Η κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Αξονος προκάλεσε θύματα, καταστροφές και ταπεινώσεις οι οποίες μόνον με αυτές που υπέστησαν οι Ελληνες στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας μπορούν να συγκριθούν από την άποψη κλίμακας και συνεπειών. Θύμα των παθών της εποχής, ανάλογης σημασίας με αυτήν των δεινών και ασυγκρίτως μεγαλύτερης διάρκειας αυτής τωον συνεπειών που είχαν οι υλικές καταστροφές, υπήρξε και η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας· η οποία, ηθελημένα συνήθως αλλά και ενίοτε αθέλητα, έτυχε ιδεολογικής επεξεργασίας προκειμένου να εξυπηρετήσει σκοπιμότητες που ευνοούσαν τις επιδιώξεις των εκάστοτε κρατούντων ή εκείνων που προσπαθούσαν να τους υποκαταστήσουν. Πολιτικές αναστατώσεις, όπως αυτές της Κατοχής, προκαλούν διχασμούς και πάθη. Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας προκάλεσε τέτοια πάθη και κληροδότησε στην Ελλάδα του 19ου αιώνος τους «αγωνιστές» οι οποίοι εφιλοτέχνησαν την συμμετοχή και την προσφορά τους στον Αγώνα. Ανάλογης σημασίας αγωνιστές κληροδότησε στη χώρα ο Μακεδονικός Αγώνας των αρχών του 20ού αιώνος. Η περίοδος της κατοχής της Ελλάδος από τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία από το 1941 έως το 1944 έτυχε και αυτή ανάλογων επεξεργασιών από εκείνους που προβλήθηκαν στο πολιτικό προσκήνιο του έθνους, καθώς και από τους ιδεολογικούς των επιγόνους.
Η σχετική με την Κατοχή ιστοριογραφία διακρίνεται, με κριτήριο την ηθελημένη ή αθέλητη ιδεολογική επεξεργασία των δεδομένων της εποχής, σε δύο περιόδους, σε αυτήν των «νικητών» του Εμφυλίου Πολέμου, την οποία διαδέχθηκε, προς το τέλος της Απριλιανής Δικτατορίας, η περίοδος των «ηττημένων» του ίδιου πολέμου και η οποία διακονείται, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έως τις μέρες μας. Πρωταγωνιστές των γεγονότων και των εξελίξεων της εποχής, πολιτικοί και στρατιωτικοί κυρίως, αλλά και δημοσιογράφοι και άνθρωποι των γραμμάτων γενικά, άφησαν τις μαρτυρίες τους ή συνέγραψαν «ιστορίες» για να δικαιώσουν το καθεστώς που προήλθε από τον Εμφύλιο Πόλεμο, όσοι ταυτίσθηκαν με αυτό το καθεστώς, για να το αμφισβητήσουν, οι αντίπαλοι του και όλοι εκείνοι που ταυτίσθηκαν με αυτούς. Μετά δε την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 και παράλληλα με τις πληθωρικές μαρτυρίες και «ιστορίες» από την πλευρά της Αριστεράς, προωθήθηκε και επικράτησε η άποψη ότι η «αλήθεια» για την Κατοχή θα πρέπει να ευρίσκεται κάπου στη «μέση» όταν είναι δύσκολο να εντοπισθή στις πράξεις και τις επιδιώξεις των αρνητών της τότε νομιμότητας, αφού η Αριστερά υπήρξε η περισσότερο «ηθικά» δικαιωμένη από τις δύο παρατάξεις και δεδομένου ότι σε «αθέμιτες» πολιτικά πράξεις προέβησαν και οι δύο.
Η αναζήτηση της αλήθειας, ωστόσο, έστω της αλήθειας ως προς τα γεγονότα, δεν είναι δυνατόν να υπακούει στις επιταγές ενός συμψηφισμού «λαθών» ή παραλείψεων όσων προβλήθηκαν, στο παρελθόν, στην ηγεσία ενός λαού· ούτε η «ηθική» δικαίωση ηγετών απαλλάσσει τους ιστορικούς από την εγρήγορση που επιβάλλει η αναζήτηση της αλήθειας. Λέγεται βέβαια συχνά, ως ελαφρυντικό για να εξασφαλισθή η επιείκεια των κριτών, ότι δυσχερής αν όχι αδύνατη είναι η εξεύρεση της αλήθειας. Πράγματι, είναι άκρως δυσχερής η αναζήτηση της αλήθειας. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν απαλλάσσει τον ιστορικό από την πεποίθηση ότι υπάρχει η αληθής όψη των πραγμάτων και των γεγονότων και ότι χρέος του είναι να αναζητεί αυτήν την αληθή όψη· επειδή η παραίτηση από αυτήν την αναζήτηση τον οδηγεί σε έναν επικίνδυνο σχετικισμό ως προς τα πρόσωπα και τα πράγματα του ιστορικού παρελθόντος και τον καθιστά συνεργό στη χρήση αυτού του παρελθόντος για να ικανοποιηθούν σκοπιμότητες και πολιτικές επιδιώξεις των εκάστοτε κρατούντων.
