Νίκος Ανδριώτης (1905, Παναγία Ίμβρου - 1976, Θεσσαλονίκη)

Αυτό το οδοιπορικό στη ζωή και το έργο του Νίκου Ανδριώτη βασίζεται κυρίως στις μνήμες της αδελφής του και μητέρας μου Ελένης, αλλά και στις δικές μου. Ο Νίκος Ανδριώτης γεννήθηκε στην Παναγία της Ίμβρου το 1905. Οι γονείς του, Παντελής και Αφροδίτη, είχαν πέντε παιδιά, τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Ο πατέρας του ήταν δημοδιδάσκαλος. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Παναγία της Ίμβρου όπου τελείωσε το Δημοτικό και το ημιγυμνάσιο. Ίσως από τότε να χρονολογείται το ενδιαφέρον του Ν.Α. για τις αλύτρωτες περιοχές του Ελληνισμού, για την ιστορία τους και τέλος, το γλωσσικό τους ιδίωμα, αφού είναι ιστορικά παραδεκτό ότι η γλώσσα είναι ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν έναν λαό, ένα έθνος. Τις γυμνασιακές σπουδές του, ο Ν.Α. τις πραγματοποίησε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας —περιοχή όπου ήκμαζε ο Ελληνισμός με τους Ιμβριώτες καθηγητές και τον Δημ. Καλλιπολίτη, συγγενή της οικογένειας. Στο διάστημα αυτό η οικογένεια του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ίμβρο (1922) και εγκαταστάθηκε στη Σαμοθράκη. Επιστρέφοντας από τη Ρουμανία ο Νίκος Ανδριώτης γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Γρήγορα όμως, κατάλαβε ότι η Ιατρική δεν ταίριαζε στις αναζητήσεις του και την εγκατέλειψε, για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Αθηνών, την οποία και τελείωσε. Βασική του κατεύθυνση ήταν η γλωσσολογία και τούτο οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο Ν.Α. για τη γλώσσα μας: «Να αγαπάτε και να φυλάγετε σαν κόρη οφθαλμού την ελληνική μας γλώσσα (...) αυτή τη γλώσσα που έζησε και ζη τόσα χρόνια από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα» ήταν η προτροπή του προς τους φοιτητές του. Έτσι ο Ν.Α. πήγε στη Βιέννη ως υπότροφος και στο Βερολίνο για να συμπληρώσει τη γλωσσολογική του κατάρτιση παρακολουθώντας κυρίως μαθήματα ινδοευρωπαϊκής γλωσσολογίας. Μεταξύ των καθηγητών του συμπεριλαμβανόταν ο Αυστριακός γλωσσολόγος και ελληνιστής P. Kretschmer. Το 1928, ο Ν.Α. διορίστηκε συντάκτης στο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ της Ακαδημίας και έκτοτε αφιερώθηκε στην καλλιέργεια της γλωσσολογίας. Πρώτη μελέτη του, που ήταν και η διδακτορική διατριβή του, ήταν η έρευνα πάνω στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου (1930), για να ακολουθήσουν λίγο μετά Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ (1932). Είναι γεγονός ότι ο Ν.Α. πήρε πολύ νωρίς θέση υπέρ της δημοτικής γλώσσας στο γλωσσικό ζήτημα, που ταλάνισε επί 10ετίες τη χώρα μας, γι' αυτό και τα περισσότερα, εάν όχι όλα, τα δημοσιεύματα του είναι γραμμένα στη δημοτική και μεταξύ των δημοσιευμάτων του βρίσκουμε αναλύσεις για το γλωσσολογικό έργο των Τζάρτζανου, Ψυχάρη και Τριανταφυλλίδη. Το 1944, ο Ν.