημαράς και ο Λίνος Πολίτης, θεωρούν το έργο του Βουτυρά ιδιότυπη ηθογραφία του μικροαστικού και εργατικού κόσμου. Κατά τον πρώτο τα διηγήματα του «δεν αντέχουν σε κανενός είδους τεχνική ή αισθητική ανάλυση», είναι «όμορφοι όγκοι πεζογραφίας, μέσα στους οποίους δύσκολα ξαναβρίσκει κανείς την ιδιοφυΐα».
Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ ΤΟ 1951. ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΘΕΩΝΗ ΒΟΥΤΥΡΑ-ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ.
Ο Mario Vitti αναγνωρίζει στον Βουτυρά ένα «ρεαλισμό ωραιολατρικής προέλευσης», (που ταυτίζεται με τον ρεαλισμό και την ωραιοπάθεια του Χρηστομάνου) και υπογραμμίζει, στα διηγήματα του, «τα καταθλιπτικά σκούρα χρώματα» της ζωής του «υποπρολεταριάτου». Ωστόσο η ηθογραφία είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τον Βουτυρά. Προϋποθέτει ένα κόσμο σχετικά σταθερό και διαμορφωμένο. Στην ηθογραφία, ακόμη και όταν είναι πολύ υψηλού επιπέδου, όπως στον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη και τον Κονδυλάκη, το βασικό είναι ο γενικός τρόπος ζωής της κοινωνικής ομάδας, όχι η ατομική περίπτωση. Με τον Βουτυρά, γίνεται για πρώτη φορά η μετάβαση από τον φτωχό αλλά οργανωμένο και ψυχικά ισορροπημένο παραδοσιακό τρόπο ζωής στην άναρχου μένη και πολύμορφη, με ριζικές κοινωνικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις ζωή των αστικών κέντρων των αρχών του αιώνα. Για τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη υπάρχει πάντα, στο βάθος, το 1821 («ο Αγών»), η εκκλησία, ο κόσμος των εθίμων. Για τον Βουτυρά αυτά είναι ήδη μακρινά και αδιάφορα. Σ' αυτόν το κύριο είναι το ατομικό και το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια νέα μορφή ηθογραφίας, αλλά για κάτι εντελώς καινούργιο και διαφορετικό. Θα δούμε ότι και ο χαρακτηρισμός του Βουτυρά ως προλεταριακού συγγραφέα (έτσι τον είχε αποκαλέσει ήδη ο Τερζάκης) αντικρούσθηκε πολύ πειστικά από τον Τσίρκα.

Συνειδητή τέχνη
Μια περίεργη παρανόηση γύρω από το έργο του Βουτυρά είναι ο αντιφατικός συσχετισμός με τον «νιτσεϊκό υπεράνθρωπο» από τη μια πλευρά, και με τους αυτοδίδακτους «πριμιτιβιστές» και τον ζωγράφο Θεόφιλο από την άλλη. Μπορεί βέβαια να μιλήσει κανείς για μια μικρή μόρφωση (ή μάλλον για αδιαφορία προς τη μόρφωση) στον Βουτυρά, όχι όμως για πριμιτιβισμό. Ο Βουτυράς κάνει συνειδητά τέχνη, και παρά την έλλειψη κοσμοθεωρίας που του καταλογίστηκε (βλέπει τη ζωή χαώδη, παράλογη, δυστυχισμένη, αλλά συναρπαστικά ενδιαφέρουσα) είναι αναμφισβήτητα ένας συγγραφέας που ανασυνθέτει και αναπλάσσει, όχι ένας πριμιτιβιστής που απλώς αφηγείται.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ «ΛΑΓΚΑ» ΜΑΖΙ ΜΕ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ ΤΩΝ «ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ» ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ (ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 1915).
Από το άλλο μέρος ούτε και η κοινωνική ανάλυση ήταν για τον Βουτυρά πλήρης. Στο πρόσφατο σημαντικό βιβλίο του ο Χ.Δ. Γουνελάς λησμονεί τις συγκλονιστικές εικόνες φτώχιας που δίνει σε πολλά διηγήματα του ο Βουτυράς, καθώς και τη σαφέστατη αντιπολεμική θέση του στον Λαγκά, αριστουργηματική ανασύνθεση της κωμικοτραγικής επιστράτευσης και ήττας του 1897. Οι υπερβολικά γενικές κρίσεις και οι παρανοήσεις και παραλείψεις αυτές δικαιολογούνται από τη δυσκολία εποπτείας του έργου του Βουτυρά. Το έργο αυτό (με την εξαίρεση της Επιλογής του «Δίφρου» που κι αυτή δεν περιέλαβε όλα τα αξιόλογα διηγήματα), βρίσκεται διάσπαρτο σε παλιά περιοδικά και σε κακοτυπωμένα και δυσεύρετα τομίδια, γεμάτα τυπογραφικά λάθη και ανορθογραφίες, κάποτε χωρίς πίνακες περιεχομένων.
