Σοφία Βέμπο (1910, Γκελίμπολου, Τουρκία - 1978, Αθήνα)

Ανεπανάληπτη τραγουδίστρια, του ελαφρού μας τραγουδιού, αλλά και μεγάλη πρωταγωνίστρια του μουσικού μας θεάτρου, η Σοφία Βέμπο κυριάρχησε κυριολεκτικά με την εντυπωσιακή της παρουσία, στην καλλιτεχνική ζωή του τόπου μας, επί μισό σχεδόν αιώνα, από το 1930 μέχρι το 1978. Εξάλλου, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ανεδείχθη εθνική ηρωίδα, όταν με το ακατάβλητο θάρρος της, περιόδευσε στα πεδία των μαχών και τις πόλεις των μετόπισθεν, σκορπίζοντας με τα τραγούδια της ρίγη πατριωτικού ενθουσιασμού και δάκρυα εθνικής συγκινήσεως.

Η ΖΩΗ ΤΗΣ

Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910, στην Καλλίπολη, της σημερινής τουρκικής Θράκης, τότε, όταν ακόμη η Καλλίπολις ήταν η όμορφη γαλανόλευκη λουτρόπολις των Στενών του Ελλησπόντου, με τον πανάρχαιο και υπερήφανο ελληνικό πληθυσμό της. Όμως, το φθινόπωρο του 1922, οι Τούρκοι ξερίζωσαν ολοκληρωτικά, όλους τους Έλληνες από την Ανατολική Θράκη και από την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας. Έτσι, εκατοντάδες χιλιάδες προσφυγικές οικογένειες, κατατρεγμένες από την τουρκική θηριωδία, εξαναγκάσθηκαν με ψυχικό σπαραγμό να εγκαταλείψουν δια της βίας τις προγονικές τους εστίες και να ζητήσουν απεγνωσμένα, καταφυγή και προστασία, στη στοργική αγκαλιά της μητέρας πατρίδας. Μαζί με αυτές και η οικογένεια της Βέμπο, κατεστραμμένη κι αυτή και αβοήθητη, έφθασε, σχεδόν μόνη, στο λιμάνι του Πειραιά, εντελώς ξένη και παντελώς άγνωστη, μέσα σε εκείνη τη φοβερή αντάρα του προσφυγικού κατακλυσμού.
Χαμένη κυριολεκτικά, σε μια πρωτοφανή κοσμοπλημμύρα δεν κατόρθωσε να βρει μια μόνιμη καταφυγή για το ξεκίνημα μιας καινούργια ζωής. Γι' αυτό και συνέχισε καρτερικά το οδοιπορικό μαρτύριο της προσφυγιάς, για να κατασταλάξει επιτέλους, και ύστερα από φοβερές περιπλανήσεις, στο Βόλο, τη γραφική μεγαλούπολη του Παγασητικού. Εκεί, λοιπόν, στο Βόλο, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1922, εγκαταστάθηκε οριστικά πλέον, η οικογένεια Βέμπο, με τους μεσόκοπους γονείς, τη δωδεκάχρονη τότε Σοφία και τα αγαπημένα της αδέλφια, τον Τζώρτζη, την Αλίκη και τον Ανδρέα. Εκεί, έζησε φτωχικά, με στερήσεις και ανέχεια, τα τρυφερά παιδικά της χρόνια και έκανε τα πρώτα τολμηρά της όνειρα για μια καλύτερη ζωή κι ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Γιατί από πολύ μικρή ξεχώριζε για τη μελωδική φωνή της και την αξιοθαύμαστη πιστότητα με την οποία απέδιδε τα τραγούδια που τραγουδούσε.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Έτσι, το καλοκαίρι του 1930, με μόνα της εφόδια το πλούσιο καλλιτεχνικό της ταλέντο και την ακαταμάχητη πίστη της για επιτυχία, φεύγει από το Βόλο και φθάνει στη Θεσσαλονίκη, με μοναδικό σκοπό της να δοκιμάσει την αξία της ξεχωριστής φωνής της. Πρωτοεμφανίζεται στο κοσμικό κέντρο «Αστόρια», στην παραλιακή Λεωφόρο, κοντά στο Λευκό Πύργο και το φιλόμουσο κοινό της Θεσσαλονίκης χειροκροτεί κάθε βράδυ τις μουσικές επιτυχίες της Σοφίας. Από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες της, ξεχωρίζει το περίφημο τραγούδι της «Τσιγγάνα μαυρομάτα», που το αποδίδει με ιδιαίτερη ζωντάνια και το αγαπά υπερβολικά. Ακολουθούν και άλλες μεγάλες μουσικές επιτυχίες της εποχής εκείνης. Γιατί η δεκαετία του '30 είναι η χρυσή -και δυστυχώς η ανεπανάληπτη- εποχή του ελληνικού τραγουδιού.
