Φώτης Κόντογλου (1895, Αϊβαλί - 1965, Αθήνα)

Αν σήμερα έχουμε πλήρη συνείδηση του ποια είναι η ελληνορθόδοξη παράδοση του λαού μας, αυτό οφείλεται σε μια δράκα πνευματικών ανθρώπων και καλλιτεχνών ανάμεσα στους οποίους ο Μικρασιάτης (από το Αϊβαλί - Αρχαίες Κυδωνιές) αγιογράφος, ζωγράφος, πεζογράφος και μαχητής της Ορθοδοξίας Φώτης Κόντογλου κατέχει ηγετική θέση. Όσο περνάει ο καιρός, γίνεται ευρύτερα αντιληπτό το μέγεθος της προσφοράς, αλλά και η πολυμέρεια του Κόντογλου. Βλέπουμε λ.χ. ότι δεν ήταν μόνο ένας λαμπρός αγιογράφος, που επανασυγκόλλησε την εκκλησιαστική ζωγραφική παράδοση, αλλά και ένας από τους πατέρες της νεοελληνικής ζωγραφικής, με προσωπικό έργο σημαντικό και μαθητές έναν Τσαρούχη, έναν Εγγονόπουλο κ.ά. Διαπιστώνουμε ότι δεν ήταν απλά ένας συγγραφέας κουρσάρικων περιπετειών, που αφοσιώθηκε στη θρησκειολογία, όπως τον κατηγόρησαν μερικοί, αλλά ένας δυναμικός πεζογράφος με βαθύτατη ελληνική συνείδηση. Άνθρωπος αγνός ανεπιτήδευτος, με την ταπεινοσύνη που χαρίζει το γνήσιο ορθόδοξο βίωμα, έκρυβε μέσα του τέτοια καλοσύνη, που μόνο θαυμασμό είναι δυνατό να προκαλεί. Κουβαλώντας τις ρίζες της γνήσιας μεταβυζαντινής παράδοσης του Μικρασιάτη Ελληνισμού, με τους αγώνες μιας ολόκληρης ζωής, ο Κόντογλου μας έφερε με το χρωστήρα και το λόγο κοντά στις ρίζες αυτές, μας βοήθησε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, αποκατέστησε τη συνέχεια στην εκκλησιαστική μας Τέχνη αποδιώχνοντας κάθε δυτική και αναγεννησιακή μίμηση, έδωσε στην πεζογραφία μας τα φτερά που της έλειπαν για πτήσεις σ' ένα υψηλό ρωμαλέο επίπεδο δημιουργίας μακριά από τις ψευτομιμήσεις των ξένων προτύπων και μας άνοιξε τα μάτια στους κινδύνους του άκριτου οικουμενισμού. Οι σημερινές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη ήρθαν δυστυχώς να τον επιβεβαιώσουν πλήρως και σε αυτό.
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ, ΤΟΥ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. ΣΥΛΛΟΓΗ Ε. ΜΠΑΣΤΙΑ.
Ο Κόντογλου είδε το φως το 1896 (υπάρχουν αμφιβολίες για την ακριβή χρονολογία, αναφέρονται επίσης το 1895 και το 1897), στις 8 Νοεμβρίου. Γονιοί του ήταν ο Νικόλαος Αποστολέλλης και η Δέσπω Κόντογλου, από την οποία πήρε και το επώνυμο του. Αυτό οφείλεται στο ότι τον πατέρα τον έχασε πολύ νωρίς και την ευθύνη της οικογένειας του ανέλαβε ο αδελφός της μητέρας του αρχιμανδρίτης Στέφανος Κόντογλου, «ηγούμενος της παρά τας Κυδωνιάς Ιεράς Μονής της Αγίας Παρασκευής». Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Κόντογλου «την Αγία Παρασκευή τη λέγανε μοναστήρι μα στ' αληθινά, ήτανε ένα υποστατικό που το όριζε ο ηγούμενος. Δεν είχε μήτε καλόγερους, μήτε τα άλλα που έχουν τα μοναστήρια. Ο γούμενος και το σόγι του ορίζανε τα γύρω βουνά, τους ελαιώνες, τα χωράφια, τα περιβόλια, τους βοσκότοπους, τις αλυκές, τη θάλασσα, τα ζωντανά που βοσκούσανε στους μεράδες. Γούμενος χειροτονιότανε ένας από την οικογένεια, ο πιο γραμματισμένος κι ο πιο τιμημένος, κι αυτό γινότανε πάππων-προπάππων». «Τα «μικρά του χρόνια -σημειώνει αλλού- τα έζησε σ' ένα νησάκι που ήτανε κτήμα της οικογένειας του κ' έτσι δέθηκε στενά με τη φύση, ιδίως με τη θάλασσα.