ΤΟ 1923, ΟΤΑΝ Η ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΤΥΡΑ ΗΤΑΝ ΕΝΤΟΝΗ, ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ «ΕΣΠΕΡΟΣ» ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ. ΤΟ ΣΚΙΤΣΟ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΣΕ Ο ΝΕΑΡΟΣ ΤΟΤΕ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ.
Για το λόγο αυτόν κριτικοί που θέλησαν να δώσουν στοιχεία για το περιεχόμενο διηγημάτων του Βουτυρά έπεσαν σε λάθη που δείχνουν ότι ακόμη και η πλοκή δεν είχε γίνει αντιληπτή. Είναι νομίζω καιρός να θυμηθούμε ότι ο πεζογράφος Γρηγόριος Ξενόπουλος, σημαντικός κριτικός, από τους πρώτους που καθιέρωσαν και τον Καβάφη, σε δύο σχετικά άρθρα του διατύπωσε καίριες κρίσεις για τον Βουτυρά. Του βρίσκει «στόφα διηγηματογράφου πρώτης τάξεως», «δύναμη, πρωτοτυπία», και θεωρεί «προτέρημα το παράξενο ύφος, το αινιγματικό της διήγησης». Παρατηρεί ότι το διήγημα του Βουτυρά, «αθετεί κάθε σχεδόν κανόνα ή νόμο, κι όμως είναι διήγημα». Ο συγγραφέας, προσθέτει, «επιβάλλεται παρά τα μεγάλα ελαττώματα», «το ύφος του είναι καλό, κι ας φαίνεται άσχημο», «ξεκούρδιστο, παράτονο, ασθματικό, ακατάστατο, αλλά με λεπτότητες και ομορφιές». Τα διηγήματα του Βουτυρά, γράφει, είναι «σημειώσεις ριγμένες άταχτα κ' εμπνευσμένα, σε πυρετό μάλιστα έμπνευσης». Είναι «στην περιγραφή ανυπέρβλητος» και ο διάλογος του «πάντα ψυχολογημένος και αναγκαίος».

Ρεαλιστική ψυχολογία
Πολύ αργότερα ο Τσίρκας βρίσκει στον Βουτυρά «αίσθηση του παρόντος γοργή και διαπεραστική» και τον θεωρεί ως τον «γονιμότερο και δημιουργικότερο διηγηματογράφο» της περιόδου 1905-1930. Αρνείται σωστά την άποψη του Τερζάκη για τη δήθεν «προλεταριακή» τοποθέτηση του Βουτυρά και τονίζει ότι ο συγγραφέας αυτός «αντικατέστησε την ηθογραφία με τη ρεαλιστική ψυχολογία του ανθρώπου των πόλεων» και έδωσε ένα «δυνατό, πλούσιο και ολοζώντανο πολύπτυχο της μικροαστικής νεοελληνικής τάξης» στην παραπάνω περίοδο. Ο Τσίρκας αρνείται τη δήθεν κοινωνική τέχνη του Θεοτόκη, τις «ωμές και δυσκίνητες νουβέλες» του, «τα θολά και τεχνητά διηγήματα του Χατζόπουλου» και τα ρηχά και χάρτινα ρομάντζα του Παρορίτη». Θεωρεί ορισμένα του Βουτυρά ως «διηγήματα διαμαρτυρίας... που άξια στέκονται στην πρώτη γραμμή όχι μόνο της νεοελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας αυτού του είδους».

