![]() |
| Αλβανικό μέτωπο, χειμώνας 1941. Ελληνικό ορειβατικό πυροβόλο και οι χειριστές του. Δεξιά, ο χειριστής της διόπτρας παρατηρεί και δίνει τις συντεταγμένες των βολών (Φωτ.: αρχείο «Καθημερινής»). |
Ο θάνατος του Ιωάννη Μεταξά, στις 28 Ιανουαρίου του 1941, βρήκε το μέτωπο στην Αλβανία καθηλωμένο και τον πλούσιο σε θριάμβους πόλεμο του φθινοπώρου να έχει μεταβληθεί σε αιματηρό αδιέξοδο που θύμιζε καταστάσεις Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι καιρικές συνθήκες του χειμώνα, σε αυτά τα μεγάλα υψόμετρα, πρόσθεταν στους πίνακες απωλειών μεγάλους αριθμούς κρυοπαγημένων. Οι αντίπαλοι εξαντλούσαν τις δυνατότητες των στρατών τους στην αναζήτηση μιας νίκης, της οποίας κανένας δεν είχε το κλειδί.
Το επίκεντρο της σύγκρουσης μεταφέρθηκε γύρω από τη στενωπό της Κλεισούρας, που άνοιγε το δρόμο προς τις πεδιάδες της κεντρικής Αλβανίας. Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο είχε επιτέλους αποκτήσει την αίσθηση του κέντρου βάρους στις προσπάθειες του, αλλά μόνο για να διαπιστώσει ότι η πυκνότητα της εχθρικής διάταξης απαγόρευε πλέον την επανάληψη των θριάμβων του Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου. Στα μέσα του Φεβρουαρίου, μόλις οι καιρικές συνθήκες το επέτρεψαν, ο ελληνικός στρατός επιτέθηκε προς το Τεπελένι, ρίχνοντας τις τελευταίες στρατηγικές του εφεδρείες στη μάχη. Η πιο σημαντική από τις τελευταίες, η 5η μεραρχία Κρήτης -που έφθασε στα τέλη Ιανουαρίου στο μέτωπο- έχασε 3.500 άνδρες μέσα σε δεκαπέντε μέρες. Οι επιθέσεις διακόπηκαν, χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα, και η επανάληψη τους, στις αρχές Μαρτίου, παρά τις τοπικές επιτυχίες, δεν κατάφερε να μεταβάλει την κατάσταση. Ήταν η σειρά των Ιταλών να αναλάβουν τις δικές τους επιθετικές πρωτοβουλίες.
Στις 9 Μαρτίου άρχισε η μεγάλη «εαρινή επίθεση» του ιταλικού στρατού. Βασικός της στόχος ήταν η διάσπαση του ελληνικού μετώπου και η κατάληψη της Ελλάδας πριν ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες των Γερμανών για επέμβαση στην περιοχή. Το ζητούμενο ήταν οι ισορροπίες μέσα στον Άξονα. Το κύρος του φασιστικού καθεστώτος, που είχε ήδη τρωθεί στην Αφρική, στον αέρα και τη θάλασσα, δεν θα μπορούσε να αντέξει, όπως και δεν άντεξε, μια νέα ταπείνωση. Ο Μουσολίνι και το Φασιστικό Συμβούλιο ήθελαν την επίθεση καταιγιστική και θυελλώδη, που θα σάρωνε, κάτω από την υπεροχή των μέσων και των πυρών της, κάθε αντίστασης. Στην πραγματικότητα ό,τι μπόρεσε να συγκεντρωθεί ήταν ιδιαίτερα φτωχό: τριακόσια πυροβόλα και λιγότερα από 200 αεροπλάνα, ξεπερασμένης μάλιστα τεχνολογίας. Η σύγκριση με τα μέσα που θα συγκέντρωναν οι Γερμανοί λίγες μέρες μετά, στη δική τους βαλκανική εκστρατεία, πρέπει να απογοήτευσε ακόμη και τον πλέον αισιόδοξο Ιταλό παράγοντα.
Ελλείψει μέσων, η επίθεση έγινε με κύματα πεζικού, που ορμούσαν ενάντια σε συρματοπλέγματα, χαρακώματα και πολυβολεία, όπως στα 1914-1918. Η αποτυχία ήταν πλήρης και οι απώλειες ιδιαίτερα μεγάλες: 11.800 Ιταλοί εκτός μάχης, έναντι 5.500 Ελλήνων. Το αδιέξοδο πιστοποιήθηκε και οι αντιμαχόμενοι περιορίστηκαν να περιμένουν τη γερμανική επέμβαση.