Μεγάλοι ρομαντικοί στιχουργοί και εξαίρετοι μουσικοσυνθέτες, προσφέρουν μια καινούργια καλλιτεχνική έκφραση στη μέχρι τότε μουσική παράδοση του τόπου μας. Δημιουργούν το ελαφρό ελληνικό τραγούδι και χαρίζουν στο πλατύ κοινό ένα καινούργιο είδος μουσικής πανδαισίας. Το κοινό απολαμβάνει αχόρταγα τις νέες μουσικές δημιουργίες και τις τραγουδά ανοιχτόκαρδα σε κάθε εκδήλωση ψυχαγωγική, σε κάθε πρόσφορη ευκαιρία. Είναι η εποχή που ανέδειξε τον Αττίκ, τον Χαιρόπουλο, τον Σαββίδη, τον Σουγιούλ, τον Κοφινιώτη, τον Κώστα Γιαννίδη, τον Σακελλάριο, τον Μίμη Τραϊφόρο και τόσους άλλους καταξιωμένους δημιουργούς στο χώρο του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού. Κοντά σε αυτούς και οι μεγάλες ερμηνεύτριες όπως η Δανάη, η Κάκια Μένδρη, η Πάολα, η Νινή Ζαχά, η Ζωή Μάγκου, αλλά και εξαίρετοι ερμηνευτές, όπως ο Κώστας Μανιατάκης, ο Επιτροπάκης, ο Φώτης Πολυμερής, ο Νίκος Γούναρης και τόσοι άλλοι. Μέσα σε αυτήν την καλλιτεχνική κοσμογονία, αναδεικνύεται και η Σοφία, και η φήμη της πολύ γρήγορα ξεπερνά τους καλλιτεχνικούς ορίζοντες της Θεσσαλονίκης και φθάνει στην κοσμική Αθήνα. Έτσι, το -καλοκαίρι του 1933 πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο «Σαμαρτζή» στην επιθεώρηση του Αντώνη Βώττη με τον τίτλο «Παπαγάλος 1933». Τον ίδιο χρόνο, γυρίζει στη φωνογραφική εταιρεία «Παρλοφών» τον πρώτο της δίσκο, σε στίχους Πωλ Νορ «Μη ζητάς φιλιά».
Ακολουθεί μια λαμπρή περίοδος τον επόμενο χρόνο με καινούργιες επιτυχίες, όπως τα τραγούδια «Κάτω στον κάμπο, κάτω στην Ελασσόνα», «Του Γιάννου η φλογέρα», ενώ εμφανίζεται τακτικά πλέον στις περισσότερες σκηνές των αθηναϊκών θεάτρων, εκείνης της εποχής. Έτσι, η Σοφία, καταξιώνεται δικαίως και κυριαρχεί δυναμικά στην καλλιτεχνική ζωή της προπολεμικής Αθήνας. Τα τραγούδια της γίνονται γρήγορα καλλιτεχνικές επιτυχίες, ενώ το ευρύ και ανώνυμο κοινό, τη λατρεύει κυριολεκτικά σαν μεγάλη τραγουδίστρια του ελαφρού μας τραγουδιού. Αργότερα, η Σοφία αποκαλύπτει και ένα άλλο ταλέντο τής καλλιτεχνικής της προσωπικότητος. Εμφανίζεται στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κινηματογράφο και παίζει ως πρωταγωνίστρια, στην ταινία «Η προσφυγοπούλα» δίπλα στον εξαίρετο Μάνο Φιλιππίδη. Το σενάριο το έχει γράψει ο Δημήτρης Μπόγρης και τα τραγούδια, που τραγουδά στην ταινία η Σοφία είναι σε στίχους Αιμιλ. Σαββίδη και μουσική Κώστα Γιαννίδη.
Τα τραγούδια αυτά θα παραμείνουν πράγματι αξέχαστα, στο πέρασμα εξήντα περίπου ετών, από τότε. Είναι τα τραγούδια, «Πόσο η ζωή είναι ωραία», «Ζητώ να σε ξεχάσω» και το αλησμόνητο αγαπημένο τραγούδι της Σοφίας «Σ' αγαπώ».

