Γεωργία Βασιλειάδου (1903, Αθήνα - 1980, Αθήνα)

Απ' τον καιρό του Αριστοφάνη η κωμωδία ως θεατρικό είδος — μιλώντας άλλοτε για πόλεμο ή ειρήνη κι άλλοτε για την ίδια τη ζωή — διαμορφώθηκε σαν είδος καλλιτεχνικής έκφρασης που περιείχε το αστείο, ειρωνικό και περιπαιχτικό πνεύμα, στοχεύοντας όχι μόνο στη διασκέδαση, αλλά και στη διδαχή πάνω σε καθημερινά πράγματα ή μορφές της ζωής. Πάνω σ' αυτό το μοτίβο κινήθηκε θριαμβευτικά η αξέχαστη Γεωργία Βασιλειάδου δημιουργώντας ένα λαϊκό τύπο γεροντοκόρης μιας κάποιας ηλικίας, που ανακατεύεται σε όλα θέλοντας να ξεκαθαρίσει καταστάσεις φέρνοντας, όμως, πάντα αντίθετα αποτελέσματα. Η καριέρα της, βέβαια, ξεκίνησε διαφορετικά στην αρχή — αν και στο χώρο της Τέχνης — ίσως χωρίς κι η ίδια να φαντάζεται την επιτυχία που της επεφύλαττε η εμφάνιση της στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Η Γεωργία Βασιλειάδου το 1960 όταν άρχισε να μεσουρανεί στον ελληνικό κινηματογράφο. Η Γεωργία Βασιλειάδου γεννήθηκε το 1903 στην Αθήνα και έχοντας ιδιαίτερη κλίση στη μουσική σπούδασε φωνητική στη Σχολή Γεννάδη. Τελειώνοντας εμφανίστηκε στο θέατρο «Ολύμπια» ως χορωδός στην όπερα «Ερνάνης» το 1923. Αυτή ήταν η πρώτη της εμφάνιση στο θεατρικό χώρο και ακολούθησαν μουσικοί ρόλοι σε μπουλούκια, περιοδείες και θιάσους χωρίς να λείψουν μεγάλες συνεργασίες στους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη και Κυβέλης όπου ερμήνευσε ρόλους κλασικού και νεότερου ρεπερτορίου. Σημαντική ωστόσο θεωρείται και η συνεργασία της με το μεγάλο θεατράνθρωπο Αιμίλιο Βεάκη το 1932. Ιδιαίτερα αυξημένη όμως είναι η συμμετοχή της σε θεατρικά έργα και μουσικούς θιάσους από το 1939 όταν ξεκινά και καθιερώνεται στο μουσικό θέατρο, στο είδος της φαρσοκωμωδίας και της επιθεώρησης— δύο θεατρικά είδη με ξεχωριστή ανταπόκριση στο φιλοθεάμον κοινό της εποχής. Συμμετέχει ως πρωταγωνίστρια, θιασάρχης ή συνθιασάρχης με μορφές της επιθεώρησης όπως ο Αυλωνίτης, ο Νίκος Ρίζος, ο Κ. Χατζηχρήστος κ.ά. Φαίνεται, όμως, πως το 1939 ήταν εξαιρετικά ευοίωνο για την Βασιλειάδου της οποίας η τύχη την οδήγησε στον Αλέκο Σακελλάριο. Η συνάντηση τους έγινε όλως τυχαία στο τότε καφενείο «Στέμμα» που συγκέντρωνε πλήθος ηθοποιών και ανθρώπων του θεάτρου και βρισκόταν στην Ομόνοια. Εκείνη την εποχή ο Σακελλάριος βρισκόταν εις αναζήτησιν μιας ηθοποιού — καρατερίστας — ικανής να αποδώσει πιστά τον τύπο μιας απλής, πλην κουτσομπόλας και ικανής για όλα γυναίκας του λαού, η οποία όμως θα γέμιζε την οθόνη με την πληθωρική παρουσία της, το χιούμορ και τις αδιόρθωτες γκάφες της. Ήδη η Βασιλειάδου είχε ολοκληρώσει την καριέρα της ως χορωδός και σκεφτόταν να αποσυρθεί απ' το μουσικό θέατρο. Με τον Σακελλάριο, η Βασιλειάδου θα ξεκινήσει μια αρμονική και απόλυτα επιτυχημένη κινηματογραφική συνεργασία στα 1946 με την ταινία «Παπούτσι απ' τον τόπο σου» όπου η γνωστή ατάκα της, «Η Φανή με τον Εγγλέζο» χαρακτήρισε την εμφάνιση της και της έδωσε την ευκαιρία να καυτηριάσει την ξενομανία των Ελλήνων. Νέα εμφάνιση ωστόσο στην ταινία — κλασική πλέον — «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» στο πλάι του Βασίλη Λογοθετίδη το 1948 και το 1950 στο «Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν» πάλι σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου και με ένα καστ γνωστών ηθοποιών όπως οι Άννα Καλουτά, Αλ. Αλεξανδράκης κ.