Από τα νεανικά στα ώριμα κείμενα

Ο Δημήτρης Ροδόπουλος (Καραγάτσης) έφηβος με χαρακτηριστικό κοστούμι της εποχής. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών χρόνων τον στη Λάρισα, όπου κινεί και αρκετούς ήρωες από τα μυθιστορήματά του.
Οι συγγραφείς δεν γεννιούνται. Αυτό ισχύει ακόμη και στην περίπτωση εκείνων που χαρακτηρίζονται ως «γεννημένοι συγγραφείς». Μία από τις πιο γνωστές σχετικές περιπτώσει στη λογοτεχνία μας αποτελεί ο Μ. Καραγάτσης, στον οποίο αναγνωρίστηκε ένα πηγαίο αφηγηματικό ταλέντο. Η αντίληψη πως έγραφε άκοπα και γρήγορα, και πως δεν επέστρεφε στο χειρόγραφο του για μια δεύτερη επεξεργασία επιβεβαίωνε την παραπάνω αναγνώριση - αν και παράλληλα, σε άλλους, υπηρετούσε την πρόθεση μείωσης της αξίας του έργου του. Γενικώς, το ταλέντο και η πειθαρχία δεν συνεργάζονται αρμονικά: η δεύτερη συνήθως βελτιώνει το πρώτο ή προσπαθεί να υποκαταστήσει την έλλειψη του. Ο Καραγάτσης, αναμφισβήτητα, είχε περισσότερο ταλέντο παρά πειθαρχία - ένα ταλέντο που ζήλεψαν πολλοί «πειθαρχημένοι» της 
γενιάς του. Η περίοδος της προετοιμασίας και διαμόρφωσης -στην οποία ανήκει σε μεγάλο βαθμό και η νεανική συγγραφική περίοδος- θεωρείται ως πιο καθοριστική στην περίπτωση των συγγραφέων της πειθαρχίας, ενώ παράλληλα έχει μεγαλύτερη διάρκεια. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως και οι χαρισματικοί δεν περνούν από μια τέτοια περίοδο που καθορίζει το έργο της ωριμότητάς τους, αν και στη δική τους περίπτωση η διαμόρφωση δεν εξαρτάται τόσο από την αφομοίωση φιλολογικών επιδράσεων, όσο από άλλους παράγοντες, όπως οι ψυχογενείς. Ότι ο Καραγάτσης ανήκει σε αυτή την κατηγορία επιβεβαιώνεται από το γεγονός πως η νεανική συγγραφική του περίοδος ήταν μικρής διάρκειας: από το 1925 έως το 1933, δηλαδή από τα δεκαεπτά έως τα εικοσιπέντε χρόνια του. «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», με τον οποίο ανοίγει με τρόπο εντυπωσιακό η ώριμη συγγραφική του περίοδος.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Η νεανική συγγραφική περίοδος διακρίνεται σε δύο φάσεις: Η πρώτη είναι φάση προετοιμασίας. Διαρκεί τρία έως τέσσερα χρόνια (1925-1928) και περιλαμβάνει δεκαεπτά διηγήματα. Η δεύτερη -η κυρίως νεανική περίοδος- κατά την οποία ο Καραγάτσης δεν είναι απλώς ένας μαθητευόμενος επίδοξος λογοτέχνης, αλλά ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός πεζογράφος. Αυτή η φάση διαρκεί τέσσερα έως πέντε χρόνια (1928-1932) και περιλαμβάνει εννέα διηγήματα. Εκτός από τα είκοσι τέσσερα διηγήματα (ένα από αυτά, το «Χειμέριο», γραμμένο το 1925, είναι θεατρικό μονόπρακτο), μέσα σε αυτή την περίοδο έχει γράψει και τις «Σελίδες ημερολογίου» (1931), καθώς και αρκετά ποιήματα, τα οποία είναι πολύ διαφωτιστικά σε ό,τι αφορά στην ψυχική του διαμόρφωση, επειδή με αυτά ο νεαρός λογοτέχνης συνήθιζε να παρουσιάζει την ψυχή του γυμνή. Η ποίηση φαίνεται πως λειτουργούσε τότε γι' αυτόν σαν μια μορφή εξομολόγησης: δίνει την εντύπωση πως γράφοντας ποιήματα δεν είχε σκοπό να κάνει λογοτεχνία, αλλά να κρατήσει ένα ημερολόγιο της ψυχής του, το οποίο προοριζόταν αποκλειστικά για δική του χρήση. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος για τον οποίο τα ποιήματα που έδωσε για δημοσίευση αποτελούν ελάχιστο ποσοστό των ποιημάτων που είχε γράψει, ενώ παράλληλα δεν ανήκουν στην κατηγορία των εξομολογητικών -ή και απολογητικών- ποιημάτων του.