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, ΑΠΟ ΤΟΝ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. ΣΥΛΛΟΓΗ Δ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ-ΜΑΡΤΙΝΟΥ.
Γι' αυτό ήθελε να γίνει πλοίαρχος». Κι αλλού: «Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ' Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος». Νησί δηλ. αποκαλεί ο Κόντογλου τη χερσόνησο, όπου βρισκόταν η Αγία Παρασκευή: «Το βασίλειο μου δεν ήτανε νησί. Ήτανε ένα μεγάλο χερσόνησο, που κολλούσε στη μεγάλη στεριά μ' έναν στενόν λαιμό από άμμο». Ο Φώτης Κόντογλου είχε τρία μεγαλύτερα αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Αναστασία (Τασίτσα). Τα μαθητικά του χρόνια τα πέρασε στην πατρίδα του τ' Αϊβαλί. Εκεί έβγαλε το σχολαρχείο και από το 1908 ως το 1912 φοίτησε στο Γυμνάσιο. Μαζί με τους συμμαθητές του, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αϊβαλιώτη κεραμίστα Π. Βαλσαμάκη, έβγαλε το πολυγραφημένο περιοδικό «Μέλισσα», που στόλιζαν δικά του σχέδια. Ανάμεσα τους ήταν και ο συγγραφέας Στρατής Δούκας που έχει γράψει: «Κείνη την εποχή, συχνά με πήγαινε σε διάφορες εκκλησίες, για να μου δείξει μερικές καλές εικόνες και αγιογραφίες που ξεχώριζαν». Το Αϊβαλί ήταν θαλασσινή πολιτεία κι έτσι ο Κόντογλου πέρασε τα μαθητικά του χρόνια ανάμεσα σε ναυτικούς, καράβια, ξωκλήσια και μια πανέμορφη φύση. «Δεν ξέρω -γράφει κάπου- αν γεννήθηκε στη στεριά ή μέσα στο νερό. Θαρρείς πως δεν έχω βγει από την κοιλιά της μάνας μου, αλλά από τη θάλασσα». Κι αλλού: «Σαν ήμουν μικρός βρισκότανε ακόμα πολλά καράβια. Έφτιαξα σκαριά, που σήμερα λείψανε ολότελα και που τα βλέπουμε πια μονάχα ζωγραφισμένα». Αν και πήγε για δυο χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ο Κόντογλου ανήκε στην κατηγορία των μεγάλων καλλιτεχνών, που δεν έχουν ανάγκη από ακαδημαϊκές σπουδές, για να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους. Άλλωστε τη βυζαντινή Τέχνη σε ποια σχολή να τη διδαχτεί; Το γεγονός, εξάλλου, ότι τον έγραψαν αμέσως στο τρίτο έτος λέγει πολλά. Τη σχολή διήθυνε ο Ιακωβίδης. Δίδασκαν τότε σ' αυτήν ο Βικάτος, ο Γερανιώτης, ο Καλούδης και ο Ροϊλός. Τα χρόνια της Αθήνας ήταν δύσκολα. Το 1913-1914 έμενε μαζί με τον Δούκα και μετά για ένα διάστημα στην Κολοκυνθού, μαζί με τον Παπαλουκά. Οικονομικές δυσχέρειες τον ανάγκασαν να δουλέψει «ρετουσέρ» σε φωτογραφείο. Η περιέργεια που πάντοτε τον διέκρινε, η αγάπη στα ταξίδια, οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες τον έφεραν το 1915 στην Ευρώπη: «Ταξίδεψα -μας πληροφορεί ο ίδιος- σε κάμποσα μέρη και έζησα στη Γαλλία έξι χρόνια και λιγότερο σε άλλα μέρη». Αυτά ήταν το Περιγκέ, η Λιμόζ, το Παρίσι, το Βέλγιο, η Ισπανία κ.λπ. Ζούσε, όπως γράφει «ζωγραφίζοντας κάπου-κάπου, γράφοντας λίγα πράγματα και ονειροπολώντας περισσότερο». Το ψωμί του το έβγαζε δουλεύοντας αρχικά ως τορναδόρος, μετά ως ανθρακωρύχος. Το Παρίσι, που το θεωρούσε ακόμη τότε «ποιητικό, αξιαγάπητο», είχε επίδραση την εποχή αυτή πάνω του. Δεν έχει παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στο σχέδιο από την εικονογράφιση της «Πείνας» του Κνουτ Χάμσουν, που βραβεύτηκε από το παρισινό περιοδικό «Illystration», με το οποίο συνεργαζόταν. Την ίδια τεχνοτροπία ακολουθεί και στα αθηναϊκά του των χρόνων 1923-1924 (Βέλμος, Φιλήντας, Δασκαλάκης κ.λπ.). Έχει μάλιστα δημοσιευτεί μια φωτογραφία του Κόντογλου το 1919 μαζί με μια καλλιτεχνική συντροφιά στο παρισινό «ατελιέ» του Παπαλουκά, όπου φοράει «παπιγιόν»! Οπωσδήποτε ο «αγνός Ανατολίτης» είχε υποστεί τα χρόνια αυτά μια επιφανειακή παραμόρφωση. Ο ίδιος θα γράψει στην ωριμότητα του: «Πηγαίνετε, ψευτοέλληνες, να φωτιστείτε απ' το ηλιοβασίλεμα. Να δείτε πώς βγαίνει ο ήλιος απ' τη Δύση. Εσείς που ντρέπεστε να σας λένε Ανατολίτες». Τι μεσολάβησε όμως και άλλαξε τόσο ο καλλιτέχνης. Ο Νίκος Ζίας προσδιορίζει δύο πολύ σοβαρούς παράγοντες, τη Μικρασιατική Καταστροφή και το ταξίδι του στο Άγιον Όρος Το 1919 ο Κόντογλου επιστρέφει στο Αϊβαλί και περιμένει εκεί ως το τραγικό Εικοσιδύο. Συμμετέχει στη σύσταση του πνευματικού σωματείου «Νέοι Άνθρωποι , διδάσκει γαλλικά και Ιστορία Τέχνης στο ελληνικό Σχολείο Θηλέων. Το 1920 είδε το φως από το τυπογραφείο του «Κυδωνιακού Αστέρα» η πρώτη έκδοση του έργου του «Πέδρο Καζάς», που φέρεται τυπωμένο στο Παρίσι. Το 1921 ο Κόντογλου ντύθηκε στρατιώτης και γνώρισε την εμπειρία της Μικρασιατικής εκστρατείας. Έχει δημοσιευτεί φωτογραφία του με στρατιωτικά μαζί με την αδελφή του, Τασίτσα, το 1921 στο Αϊβαλί. Η Μικρασιατική Καταστροφή τον πλήγωσε βαθύτατα.
Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΟΥ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. ΣΥΛΛΟΓΗ Α. ΜΩΡΑΪΤΗ.