Ελλειπτική διήγηση
Αξιοπρόσεχτες είναι και οι παρατηρήσεις του Τσίρκα για την τεχνοτροπία του Βουτυρά. Η ελλειπτική του διήγηση και η συνεχής μετακίνηση του χρόνου από το παρελθόν στο παρόν και στο μέλλον παραβάλλεται με την ανάλογη τεχνοτροπία του Joyce, του Sartre και του Faukner. Ο Βουτυράς είναι ακόμη στα 1947 (οπότε γράφεται η μελέτη) «μοντέρνος» συγγραφέας, συγγενεύει με τους μοντέρνους της εποχής αυτής. Οι δήθεν αδυναμίες του, η τηλεγραφική σύνταξη, το παραλήρημα, είναι τα τυπικά μέσα του «ψυχολογικού ρεαλισμού», που παρουσιάζονται πηγαία στον Βουτυρά, «από πρωτόγονη και αμόρφωτη διαισθητική ευαισθησία» ήδη από το 1900.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ, ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΒΟΥΤΥΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΘΕΩΝΗ ΒΟΥΤΥΡΑ - ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ.
Το έργο του Βουτυρά, καταλήγει ο Τσίρκας, είναι «ποτισμένο ολόκληρο από τις αγωνίες και τις περιπέτειες της σύγχρονης Ελλάδας» περιλαμβάνει «αριστουργηματικά στην πυκνότητα τους κομμάτια» και είναι «πάντα επίκαιρο και ζωντανό». Η μόνη επιφύλαξη του Τσίρκα για τον Βουτυρά (η οποία όμως, ακόμη και για τη σοσιαλιστική κριτική, δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για ένα συγγραφέα) είναι η έλλειψη «σωστής και βαθειάς αντίληψης των κοινωνικών και οικονομικών αιτίων».

Αίσθηση της πραγματικότητας
Λίγο μετά το θάνατο του Βουτυρά, στα 1958, ο Ανδρέας Καραντώνης παρατηρεί στον συγγραφέα «την αίσθηση της γύρω του πραγματικότητας και τη δυνατότητα της ονειρικής της ανάπλασης και εμβάθυνσης». Τα διηγήματα του, γράφει, «δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα απόλυτα πειστική». Σημειώνοντας ότι στα νιάτα του τον Βουτυρά «τον διάβαζε με πάθος... και σχεδόν δεν τον ξεχώριζε από τους μεγάλους ξένους διηγηματογράφους Μωπασάν, Τσέχωφ, Γκόρκι», προσθέτει ότι μετά το 1925 ο Βουτυράς δεν μπόρεσε πια να δημιουργήσει, γιατί το πραγματικό περιβάλλον και ο τρόπος ζωής στην Αθήνα είχε τελείως αλλάξει. Έτσι ο Βουτυράς στράφηκε, στα νεώτερα διηγήματα του, προς το φανταστικό. Οι τελευταίες φράσεις, καθώς και ο χαρακτηριστικά παρωχημένος χρόνος («διάβαζα με πάθος» κτλ.) δηλώνουν ότι στη σκέψη του κριτικού υπάρχει, για το χρόνο στον οποίο γράφει, ένα ξεπέρασμα του Βουτυρά. Η αλλαγή του περιβάλλοντος που διαπιστώνει ο Καραντώνης είναι αναμφισβήτητο γεγονός - παρατηρώ όμως ότι δεν αρκεί η αλλαγή αυτή για να θεωρηθεί, σε χώρες πνευματικά ώριμες, ένας συγγραφέας ξεπερασμένος. Αν ήταν έτσι, κανένα έργο δεν θα άντεχε περισσότερο από μια ή δύο γενιές.
TO ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ REVUE NOUVELLE, ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (1928). ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΒΟΥΤΥΡΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ. ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ «Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΩΝ ΒΟΔΙΩΝ». Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ Μ. LEFTS ΤΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΘΗΚΑΝ.
Μετά τον Καραντώνη, και άλλοι που κατά καιρούς εκφράστηκαν ευνοϊκά για τον Βουτυρά, το έκαμαν με συγκατάβαση, σαν να επρόκειτο για έναν πεζογράφο που, παρά τις αρετές του, δίκαια λησμονήθηκε και ξεπεράστηκε από άλλους καλύτερους. Οι συγγραφείς αυτοί που συντέλεσαν στην υποτίμηση του Βουτυρά, είναι η γενιά του '30, ο Βενέζης, ο Θεοτοκάς, ο Καραγάτσης, ο Μυριβήλης, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Τερζάκης. (Ο Καζαντζάκης ήρθε αργότερα, όταν ο Βουτυράς ήταν ήδη ξεχασμένος).

