Σκηνές πολέμου

Το θέατρο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας στους Κορυσχάδες, τον Μάιο του 1944. Επικεφαλής του θιάσου ήταν ο Βασίλης Ρώτας (Φωτ. Σπύρος Μελετζής).
Υπό της διευθύνσεως της αστυνομίας δεν απηγορεύθη η λειτουργία, των θεάτρων και κινηματογράφων. Επετράπη η λειτουργία των υπό τον όρον όπως άπαντα τα φώτα των είναι κεκαλυμμένα ούτως ώστε να μη διακρίνεται ακτίς φωτός. Τα φώτα των εισόδων απαγορεύονται. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, τα θέατρα προσαρμόζουν τη δράση τους με τα τεκταινόμενα στη μεγάλη σκηνή της Ιστορίας. Ύστερα από ολιγοήμερη παύση σηκώνουν πάλι την αυλαία τους και ακολουθώντας το ωράριο κυκλοφορίας δίνουν αρχικά μόνο απογευματινές και κυριακάτικες πρωινές παραστάσεις. Οι διευθύνσεις των θεάτρων φροντίζουν να προβάλλουν τα ασφαλή καταφύγια τους με διαφημιστικές καταχωρίσεις και διανέμουν στους θεατές έντυπες οδηγίες διά των οποίων τους συνιστούν να μην καταληφθούν από πανικό σε περίπτωση συναγερμού. Ορισμένοι θίασοι «λόγω της πολεμικής περιόδου» αναγγέλλουν ότι κατόπιν συμφωνίας Θιασαρχών και ηθοποιών θα εργάζονται εφεξής συνεταιρικώς και ότι ξεκινούν «δοκιμαστικώς και δι' εν μόνον δεκαήμερον».

Αλλά παρά τους συναγερμούς ο κόσμος συρρέει στα θέατρα.

Αμέσως ο ημικρατικός θίασος Κοτοπούλη αναγγέλλει τα Πολεμικά Παναθήναια του 1940, επιθεώρηση εμπνευσμένη από τα θρυλικά Πολεμικά Παναθήναια τον 1912-13, με επαναλήψεις των σκηνών που είχαν αφήσει τότε εποχή και νέα επεισόδια για τον παρόντα πόλεμο.

Οι πρεμιέρες των πολεμικών επιθεωρήσεων διαδέχονται η μία την άλλη. Ενδεικτικοί της θεματολογίας τους οι τίτλοι; Πολεμική Σπίθα, Μπράβο Κολονέλλο, Φινίτο Μουσολίνι, Μυλών Λοβέ, Αέρα Ντούτσε, Αέρα Παιδιά κ.ά.

Στο επιθεωρησιακό είδος θα ενδώσουν και οι θίασοι πρόζας: Ζαχαρίας ο Πατριώτης από τον Αργυρόπουλο, Πολεμικές Καντρίλιες από την Κατερίνα.

Το κοινό παραληρεί και ζητωκραυγάζει στις πολεμικές σκηνές. Η Βέμπο αποθεώνεται ως τραγουδίστρια της Νίκης. Η ανταπόκριση από το μέτωπο είναι άμεση. Όταν στις 22 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει την Κορυτσά, αυθημερόν γράφονται τετράστιχα που προξενούν το βράδυ ρίγη ενθουσιασμού.

Μετά τις πολεμικές επιθεωρήσεις τον λόγο έχουν τα πολεμικά έργα. Η Μαρίκα Κοτοπούλη, που θριάμβευσε ως ένθερμη τυμπανίστρια στα Πολεμικά Παναθήναια, ερμηνεύει τον Γενάρη του '41 «ένα μεγάλο δραματικό ρόλο Ελληνίδας μητέρας», στο νέο «πολεμικόν έργον» του Χρ. Γιαννακόπουλου, Στα μετόπισθεν.

Αλλά το θέατρο μεταφέρεται και στα νοσοκομεία όπου ηθοποιοί, τραγουδιστές και κουκλοπαίκτες με απαγγελίες, επιθεωρησιακά νούμερα, τραγούδια και σκετς προσφέρονται να διασκεδάσουν τους ηρωικούς τραυματίες.