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Όμως, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου σκιάζουν απειλητικά τον αίθριο ουρανό της Ευρώπης. Η χιτλερική εξάπλωση στη Γηραιά Ήπειρο παγώνει τις καρδιές των ελευθέρων ανθρώπων, σε ολόκληρο τον Κόσμο. Η Ιταλία του Μουσολίνι καταλαμβάνει τον Απρίλιο του 1939 τη γειτονική μας Αλβανία και τα φασιστικά στρατεύματα φθάνουν στα ηπειρωτικά μας σύνορα. Τελικά, όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο θρασύς εισβολέας απειλεί τη χώρα μας, ηγεσία και λαός αντιτάσσουν αυθόρμητα το ιστορικό «ΟΧΙ». Στην πολεμική έγερση του Έθνους, όλοι ανεξαιρέτως οι καλλιτέχνες έδωσαν αυθόρμητα το δικό τους οφειλόμενο «παρών». Από τις πρώτες μόλις εβδομάδες του πολέμου, τα αθηναϊκά θέατρα ανέβασαν επίκαιρες πατριωτικές επιθεωρήσεις, που χειροκρότησε με ενθουσιασμό το θεατρόφιλο κοινό της πρωτευούσης. Στο θέατρο «Μοντιάλ» της οδού Πανεπιστημίου, παίζεται η επίκαιρη σάτιρα «Πολεμική επιθεώρησις», που την παρουσιάζει ο Μίμης Τραϊφόρος σε χρόνο-ρεκόρ. Στην επιθεώρηση εμφανίζεται μία πλειάδα εξαίρετων καλλιτεχνών, όπως η Σοφία Βέμπο, οι αδελφές Καλουτά, ο Μάνος Φιλιππίδης, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Ρένα Βλαχοπούλου -νεοσσός τότε του θεάτρου- ο Γριμάνης με το μπαλέτο του και άλλοι αξιόλογοι ηθοποιοί. Από τις πρώτες μόλις παραστάσεις, το θέατρο παρουσίαζε εξαιρετική κίνηση και πρωτοφανή κοσμοσυρροή. Αλλά του λείπει μια μεγάλη μουσική επιτυχία, κάτι δηλαδή που θα έδινε στην παράσταση το δικό της χαρακτηριστικό γνώρισμα.
Η Βέμπο το κατάλαβε αμέσως και ζητά από τον Τραϊφόρο να της γράψει ένα πολεμικό, ένα πατριωτικό τραγούδι, εμπνευσμένο από τον ηρωικό αγώνα του λαού μας, πάνω στα ηπειρωτικά βουνά. Έτσι, σε πολύ λίγο χρόνο, ο Μίμης Τραϊφόρος έγραψε τους περίφημους εκείνους στίχους του, που έμειναν από τότε αθάνατοι και απαράμιλλοι: «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά, / που σκληρά πολεμάτε, / πάνω στα βουνά...». Η μουσική είναι του εξαίρετου μαέστρου Σουγιούλ. Η Βέμπο το τραγούδησε το ίδιο κιόλας βράδυ, ενώ από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, μετεδόθη σαν μια μεγάλη μουσική επιτυχία, εκείνης της λαμπρής εποχής, των θριάμβων και της δόξης. Παράλληλα, όμως, με τις καλλιτεχνικές εμφανίσεις, η Βέμπο καθώς και όλοι οι άλλοι καλλιτέχνες από τα άλλα θέατρα, έδιναν καθημερινές θεατρικές παραστάσεις στα νοσοκομεία, σκορπίζοντας τη χαρά και το θάρρος στους τραυματισμένους ήρωες του αλβανικού μετώπου. Ήταν ένα καθήκον στους λίγους, που θυσιάστηκαν για τους πολλούς.