Ατμόσφαιρα της εποχής
Οι πεζογράφοι αυτοί πρόσφεραν αναμφισβήτητα πολλά στη νεοελληνική λογοτεχνία, εξέφρασαν ορισμένες νέες τάσεις, είχαν περισσότερη επαφή με την Ευρώπη και τους προβληματισμούς της, ανταποκρίθηκαν στο αίτημα για συγκρότηση της λογοτεχνικής προσωπικότητας και του έργου, και καλλιέργησαν τη γλώσσα και το ύφος. Δεν αρκούν όμως δυστυχώς αυτά, δεν αρκούν οι επιμελημένες και στρογγυλές φράσεις, για να καλύψουν την έλλειψη πρωτοτυπίας και ταλέντου, την έλλειψη μιας προσωπικής και δυνατής σύλληψης της ζωής. Θα ήταν πραγματικά αδύνατο να φανταστεί κανείς από το έργο των ανθρώπων αυτών την κοσμογονική εποχή στην οποία έζησαν, τις βαθύτατες κοινωνικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις, το τεράστιο ιστορικό γεγονός της συσσώρευσης του ελληνικού λαού στη Βαλκανική και το ξερίζωμα του από τη Μικρά Ασία. Τα μυθιστορήματα τους δεν ξεπερνούν την ατομική μεμονωμένη περίπτωση, τη συμβατική και δανεισμένη από τη Δύση αντιπολεμική λογοτεχνία, τον συμβατικό φροϋδισμό. Το ελλαδικό πνευματικό τέλμα του μεσοπολέμου κυριαρχεί εδώ, η ατμόσφαιρα και ο παλμός της εποχής δεν δίνονται καθόλου, μεγαλοποιούνται δευτερεύοντα και ανύπαρκτα για τον τόπο προβλήματα, όπως η προσαρμογή των Ρώσων «emigres» και άλλα παρόμοια.
Η ΦΗΜΗ ΤΟΥ ΒΟΥΤΥΡΑ ΕΙΧΕ ΣΧΗΜΑΤΙΣΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΚΑΔΕΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ. ΤΟ 1917 ΚΑΝΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΚΔΟΘΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΛΑΓΚΑ», ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ 1903, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΕ ΑΠΟΣΥΡΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΒΡΙΘΕ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΛΑΘΩΝ. ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΝΕΑ ΤΕΧΝΗ», ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΡΕΥΜΑΤΩΝ, ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙ ΕΝΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ.
Πολύ περισσότερο έδωσε στην ατμόσφαιρα της δικής του εποχής ο Βουτυράς στα διηγήματα της ακμής του. Το φάσμα των θεμάτων του είναι ευρύτατο και καλύπτει ολόκληρο τον τρόπο ζωής και τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων του τόπου και του καιρού του στα αστικά κέντρα. Τίποτε πιο βαθύ από τη φαινομενική απλοϊκή και ακαλλώπιστη αυτή τέχνη των καθημερινών περιστατικών. Όσο κι αν φαίνεται το αντίθετο, ο επαρχιωτισμός δεν βρίσκεται εδώ, αλλά στον Γιούγκερμαν που επιστρέφει στη... Φινλανδία!

Ανθρώπινες καταστάσεις
Το μικροαστικό περιβάλλον (δηλαδή ουσιαστικά ολόκληρη η νεοελληνική πόλη) με τη γαλήνη και τις συγκρούσεις του, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους ελάχιστους πλούσιους και τους πολλούς φτωχούς, οι πρώτες μικρές βιομηχανίες, οι δυσκολίες προσαρμογής των πρώτων εργατών, η ανεργία των νέων, η μετανάστευση ή το απραγματοποίητο όνειρο γι' αυτήν, η σύλληψη για χρέη, η αρρώστια, η ταβέρνα, το πορνείο, η κρυφή άμβλωση, η τάση για γρήγορο και άκοπο πλουτισμό με την κληρονομιά, ή με το λαχείο, ή με μια εφεύρεση, ή με την ανακάλυψη κάποιου θησαυρού, ή και με το έγκλημα, οι κατεδαφίσεις των παλιών σπιτιών, η λαϊκή πολυκατοικία, η φιλαργυρία, η αηδία του γέρου για τη ζωή ή το πάθος του για τη γυναίκα, λεπτομέρειες της τότε ατομικής και οικογενειακής ζωής, η μητριά, ο αυταρχικός θείος, το πρόβλημα του γάμου της αδελφής ή της «τιμής» της, η συζυγική απιστία, ψυχολογικά προβλήματα, δυσκολίες επαφής και συμπλέγματα μειονεξίας του νέου, το ερωτικό πάθος και η αυτοκτονία, λόγω της αντίθεσης των γονέων σε ένα γάμο, δειλοί έρωτες, ταλαντεύσεις, ζήλιες και πείσματα, οι «βεγγέρες» το πάθος για το λαϊκό ανάγνωσμα της εποχής (το «ιπποτικό μυθιστόρημα»), η ανησυχία από την πίστη στην προφητική σημασία του ονείρου, μικροί υπηρέτες και υπηρέτριες, η επαρχιακή πόλη, η Αττική ως μια περιοχή ακόμα σε μεγάλη έκταση γεωργική, τα τραμ που κατεβάζουν τον κόσμο στα ζεστά από-γέματα του καλοκαιριού σε ένα παραδεισιακό Φάληρο με κέντρα κοντά στη θάλασσα, όλα αυτά (που θα ήταν μόνο ύλη ντοκουμέντου, αν δεν υπήρχε η λεπτομέρεια και μια ισχυρή λυρική πνοή, όλη η ατμόσφαιρα της παλιάς ζωής), βρίσκονται ολοζώντανα στα διηγήματα του Βουτυρά, που από μια άποψη συνεχίζουν τα αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και συνδέονται έτσι με την παράδοση.