Τέτοιες σκοπιμότητες και επιδιώξεις, καθώς και τα ρητορικά σχήματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, απώθησαν στα αζήτητα της ιστορίας, ενίοτε με τη σιωπή ή και τη συνεργεία των ιστορικών, πολλές από τις πραγματικότητες της εποχής και ουσιαστικά αχρήστευσαν πολλές από τις πηγές της ιστορίας της εποχής, επειδή θεωρήθηκαν αβάσιμες για το λόγο ότι προέρχονται από μάρτυρες ηθικά ή πολιτικά «απαράδεκτους». Φιλοτεχνήθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο, με την επιλεκτική χρήση πηγών για τη «δικαίωση» των αγωνιστών ή την κολακεία των εκάστοτε κρατούντων, απόψεις για την Κατοχή οι οποίες, με την επανάληψη, απέκτησαν την ισχύ αξιωμάτων και εν τέλει παραμόρφωσαν το ιστορικό παρελθόν.
Από τις πραγματικότητες που αποτυπώθηκαν διαθλασμένες και παραμορφωμένες είναι και το ζήτημα της εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα. Οι δύο βασικές «εκδοχές» της Κατοχής προήλθαν, αποκλειστικά σχεδόν, από τους δύο πόλους ισχύος και νομιμότητος, την λεγόμενη «Κυβέρνηση εξορίας» και την εκ των υστέρων αποκληθείσα «Αντίσταση». Ηθικά «δικαιωμένοι» και οι δύο πόλοι, αφού είχαν ταυτιστεί με τις αρχές και τις επιδιώξεις των νικητών του πολέμου, διαμόρφωσαν τα ιστοριογραφικά ζητούμενα με κριτήρια που είχαν σχέση όχι τόσο με την πραγματικότητα, όσο με τις πολιτικές ανάγκες και επιδιώξεις των, και με τη μορφή μονολόγων. Ο τρίτος πόλος ισχύος, η «Κυβέρνηση κατοχής», όχι μόνον δεν ευρήκε -όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο- απολογητές, αλλά ουσιαστικά αγνοήθηκε, για να επιβεβαιωθεί η διαπίστωση ότι οι νικητές πλάθουν το ιστορικό παρελθόν για τις δικές τους ανάγκες.
Αν όμως τα ρητορικά σχήματα ήταν απαραίτητα για να στηρίξουν το φρόνημα του χειμαζόμενου λαού και τη διεκδίκηση αποκλειστικής νομιμότητος που επέβαλλαν οι πολιτικές επιδιώξεις της «Κυβερνήσεως εξορίας» και της «Αντιστάσεως» ή τα εύλογα εθνικά συμφέροντα της χώρας, η παράκαμψη του τρίτου πόλου ισχύος παραμόρφωσε σοβαρά την πραγματικότητα της εποχής. Τον Μάιο του 1941, όταν σχηματίσθηκε η κατοχική Κυβέρνηση από τους στρατιωτικούς ηγέτες των μετώπων, με εντολή των αρχών κατοχής και ύστερα από την χωρίς προηγούμενο πολιτική και στρατιωτική κρίση του προηγουμένου μηνός και την αποχώρηση του Γεωργίου Β' και της κυβερνήσεως που είχε σχηματισθεί κατ' εντολή του, κάθε άλλο παρά σαφές ήταν ποια από τις κυβερνήσεις διέθετε ισχυρότερα ερείσματα νομιμότητας. Ούτε η μία ούτε η άλλη μπορούσε να υποστηρίξει πειστικά ότι αντλούσε τη νομιμότητα της από την ελευθέρως εκπεφρασμένη λαϊκή βούληση. Η κυβέρνηση του Γεωργίου Β’ αποτελούσε συνέχεια της δικτατορικής κυβερνήσεως του Ιωάννη Μεταξά, ο ίδιος δε ο ανώτατος άρχοντας είχε ανέλθει στο θρόνο της Ελλάδος ύστερα από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 10ης Οκτωβρίου 1935 και το νόθο δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Γεώργιος μάλιστα είχε υπονομεύσει, με την υποστήριξη που παρέσχε προς την κυβέρνηση του Μεταξά, ακόμη και αυτή τη νομιμότητα που του είχε εξασφαλίσει η σιωπηρή αποδοχή του από τις δύο μεγάλες παρατάξεις της χώρας για το σταθεροποιητικό ρόλο που έπαιξε από την έλευση του έως τις γενικές εκλογές του Ιανουαρίου του 1936.