Η ΚΑΤΟΧΗ

Κι ύστερα ήρθαν τα μαύρα χρόνια της τριπλής κατοχής. Ενώ ολόκληρη η χώρα βρισκόταν, πλέον, κάτω από τον αδυσώπητο χιτλερικό ζυγό, οι ιταλικές δυνάμεις του Μουσολίνι βρήκαν την ευκαιρία να παραστήσουν τον κατακτητή σε μια χώρα που στάθηκαν ανίκανοι να κατακτήσουν μόνοι τους. Αλλά και οι Βούλγαροι έτρεξαν και αυτοί να επωφεληθούν της ευκαιρίας και να ικανοποιήσουν έστω και πρόσκαιρα τις προαιώνιες ανούσιες βλέψεις τους προς το Αιγαίο. Κατέλαβαν ολόκληρη τη Θράκη, απ' τον Ανατολικό Έβρο μέχρι το Δυτικό Στρυμόνα, εκατό περίπου χιλιόμετρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Οι Ιταλοί μόλις εγκατεστάθησαν στην Αθήνα, κάλεσαν τη Βέμπο στην ιταλική Καραμπινιερία, στην αρχή της οδού Αμερικής και Σταδίου και εκεί της ανακοίνωσαν ότι απαγορεύεται του λοιπού να εμφανισθεί στη σκηνή οιουδήποτε θεάτρου. Γιατί η Βέμπο είχε γίνει το σύμβολο της αντιστάσεως του ελληνικού λαού στον καλλιτεχνικό χώρο και κάθε εμφάνιση της θα προκαλούσε οπωσδήποτε, μεταξύ του θεατρικού κοινού, πατριωτικές εκδηλώσεις εις βάρος των κατακτητών. Η απαγορευτική αυτή διαταγή είχε αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκ. 13/2 ημερομηνία εκδόσεως την 9ην Αυγούστου 1941 και ήταν υπογεγραμμένη από τον Κάρλο Μέολι, αντισυνταγματάρχη των Καραμπινιέρων. Όμως, στις 17 Αυγούστου 1941, ημέρα Κυριακή, στο θέατρο «Αθήναιον» στη συμβολή των οδών Πατησίων και Μάρνη, απέναντι ακριβώς από το Εθνικό Μουσείο, συνέβη κάτι το εντελώς απροσδόκητο, που επέδρασε αποφασιστικά στη ζωή της Βέμπο. Εκείνη επισκέφθηκε εθιμοτυπικά το θέατρο, στη βραδινή του παράσταση, για να χαιρετίσει τους συναδέλφους της, που έπαιζαν ένα συνηθισμένο κατοχικό έργο. Το θέατρο ήταν κατάμεστο από θεατές και όταν αντελήφθησαν την