Το Εθνικό θέατρο, αφού λόγω της επιστράτευσης των νέων ηθοποιών του ανέστειλε για ένα διάστημα τις παραστάσεις του, μεταστεγάζεται στο «Παλλάς», που διαθέτει ασφαλείς εξόδους κινδύνου. «Ω Παίδες Ελλήνων...», η αισχυλική ρήση στους Πέρσες (σκηνοθεσία Ροντήρη), τονώνει το πατριωτικό αίσθημα.

ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΑΘΗΝΑ

Στους οκτώ μήνες του ηρωικού αγώνα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ο κόσμος συμμετέχει στις παραστάσεις με μια ορμή που θυμίζει πατριωτικές διαδηλώσεις. Το σκηνικό στις θεατρικές αίθουσες αλλάζει μετά την εισβολή του γερμανικού στρατού στην Αθήνα την αποφράδα 27η Απριλίου 1941.

Παρά τη γερμανική περίπολο που απειλεί κάθε τόσο με το σβήσιμο των φώτων, παρά τις ξαφνικές εφόδους των κατακτητών και σε πείσμα της παγωνιάς των αιθουσών το χειμώνα, ένα ψυχικά ομοιογενές κοινό δίνει το παρών στη δημόσια συνάντηση του θεάτρου «όπου το γέλιο, το κέφι και η διασκέδαση δίνονται χωρίς δελτίο». Αλλά τώρα η επικοινωνία πλατείας και σκηνής γίνεται χαμηλόφωνα και συνωμοτικά μέσα από έναν κώδικα υπαινιγμών. Ώσπου μια σημαίνουσα λέξη προκαλεί ξαφνικά, παρά τον κίνδυνο, ζωηρά χειροκροτήματα. Κάθε τόσο μέσα στο σκοτάδι πέφτουν προκηρύξεις. Κι όταν στο δρόμο ηχεί το «χωνί», η παράσταση σταματά πάραυτα για να ακουστεί η αντιστασιακή φωνή.

Έτσι, παρά την ανέχεια και τη μαύρη αγορά, (οι τιμές των εισιτηρίων επιτρέπουν καθώς φαίνεται στους Αθηναίους να ανταποκριθούν στο θεατρικό κάλεσμα), ο αριθμός των θιάσων διπλασιάζεται: οι επτά περίπου χειμερινοί θίασοι τον Απρίλιο του '41 γίνονται δεκαπέντε στα τέλη του '43.

Εξάλλου, παραστάσεις, (υπέρ του αγώνα), δίνονται και στα σπίτια.

Oι θίασοι πρέπει συνεχώς να λαμβάνουν τα μέτρα τους για να αντεπεξέλθουν στις ποικίλες δυσκολίες των περιστάσεων. Φροντίζουν να εξασφαλίζουν φως, μεταποιούν τα κοστούμια για να εξοικονομήσουν χρήματα. Kαι κυρίως απειλούνται από τη δαμόκλειε σπάθη της λογοκρισίας.

Αρχικά οι κατακτητές εφαρμόζουν τον μεταξικό νόμο περί ελέγχου θεατρικών έργων με συμπληρωματικές διατάξεις, ώσπου εκδίδεται ο αναγκαστικός νόμος 108/1942 της κατοχικής κυβέρνησης.

