Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - ΝΤΕΜΙΡΕΛ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ 1967 | Η ατμόσφαιρα είναι πανηγυρική στη Γέφυρα των Κήπων, στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στον Έβρο, το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου. Μια μεγαλοπρεπής αψίδα εύχεται «Καλώς ήλθατε» στην ελληνική και την τουρκική γλώσσα, ενώ ο γύρω χώρος είναι διακοσμημένος με πολυάριθμες σημαίες των δύο χωρών. Αιτία είναι η συνάντηση κορυφής του πρωθυπουργού της Τουρκίας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ με τον ομόλογό του Κ. Κάλλια, αλλά στην πραγματικότητα με τον αρχηγό της χούντας Γ. Παπαδόπουλο, παρόλο που ο τελευταίος τυπικά έχει ακόμη μόνο το αξίωμα του υπουργού Προεδρίας. Αντικείμενο της συνάντησης είναι η συμφωνία για λύση του Κυπριακού. «Η στάση της χούντας θα εξαρτηθεί από το ποια θα πιστεύει ότι είναι η πρόθεση των ΗΠΑ. Μπορεί για παράδειγμα να συμφωνήσει στην παροχή κυρίαρχης βάσης στην Τουρκία στο πλαίσιο της ένωσης και να επιβάλει αυτή τη λύση στον Μακάριο, έστω και με πραξικόπημα, εφόσον οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να υποστηρίξουν το στρατιωτικό καθεστώς», υπογράμμιζε έκθεση της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Αναλύσεων του State Department, τρία μόλις 24ωρα νωρίτερα, στις 6 Σεπτεμβρίου. Η επίλυση του Κυπριακού με βάση τις αμερικανικές επιθυμίες και υποδείξεις είναι το σημαντικότερο μέσον που έχει στη διάθεσή του το δικτατορικό καθεστώς για να εξασφαλίζει την εύνοια της Ουάσινγκτον. Πολύ περισσότερο μετά την εκρηκτική κατάσταση που δημιούργησε στη Μέση Ανατολή ο «Πόλεμος των Έξι Ημερών» τον Ιούνιο, με την κατοχή από το Ισραήλ πολλών αραβικών εδαφών, η Κύπρος είναι πιο αναγκαία παρά ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εμπόδιο όμως στη ΝΑΤΟποίηση της Κύπρου αποτελεί ο Μακάριος, τον οποίο η χούντα της Αθήνας σχεδιάζει να εξοντώσει για να υλοποιήσει τα σχέδιά της για διχοτόμηση του νησιού. Τα αισθήματα των συνταγματαρχών για τον Μακάριο απηχεί το παρακάτω εμπρηστικό σχόλιο «αρμοδίων κύκλων», που υπαγορεύτηκε σε όλες τις (υπό καθεστώς λογοκρισίας) αθηναϊκές εφημερίδες της 1ης Ιουλίου: «Οταν αρχίζουν εθνικοί αγώνες αποφασιστικής σημασίας, αι πρώται προσπάθειαι στρέφονται προς την εκκαθάρισιν του εσωτερικού μετώπου. (...) Εις την περίπτωσιν της Κύπρου, τα ανθενωτικά αυτά στοιχεία δεν είναι μόνον οι κομμουνισταί και οι συνοδοιπόροι. Είναι και οι ψευδοενωτικοί, οι υποκριταί,
ΟΙ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, Κ. ΚΟΛΛΙΑΣ ΚΑΙ Σ. ΝΤΕΜΙΡΕΛ. ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΑΠΟ ΔΕΞΙΑ) ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ Ο ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ.