παρουσία της Βέμπο, άρχισαν ρυθμικά, δυνατά και επίμονα να ζητούν να τους τραγουδήσει το αγαπημένο τους τραγούδι «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά...». Αυτό, βεβαίως, ήταν απαγορευμένο από τις Αρχές Κατοχής και συνεπώς επικίνδυνο και για τη Βέμπο, αλλά και για το θέατρο. Εκείνη, λοιπόν, αρνήθηκε ευγενικά για τους λόγους αυτούς, αλλά το κοινό, πάντοτε ζωηρό, απαιτητικό και αμετάπειστο συνέχισε να της ζητά να τραγουδήσει.
Η Βέμπο έμεινε διστακτική στην αρχή. Πάλεψε μέσα της η ψυχρή λογική της γυναίκας με τη φλογερή εθνική παρόρμηση της Ελληνίδας. Και νίκησε τελικά η Ελληνίδα. Ανέβηκε ύστερα γρήγορα στη σκηνή, άρπαξε βιαστικά στα χέρια της το μικρόφωνο και με εκείνη την υπέροχη δυνατή φωνή της, άρχισε να τραγουδά το τραγούδι της «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά...». Και τότε ολόκληρο το θέατρο σείστηκε κυριολεκτικά από ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Κατόπιν, όλοι οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι και σαν μια μυριόστομη χορωδία, συνόδευσαν συγκινημένοι τη ,Σοφία στις μελωδικές στροφές του υπέροχου τραγουδιού της. Αλλά αυτό πια δεν ήταν τραγούδι. Ήταν πολεμικό εμβατήριο, ήταν αγωνιστικός Θούριος, ήταν νικητήριος Παιάνας... Κι έτσι, εκείνο το βράδυ, η θεατρική παράσταση από μια συνηθισμένη καλλιτεχνική εκδήλωση εξελίχθηκε εντελώς αυθόρμητα σ' ένα ξέφρενο πατριωτικό παραλήρημα, σ' ένα έξαλλο εθνικό πανηγύρι, σε μια δημόσια λαϊκή γιορτή...
Ήταν ίσως η πρώτη ομαδική αντιστασιακή εκδήλωση, μέσα στη σκλαβωμένη Αθήνα και μάλιστα χωρίς καμιά προηγούμενη καθοδήγηση, εντελώς αυθόρμητη και πηγαία, έτσι ακριβώς όπως είναι κάθε λαϊκή εκδήλωση για τα εθνικά μας ιδεώδη και την προστασία της εδαφικής μας ακεραιότητας...