Έβλεπε από τη Λέσβο, όπου είχε καταφύγει μαζί με την οικογένεια του πρόσφυγας τη γενέτειρα του και δάκρυζε. Από τη Λέσβο ήρθε στην Αθήνα, όπου ο πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος του επιφύλαξε θερμή υποδοχή. Το 1922 κυκλοφόρησε ο «Πέδρος Καζάς» στην Αθήνα σε δεύτερη έκδοση και έγινε ευμενέστατα δεκτή. Τότε γνωρίστηκε με το ζεύγος Καζαντζάκη, την Έλλη Αλεξίου και τον άνδρα της Βάσο Δασκαλάκη, τον Μάρκο Αυγέρη και άλλους πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Στην αρχή έκανε εικονογραφήσεις για τον εκδοτικό οίκο Ελευθερουδάκη. Συνεργάστηκε επίσης με τον Γανιάρη, που του εξέδωσε και δικά του έργα. Είχε τότε και μία αρραβωνιαστικιά που τη λέγανε Σεμέλη Στρογγυλή. Δεν τα πήγανε όμως καλά μαζί, γιατί ήταν αντίθετοι χαρακτήρες και σύντομα χώρισαν. Έμενε τότε ο Κόντογλου με την Έλλη Αλεξίου στο σπίτι της οδού Δεινοκράτους 2. Το 1922 είναι πράγματι σταθμός στη ζωή του Κόντογλου, γιατί τότε ανεβαίνει στο Αγιον Όρος που επιδρά έντονα στη συγγραφική και καλλιτεχνική του πορεία. Φτάνει εκεί, «σπρωγμένος από φυσική αγάπη προς την άγρια φύση και τις περίεργες περιπέτειες», όπως όμως έχει ομολογήσει, ουσιαστικά «ξαναγεννήθηκε». Το 1923 ξαναπηγαίνει κι επισκέπτεται πολλά μοναστήρια.
Η ΚΟΙΛΑΣ ΤΟΥ ΚΛΑΥΘΜΩΝΟΣ Η ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, ΤΟΥ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. ΣΥΛΛΟΓΗ Δ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ- ΜΑΡΤΙΝΟΥ.
Πιο πολύ τον τραβάνε οι παραθαλάσσιες σκήτες, όπου συναντά συμπατριώτες του από το Αϊβαλί μοναχούς ψαράδες. Έκανε τότε ωραία σχέδια και έγραψε θαυμάσιες περιγραφές του Άθω, όπως η παρακάτω: «Τ' Αγιον Όρος είναι ένας ανεχτίμητος θησαυρός, ένα πράμα μοναδικό μέσα στον κόσμο. Ό,τι και να πω ποτέ δεν θα μπορέσω να παραστήσω το τι αισθήματα καταλαβαίνω γι' αυτό το παράξενο βουνό, το Γέρο Άθωνα, που ξεπετιέται ολόισια μέσα από τη θάλασσα και φτάνει στα σύννεφα. Το ζώνει πέλαγο άγριο και τρικυμισμένο, μα απάνου στο Όρος το κάθε τι είναι ήμερο και αγιασμένο. Τα δάση του μοσκοβολάνε σαν εκκλησιά από τις μυρσίνες, από τις δάφνες κι από κάθε λογής μυρωδάτο λουλούδι. Μέσα στα βαθιά φαράγγια, που δεν τα φτάνει ο ήλιος, ακούς να βουίζουνε νερά παγωμένα, δίχως να τα βλέπεις, γιατί είναι κρυμμένα μέσα στα πυκνά δέντρα και στις μπερδεμένες περικοκλάδες. Εκεί μέσα βασιλεύει μυστήριο, που δεν το ταράζει κανένας. Την αυγή σε ξυπνάνε τ' αηδόνια, πλήθος γλυκιές φωνές, που λες πως δεν βρίσκεσαι πια απάνω στη γη, μόνο στον Παράδεισο». Φυσικά ο Κόντογλου ενθουσιάστηκε και μελέτησε την Τέχνη του Όρους και όπως