Ο Καραγάτσης και η σύζυγος του Νίκη με τον στενό φίλο τους Θράσο Καστανάκη (δεξιά), συγγραφέα και καθηγητή στην έδρα Ανατολικών Σπουδών της Σορβόννης.
Το πέρασμα του Καραγάτση από τα νεανικά στα ώριμα κείμενα σημαδεύεται από μια εξέλιξη που, πέρα από το επίπεδο της τεχνικής και της έκφρασης, είναι δυνατόν να εντοπιστεί ευκολότερα στο γλωσσικό επίπεδο το οποίο είναι δυνατό να αποτελέσει δείκτη της γενικότερης εξέλιξής του. Ήδη μέσα στα πρώτα πέντε διηγήματα (που έχουν γραφτεί έως τα μέσα του 1926) διακρίνουμε μια πορεία από κάποιες συντηρητικές προς κάποιες προωθημένα δημοτικιστικές γλωσσικές επιλογές, οι οποίες κλιμακώθηκαν με την πρώτη έκδοση του «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» (1933), για να κορυφωθούν με τη χρήση ενός μονοτονικού συστήματος στην αυτοτελή έκδοση τα νουβέλας «Το μπουρίνι» (1943). Τον γλωσσικό προβληματισμό του αποκαλύπτει το γεγονός πως υπάρχουν περιπτώσει κατά τις οποίες το ίδιο διήγημα είναι γραμμένο πάνω στη βάση διαφορετικών γλωσσικών προγραμμάτων. Από τις διαδοχικές γλωσσικές αναθεωρήσει των διηγημάτων μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία της γλωσσικής εξέλιξης του συγγραφέα: από τις συντηρητικές επιλογές περνά σε έναν ριζοσπαστικό δημοτικισμό, για να καταλήξει σε μια δημοτική τα τρέχουσας καθημερινής επικοινωνίας, χωρίς υπερβολές στη λογοτεχνικότητά της.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ - ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Ένα χαρακτηριστικό τα γραφής του νεαρού Καραγάτση, το οποίο θα διατηρηθεί και στα χρόνια τα ωριμότητας, αποτελεί η εν θερμώ γραφή και η αντίληψη τα συγγραφής ως ενός παιχνιδιού. Ο συνδυασμός αυτός κάνει τη γραφή για τον συγγραφέα μια μορφή απόλαυσης, και καταλήγει σε μια αφήγηση που δεν δίνει την εντύπωση του συγγραφικού μόχθου, του οποίου τελικός αποδέκτης γίνεται ο αναγνώστης. Η παιγνιώδης και εύστροφη στάση του συγγραφέα απέναντι στο αντικείμενο του δεν είναι αποτέλεσμα μόνο μιας αφηγηματικής άνεσης, αλλά και μιας ευέλικτης και χαλαρής στάσης απέναντι στη ζωή και στον κόσμο. Η στάση αυτή γίνεται φανερή από τη νεανική περίοδο, επειδή τα διηγήματα της πρώτης φάσης της έχουν μια αυτοβιογραφική λειτουργία, με τη σημασία πως λειτουργούν σαν επιφάνειες που πάνω τους μπορούμε να διακρίνουμε την αντανάκλαση καταστάσεων που συγκροτούν τη ζωή ενός νέου που δεν έχει ακόμη αποκαταστήσει μια πραγματιστική σχέση με το περιβάλλον. Με το γράψιμο ο Καραγάτσης αποκαθιστά μια σχέση με τον εαυτό του, που παίρνει τη μορφή της αυτοανάλυσης. Όσο και αν δίνεται η εντύπωση πως η σχέση αυτή είναι αγαστή, συχνά διακρίνεται ένας αυτοελεγκτικός χαρακτήρας που επικεντρώνεται κυρίως στην επισήμανση ενός εγωισμού.
Ο Καραγάτσης (αριστερά) με τον ποιητή Αντώνη Βουσβούνη, το 1957. Μανιώδης καπνιστής, δεν εγκατέλειψε ποτέ το τσιγάρο, έστω κι αν είχαν ήδη αρχίσει οι πρώτες ενοχλήσεις στην καρδιά του.