Α. εξελέγη καθηγητής της Γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης, από την οποία απεχώρησε τον Αύγουστο του 1969. Έτσι εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσ/νίκη όπου απέκτησε οικογένεια και πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Η εγκατάσταση αυτή τον παρότρυνε επιστημονικά με το να ασχοληθεί με το θέμα των σχέσεων της ελληνικής με τις γλώσσες των γειτονικών μας λαών. Θέμα τόσο επίκαιρο, άλλωστε, στις ημέρες μας. Τα σχετικά δημοσιεύματα του είναι: ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ και δύο μεταφράσεις μια του Α. Balabanov: Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΛΑΣΣΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ και η άλλη του W. Beschevlief: ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΙΣ ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ. Μια μελέτη του ΤΟ ΟΜΟΣΠΟΝΔΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ (1960), που δημοσιεύτηκε πρώτα σε αγγλική μετάφραση (1957) και ύστερα και σε γερμανική (1966), επέσυρε την προσοχή των ξένων επιστημόνων και προκάλεσε την αντίδραση του Βούλγαρου ιστορικού Ν. Todorov, ο οποίος όπως και άλλοι Βούλγαροι επιστήμονες, παρασύρθηκε από το γεγονός της παρουσίας πολλών σλαβικής ρίζας τοπωνυμιών στη χώρα μας. Το περιεχόμενο της μελέτης του αυτής ήταν και το θέμα διαλέξεως που έδωσε όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, όπως στην Κοζάνη και τη Φλώρινα και τελικά εξέδωσε σε βιβλίο, στην ελληνική με τον ίδιο τίτλο. Στο βιβλίο του αυτό ο Ν.Α. απεκάλυπτε και κατήγγειλε την απάτη της Ιστορίας που επιχειρούσαν τα Σκόπια. Βαθύς γνώστης ο ίδιος των σλαβικών γλωσσών και ειδικός γλωσσολόγος, ανέπτυξε με αυστηρή επιστημονική επιχειρηματολογία και με καθαρότητα, την επιχειρούμενη αυτή απάτη της Ιστορίας υπό των Σκοπιανών. Τα επιχειρήματα του καθηγητή Ανδριώτη συμβαδίζουν με τα αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα από τα ευρήματα των ανασκαφών του Δίου, της Βεργίνας και τόσων άλλων τόπων της Μακεδονίας. Αφού στην εισαγωγή δίνει μια εικόνα του κράτους των Σκοπίων από απόψεως εθνικοτήτων και σταθερών εθνικών τους σκοπών που είναι ευθέως εχθρικών και προσβλητικών για τη χώρα μας, στη συνέχεια συστήνει στους Έλληνες ως έθνος και κράτος, να κρατήσουν απέναντι των Σκοπιανών ανένδοτη επαγρύπνηση και επιφυλακή. Στο βιβλίο γενικά συνοψίζεται ό,τι σχετίζεται με τη γλωσσική και εθνολογική σύσταση και ιστορική προέλευση του λαού που το κατοικεί, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αυτό προσπαθεί να πραγματοποιήσει τις εδαφικές βλέψεις του εις βάρος της χώρας μας. Δίδοντας την εθνολογική και γλωσσολογική ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων αποδεικνύει επιστημονικά-ιστορικά ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν μια από τις ελληνικές φυλές (όπως οι Δωριείς, Ίωνες κ.λπ.) και ότι από τον 5ο π.Χ. αιώνα η επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η αττική διάλεκτος των Αθηνών. Για την προέλευση των Σλάβων του κράτους των Σκοπίων γράφει ότι ούτοι προήλθαν από Σλάβους δούλους και αγρότες που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν για να καλλιεργούν τα κτήματα τους, Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων που κατά την πολυετή αιχμαλωσία τους εξεσλαβίζοντο και τέλος από το γεγονός ότι και οι Έλληνες της Μακεδονίας, συναλλασσόμενοι μάθαιναν εύκολα τα σλαβικά απ' ότι οι Σλάβοι τα ελληνικά που ήταν δύσκολη γλώσσα. Όλοι αυτοί κατοικούσαν στην Άνω και Βόρειο Μακεδονία, ενώ η Νότια Μακεδονία κατοικείτο αμιγώς από Έλληνες, στη