οι καιροσκόποι και οι συμφεροντολόγοι. Είναι και όσοι δεν πιστεύουν εις την ιερότητα του αγώνος, είναι και οι απαισιόδοξοι οίτινες δεν θεωρούν την Ενωσιν δυνατήν και πραγματοποιήσιμον... Όλοι αυτοί είναι αρνηταί και λιποτάκται του αγώνος, διότι η πολιτική των οδηγεί εις τον ενταφιασμόν της Ενώσεως. Δυστυχώς, μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και πρόσωπα κατέχοντα ανωτάτας θέσεις εις την πολιτείαν και επηρεάζοντα την ηγεσίαν του Κυπριακού λαού. Πρέπει, συνεπώς, εις τας παραμονάς αποφασιστικών εξελίξεων, τα πρόσωπα αυτά να απομονωθούν και να εξαναγκασθούν όπως εγκαταλείψουν τα υπεύθυνα αξιώματά των και την ανεύθυνον πολεμικήν των». Υπό το κράτος παρόμοιων απειλών, που είναι προφανές ότι απευθύνονται προς αυτόν, ο Μακάριος υποχρεώνεται να δεχθεί τον Αύγουστο στη Λευκωσία τον Παπαδόπουλο, με τον οποίο έχει το βράδυ της 9ης Αυγούστου πολύωρη συνομιλία κατά μόνας, μετά το επίσημο δείπνο. Αποτέλεσμα της τριήμερης επίσκεψης του Παπαδόπουλου είναι η ευθυγράμμιση της πολιτικής του Μακαρίου με εκείνη της χούντας, τουλάχιστον επισήμως. «Ο ελληνισμός, με ειρηνικός μεθοδεύσεις και μέσα τα οποία θα μεθοδεύση η ελληνική κυβέρνησις εν συνεργασία μετά του εθνάρχου εν Κύπρω Μακαριωτάτου αρχιεπισκόπου Μακαρίου, θα βαδίση σταθερώς προς το ποθητόν τέρμα του εθνικού αγώνος, την ένωσιν της Κύπρου εις τον κορμόν της μητρός Ελλάδος», δηλώνει ο δικτάτορας αναχωρώντας από την Κύπρο. Ο ελιγμός του Μακαρίου δεν αποτρέπει τον προσωρινό παραμερισμό του από τις εξελίξεις. Η συνάντηση στον Έβρο καθορίζεται εν αγνοία του, με απευθείας διαπραγματεύσεις Αθήνας - Άγκυρας. Από ελληνικής πλευράς, πλην του Παπαδόπουλου και του εικονικού πρωθυπουργού Κ. Κόλλια, στην αντιπροσωπεία συμμετέχουν ο αντιπρόεδρος του στρατιωτικού καθεστώτος στρατηγός Γρ. Σπαντιδάκης και ο υπουργός Εξωτερικών Π. Οικονόμου - Γκούρας, ενώ τον Ντεμιρέλ συνοδεύει ο υπουργός Εξωτερικών Ιχσόν Τσαγλαγιαγκίλ. Οι δύο πρωθυπουργοί συναντώνται εθιμοτυπικά στις 11.30 το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου και μεταφέρονται από τη Γέφυρα των Κήπων με το ίδιο αυτοκίνητο στην τουρκική κωμόπολη Κεσάν, όπου αρχίζουν οι συνομιλίες της πρώτης ημέρας, οι οποίες διαρκούν συνολικά έξι ώρες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. «Αυτό που δεν θα μάθει ποτέ ίσως η ελληνική κοινή γνώμη είναι η προσφορά της χούντας να διχοτομήσει την Κύπρο και να τη μοιραστεί με την Τουρκία, αφού ανατρέψει τον Μακάριο μέσω του στρατηγού Γρίβα και επεκτείνει το καθεστώς της και στη νήσο», αναφέρει ρητό έκθεση της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Αναλύσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, δύο μήνες αργότερα. Η Τουρκία είχε αυξήσει το τίμημα που ζητούσε για να δεχθεί τη διχοτόμηση, ενώ «δεν είχε αρκετή εμπιστοσύνη στον Παπαδόπουλο, ώστε να εγκρίνει το σχέδιό του για το πραξικόπημα στην Κύπρο, που θα κατέληγε στην “άμεση ένωση”», προσθέτει η αμερικανική έκθεση. Τριάντα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιουνίου 1995, ο πρεσβευτής των
ΟΙ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΩΝ ΜΟΙΡΑΙΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ.