Η αποδοχή του στίγματος του εγωιστή φανερώνει συναισθήματα ενοχής, που είναι οι γλυκόπικροι καρποί της συνειδητοποίησης μιας τάσης προς τον αισθησιασμό. Η ερωτική σχέση αποτελεί το βασικό θέμα των διηγημάτων τα πρώτα φάσης, αποκαλύπτοντας την εξέλιξη της στάσης του συγγραφέα απέναντι στον έρωτα και τη γυναίκα. Ξεκινά από μια ρομαντική αντίληψη και μια εξιδανικευτική τάση, για να περάσει σε μια αντίληψη ρεαλιστική και μια προβαλλόμενη ψυχρότητα. Οι γυναίκες αρχικά είναι εκπνευματωμένες ή ασεξουαλικές, αποκτώντας γρήγορα έναν αισθησιασμό. Είναι φανερή μια αντίληψη για τη διπλή φύση τα γυναίκας, η οποία θα εξελιχθεί στα έργα της ωριμότητας. Στη διπλή φύση της γυναίκας αντιστοιχεί η διπλή φύση του έρωτα: η ρομαντική ή πλατωνική και η ρεαλιστική ή σεξουαλική. Στον διπολικό έρωτα συμβάλλει η συνηθισμένη σε κάθε ερωτική σχέση παράλληλη παρουσία της ιδανικότητας και της διάψευσης: η συνειδητοποίηση του ρόλου της αυταπάτης στον έρωτα συχνά εμφανίζεται ως πυρήνας της ερωτικής πείρας, η οποία έτσι γίνεται βασικός παράγων της ερωτικής απευαισθητοποίησης.
ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ
Η αυτοβιογραφική λειτουργία υποχωρεί στα νεανικά της δεύτερης φάσης, στα οποία ο Καραγάτσης δίνει πλέον δείγματα της δύναμής του να απομακρύνεται από την υποκειμενική προοπτική της αφήγησης και να στρέφεται προς μια μυθοπλασία καθαρή από αυτοβιογραφικούς πυρήνες ή υπαινιγμούς. Η παραπάνω εξέλιξη υπήρξε καθοριστική για το πέρασμα του συγγραφέα από τα νεανικά στα ώριμα κείμενα. Ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζεται και στην προβαλλόμενη διακειμενικότητα που χαρακτηρίζει τα νεανικά, η οποία υπηρετείται ακόμη και με την αναφορά ονομάτων Γάλλων συγγραφέων: Anatole France, Henri Murger, Heredia, Moreas, Honore d' Urfe, Alfred de Musset, Rene Bazin, Henri de Regnier κ.ά. Η προβολή της διακειμενικότητας στηρίζει την αδύναμη μυθοπλασία και από την άποψη αυτή είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μια αφηγηματική τεχνική του νεαρού Καραγάτση, αλλά μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως εκδήλωση της σαφούς επίδρασης της γαλλικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα των γαλλικών ρομάντζων. Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό του έργου του που κάνει την εμφάνιση του στα νεανικά διηγήματα, είναι η αγάπη των τόπων. Στην αγάπη του αυτή για τους τόπους δεσπόζουσα θέση ήδη κατέχει το θεσσαλικό τοπίο: ο κάμπος και τα χωρία του Κάμπου, αλλά και ο Όλυμπος η Λάρισα, ο Τύρναβος και η Ραψάνη. Στο «Χειμέριο» βρίσκουμε μια αναφορά στον Πειραιά -και πιο συγκεκριμένα στην Καστέλλα- που πρόκειται και αυτός μαζί με το θεσσαλικό τοπίο να πάρει στο έργο του μια πολύ σημαντική θέση. Η σημασία των νεανικών διηγημάτων είναι ερμηνευτική, επειδή παρουσιάζουν την πορεία τα λογοτεχνικής αλλά και τα ψυχολογικής διαμόρφωσης του συγγραφέα. Η πορεία αυτή είναι δυνατό να αποδοθεί σχηματικά ως εξής: ευαισθησία που πρόκειται γρήγορα να πληγωθεί, ροπή προς την απομόνωση, τάση διαφοροποίησης, απροσδιόριστος αισθησιασμός που θα πάρει τη μορφή της ηδονής, για να συνειδητοποιηθεί ως εκδήλωση εγωισμού και να βιωθεί ως ενοχή από την οποία θα προσπαθήσει -παροδικά και μάταια- να απαλλαγεί μέσω του ψυχικού εξαγνισμού και της εγκράτειας, αλλά που τελικά θα κατορθώσει να λυτρωθεί από αυτήν μέσω μιας μορφής ή επίφασης κυνισμού, διαγράφοντας έτσι με τρόπο φυσικό έναν κύκλο από την ευαισθησία στον κυνισμό ο όποιος πρόκειται να καθορίσει το έργο τα ωριμότητάς του.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
« Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ »
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2vSdvLU
via IFTTT
Από το Blogger.