Το φανταστικό στοιχείο
Περιττεύει βέβαια να πει κανείς ότι η πληθωρική αυτή παραγωγή είναι άνιση. Η πολυγραφία και συχνά προχειρογραφία του Βουτυρά και το μη έγκαιρο σταμάτημα της παραγωγής του (όπως και τον Παλαμά) τον έβλαψαν. Το φανταστικό στοιχείο, που στα διηγήματα της ακμής του, ισορροπούσε με το ρεαλιστικό και καθημερινό, δημιουργώντας ένα νέο, πρωτότυπο είδος πεζογραφίας, στα τελευταία του έργα εξογκώνεται και η ισορροπία ανατρέπεται. Ωστόσο, πολυγραφία και ανισότητα παρατηρούνται και σε άλλους μεγαλύτερους συγγραφείς, όπως ο Τσέχωφ. Όπως αυτοί έτσι και ο Βουτυράς θα κριθεί από τη μέγιστη και όχι από την ελάχιστη απόδοση του ταλέντου του. Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει για το συχνά κατηγορημένο ύφος του Βουτυρά. Αποτελεί αναμφισβήτητα πρόοδο για τη διαμόρφωση της γλώσσας και του ύφους το ότι με τον Βουτυρά εγκαταλείπεται η προσπάθεια για την τεχνητή δημιουργία ενός «δημοτικού» ύφους (Ψυχάρης, Καρκαβίτσας κ.ά.) και γράφεται η γλώσσα για πρώτη φορά με αμεσότητα. Αυτό που του καταλόγιζε ο Ξενόπουλος ως ελάττωμα, ότι δεν πλάθει, και δεν ξεθάβει λέξεις, είναι η μεγάλη του ωριμότητα. Υπάρχει εδώ μια παραλληλία με τον Καβάφη που τον ίδιο καιρό ξεπερνά το γλωσσικό δίλημμα της εποχής του, στην ποίηση, και καταργεί την «ποιητική λέξη». Υπενθυμίζω ότι και της γενιάς του '30 το ύφος, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάθε άλλο παρά ικανοποιητικό είναι, όπως στην Eroica με τις παρεμβαλλόμενες στον πεζό λόγο ρυθμικές φράσεις και τους γλυκερούς δεκαπεντασύλλαβους, ή όπως στην ακόλουθη φράση του Καραγάτση για «το λιμάνι που λαγοκοιμόταν σε μενεξεδιά νερά». Δεν πρόκειται μόνο για μια ατυχή φράση που δεν ξεπερνά το επίπεδο της μέτριας μαθητικής έκθεσης, αλλά για μια βασικά λανθασμένη αντίληψη της γλώσσας, όπου ούτε μια λέξη δεν είναι στη θέση της. Σε σχέση με την πεζογραφία αυτή, ο Βουτυράς βρίσκεται πιο μπροστά, όταν πολλά χρόνια πιο πριν σε μια εποχή αδιαμόρφωτου πεζού λόγου (ας θυμηθούμε πώς έγραφε ο Παλαμάς), έδινε φράσεις τόσο «μοντέρνες» όπως η ακόλουθη: «Βάδιζε τώρα σιγά. Ξαφνικά την προσοχή του έσυρε ένα κάλπασμα αλόγων, πλήθος αλόγων, ένα κάλπασμα σα να γινότανε ψηλά στον αέρα και μακρινό, τόσο μακρινό κ' ελαφρό, που μες στην ησυχία π' απλωνόταν, του φάνηκε σα να 'ταν πλήθος μικρά κομμάτια της που κουνιόντουσαν γρήγορα».