εκτιμάται επηρεάστηκε από την «κρητική σχολή» στο αγιογραφικό του έργο και από τη «μακεδόνικη» στο κοσμικό, που είναι πιο ελεύθερο. Και δεν κράτησε τις γνώσεις μόνο για τον εαυτό του, τις μετέδωσε στους μαθητές του και πάσχισε να τις διαδώσει όπου μπορούσε, με αποτέλεσμα σήμερα οι αναγεννησιακές κακοτεχνίες να μην μπαίνουν πια σε κανέναν ορθόδοξο ναό. Το 1925 κυκλοφόρησε το λογοτεχνικό περιοδικό «Φιλική Εταιρεία» που έβγαλε συνολικά έξι τεύχη. Ένα χρόνο πριν, έχει εγκατασταθεί σε ένα προσφυγικό σπίτι επί της οδού Λαμψάκου 27 και Ταρσού στη Νέα Ιωνία. Το 1926 μεταφέρεται στην οδό Αγίας Λαύρας 27 στην περιοχή Κυπριάδου. Το 1928 πηγαίνει στην οδό Προμηθέως 20 στην Κολιάτσου. Το 1929 στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου 26 και το 1931 αποκτάει ιδιόκτητο σπίτι στην οδό Βιζυηνού 16 στα Άνω Πατήσια. Από το 1925 είναι νυμφευμένος με τη συμπατριώτισσα του Μαρία Χατζηκαμπούρη. Ο γάμος του έγινε από τον παπα-Ιωάννη Σακκά στις 27 Φεβρουαρίου 1925, όπως προκύπτει από το «Πρωτόκολλον Συνοικεσίων Προσφυγικού Συνοικισμού Νέας Ιωνίας Αθηνών 1924-1929», που βρίσκεται στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών και στο οποίο έχει καταχωριστεί υπ' αριθμ. 89. Κουμπάρος του ήταν ο Βασίλης Δασκαλάκης. Το 1927 γεννήθηκε η κόρη του Δέσποινα, το μοναδικό παιδί του. Την περίοδο αυτή συνεργαζόταν με το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», που εξέδωσε από το 1927 ως το 1931 στην Αθήνα ο Κωστής Μπαστιάς, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.
Ο ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ , ΤΟΥ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, 1926. ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΤ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ.
Μεταξύ 1925 και 1935 έκανε πέντε εκθέσεις στην Αθήνα και πήρε μέρος σε εκθέσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη, τις Βρυξέλλες, την Αλεξάνδρεια, τη Νέα Υόρκη και την Αργεντινή. Ο ίδιος έχει σημειωμένο: «Εκτός από αγιογραφίες έχει ζωγραφίσει και θέματα κοσμικής ζωγραφικής, αλλά πάντοτε στο ύφος της βυζαντινής παράδοσης, όπως είναι οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου Αθηνών, λουτρά με κεραμικά κ.ά.». Κι αλλού: «Πλήρης τοιχογράφησις αιθούσης του Δημαρχείου Αθηνών με παραστάσεις εκ της μυθολογίας και της ελληνικής Ιστορίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τις Επαναστάσεως του 1821, καθώς και τέσσερις συνθέσεις εις ετέρας δύο αίθουσας. Εικονογράφησις βιβλίων, λογοτεχνικών και θρησκευτικών (σχέδια, λιθογραφίαι, ξυλογραφίαι, χαλκογραφίαι), σχεδιάσματα λαογραφικής ύλης (παλαιών οικιών, επίπλων, υφασμάτων, εργαλείων, πλοίων, φρουρίων κ.