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ…

Οι ιταλικές Αρχές Κατοχής κινήθηκαν το ίδιο κιόλας βράδυ για να συλλάβουν τη Βέμπο, όμως εκείνη χάθηκε κυριολεκτικά από την Αθήνα και με τη βοήθεια της γνωστής αντιστασιακής οργανώσεως «Μήδας» έφυγε σε λίγες εβδομάδες για την Κύμη της Ευβοίας. Από εκεί διέφυγε στη Μέση Ανατολή με την αμέριστη βοήθεια του ήδη αοιδήμου και Μακαριστού και τότε Επισκόπου Κύμης, Παντελεήμονος Φωστίνη και του ήδη Σεπτού Επισκόπου Κορινθίας και τότε Ιερολογιωτάτου Διακόνου, Παντελεήμονος Καρανικόλα.
Στη Μέση Ανατολή μπροστά σε ένα αεροπλάνο μας, λίγο πριν πετάξει για το μέτωπο. Στη Μέση Ανατολή, την εποχή εκείνη, συνέχιζε τον πόλεμο ο Εθνικός Στρατός μας, το Πολεμικό Ναυτικό και η Πολεμική μας Αεροπορία στο πλευρό των συμμάχων και των ελευθέρων λαών, με μόνο σκοπό τη συντριβή των δυνάμεων του «άξονος» και την απελευθέρωση της χώρας από τον τριπλό ζυγό των κατακτητών. Η Βέμπο περιόδευε συνεχώς στα πολεμικά μέτωπα της Βορείου Αφρικής, στους πολεμικούς ναυστάθμους και στα προκεχωρημένα αεροδρόμια κοντά στα παιδιά της Ελλάδος. Αλλά και στα νοσοκομεία όπου νοσηλεύονταν οι ηρωικοί τραυματίες του πολέμου, η παρουσία της ήταν πάντοτε ιδιαιτέρως ζωηρή και ενθουσιώδης. Κοντά στη Βέμπο και ο Μίμης Τραϊφόρος που έφθασε και αυτός για τον ίδιο σκοπό, ύστερα από λίγους μήνες στη φιλόξενη Αλεξάνδρεια, για να γίνει από τότε ο πιστός της σύντροφος στο θέατρο και τη ζωή, ο αγαπημένος της σύζυγος, όπως η ίδια συνήθιζε να λέει.
Άπειρες ιστορίες και αμέτρητα περιστατικά συνθέτουν τη θριαμβευτική πορεία της Σοφίας σε όλα τα πολεμικά μέτωπα, σε όλη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Βέμπο με τα τραγούδια της θύμιζε πάντοτε την ακαταμάχητη δύναμη του λαού μας και την ακλόνητη πίστη του στην τελική νίκη. Και η νίκη δεν άργησε να έλθει.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Η Βέμπο επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση και σε λίγο καιρό στην Αθήνα, στην οδό Καρόλου, άνοιξε το πρώτο της θέατρο, στο όνομα της: «Θέατρο Βέμπο». Ήταν ένα όνειρο μιας ζωής, ήταν μια προσπάθεια τόσων χρόνων. Μεγάλες δημιουργίες στο θέατρο της οι επιθεωρήσεις: «Εχετε γεια βρυσούλες», «Σταρ Ελλάς», «Τρόλεϋ Μπας», «Ρωμιός» και τόσες άλλες, συνθέτουν μία από τις λαμπρότερες σελίδες του νεοελληνικού μας θεάτρου. Κοντά σ' αυτές και οι μεγάλες επιτυχίες των τραγουδιών της: «Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιόρκ, Βουδαπέστη, Βιέννη», η περίφημη «Ταμπακιέρα» παραμένουν μέχρι σήμερα αξέχαστες και ζωντανές.
Εξάλλου, η μεγάλη θεατρική της επιτυχία «Στουρνάρη 288», αφού σημείωσε εισπρακτικό ρεκόρ στο θέατρο, μεταφέρεται κατόπιν και στον κινηματογράφο, ως ομώνυμη κινηματογραφική ταινία με ανάλογη επιτυχία. Η Βέμπο εμφανίστηκε αργότερα και σε μια άλλη κινηματογραφική ταινία, την περίφημη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, σ' ένα σύντομο αλλά χαρακτηριστικό ρόλο.

Η ΑΥΛΑΙΑ

Η Σοφία εξακολούθησε την καλλιτεχνική της σταδιοδρομία μέχρι το τέλος. Ήταν πάντοτε ζωηρή, εύθυμη και αισιόδοξη μέχρι και το πρωί της 11ης Μαρτίου 1978, όταν εντελώς ξαφνικά από το σπίτι της στην οδό Στουρνάρη και Πατησίων έφυγε για την αιωνιότητα. Την απώλεια της μεγάλης Σοφίας την έκλαψε ολόκληρος ο ελληνικός λαός, γιατί η Σοφία ανήκε σε όλους τους Έλληνες. Θεόσωρος Χαρ. Παπασταθόπουλος - Ελλάδα 20ός Αιώνας - Απογευματινή - Αθήνα
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΧΑΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ» ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ


from ανεμουριον https://ift.tt/37Tk5zY
via IFTTT
Από το Blogger.