Δεν διέθετε αδιαμφισβήτητους τίτλους λαϊκής προβολής ούτε και η τρίτη εξουσία, η σκιώδης «Κυβέρνηση του βουνού», δηλαδή η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α.), που σχηματίσθηκε το 1944: είχε συγκροτηθεί σε τμήμα μόνο της εθνικής επικράτειας, υπό συνθήκες που δεν επέτρεπαν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βουλήσεως, και χωρίς τη συμμετοχή πολιτικών δυνάμεων αντίθετων προς το Ε.Α.Μ.. Αποτελούσε αντιπροσωπευτική λεοντή του Ε.Α.Μ., το οποίο ελεγχόταν από το Κ.Κ.Ε., ένα σταλινικό κόμμα τότε, που είχε ως πολιτειακό πρότυπο ένα σταλινικό ολοκληρωτικό καθεστώς. Τα λαϊκά δικαστήρια, άλλωστε, και οι άλλες επιτροπές «λαϊκού» χαρακτήρα που είχε εγκαταστήσει το Κ.Κ.Ε. στην ελεγχόμενη από τον Ε.Λ.Α.Σ. «Ελεύθερη Ελλάδα», ήσαν γνωρίσματα ενός σταλινικού καθεστώτος.
Με κριτήριο νομιμότητος την έξωθεν αναγνώριση, καμιά από τις τρεις εξουσίες δεν διέθετε αδιαμφισβήτητα τεκμήρια. Από τις τρεις, η κυβέρνηση του εξωτερικού αναγνωριζόταν ως νόμιμη κυβέρνηση των Ελλήνων από τις χώρες, σωστότερα, από τις κυβερνήσεις των χωρών που πολεμούσαν εναντίον του Αξονος και οι οποίες συναποτέλεσαν τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Η κατοχική Κυβέρνηση αναγνωριζόταν ως νόμιμη κυβέρνηση από τις κυβερνήσεις των χωρών του Αξονος, καθώς και από τις άλλες κατοχικές κυβερνήσεις. Η «κυβέρνηση» του Ε.Α.Μ., τέλος, δεν διέθετε παρόμοια αναγνώριση, ούτε άλλωστε επεδίωξε ν' αποκτήσει.
Με κριτήριο, τέλος, άλλο ένα σημαντικό γνώρισμα της εξουσίας, τον έλεγχο της εδαφικής επικράτειας μιας χώρας και την παροχή υπηρεσιών στο λαό της, τα ισχυρότερα επιχειρήματα μπορούσε να προβάλει -και επρόβαλλε- η κατοχική Κυβέρνηση. Η «κυβέρνηση» του Ε.Α.Μ. μόνο περιστασιακή εξουσία ασκούσε σε τμήμα του εδάφους της χώρας και παρείχε υποτυπώδεις μάλλον υπηρεσίες, ενώ η «κυβέρνηση» του εξωτερικού δεν ασκούσε εξουσία επί ελληνικού εδάφους και ουσιαστικά λειτουργούσε ως ελληνική υπηρεσία διαπιστευμένη στη βρετανική κυβέρνηση.
![]() |
| Χανιά, 1942. Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου καταθέτει τιμητικό στεφάνι στο μνημείο των Γερμανών πεσόντων στη μάχη της Κρήτης (Β.Π. Μαθιόπουλος «Εικόνες Κατοχής», Εκδ. «Ερμής»). |
Αυτά τα στοιχεία συνιστούσαν την πραγματικότητα, ως προς το ζήτημα της εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα, και αυτά πρέπει να έχει υπ' όψιν ο ιστορικός που καλείται να ασχοληθεί με το ζήτημα. Αυτήν την πραγματικότητα, άλλωστε, αντιμετώπιζαν οι Ελληνες της κατεχόμενης Ελλάδος και αυτά τα στοιχεία επηρέαζαν την πολιτική στάση τους. Αυτή η πραγματικότητα, ύστερα από μισόν και πλέον αιώνα μετά την Κατοχή, δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στη συλλογική μνήμη του έθνους για το λόγο κυρίως, ότι δεν στάθηκε δυνατό, εξαιτίας των παθών που προκάλεσε και κληροδότησε η εποχή, να συμβιβασθούν οι Ελληνες με το ιστορικό αυτό παρελθόν και να το αποδεχθούν όπως ήταν. Το ζήτημα της εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα, όπως έχει ενσωματωθεί στη συλλογική μνήμη, είναι προϊόν ιδεολογικών «επιδρομών» στο ιστορικό παρελθόν και πολιτικής επεξεργασίας, όχι ψύχραιμης αποδοχής όλων των όψεων του, μερικές από τις οποίες ήσαν φωτεινές, άλλες όμως ζοφώδεις.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1940-1945
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999
from ανεμουριον https://ift.tt/399EOzO
via IFTTT