λπ.)». Το 1926, όπως έχει παρατηρήσει η Αγάπη Καρακατσάνη, ο Κόντογλου αποδεσμεύεται από κάθε «ακαδημαϊκή» επίδραση. «Τότε άρχισε να δοκιμάζει και έναν άλλο τρόπο έκφρασης, ολότερα διαφορετικό, εμπνευσμένο από τη βυζαντινή και τη λαϊκή ζωγραφική». Μετά τον πόλεμο, τα κοσμικά έργα λιγοστεύουν, ο καλλιτέχνης αφιερώνεται στην αγιογραφία, όπως και το γράψιμο του στρέφεται σε θέματα καθαρά ορθόδοξα. Στα κοσμικά έργα του Κόντογλου περιλαμβάνονται τοπία από την Ελλάδα, αλλά και φανταστικά, πορτρέτα, πίνακες ναυτικών, Μικρασιατών, γυναικών «φαγιούμ» κ.λπ. Διεξοδικά ασχολείται με το κοσμικό έργο του Κόντογλου ο Νίκος Ζίας στη διδακτορική διατριβή του «Η κοσμική ζωγραφική του Φώτη Κόντογλου» (Αθήνα 1985). Ο Κόντογλου εργάστηκε ως συντηρητής το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, όπου μαζί με το μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη έκαναν την ψευδορθομαρμάρωση της «κρήνης» σε φρέσκο. Το 1933 δίνει μαθήματα ζωγραφικής και Ιστορίας της Τέχνης στο Κολλέγιο Αθηνών. Το 1935 εργάστηκε στο Μουσείο Κερκύρας και το 1937 στο Κοπτικό Μουσείο Καΐρου ως συντηρητής υπό τη διεύθυνση του Μπούντρος Γκάλι πασά. Μεταξύ 1936 και 1938 εργάστηκε κατά διαστήματα στο Μυστρά. Ο Καζαντζάκης τον συνάντησε στην Περίβλεπτο και περιγράφει πώς τον βρήκε να καθαρίζει με ένα δυο βοηθούς τις τοιχογραφίες. Εργάστηκε ακόμη στο Αφεντικό, τους Αγίους Θεοδώρους και την Αγία Σοφία (την αναστηλωτική φροντίδα είχε ο Αναστάσιος Ορλάνδος).
Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΙΔΙΟΥ, ΤΟΥ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ.
Το 1932 με τη συνεργασία των μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη και Νίκου Εγγονόπουλου ζωγράφισε τους τοίχους του σπιτιού του επί της οδού Βιζυηνού 16. Θέματα των τοιχογραφιών: μυθικά, ιστορικά, εξωτικά, μεγάλοι βυζαντινοί ζωγράφοι, αρχαίοι Έλληνες καπεταναίοι, ερημίτες κ.λπ. Στην περίοδο της Κατοχής, ο Κόντογλου αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του κι οι νέοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τον Γ. Μαστορόπουλο, έβαψαν τους τοίχους με λαδομπογιές! Τελικά από τον βανδαλισμό αυτό γλίτωσαν λίγα κομμάτια, που έχουν αποτοιχιστεί και συντηρηθεί. Το σπίτι ξαναγύρισε στην κυριότητα του Κόντογλου το 1952. Πριν από την Κατοχή, ο Κόντογλου είχε ιστορήσει το ναΰδριο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών και το ναΰδριο Πεσματζόγλου στην Κηφισιά. Προπολεμικά, επίσης, είχε φιλοτεχνήσει έναν αριθμό εικόνων