ά. Ταυτόχρονα το 1950 με τα εγκαίνια του θεάτρου «Βέμπο» παίζει στην επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες» με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Βέμπο. Στα 1952 πάλι στον κινηματογράφο η Βασιλειάδου θα ερμηνεύσει την κυρα—Επιστήμη, κουτσομπόλα, περίεργη και τσαχπίνα στο «Γρουσούζη» με τον Ορέστη Μακρή. Από αυτή την ταινία η Βασιλειάδου θα εκτοξευθεί στην κορυφή ως κωμικός αστέρας πρώτου μεγέθους. Το 1954 πρωταγωνιστεί στην «Ωραία των Αθηνών» σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου με τους Αυλωνίτη, Σταυρίδη, Σπ. Βρανά, Μίμη Φωτόπουλο. Δεν σταματά, όμως, εδώ. Το 1960 ο Τσιφόρος της ετοιμάζει το «Θησαυρό του Μακαρίτη» όπου η Βασιλειάδου παμπόνηρη νοικάρισσα ξεγελά τους ενοικιαστές του παλιού σπιτιού που έχει κληρονομήσει διαδίδοντας την ύπαρξη θησαυρού. Στην ταινία δεν ξεχνά να τονίσει και το μουσικό της ταλέντο με τον «Κυρ—Μέντιο» τραγούδι που ερμηνεύει μπροστά στους έκπληκτους Αυλωνίτη, Ρίζο, Ξένια Καλογεροπούλου κ. ά. Αναφορά πρέπει να γίνει και στην προσωπική της επιτυχία «Η καφετζού» το 1956 του Σακελλάριου με τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο στο ρόλο της φοβερής και τρομερής κυρα—Καλλιόπης που για να «πιάσει την καλή», προσποιείται την καφετζού. Στην ταινία «Η κυρά μας η μαμή», το 1958 δημιουργεί μαζί με τον Ορέστη Μακρή, ξεχωριστή επιτυχία ως μαμή και ιατρικός σύμβουλος του χωριού που συγκρούεται διαρκώς με τον γιατρό — εκπρόσωπο της ιατρικής επιστήμης. Εδώ πρέπει ν' αναφερθούμε στην καλύτερη ίσως στιγμή της καριέρας της τη «Θεία απ' το Σικάγο» ταινία του 1957 όπου η Βασιλειάδου μετά από χρόνια απουσίας στην Αμερική επιστρέφει στα «πάτρια εδάφη», στο σπίτι του συντηρητικού, παραδοσιακού αδελφού — Ορέστη Μακρή — φέρνει το πνεύμα της αντίρρησης και επανάστασης και οδηγεί τις αγαπημένες ανιψιές της στο γάμο βρίσκοντας τους γαμπρούς με τη μέθοδο «της στάμνας». Μαζί της, βέβαια, η Ελένη Ζαφειρίου, η Τζένη Καρέζη, ο Δημ. Παπαμιχαήλ, η Γκέλυ Μαυροπούλου κ.ά. Το 1961 κι άλλη επιτυχία προστίθεται στην κινηματογραφική πορεία της: «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός», γυρίζεται για τη μεγάλη οθόνη μετά την επιτυχία του ομώνυμου θεατρικού έργου του Τσιφόρου στη θεατρική σκηνή. Επιτυχία επίσης σημειώνουν «Η κυρία Δήμαρχος» και οι «Γαμπροί της Ευτυχίας» ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστεί με τον Βασίλη Αυλωνίτη, δημιουργώντας ένα εκπληκτικό δίδυμο γέλιου. Με τον Βασίλη Αυλωνίτη θα συνεργαστεί και θα πρωταγωνιστήσει στο θέατρο από το 1962 ως το 1965 με τον θίασο πρόζας Αυλωνίτη—Βασιλειάδου—Ρίζου και με ιδιαίτερη εισπρακτική επιτυχία την επιθεώρηση «Οι τρεις θαλασσόλυκοι» στο θέατρο Χατζηχρήστου, το 1965 — 66 αυτή τη φορά. Η Βασιλειάδου με το ταλέντο, τη βραχνή φωνή της, τις γκριμάτσες και τα σκέρτσα της πρωταγωνίστησε σε θιάσους και στα θέατρα «Παρκ», «Περοκέ», «Ακροπόλ», πάντα σε ρόλους καρατερίστας, εμπλουτίζοντας τους με φαντασία και χιούμορ. Επίσης θα παίξει και «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη και στα θεατρικά έργα «Γαμπροί της Ευτυχίας», «Νεόπλουτοι», «Η γυναικούλα μας», κ.ά. Από τις τελευταίες ταινίες της όπου ερμήνευσε την «Προξενήτρα», την Σμυρνιά ή την παντογνώστρια περίπτερου η καριέρα της άρχισε να φθίνει. Έτσι διέκοψε τις θεατρικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις της ως το 1976, όταν έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Το 1977 αποχώρησε απ' το θέατρο και αποσύρθηκε απ' το χώρο του θεάματος. Τόσο στις ταινίες όσο και στο θέατρο η Βασιλειάδου με την ασχήμια της και την καπατσοσύνη της διαμόρφωσε έναν αμίμητο ρόλο καουτσομπόλας — χήρας ή γεροντοκόρης — Αθηναίας που χάρισε λόγω του αστείρευτου ταλέντου της τεράστια επιτυχία στην εταιρεία Φίνος Φιλμ και στον Αλέκο Σακελλάριο που την ανακάλυψε, αποδεικνύοντας πως δεν έκανε λάθος. Η βραχνή φωνή της μένει αξέχαστη μέσα απ' τη μικρή πλέον οθόνη όπου προβάλλονται οι επιτυχίες της και ακούγεται να απαντά αγέρωχα στη ερώτηση «Κυρία;...»
— «Δεσποινίς, παρακαλώ!».
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΑΤΜΙΧΑΛΗ «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ» ΕΚΔΟΣΗ «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ»


from ανεμουριον https://ift.tt/2PyFB6o
via IFTTT
Από το Blogger.