Η ανάγκη γερμανικής επέμβασης είχε πιστοποιηθεί από τον Ιανουάριο του 1941, όταν έγινε πλέον σαφές ότι ο ιταλικός στρατός πολύ δύσκολα θα κατέβαλε την ελληνική αντίσταση. Οι Ιταλοί επιθυμούσαν να έχει η επέμβαση αυτή τον χαρακτήρα στήριξης των προσπαθειών τους στην Αλβανία με πολεμικά μέσα (μεταγωγικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα) και ειδικά στρατεύματα ορεινού πολέμου. Για τη Γερμανία, όμως, το ζητούμενο ήταν το γρήγορο και αποφασιστικό κλείσιμο των εκκρεμοτήτων στα Βαλκάνια, καθώς δεν ήθελαν να δουν τη δημιουργία ενός νέου μετώπου εκεί, όπως συνέβη στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μεταξάς κατανοούσε πλήρως τη γερμανική ενόχληση και οι διπλωματικές προσπάθειες του στρέφονταν στο να πείσει για τον τοπικό χαρακτήρα του πολέμου, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο σε διαπραγματεύσεις. Απόφευγε έτσι να δεχθεί ανοικτά τη βρετανική βοήθεια, η οποία εξάλλου, εκείνη την εποχή, θα ήταν τόσο περιορισμένη που ελάχιστα θα βοηθούσε.
Με το θάνατο του Μεταξά και την ουσιαστική ανάληψη των τυχών του πολέμου από τον βασιλιά Γεώργιο Β', η προσεκτική πολιτική απέναντι στην αγγλική βοήθεια εγκαταλείφθηκε, καθώς μάλιστα αύξαιναν οι δυσκολίες στην Αλβανία και παράλληλα ξεκαθάριζαν οι γερμανικές προθέσεις. Η μεταβολή όμως αυτή δεν σήμαινε ότι οι αγγλικές δυνατότητες είχαν ανάλογα βελτιωθεί. Στις 22 Φεβρουαρίου, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Α. Ηντεν, επικεφαλής σημαντικών αξιωματούχων, ήρθε στην Ελλάδα για να διαπραγματευθεί τις λεπτομέρειες της συνεργασίας των δύο πλευρών. Το κύριο ζήτημα που προέκυψε ήταν ο προσδιορισμός της γραμμής άμυνας απέναντι στους Γερμανούς. Οι Αγγλοι, γνωρίζοντας τις περιορισμένες δυνατότητες του στρατού τους, πρότειναν τη συγκέντρωση των δυνάμεων στην περιοχή του Αλιάκμονα, ενώ οι Έλληνες δίσταζαν να εγκαταλείψουν στον εχθρό τόσο μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Τελικά επιλέχθηκε μια λύση συμβιβασμού, όπου οι Άγγλοι, μαζί με τρεις ελληνικές μεραρχίες, θα προάσπιζαν τη δυτική Μακεδονία, ενώ οι περιοχές που κάλυπτε η γραμμή Μεταξά θα καλύπτονταν από ελληνικές δυνάμεις.
ΠΕΝΙΧΡΑ ΜΕΣΑ
Τα διατιθέμενα μέσα ήταν πενιχρά. Η γραμμή Μεταξά ανήκε ήδη σε άλλη εποχή, και εξάλλου είχε απογυμνωθεί από πλήθος υλικών για την ενίσχυση του αλβανικού μετώπου. Δεν περιλάμβανε την κοιλάδα του Άξιου. Οι μονάδες του ελληνικού στρατού, αν και σημαντικές σε αριθμούς -το ισοδύναμο 7 μεραρχιών- ήταν στελεχωμένες από τραυματίες του αλβανικού μετώπου, από μουσουλμάνους και ηλικιωμένους φαντάρους, τους έλειπε η ομοιογένεια και η εκπαίδευση. Το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, δυόμισι μεραρχίες, 50.000 άνδρες, δεν μπορούσε να καλύψει τη διαφορά. Οι εξελίξεις, εξάλλου, στην Αφρική, όπου ο Ρόμελ είχε κάνει την εμφάνιση του, επέβαλαν την συντηρητική χρήση του σώματος αυτού, που η ενδεχόμενη καταστροφή του θα ανέτρεπε τις γενικότερες ισορροπίες,
| Ο Γ. Τσολάκογλου ενώ υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης της Ελλάδος στους κατακτητές. |
![]() |
| Μάλεμε 1941 |
Το πραξικόπημα αξιωματικών -κυρίως Σέρβων- στο Βελιγράδι, που ανέτρεψε τις συμφωνίες της χώρας με τον Άξονα, έδωσε κάποιες ελπίδες στην αγγλοελληνική παράταξη. Η συνδρομή του γιουγκοσλαβικού στρατού μπορούσε να είναι σημαντική. Η Βέρμαχτ όμως βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος της και η αναδιάταξη των γερμανικών δυνάμεων ώστε να καταλάβουν και τη Γιουγκοσλαβία έγινε μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Στις 6 Απριλίου όλα ήταν έτοιμα και οι Γερμανοί εισέβαλαν και στις δύο χώρες ταυτόχρονα με καταιγιστικό τρόπο.