που βρίσκονται στο ναό της Κοίμησης στο Μοναστηράκι, στο ναό του Ερυθρού Σταυρού και στο Βυζαντινό Μουσείο. Με τη συνεργασία της Αγγελικής Χατζημιχάλη φιλοτέχνησε ένα λεύκωμα βυζαντινών σχεδίων, που εξέδωσε το 1936 η Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών. Το 1939 άρχισε την ιστόρηση της Ζωοδόχου Πηγής Παιανίας με βοηθό του τον Γ. Γλιάτα: Ακολούθησαν οι τοιχογραφήσεις, των εξής ναών: Καπνικαρέα (1942-1959), Αγ. Γεώργιος Ν. Ιωνίας (1947), Αγ. Ανδρέας Κ. Πατησίων (1950), παρεκκλήσιο Αγ. Γεωργίου στον Αγ. Κωνσταντίνο Ομονοίας (1950-1952), Αγ. Βαρβάρα Αιγάλεω (1950), Αγ. Αρτέμιος Γούβας (1952), Ευαγγελισμός Ρόδου (1952), Αγ. Γεώργιος Στεμνίτσας (1954), Αγ. Γεώργιος Ν. Ηρακλείου (1954), Αγ. Χαράλαμπος Πολυγώνου (1954-1958), Αγ. Γεώργιος Κυψέλης (1954-1961), Καθολικό Μονής Πεντέλης (1955), Αγ. Βαρβάρα Καλλιθέας (1955), Αγ. Νικόλαος Κ. Πατησίων (1957-1960), παρεκκλήσιο Πατέρα στο Ψυχικό (1958-1959), Αγ. Στέφανος στη Σαφράμπολη (1958), ναΰδριο Καμπάνη στο Πικέρμι (1960), ναΰδριο Γουλανδρή στην Εκάλη (1960-1961) και παρεκκλήσιο Πολυκλινικής Αθηνών (1965). Την αναγραφή τους οφείλουμε στον Γ. Μαστορόπουλο, που τη δημοσίευσε στη «μνήμη Κόντογλου» των Εκδόσεων «Αστέρος» (1975). Σύνολα εικόνων φορητών του Κόντογλου ή με συνεργασία μαθητών του, σύμφωνα με την αναγραφή του Μαστορόπουλου, υπάρχουν σε ναούς σε Ξυλόκαστρο, Άνδρο Κερατσίνι, Περισσό, Κύμη, Κρέσταινα Ολυμπίας, Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, Τεγέα, Χαλκίδα, Λέσβο, Χίο, Τσάρλεστον, Γιοχάνεσμπουργκ, Λονδίνο και ιδιωτικές συλλογές. Οι σημαντικότεροι μαθητές του Κόντογλου, εκτός από όσους μνημονεύσαμε ήδη (Τσαρούχη, Εγγονόπουλο, Γλιάτα), υπήρξαν ο Κ. Γεωργακόπουλος, ο Π. Βαμπούλης, ο Ράλλης Κοψίδης, ο Π. Οδάμπασης, ο Κύπριος Γ. Γεωργίου, ο Δημήτριος Σεντουκάς ή Δούκας, ο Ι. Τερζής, ο Στ. Παπανικολάου, ο Ν. Ιωάννου, ο Γ. Δασκαλάκος, ο Γ. Χοχλιδάκης, ο Ι. Παπαδέλης κ.ά. Το 1952-1953 είχε μαζί με τον Β. Μουστάκη την επιστασία του περιοδικού ορθοδόξου πνευματικότητας «Κιβωτός» (εκδ. «Αστήρ»). Πλουσιότατο υπήρξε και το συγγραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου, που άρχισε το 1962 να συγκεντρώνεται σε τόμους με το γενικό τίτλο «Έργα» στη σειρά των Εκδόσεων «Αστήρ», με επιμέλεια Ι.Τ. Παμπούκη (ως τον Ε' τόμο. Τον Στ' επιμελήθηκε ο Βασ. Μουστάκης και τον Ζ' ο Π.Φ. Χριστόπουλος.
ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΓΙΑ ΜΩΣΑΪΚΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΤΡΟΥ ΤΟΥ Τ. ΠΙΣΣΑ ΚΑΙ Ε. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ (ΜΑΚΕΤΑ). ΣΥΛΛΟΓΗ Ε. ΒΟΪΛΑ-ΛΑΣΚΑΡΗ.