ΗΠΑ στην Αθήνα το 1967 επιβεβαιώνει σε συνέντευξή του στον Αλ. Παπαχελά ότι πραγματικά ο Παπαδόπουλος πρότεινε στους Τούρκους συνομιλητές του την ανατροπή του Μακαρίου και τη «διπλή ένωση» και ότι μοναδικό εμπόδιο υλοποίησης αυτού του σχεδίου στάθηκε η έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους της Άγκυρας. Έτσι οι συνομιλίες, παρά τις προσδοκίες της χούντας, η οποία νόμιζε αφελώς ότι θα λύσει το Κυπριακό προσφέροντας τη βάση της Δεκέλειας και ένα μεγάλο τμήμα κυπριακής γης στους Τούρκους και παραχωρώντας ειδικά προνόμια στους Τουρκοκύπριους, καταλήγουν σε ναυάγιο. Ουσιαστικά η πολυδιαφημισμένη συνάντηση δεν έχει πλέον οποιοδήποτε περιεχόμενο. Για να σωθούν, όμως, τα προσχήματα, οι δύο πλευρές αποφασίζουν να επαναλάβουν τις συνομιλίες την επόμενη μέρα στην Αλεξανδρούπολη όπου, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, θα συζητήσουν περί οικονομικής συνεργασίας, τουρισμού και άλλων ήσσονος σημασίας θεμάτων. Στο κοινό ανακοινωθέν γίνεται λόγος περί «συσφίξεως των δεσμών φιλίας, καλής γειτονίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών (...) εν τω πνεύματι της εγκαρδιότητος το οποίον εδημιούργησαν οι δύο μεγάλοι πολιτικοί άνδρες, Ατατούρκ και Βενιζέλος, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του γεγονότος ότι ανήκουν (σ.σ. προφανώς, οι χώρες) εις την αυτήν συμμαχίαν», χωρίς όλα αυτά να αλλάζουν στο ελάχιστο την πλήρη αποτυχία των συνομιλιών. Μια αποτυχία που θα αναγνωρίσει επίσημα και η ίδια η χούντα, κατά την επισκέψη Σπαντιδάκη στην Κύπρο, στις 21 Οκτωβρίου. Οι ολέθριες επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής της χούντας γίνονται για πρώτη φορά αισθητές τον Νοέμβριο, με τα αιματηρά επεισόδια της Κοφίνου, που αλλάζουν δραματικά τα δεδομένα και τους συσχετισμούς δύναμης στο Κυπριακό. Τα επεισόδια αρχίζουν στις 14 Νοεμβρίου, όταν αστυνομικές περίπολοι της ελληνοκυπριακής πλευράς με επικεφαλής τον ίδιο τον Γρίβα μπαίνουν στο υπό τουρκοκυπριακό έλεγχο χωριό του Αγίου Θεοδώρου. Την επόμενη μέρα, σημειώνονται ανταλλαγές πυρών μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και σύντομα οι συγκρούσεις γενικεύονται, με τη συμμετοχή τεθωρακισμένων, βαρέων όπλων και πυροβολικού. Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου, οι δυνάμεις του Γρίβα, ο οποίος κινείται βάσει σχεδίου που έχει εγκριθεί προκαταβολικά από τη στρατιωτική κυβέρνηση της Αθήνας, καταλαμβάνουν τα χωριό Κοφίνου και Άγιος Θεόδωρος. Τα γεγονότα της Κοφίνου προκαλούν μείζονα κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς η Τουρκία ζητεί άμεση παρέμβαση του ΟΗΕ και αποχώρηση των ελληνοκυπριακών στρατευμάτων υπό την απειλή στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο. Τα χαράματα της 16ης Νοεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις αποσύρονται από τις καταληφθείσες περιοχές, αλλά η ζημιά έχει ήδη γίνει. Βρίσκοντας ουρανόπεμπτο πρόσχημα για τις επιθετικές της ενέργειες, η κυβέρνηση της Άγκυρας υποκινεί ογκώδεις ανθελληνικές διαδηλώσεις, στις 17 Νοεμβρίου παίρνει εξουσιοδότηση της Εθνοσυνέλευσης για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων και εκτός Τουρκίας όποτε το κρίνει σκόπιμο και προχωρεί σε επιδεικτικές παραβιάσεις του κυπριακού θαλάσσιου και εναέριου χώρου. Στο μεταξύ, οι τουρκικές εφημερίδες, με τεράστιους, άνωθεν διοχετευόμενους τίτλους αναγγέλλουν επικείμενη τουρκική απόβαση στη βόρεια Κύπρο. Στην Κύπρο, Αμερικανοί και Βρετανοί μεταφέρουν τα γυναικόπεδα του προσωπικού τους στη Βηρυτό. Τα τύμπανα του πολέμου ακούγονται για μέρες πολύ δυνατά στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Σε ένα δραματικό διάγγελμα, ο Μακάριος καλεί τον κυπριακό λαό επί των επάλξεων: «Δεν αποκρύπτω ότι διερχόμεθα δραματικός πράγματι στιγμάς και τα νέφη του πολέμου απλούνται απειλητικώς υπεράνω της Κύπρου. Μισούμεν τον πόλεμον. Αγαπώμεν μετά πάθους και θέλομεν την ειρήνην. (...) Η αποτροπή όμως του απειλούντος την Νήσον μας πολέμου δεν εξαρτάται από ημάς. Πιθανώς ούτος να μας επιβληθή υπό της Τουρκίας, ήτις κατά τας τελευταίας ημέρας δεν έπαυσεν απειλούσα με πόλεμον την Κύπρον. Ελπίζω και εύχομαι να πρυτανεύση η λογική και εν ειρηνική ατμοσφαίρα να συζητηθή η λύσις του κυπριακού προβλήματος. Εάν όμως, παρ’ ελπίδα δεν συμβή τούτο και ο πόλεμος επιβληθή, τότε θα αμυνθώμεν διά την τιμήν και την αξιοπρέπειάν μας. Θα αγωνισθώμεν με υψηλά τα μέτωπα και την ψυχήν ορθίαν. Ο αγών μας θα είναι αγών υπέρ πάντων. Ο Θεός της ειρήνης έστω μεθ’ ημών!». Η τύχη της Κύπρου όμως κρίνεται στα παρασκήνια. Στις 19 Νοεμβρίου -και ενώ η Τουρκία έχει συγκεντρώσει ήδη στρατιωτικές δυνάμεις απέναντι από την Κύπρο και 25 τουρκικά βομβαρδιστικά έχουν μετακινηθεί στη βάση του Ινσιρλίκ- ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα Πάρκερ Χαρτ και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Ιχσάν Τσαγλαγιαγκίλ, στο σπίτι του τελευταίου, συντάσσουν από κοινού ένα σχέδιο ελληνοτουρκικής συμφωνίας, το οποίο έχει το ίδιο περιεχόμενο με τελεσίγραφο που έχει απευθύνει η Άγκυρα προς την Αθήνα από τις 17 Νοεμβρίου: Να φύγει αμέσως από την Κύπρο η ελληνική μεραρχία που είχε στείλει εκεί ο Γ. Παπανδρέου. Το πρωί της 23ης Νοεμβρίου η αμερικανική ηγεσία είχε πειστεί ότι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ήταν ζήτημα ελάχιστων ημερών ή και ωρών. Μετά από εισήγηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Ντιν Ρασκ, ο πρόεδρος Τζόνσον αποφάσισε να στείλει ως ειδικό απεσταλμένο στην Αθήνα και την Άγκυρα τον τέως υφυπουργό Άμυνας Σάιρους Βανς, ο οποίος όμως είχε παντελή άγνοια του Κυπριακού! Ο Λ. Τζόνσον μάλιστα, κατά μαρτυρία του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Ουόλτερ Ραστόου, δήλωσε ότι ο Βανς έχει στη διάθεσή του ένα εκατομμύριο δολάρια «για να δωροδοκήσει όποιον χρειάζεται από τους Έλληνες ή τους Τούρκους προκειμένου να αποτρέψει την ελληνοτουρκική σύρραξη». Ο Βανς συναντάται στην Άγκυρα με τον Ντεμιρέλ και τον Τσαγλαγιαγκίλ, οι οποίοι απαιτούν την αποδοχή του τελεσιγράφου τους. Το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου, ο Βανς έχει επιστρέφει από την Άγκυρα και συναντά για δεύτερη φορά τον Π. Πιπινέλη, που έχει αναλάβει εν τω μεταξύ υπουργός Εξωτερικών της χούντας για να διαχειριστεί την τρομερά δύσκολη κατάσταση.