Ισχυρό ένστικτο
Σκοπός όσων προηγήθηκαν είναι να δείξουν ότι αξίζει τον κόπο να γίνει μια συγκεντρωτική έκδοση του έργου του Βουτυρά, που θα το δώσει απαλλαγμένο από τυπογραφικά λάθη και με αποκαταστημένη ορθογραφία και στίξη. Η τάξη με την οποία θα παρουσιασθούν τα διηγήματα θα είναι χρονολογική. Ο Βουτυράς ήταν ο πρώτος λογοτέχνης στην Ελλάδα που ζούσε αποκλειστικά από το γράψιμο διηγημάτων. Το έργο του ξεπερνά τα 500 κομμάτια. Έχει ενδιαφέρον ότι χρησιμοποιούσε οποιοδήποτε είδος χαρτιού έβρισκε μπροστά του. Στη φωτογραφία το διήγημα του είναι γραμμένο σε πολυγραφημένο χαρτί της UNRA. (Αρχείο Βουτυρά - ΕΛΙΑ). Έγραφε επίσης σε αποδείξεις, σε προκηρύξεις, σε στρατσόχαρτα, ακόμα και σε επιστολές που ήδη είχε λάβει. Έτσι θα γίνει δυνατή και μια αναγνώριση των περιόδων και της μικρής έστω εξέλιξης που πέρασε ο συγγραφέας από την αρχή ως το τέλος. Για τη χρονολόγηση οι πρώτες δημοσιεύσεις σε περιοδικά και οι εκδόσεις σε τεύχη και τομίδια (που κάποτε έχουν χρονολογίες) πρέπει να ληφθούν υπ' όψει. Εσωτερικές ενδείξεις χρονολογήσεως, όπως π.χ. του κομήτη του Χάλεϊ (1910) στο καλό διήγημα «Μετά το κακό» μπορούν να βοηθήσουν. Είναι επίσης ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη θέση στον Βουτυρά στις ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του Κ.Θ. Δημαρά είναι βέβαια μεγάλο. Η πρόοδος σε σχέση με τις προηγούμενες αμέθοδες ιστορίες (Βουτιερίδη κ.ά.) τεράστια, η συμβολή του στη σωστή τοποθέτηση της κρητικής λογοτεχνίας και στη μελέτη του διαφωτισμού, της ιστοριογραφίας και του ρομαντισμού καθοριστική. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, οι θέσεις που είδαμε για τον Βουτυρά, καθώς και οι θέσεις για τον Παπαδιαμάντη («διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα») και για τον Καζαντζάκη (που μετακινείται από το χώρο της λογοτεχνίας «στην ευρύτερη ιστορία της παιδείας»), σεβαστές βέβαια και συζητήσιμες, θα έπρεπε ίσως να υποστηριχθούν και αναπτυχθούν σε ειδικές μελέτες για τους συγγραφείς αυτούς. Σε μια ιστορία της λογοτεχνίας θα ήταν φυσικό να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η απήχηση των έργων και η γνώμη κριτικών όπως ο Ξενόπουλος, ο Τσίρκας, ο Καραντώνης, εφόσον δεν έχει ανατραπεί σε συγκεκριμένα επιχειρήματα. Ιδιαίτερο βάρος αποκτά στο σημείο αυτό η γνώμη ενός ακόμη εκλεκτού κριτικού, του Π. Χάρη, που, αφού παρατηρεί το «ισχυρότατο ένστικτο» του Βουτυρά και τους ξεχωριστούς νόμους που ισχύουν στο διήγημα του, καταλήγει στο ότι (παρά την προσωρινή επιτυχία του) ο ελληνικός λαός «δεν είναι ακόμα έτοιμος» για να τον καταλάβει.Απόσπασμα από τον τόμο «Αφιέρωμα στον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο», του Στυλιανού Αλεξίου. Εκδόσεις «Μαλλιαρής-Παιδεία», 1990.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΑΘΗΝΑ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1998


from ανεμουριον https://ift.tt/2VTos8K
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.