δε Θεσ/νίκη ουδέποτε κατοίκησαν Σλάβοι. Η γλώσσα που ομιλούν κατά πλειονότητα οι κάτοικοι του κράτους των Σκοπίων και που εντελώς αυθαίρετα την ονόμασαν «μακεδόνικη», είναι ένα σλαβικό ιδίωμα με τόσο στενούς δεσμούς προς τη βουλγαρική και τη σερβική, ώστε σύμφωνα με τις αρχές της γλωσσικής επιστήμης· δεν μπορεί να ονομαστεί γλώσσα αυτοτελής όπως οι δύο προηγούμενες. Σύμφωνα με τη λογική και με την Ιστορία, η γλώσσα ενός λαού σλαβόφωνου που ονομάζει τον εαυτό του βουλγαρικό και η οποία από τα πράγματα αποδεικνύεται ότι δεν είναι παρά ιδίωμα ή διάλεκτος της βουλγαρικής, πώς αλλιώς θα μπορούσε και θα έπρεπε να ονομάζεται αν όχι βουλγαρική, τουλάχιστον σλαβονική. Οι πολιτικοί, όμως, των Σκοπίων ξέρουν ότι με τους όρους αυτούς οι φιλοδοξίες τους θα σταματήσουν εκεί που τελειώνουν οι σλαβόφωνοι και αρχίζει ο συμπαγής μέγας Ελληνισμός της Μακεδονίας. Και γι' αυτό προτίμησαν τους όρους «Μακεδόνες και Μακεδονία και μακεδονική γλώσσα», που δεν γνωρίζουν τέτοιους φραγμούς αλλά ανεβαίνουν ως τις κορυφές του Ολύμπου και της Πίνδου και συναντώνται με τα κύματα του Αιγαίου. Όπως συμβαίνει και για τις άλλες σλαβικές γλώσσες της Βαλκανικής, έτσι και για το ιδίωμα του κράτους των Σκοπίων η γλώσσα που επέδρασε σ' αυτό περισσότερο από κάθε άλλη ξένη γλώσσα είναι η ελληνική. Η συνεχής επί αιώνες και αδιάκοπη γειτονία της χώρας αυτής με χώρες ελληνικές και η ασταμάτητη πολιτιστική επικοινωνία των κατοίκων της με τους Έλληνες, η μακρόχρονη διοίκηση της από το βυζαντινό κράτος και την ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι σημαντικό μέρος των κατοίκων της προέρχεται από Έλληνες που εκσλαβίστηκαν, όλα αυτά εξηγούν θαυμάσια το μεγάλο πλήθος των ελληνικών γλωσσικών στοιχείων που κατά καιρούς εισέδυσαν και μονιμοποιήθηκαν στο σλαβικό ιδίωμα. Οι Θεσσαλονικείς Έλληνες ιεραπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος και οι μαθητές αυτών Κλήμης, Ναούμ και οι λοιποί Σλάβοι διάδοχοι τους μετέφρασαν την Αγία Γραφή σε σλαβική γλώσσα που συγγενεύει πολύ με το γλωσσικό σλαβικό ιδίωμα των Σκοπιανών. Το ιστορικό στίγμα του ιδιώματος των Σκοπιανών, λοιπόν, ανάγεται στο Μεσαίωνα, ενώ σιγά σιγά το ακαλλιέργητο αυτό ιδίωμα των Σλάβων της Μακεδονίας εξυψώνεται σε καλλιεργημένη και πλουτισμένη με ελληνικά υποδείγματα εκκλησιαστική γλώσσα, που διαδόθηκε σε ολόκληρο το σλαβικό κόσμο, όχι μόνον ως ιερή γλώσσα της Εκκλησίας, αλλά και ως λόγια γραπτή γλώσσα των Σλάβων. Οπωσδήποτε σήμερα καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για ανάπτυξη και φιλολογική καλλιέργεια του ιδιώματος. Στη συνέχεια, στο βιβλίο ανασκευάζονται με επιστημονική επιχειρηματολογία όλα τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι Σκοπιανοί για τη διεκδίκηση της ελληνικής Μακεδονίας. Ειδικότερα αντικρούεται το επιχείρημα του ονόματος «Μακεδόνες-Μακεδονία», το επιχείρημα της εδαφικής και οικονομικής συνοχής, το επιχείρημα του δήθεν σλαβικού χαρακτήρα ολόκληρης της Μακεδονίας και τέλος το επιχείρημα της εθνικότητας των κατοίκων της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας. Φυσικά δεν έχουμε το χώρο για να αναπτύξουμε και να αναλύσουμε περισσότερο το πάρα πολύ χρήσιμο και επίκαιρο αυτό βιβλίο του καθηγητή Ανδριώτη. Αλλά θα συνιστούσα