Ο ΤΥΠΟΙΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ Κ. ΚΟΛΛΙΑΣ ΑΝΤΑΛΛΑΣΕΙ ΧΕΙΡΑΨΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ Σ. ΝΤΕΜΙΡΕΛ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΥΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΙΑ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΕΣΗ).
ΤΟΥΡΚΟΙ ΧΩΡΙΚΟΙ ΣΤΟ ΚΕΣΑΝ ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΒΑΙΝΕΙ ΕΚΕΙ ΓΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ.
Ο τότε πρεσβευτής της Κύπρου στην Αθήνα, Νίκος Κρανιδιώτης, περιγράφει ως εξής το μοιραίο εκείνο βράδυ στο βιβλίο του «Ανοχύρωτη Πολιτεία»: «Καθόμουνα στον έρημο υπουργικό προθάλαμο και περίμενα. Η ώρα προχωρούσε. Η συνομιλία του Αμερικανού απεσταλμένου με τον Έλληνα υπουργό συνεχιζόταν έως αργά τα μεσάνυχτα. Όταν ο Βανς έφυγε, μπήκα ανυπόμονος στο γραφείο του υπουργού. Ο Πιπινέλης ήταν ανήσυχος και βημάτιζε νευρικά μέσα στο δωμάτιο. Με κοίταξε με ένα παγερό βλέμμα και μου ’πε: “Διαπράττετε σφάλματα και τα σφάλματα πληρώνονται”. Κατάλαβα αμέσως ότι η κυβέρνηση των συνταγματαρχών, κάτω από την αμερικανική πίεση, είχε συνθηκολογήσει. Απάντησα ότι οι εντολές για τις επιχειρήσεις Κοφίνου δεν δόθηκαν από την κυπριακή κυβέρνηση αλλά από το Γενικό Επιτελείο Αθηνών και επέμεινα ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έπρεπε να ενδώσει στην τουρκική αξίωση και να απογυμνώσει την Κύπρο από την άμυνά της. “Η ελληνική μεραρχία -είπα- πρέπει να παραμείνει σαν μια εγγύηση για την ασφάλεια του νησιού. Η απομάκρυνσή της θα ισοδυναμούσε με πράξη προδοσίας”». Αλλά ο κύβος έχει πλέον ριφθεί. Στις 27 Νοεμβρίου ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, που επιστρατεύεται για να δοθεί ευρύτερη κάλυψη στη ΝΑΤΟϊκή λύση, ανακοινώνει ότι οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας αποδέχονται το σχέδιο Βανς, το οποίο επιβάλλεται τελικά και στον αδύναμο να αντιδράσει Μακάριο. Θέλοντας να δώσει γρήγορα δείγματα καλής διαγωγής, η χούντα αρχίζει την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από τις πρώτες κιόλας μέρες του Δεκεμβρίου. όλις δύο μήνες μετά τις υπερφίαλες προσδοκίες που είχε σκορπίσει ο Παπαδόπουλος για τη συνάντηση του Έβρου, ο μόνος πρακτικός καρπός της πολιτικής του είναι ο αφοπλισμός, ουσιαστικά, της μαρτυρικής νήσου, η οποία αφήνεται ανυπεράσπιστη στο έλεος της Αγκύρας. Οι συνέπειες δεν θα αργήσουν να φανούν: Στις 29 Δεκεμβρίου ανακοινώνεται η δημιουργία «Τουρκοκυπριακής Προσωρινής Διοίκησης» στη Βόρεια Κύπρο, ένα κάπως πιο εύηχο συνώνυμο της ανοιχτής διχοτόμησης. Και είμαστε ακόμα μόνο στην αρχή...

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ 1967 / ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΑΘΗΝΑ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1998


from ανεμουριον https://ift.tt/2nqHM0l
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.