Το 1932 με τη συνεργασία των μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη και Νίκου Εγγονόπουλου ζωγράφισε τους τοίχους του σπιτιού του επί της οδού Βιζυηνού 16. Θέματα των τοιχογραφιών: μυθικά, ιστορικά, εξωτικά, μεγάλοι βυζαντινοί ζωγράφοι, αρχαίοι Έλληνες καπεταναίοι, ερημίτες κ.λπ. Στην περίοδο της Κατοχής, ο Κόντογλου αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του κι οι νέοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τον Γ. Μαστορόπουλο, έβαψαν τους τοίχους με λαδομπογιές! Τελικά από τον βανδαλισμό αυτό γλίτωσαν λίγα κομμάτια, που έχουν αποτοιχιστεί και συντηρηθεί. Το σπίτι ξαναγύρισε στην κυριότητα του Κόντογλου το 1952. Πριν από την Κατοχή, ο Κόντογλου είχε ιστορήσει το ναΰδριο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών και το ναΰδριο Πεσματζόγλου στην Κηφισιά. Προπολεμικά, επίσης, είχε φιλοτεχνήσει έναν αριθμό εικόνων που βρίσκονται στο ναό της Κοίμησης στο Μοναστηράκι, στο ναό του Ερυθρού Σταυρού και στο Βυζαντινό Μουσείο. Με τη συνεργασία της Αγγελικής Χατζημιχάλη φιλοτέχνησε ένα λεύκωμα βυζαντινών σχεδίων, που εξέδωσε το 1936 η Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών. Το 1939 άρχισε την ιστόρηση της Ζωοδόχου Πηγής Παιανίας με βοηθό του τον Γ. Γλιάτα: Ακολούθησαν οι τοιχογραφήσεις, των εξής ναών: Καπνικαρέα (1942-1959), Αγ. Γεώργιος Ν. Ιωνίας (1947), Αγ. Ανδρέας Κ. Πατησίων (1950), παρεκκλήσιο Αγ. Γεωργίου στον Αγ. Κωνσταντίνο Ομονοίας (1950-1952), Αγ. Βαρβάρα Αιγάλεω (1950), Αγ. Αρτέμιος Γούβας (1952), Ευαγγελισμός Ρόδου (1952), Αγ. Γεώργιος Στεμνίτσας (1954), Αγ. Γεώργιος Ν. Ηρακλείου (1954), Αγ. Χαράλαμπος Πολυγώνου (1954-1958), Αγ. Γεώργιος Κυψέλης (1954-1961), Καθολικό Μονής Πεντέλης (1955), Αγ. Βαρβάρα Καλλιθέας (1955), Αγ. Νικόλαος Κ. Πατησίων (1957-1960), παρεκκλήσιο Πατέρα στο Ψυχικό (1958-1959), Αγ. Στέφανος στη Σαφράμπολη (1958), ναΰδριο Καμπάνη στο Πικέρμι (1960), ναΰδριο Γουλανδρή στην Εκάλη (1960-1961) και παρεκκλήσιο Πολυκλινικής Αθηνών (1965). Την αναγραφή τους οφείλουμε στον Γ. Μαστορόπουλο, που τη δημοσίευσε στη «μνήμη Κόντογλου» των Εκδόσεων «Αστέρος» (1975). Σύνολα εικόνων φορητών του Κόντογλου ή με συνεργασία μαθητών του, σύμφωνα με την αναγραφή του Μαστορόπουλου, υπάρχουν σε ναούς σε Ξυλόκαστρο, Άνδρο Κερατσίνι, Περισσό, Κύμη, Κρέσταινα Ολυμπίας, Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, Τεγέα, Χαλκίδα, Λέσβο, Χίο, Τσάρλεστον, Γιοχάνεσμπουργκ, Λονδίνο και ιδιωτικές συλλογές. Οι σημαντικότεροι μαθητές του Κόντογλου, εκτός από όσους μνημονεύσαμε ήδη (Τσαρούχη, Εγγονόπουλο, Γλιάτα), υπήρξαν ο Κ. Γεωργακόπουλος, ο Π. Βαμπούλης, ο Ράλλης Κοψίδης, ο Π. Οδάμπασης, ο Κύπριος Γ. Γεωργίου, ο Δημήτριος Σεντουκάς ή Δούκας, ο Ι. Τερζής, ο Στ. Παπανικολάου, ο Ν. Ιωάννου, ο Γ. Δασκαλάκος, ο Γ. Χοχλιδάκης, ο Ι. Παπαδέλης κ.ά. Το 1952-1953 είχε μαζί με τον Β. Μουστάκη την επιστασία του περιοδικού ορθοδόξου πνευματικότητας «Κιβωτός» (εκδ. «Αστήρ»). Πλουσιότατο υπήρξε και το συγγραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου, που άρχισε το 1962 να συγκεντρώνεται σε τόμους με το γενικό τίτλο «Έργα» στη σειρά των Εκδόσεων «Αστήρ», με επιμέλεια Ι.Τ. Παμπούκη (ως τον Ε' τόμο. Τον Στ' επιμελήθηκε ο Βασ. Μουστάκης και τον Ζ' ο Π.Φ. Χριστόπουλος.

Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/2uMW9zy
via IFTTT
Από το Blogger.