σε όλους τους επίσημους που ασχολούνται με το πρόβλημα των Σκοπίων να μελετήσουν προσεκτικά το βιβλίο αυτό για να αντλήσουν πολλά χρήσιμα εθνικώς στοιχεία. Πέρα από το πανεπιστημιακό και συγγραφικό έργο ο καθηγητής Ανδριώτης, όπως αναφέρει ο Δ. Ι. Θαβώρης στον τιμητικό τόμο της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων του 1977, συνέταξε: Πολλές μελέτες που αναφέρονται στα ιδιώματα του Πόντου. Εκτός από φωνητικά, μορφολογικά, σημασιολογικά και λεξιλογικά θέματα της Ποντιακής, σημαντική είναι και η αυτοτελής μελέτη του για το καππαδοκικό ιδίωμα των Φαράσων (Το γλωσσικό ιδίωμα των Φαράσων [1948]). Μελετητής και λάτρης της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποιήσεως, μας έδωσε δύο μελέτες για το ύφος του Παλαμά (Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ [1943]) και του Κάλβου (Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΚΑΛΒΟΥ [1946]), όπως και δύο μελέτες του γενικότερα για το ύφος της νέας ελληνικής γλώσσας: ΤΟ ΥΦΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ (1944) και ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΥΦΟΥΣ (1945). Ακολούθησαν ύστερα ειδικότερες μελέτες, όπως: Η ΑΝΤΙΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ (1946), Η ΠΑΡΩΔΙΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ (1946) και το ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ (1951). Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ίδρυσε ως παράρτημα της έδρας του το Διαλεκτολογικό Αρχείο, το οποίο άρχισε να το πλουτίζει με τη συστηματική συλλογή των νεοελληνικών επωνύμων. Καρπός της δραστηριότητος του αυτής υπήρξε η δημοσίευση αρκετών μελετών σχετικά με τα νεοελληνικά επώνυμα, όπως: ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ (1947), ΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ (1965), ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ (1970). Η τελευταία: ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΩΝΥΜΩΝ («Ελληνικά» 28 [1975] 394 κ.εξ.) κυκλοφόρησε λίγο καιρό πριν το θάνατο του. Χαρακτήρας ήπιος, ευγενικός, πράος, ήρεμος συνδύαζε τη σοφία και την καλοσύνη με την αυστηρότητα του ανθρώπου που πονούσε και υπέφερε και αγανακτούσε, όταν αντιμετώπιζε την κακία άλλων ανθρώπων. Γι' αυτό και νουθετούσε επικρίνοντας και επέκρινε συγχωρώντας, ιδίως όταν επρόκειτο για νέους ή μαθητές του. Ήταν μέλος πολλών επιστημονικών Συλλόγων και Σωματείων. Χρημάτισε αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών). Υπήρξε γραμματέας στην Επιτροπή που με πρόεδρο τον Μ. Τριανταφυλλίδη συνέγραψε τη Νεοελληνική Γραμματική της Δημοτικής (ΟΕΣΒ 1941). Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια στο εσωτερικό και το εξωτερικό και έδωσε αρκετές διαλέξεις σε ιδρύματα, μορφωτικούς Συλλόγους και Σωματεία της χώρας. Πάσχοντας από καρδιά, ο Νίκος Ανδριώτης πέθανε την 29η Σεπτεμβρίου 1976, γεγονός που έκανε τον Α. Ι. Θαβώρη να γράψει στον τιμητικό για το μεγάλο δάσκαλο της γλωσσολογίας τόμο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων «Η δρυς της ελληνικής Γλωσσολογίας έπεσε...».

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΙΩ. ΜΠΙΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/2nC6Wch
via IFTTT
Από το Blogger.