Οι θίασοι έχουν να αντιμετωπίσουν τη φοβέρα της τριπλής λογοκρισίας (γερμανική, ιταλική, «ελληνική») αλλά δείχνουν «καταφανή απροθυμία προς συμμόρφωσιν εις τας μέχρι τούδε υποδείξεις προκειμένου για απαγορευμένα έργα συγγραφέων ''συμμαχικής" καταγωγής, οι μη συμμορφούμενοι, αλλάζουν την ταυτότητα των κειμένων. το όνομα ή την εθνικότητα του δραματουργού».
«...Βγαίνω στο μπαλκόνι μου και βλέπω: ο Αγκυλωτός Σταυρός κυματίζει μπροστά στον Παρθενώνα, στο ίδιο κοντάρι που ως χθες κυμάτιζε η ελληνική Σημαία. Δεν μπορώ να πω τι νιώθω. Ένα κενό, ένα βουβό κενό μέσα μου», σημείωνε ο μεγάλος Αιμίλιος Βεάκης στο ημερολόγιο του. Εδώ, με τη Βάσω Μανωλίδου στα «Θαμπά Τζάμια» του Ζαπόλα, που ανέβασε ο θίασος Μανωλίδου-Βεάκη-Παππά-Δενδραμή, σε σκηνοθεσία Τ. Μουζενίδη, στο Θέατρο Πάνθεον, τον Οκτώβριο του 1943 (Φωτ.: Λεύκωμα Βάσω Μανωλίδου, ΜΙΕΤ, Αθ. 1997).
Σεπτέμβρης 1942. Η Καίτη Λαμπροπούλου και ο Κάρολος Κουν στην «Αγριόπαπια» του Ιψεν, πρώτη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης.
Οι επιθεωρησιογράφοι συναγωνίζονται ο ένας τον άλλον σε σατανική εφευρετικότητα και άλλες φορές διά της δωροδοκίας κατορθώνουν να αποτρέψουν τις περικοπές.

Πλεονάζουν οι επιθεωρήσεις, οι ελαφρές κωμωδίες, οι οπερέτες και οι βιενέζικης προέλευσης τύπου μουσικές κωμωδίες, με κάποιες σφήνες κλασικών έργων, Το θέατρο ρεπερτορίου είναι πρωτίστως υπόθεση του Εθνικού Θεάτρου και του νεοσύστατου θεάτρου Τέχνης.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Στο κτίριο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου και πάλι το Εθνικό θέατρο, αφήνει πίσω του τον προκατοχικό Ερρίκο τον Ε΄ του Σαίξπηρ, εθνικό συγγραφέα της συμμάχου Αγγλίας και, προσαρμοσμένο στα κατοχικά δεδομένα, στρέφεται στους κλασικούς τη; Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας: Γκαίτε, Λέσινγκ, Σίλερ, Γκολντόνι. Μολιέρος.

Τις σκηνοθεσίες υπογράφουν ο Δημήτρης Ροντήρης, ο οποίος θα υποβάλει την παραίτηση του στο τέλος του 1942, ο Τάκης Μουζενίδης, ο Σωκράτης Καραντίνας και ο Πέλος Κατσέλης.

Στις 8 Μαΐου 1941 διορίζεται γενικός διευθυντής του πρώτου θεάτρου της χώρας ο δημοσιογράφος Ν. Γιοκαρίνης.

Oι ηθοποιοί και τεχνικοί του Εθνικού Θεάτρου, οργανωμένοι στη συντριπτική πλειοψηφία τους στην Εθνική Αντίσταση, όπως εν γένει, και οι συνάδελφοι τους των άλλων θεάτρων, διεκδικούν με μαχητικότητα συσσίτια για τους εν ενεργεία αλλά και τους συνταξιούχους ηθοποιούς, αντιμετωπίζουν τις συλλήψεις και διαμαρτύρονται με «εξόχως θεατρικό τρόπο» για το τεράστιο θέμα της επιβίωσης. Σε συνέλευση των εργαζομένων στις 11 Ιουνίου 1943, καταγγέλλεται ο Ν. Γιοκαρίνης ως συνεργάτης των κατακτητών και προτείνεται η αντικατάσταση του από τον μέχρι τότε γραμματέα (και διευθυντή της δραματικής σχολής από τον προηγούμενο Δεκέμβριο). Άγγελο Τερζάκη, αίτημα το οποίο γίνεται δεκτό.

ΙΔΡΥΣΗ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ

Το 1942, μέσα στη βία και στην απόγνωση, μέσα στην πείνα, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις ιδρύεται το θέατρο Τέχνης. Στις 18 Σεπτεμβρίου κάνει έναρξη με την Αγριόπαπια του Ιψεν, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, στο θέατρο Αλίκη. Θα ακολουθήσουν έργα των Στρίνμπεργκ, Πιραντέλο, Σεβαστίκογλου. Σο κ.ά. Ενώ, για να αποφευχθούν οι σκόπελοι της λογοκρισίας ο Αμερικανός Κόντουελ μεταμφιέζεται σε Γάλλο Κλοντέλ.