Αν και η αριθμητική υπεροχή των μονάδων που εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος δεν ήταν καταθλιπτική -η αρχική κρούση έγινε από πέντε μεραρχίες πεζικού και μία τεθωρακισμένη, που προχώρησε μέσα από τη Γιουγκοσλαβία- η αλλαγή του σκηνικού έγινε αντιληπτή από την πρώτη κιόλας στιγμή. Οι γερμανικές επιθέσεις στη γραμμή του μετώπου ήταν λυσσαλέες, ενώ οι αεροπορικές επιδρομές επίμονες και καταστροφικές. Το λιμάνι του Πειραιά δέχτηκε αμέσως καίρια πλήγματα, γεγονός που μεγάλωσε την ανασφάλεια του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος. Στη γραμμή Μεταξά, που είχε κατασκευαστεί για να εξουδετερώσει τη βουλγαρική απειλή, έγιναν τρεις μέρες σφοδρότατων μαχών σε όλα τα σημεία, με ποικίλα αποτελέσματα. Αλλού η γερμανική διείσδυση πέτυχε, αλλού οι επιθέσεις αποκρούστηκαν με σοβαρές απώλειες. Οι αιματηρές επιθέσεις κατά των οχυρών μάλιστα συνεχίστηκαν, ακόμα και όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν πλέον άχρηστες. Πραγματικά, πολύ γρήγορα η 2η γερμανική μεραρχία αρμάτων πέρασε μέσα από το γιουγκοσλαβικό έδαφος και στράφηκε προς νότο, μέσα από την κοιλάδα του Αξιού, χωρίς καμία δύναμη να μπορεί να την αναχαιτίσει. Στις 9 Απριλίου ήταν στη Θεσσαλονίκη, όπου υπογράφηκε η παράδοση των ελληνικών δυνάμεων της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, περίπου 60.000 ανδρών. Ο ελληνικός στρατός πλήρωνε την υπερβολική διασπορά των δυνάμεων του.
Η γραμμή, που υπεράσπιζαν Έλληνες και Βρετανοί στον Αλιάκμονα, έπεσε και αυτή θύμα μιας νέας κυκλωτικής διείσδυσης των Γερμανών. Οι τελευταίοι προχώρησαν από το Μοναστήρι προς τη Φλώρινα, περνώντας στα μετόπισθεν της διάταξης και απειλώντας ταυτόχρονα τον ελληνικό στρατό στην Αλβανία. Υστερα από σύντομες συγκρούσεις, οι Βρετανοί υποχώρησαν, οι ελληνικές δυνάμεις διαλύθηκαν και τα νικηφόρα ως τότε στρατεύματα της Αλβανίας άρχισαν μια γρήγορη υποχώρηση, την οποία ούτε και αυτήν τη φορά κατάφεραν να εκμεταλλευθούν οι δυσκίνητοι Ιταλοί. Η διαρροή των ανδρών πάντως είχε αρχίσει, και γενικευόταν μόλις οι μονάδες αυτές περνούσαν τα ελληνικά σύνορα. Ο πόλεμος φαινόταν να είχε τελειώσει. Απέμενε το ζήτημα της αποχώρησης των Άγγλων και της συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού. Στο δεύτερο ζήτημα η κυβέρνηση Κορυζή άφησε την πρωτοβουλία στους ηγέτες των μεγάλων στρατιωτικών μονάδων, καθώς η ίδια είχε επιλέξει την αποχώρηση της στο εξωτερικό μαζί με τα αγγλικά στρατεύματα. Στις 20 Απριλίου, ο στρατηγός Τσολάκογλου, διοικητής των δύο μεγάλων σχηματισμών του αλβανικού μετώπου, του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (από τις 17 Απριλίου), υπέγραψε τη συνθηκολόγηση του στρατού, οι όροι της οποίας μεταβλήθηκαν τις επόμενες μέρες από τους Γερμανούς για να ικανοποιηθούν οι ιταλικές πιέσεις. Οι Βρετανοί αναχώρησαν με περιπετειώδεις τρόπους για την Κρήτη και την Αίγυπτο, η κυβέρνηση -εκτός από τον πρωθυπουργό Κορυζή, που αυτοκτόνησε στις 18 Απριλίου-, η βασιλική οικογένεια και πολλοί αξιωματούχοι αναχώρησαν για την Κρήτη ή το εξωτερικό και οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα στις 27 Απριλίου, ημέρα Κυριακή. Ο στρατηγός Τσολάκογλου είχε ήδη αποδεχθεί, από τις 25 Απριλίου, τον σχηματισμό της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης.
Ο εξάμηνος πόλεμος κόστισε στην Ελλάδα 700 περίπου νεκρούς αξιωματικούς (οι μισοί έφεδροι) και 14.000 νεκρούς και αγνοούμενους οπλίτες. Από τους 63.000 τραυματίες του πολέμου, οι 25.000 ήταν παγόπληκτοι.
Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Απέμενε η Κρήτη. Στο νησί είχε μεταφερθεί σημαντικό μέρος από τις δυνάμεις που εκκένωσαν την κυρίως Ελλάδα. Μαζί με τις ελληνικές δυνάμεις και έμπεδα, παρουσίαζαν στα χαρτιά μια εντυπωσιακή δύναμη (32.000 Αγγλοι και 12.000 Έλληνες, εκτός από την πολιτοφυλακή και τους ένοπλους πολίτες). Στην πράξη, οι μονάδες αυτές, εκτός από την αναγκαστική διασπορά τους στα απειλούμενα σημεία, έπασχαν κυρίως στον τομέα της ομοιογένειας, της διάταξης και της διοίκησης. Η κυριότερη εγγύηση για την άμυνα του νησιού ήταν η κυριαρχία του βρετανικού στόλου στις γύρω θάλασσες.
Οι Γερμανοί καινοτόμησαν, για τα μέσα και τα μέτρα της εποχής, επιλέγοντας την από αέρας κατάληψη του νησιού. Σε μια τέτοια επιχείρηση το μόνο πλεονέκτημα ήταν ο αιφνιδιασμός, ενώ τα μειονεκτήματα ήταν πολλά: η απουσία βαρέων όπλων, οι δυσκολίες ανεφοδιασμού, ο διαρκής κίνδυνος αποκοπής κ.λπ. Το σώμα εφόδου περιλάμβανε 23.000 περίπου άνδρες, από τους οποίους 10.000 αλεξιπτωτιστές, και 1.350 περίπου αεροπλάνα, από τα οποία 550 μεταγωγικά.
Η επίθεση, που ξεκίνησε στις 20 Μαΐου, αποσκοπούσε στην κατάληψη ενός έστω από τα τρία αεροδρόμια του νησιού, ώστε να μπορέσουν να φθάνουν από τον αέρα εφόδια και ενισχύσεις. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν πολύ γρήγορα στο Μάλεμε, δυτικά των Χανίων, όπου η πρώτη ρίψη αλεξιπτωτιστών είχε κάνει τις πλέον σημαντικές προόδους. Ύστερα από σκληρές μάχες δύο ημερών, όπου πήραν μέρος πολλοί ένοπλοι πολίτες, το αεροδρόμιο εξασφαλίστηκε από τους Γερμανούς και η πίεση πάνω στα συμμαχικά στρατεύματα άρχισε προοδευτικά να αυξάνει. Στη θάλασσα, στο μεταξύ, το βρετανικό ναυτικό είχε καταφέρει να εμποδίσει την άφιξη νηοπομπών με εφόδια και βαρέα όπλα, με τίμημα όμως βαριές απώλειες σε πολεμικά σκάφη. Γινόταν προφανές ότι η συνέχιση της προάσπισης του νησιού μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις στρατηγικές πλέον ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο.
Στις 27 Μαΐου αποφασίστηκε η εκκένωση του νησιού, επιχείρηση καθόλου εύκολη, καθώς θα γινόταν κάτω από ένα εχθρικό ουρανό. Στις 31 Μαΐου η επιχείρηση έληξε και η καταμέτρηση των απωλειών έδειξε τη σφοδρότητα των συγκρούσεων. Οι Γερμανοί είχαν περίπου 4.000 νεκρούς και αγνοούμενους, ενώ οι Αγγλοι άφησαν πίσω, εκτός από 2.000 νεκρούς και 2.000 πνιγμένους στη θάλασσα, περίπου 12.000 αιχμαλώτους. Τα γερμανικά αντίποινα για τη συμμετοχή αμάχων στις συγκρούσεις άρχισαν σχεδόν αμέσως, σπέρνοντας θλίψη και θάνατο στο νησί.
Η περίοδος της Κατοχής είχε για τα καλά αρχίσει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1940-1945
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999
from ανεμουριον https://ift.tt/3a6SXOm
via IFTTT


