Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας γεννήθηκε στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας. Χρόνια τώρα είναι εγκαταστημένος στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ασχολείται και με τη δημοσιογραφία και συνεργάζεται σε διάφορες εφημερίδες με δοκιμιακά κείμενα. Επίσης ανήκε στα στελέχη της συντάξεως του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Πορεία». Στο προσκήνιο της λογοτεχνικής δημοσιότητας παρουσιάζεται στα 1946, από τις στήλες λογοτεχνικών περιοδικών. Το πρώτο του βιβλίο το κυκλοφορεί στα 1952, και το τιτλοφορεί «Τ’ αγρίμια τού άλλου δάσους». Τα διηγήματα έχουν θέματα παρμένα από την περίοδο 1946-50 και φαίνονται, ότι είναι απαυγάσματα προσωπικής εμπειρίας και συγκινήσεων τού συγγραφέα. Στα 1957, κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο «Ρολόι». Στα 1960, κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή διηγήματα (βιβλίο τρίτο) με τίτλο «Το μισό τού φεγγαριού». Στα 1961 κυκλοφορεί δοκίμιο με τον τίτλο: «Το σημερινό συγγραφικό πρόβλημα». Στα 1963 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του «Οδοστρωτήρας», που κυκλοφόρησε και σε Β’ έκδοση, το 1973. Στα 1970 εξέδωσε τη μελέτη «Δημοσιογράφοι της Θεσσαλονίκης» και το 1971 το μονόπρακτο «Οι άλλοι». Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας είναι προικισμένος με αναντίρρητα πεζογραφικά προσόντα, που αποκαλύπτονται σε κάθε καλόπιστο μελετητή τού έργου του. Ξέρει ν’ αφηγείται με ζωντάνια και γλαφυρότητα, αίσθημα, σαφήνεια και λεκτική λαϊκότητα, με μια διαφαινόμενη ειρωνική διάθεση, και ανθρωπιά: «Τη νύχτα τού μεγάλου Σαββάτου τη βολέψαμε όπως - όπως, γιατί από τις 10 κι ύστερα, άρχισε κείνο το τρελλό των αγέρηδων στρίμωγμα, γύρω στην παράγκα μας, που μια την πήγαινε από δω, μια από κει. Θαλασσοδαρμένο πλεούμενο έμοιαζε η παράγκα. Και ο σκοπός μας, με νούμερο μισής ώρας, παραπάνω δεν άντεχε το ανθρώπινο κορμί — βαρδιέρης σε πλωριό κατάρτι. Ο Ανδρουλιδάκης από τη Φολέγανδρο που ήτανε μάνα στα ναυτικά, σε κάθε κούνημα της παράγκας μασουλούσε και μια ναυτικήν ορολογία, μπουζουριασμένος, με τη χλαίνη σε μια γωνιά, πεταγότανε κι όλας δίνοντας «διάτες», δυναμώνοντας τη φωνή σάμπως βαστούσε την τρόμπα - μαρίνα. Ύστερα ξανάπεφτε στη γωνιά του και ονειρευόταν λαγοκοιμάμενος τη Φολέγανδρο και το Φάρο του, ακόμη τη γυναικούλα του, τη στρουμπουλή με τα τραβηγμένα σαν τα θαλασσοπούλια πονηρά μάτια της.» Η αναπαράσταση των περιστατικών είναι φυσικώτατη και πειστική, και φυσικές οι ψυχολογικές τους επιπτώσεις. Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας γεννήθηκε στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας, ένα χρόνο μετά τη γέννησή του όμως εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει ως σήμερα. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος, έμπορος, μεταφραστής, δημοσιογράφος και επιμελητής εκδόσεων. Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας από τις στήλες του περιοδικού Μακεδονικόν Ημερολόγιον με τη δημοσίευση του διηγήματος Μακεδονίτικα βουνά. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Μορφές, Μακεδονικά Γράμματα, Ελληνική Δημιουργία, Λόγος, Κριτική , Νέα Εστία, Η λέξη και τις εφημερίδες Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, Εσπερινή Ώρα, Παγγαίο, Ελληνικός Βορράς, ενώ υπήρξε συνιδρυτής (μαζί με το Χρήστο Ντάλια) και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού της Θεσσαλονίκης Νέα Πορεία. Από το 1955 ως το 1957 πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και από το 1980 μέχρι τις μέρες μας εκλέγεται κάθε φορά πρόεδρός της. Πήρε μέρος σε λογοτεχνικά συνέδρια και συμπόσια. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1977 για το έργο του Απ’ αφορμή) το βραβείο αφηγηματικού πεζού λόγου της Ακαδημίας Αθηνών (1987 για το Γωνιές και όψεις) και το Κρατικό Βραβείο μαρτυρίας – χρονικού (1991 για το έργο του Σ’ ευθεία γραμμή). Έργα του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, φλαμανδικά, ιταλικά, σερβικά, βουλγαρικά, πολωνικά. Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας ανήκει στους μεταπολεμικούς πεζογράφους της Θεσσαλονίκης και είναι ένας από τους πρώτους συγγραφείς που αξιοποίησαν θεματικά την περίοδο του ελληνικού εμφυλίου. Το έργο του κινείται συμβατικά στο χώρο της ρεαλιστικής και κατά το δυνατό αντικειμενικής απεικόνισης καταστάσεων, στο βάθος όμως αποτελεί μια σχεδόν επιστημονικής ακρίβειας καταγραφή εσωτερικών καταστάσεων των ηρώων του, έντονα επηρεασμένη από τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα και στο πλαίσιο της κοσμοθεωρίας που μέσα απ’ αυτές διαμόρφωσε. Πεζογραφία Τ’ αγρίμια τ’ άλλου δάσους. Θεσσαλονίκη, έκδοση ΟΣΥΜ, 1952 / Το ρολόγι. Θεσσαλονίκη, 1957 / Το μισό του φεγγαριού. Θεσσαλονίκη, 1960 / Οδοστρωτήρας. Θεσσαλονίκη, 1963 / Απ’ αφορμή· Διηγήματα. Θεσσαλονίκη, έκδοση Νέας Πορείας, 1976 / Γωνίες και όψεις. Θεσσαλονίκη, έκδοση Νέας Πορείας, 1985 / Αρχείον Αβερκίου Σβερκιάδη. 1987 / Σ’ ευθεία γραμμή. 1990 / Ως κυλιόμενος τάπης. Αθήνα, Καστανιώτης, 1998. Δοκίμιο Το σημερινό συγγραφικό πρόβλημα. Θεσσαλονίκη, 1961 / Διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινίδης, 1970 / Σημειώσεις. 1990. Θέατρο Οι άλλοι. Θεσσαλονίκη, 1971. Χρονικό Σ’ ευθεία γραμμή· (Ταξίδι στην Πολωνία). Θεσσαλονίκη, έκδοση του περ. Νέα Πορεία, 1991.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΜΑΣ ΔΑΣΟΥΣ
του ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά μας. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Άη Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα - πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, όπως ο αδερφός μου, ήταν οι ήρωες μας, οι ακόμη μεγαλύτεροι, πρόσωπα μυθικά.
Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτά μας στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως τη δική του στην οδό Μητσαίων 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά μου χρόνια ως τα είκοσι δύο του Τηλέμαχου μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι φαγητό έχουμε», ως τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’ ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους». Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγα, ίσως και να τον έβλεπα καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζα με την τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπελέκου, μα δεν τον γνώριζα. Γνώριζα λίγο τη μητέρα του στο παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζα λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.
Τον γνώρισα από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά την επιστροφή μου απ’ το Λονδίνο. Περνούσα ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις». Του τηλεφώνησα, τον ευχαρίστησα, με κάλεσε στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι γνωριστήκαμε από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα μου, ήξερε την ιστορία της οικογένειάς μας, ενώ τη δική μου ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά μου. Ακολούθησε η δική μου γνωριμία με τη Ρούλα, η δική του με τη Σοφία, η μετάβαση απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων μας. Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε χρόνια στενής συνεργασίας μας στη Νέα Πορεία, στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών, στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων μου.
Θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να αφήσω τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται βέβαια ποτέ να το χωνέψω ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί. Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από στοίβες βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο μας κι εκείνος που αισθανόταν ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψω ποτέ ότι δεν θα μπορώ πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβώ επάνω για έναν καφέ και μια φιλική κουβέντα. Για να τον ακούσω να μου διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.
Έμαθα πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθα για τη γειτονιά μας, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο. Έμαθα για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη μας, έμαθα ότι το «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθα ακόμα να μην υποκύπτω στις ευκολίες, να είμαι ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Να προσπαθώ να τιθασεύσω την οργή που φούντωνε μέσα μου από την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσω πάντοτε κι αν, με την έκρηξή μου, έχανα συχνά το δίκιο μου.
Έμαθα ακόμη να συνεργάζομαι αρμονικά με έναν αληθινό επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική, διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθα. Κι ας αμφισβητούσα τα πάντα, κι ας πίστευα ότι δεν είχα πια τίποτα να μάθω. Όχι ότι δεν είχαμε τις διαφωνίες μας και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ μας για ένα διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή μου για κείνον και η δική του, πιστεύω, τρυφερότητα για μένα. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα, εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.
Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκα όπως μπορούσα το δίκιο του και με υπερασπίστηκε εκείνος στο δικό μου. Χάρη δεν θέλησα ποτέ και χάρη δεν μου έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις μου και σε μερικά ξεσπάσματά μου. Και κάθομαι και σκέφτομαι τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους. Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του, για μένα ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι πατάνε αργότερα αυτόν τον δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη. Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.
Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό μου ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέω τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού μας δάσους.
from ανεμουριον https://ift.tt/2MU5taL
via IFTTT