«Δεν θα με ξάφνιαζε αν κάποιος από τη γενιά μας σκεφτόταν να συντάξει το βιογραφικό του σημείωμα μνημονεύοντας πλάι σε συμβάντα που τον ενσωματώνουν στις ιστορικές περιπέτειες, τα έργα που ανέβασε εκείνα τα χρόνια (της κατοχής) ο Κουν», γράφει ο Κωστής Σκαλιόρας.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το 1943 ιδρύθηκε το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης με διευθυντή τον Λεόντα Κουκούλα και σκηνοθέτη τον Κωστή Μιχαηλίδη.

Εναρκτήρια παράσταση (4/11) η Τρισεύγενη τον Κωστή Παλαμά. Ακολούθησε η Βαβυλωνία του Βυζαντίου (Κρητικός ο Μάνος Κατράκης) και η Λουίζα Μίλερ του Σίλερ αλλά και (κατόπιν πιέσεων της γερμανικής λογοκρισίας) η Μαρία Μαγδαληνή του Χέμπελ.

Όμως παρά τις συνεχείς επεμβάσεις των λογοκριτών, σε σύμπνοια θίασος και κοινό μοιράζονται το αγωνιστικό αίσθημα, ώσπου τα Ες Ες συλλαμβάνουν τον Λ. Κουκούλα. 

Αλλά, θέατρο παίζεται και στο βουνό, στις περιοχές που απελευθερώνει ο ΕΛΑΣ. Ο Βασίλης Ρώτας, που το 1942 είχε ιδρύσει στην Αθήνα το πειραματικό (και αντιστασιακό) Θεατρικό Εργαστήρι, ανέβηκε στις αρχές Μαρτίου του '44 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Υπεύθυνος της Γραμματείας Γραμμάτων και Τεχνών όταν ιδρύθηκε η ΠΕΕΑ συγκρότησε τον «θίασο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας». «Με μια αυλαία από πανιά αλεξίπτωτου» και φυσικό σκηνικό «ένα τοίχο από καμένο σπίτι», ή μια εκκλησία (και τα έλατα στο «θέατρο με κοίλον» που ετοιμάστηκε στο Ιταμό όπου έγινε το Πανθεσσαλικό Συνέδριο του ΕΑΜ), ο δεκαμελής θίασος απαρτιζόμενος από τον συγγραφέα Γεράσιμο Σταύρου, ηθοποιούς και σπουδαστές δραματικών σχολών κ.ά., έκανε περιοδεία στα θεσσαλικά βουνά διασχίζοντας πεζή τις αποστάσεις.

Η αναγγελία για την παράσταση γινόταν με τους χτύπους της καμπάνας και το αντίτιμο του εισιτηρίου ήταν σε είδος (πατάτες, σιτάρι, καλαμπόκι, κάστανα, καρύδια, λάδι, αυγά) που τα μάζευαν οι «ταμίες» της ΕΠΟΝ σε τσουβάλια και δοχεία. Παίζανε έργα του Ρώτα (Ρήγας Βελεστινλής, Να ζει το Μεσολόγγι) σάτιρες του Σταύρου «συμπληρωμένες με απαγγελία».

Στις 10 Ιουλίου του '44 αρχίζει την πρώτη τακτική περιοδεία της η Λαϊκή Σκηνή, που ίδρυσε ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος Κοτζιούλας ύστερα από προτροπή των ανταρτών της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, Ηπείρου-Δυτικής Στερεάς. Για το σκοπό αυτό ο Κοτζιούλας γράφει μια σειρά θεατρικά έργα που παίζονται από αντάρτες ερασιτέχνες ηθοποιούς, χωρίς σκηνικά και χωρίς εισιτήριο, μπροστά σε ένα κοινό που για πρώτη φορά έβλεπε θέατρο.

Θεατρικές σκηνές στήθηκαν και σε άλλες ελεύθερες ορεινές περιοχές.

Στην πόλη ή το βουνό, στο σανίδι ή τις πανθεατρικές απεργίες και στις μεγάλες κινητοποιήσεις ol άνθρωποι του θεάτρου συνέδεσαν την καλλιτεχνική έκφραση με το συλλογικό διάβημα.

ΔΗΩ ΚΑΓΚΕΛΑΡΗ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1940-1945
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/2PnLouL
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη