Η ειρωνεία στον Κ. Π. Καβάφη

της Κατερίνας Κωστίου
ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΑΣ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΗΛΙΚΙΑ. (ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ -ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, 1998).
Η μελέτη της στάσης της κριτικής απέναντι στο μείζον θέμα της καβαφικής ειρωνείας, εκτός της συμβολής της στην κατανόηση της ποιητικής του Καβάφη, εικονογραφεί πιστά την εξέλιξη της θεωρίας της ειρωνείας στο νεοελληνικό χώρο από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα ως τις μέρες μας. Και τούτο, γιατί ο Καβάφης, δικαιωματικά, είναι ο πιο ευνοημένος ποιητής, όσον αφορά την επισήμανση και τη διερεύνηση της ειρωνείας του.

Οι πρώτες εύστοχες, αν και περιοριστικές, παρατηρήσεις για την ειρωνική τεχνική του Καβάφη γίνονται, απ' όσο ξέρω, από τον Γ. Βρισιμιτζάκη ήδη από το 1916 για να συστηματοποιηθούν περισσότερο το 1927, εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους στη χρήση του μέτρου. Κατά τον μελετητή, η επιλογή του ιάμβου από τον Καβάφη γίνεται χάριν ειρωνείας. Γύρω στο 1930, και ενώ η ειρωνεία έχει γίνει κοινός τόπος της κριτικής στην Ευρώπη, οι παρατηρήσεις για την ειρωνεία του Αλεξανδρινού γενικεύονται με έκδηλη αμηχανία, όταν γίνεται συστηματική προσέγγιση της τεχνικής του ποιητή ή τίθενται θέματα που αφορούν τη φύση και τη λειτουργία της. Έτσι επισημαίνεται η ειρωνεία, η οποία όμως αντιμετωπίζεται σαν ήπια σάτιρα που αντιτάσσει ο ποιητής «στις κούφιες λέξεις, στα τεχνητό νοήματα, στις μεγαλόσχημες χειρονομίες» που επικρατούν στην ποίηση.

Σάτιρα και ειρωνεία

Το χιούμορ και η σάτιρα, επίσης, θεωρούνται υποστασιακά στοιχεία της ποίησης του Καβάφη, αλλά κανείς από τους μελετητές δεν φαίνεται να έχει ξεκάθαρη άποψη για τις έννοιες που χρησιμοποιεί. Κοινός παρονομαστής της κοινόχρηστης ορολογίας είναι η σάτιρα, ενώ η ειρωνεία δεν μπορεί να απαλλαγεί από το έρμα της καθημερινής της χρήσης. Σ' όλη αυτή την έξαρση της καβαφικής ειρωνολογίας αντιτίθεται ο Τάκης Παπατσώνης, ο οποίος στην ειρωνεία και τη σάτιρα των άλλων κριτικών αντιτάσσει τη «σοβαρή ευθυμία». Δεν θα επεκταθώ περισσότερο σε σχόλια για την καβαφική ειρωνεία που γίνονται στο περιθώριο άλλων διερευνήσεων. Καθοριστική για την πορεία της κριτικής όσον αφορά το θέμα μας υπήρξε η συμβολή παλαιότερων μελετητών: οι καίριες παρατηρήσεις του Τέλλου Άγρα ο οποίος διακρίνει την «τραγική ειρωνεία» του Καβάφη αδυνατώντας, όμως, να διακριβώσει το εύρος της ειρωνικής χρήσης της γλώσσας, και η επισήμανση από τον Νικολαρεΐζη μιας κομβικής ποιότητας της καβαφικής ειρωνείας, της «αντικειμενικότητας».
ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ «ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ». (ΑΥΤΟΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1896-1910 - ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΒΑΦΗ).
Εκτοτε, η ειρωνεία αποτέλεσε κοινό τόπο της καβαφικής κριτικής, αλλά και σιωπηρό πεδίο συνάντησης της αμηχανίας ή της παρανάγνωσης του καβαφικού σύμπαντος. Ατυχείς στο σύνολο τους είναι οι διακρίσεις του Κλέωνα Παράσχου, οι οποίες αποτελούν δείκτη της αντίληψης που επικρατεί αυτή την εποχή για την ειρωνεία (βρισκόμαστε στα 1961, και στην Ευρώπη ήδη από το 1950 έχει σημειωθεί βιβλιογραφική έκρηξη όσον αφορά την ειρωνεία). Ο κριτικός, λαθεμένα, θεωρεί χρονικό σημείο έναρξης της καβαφικής ειρωνείας το 1901 με το ποίημα «Ιθάκη» και εξαντλείται σε αυτονόητες παρατηρήσεις. Αντίθετα, ο Γιώργος Βελουδής θεωρεί πρώτο τεκμήριο της ειρωνικής στάσης του Καβάφη το ποίημα «Κτίσται» (1891). Στο πρωτοποριακό για τη μελέτη της καβαφικής ειρωνείας, αλλά και για την εξέλιξη της θεωρίας της ειρωνείας, δοκίμιο του «Kavafis und die Ironie», ο μελετητής δικαίως θεωρεί απαραίτητο να αποσαφηνίσει θέματα ορολογίας, κατορθώνοντας μια σαφέστερη διάκριση των όρων ή επισήμανση της ειδοποιού διαφοράς τους, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία.

Γερμανικός ρομαντισμός

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για πρώτη φορά τίθενται κρίσιμα θέματα της καβαφικής ποιητικής και της ερμηνείας της, όσον αφορά την ειρωνεία, και συνδέεται η καβαφική ειρωνεία με τον γερμανικό ρομαντισμό. Ο Βελουδής διερευνά τη συγκρότηση της ειρωνείας μέσα από την οπτική του γερμανικού ρομαντισμού, ενώ είναι καίρια η άποψη του ότι η αποστασιοποίηση του καλλιτέχνη από το αναπαριστώμενο αντικείμενο είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ειρωνείας στην ποίηση του Καβάφη.

Πέρα από τη διάκριση της καβαφικής ειρωνείας σε τραγική ειρωνεία ή ειρωνεία της μοίρας, σε ειρωνεία της διπροσωπίας πολλών ηρώων του ή μάλλον αντιηρώων του -όπως ο ίδιος τους χαρακτηρίζει- ο μελετητής στέκεται περισσότερο στην ώριμη φάση της ποίησης του Καβάφη, εξετάζοντας την τεχνική της ειρωνείας σε συγκεκριμένα ποιήματα, οπού προβολή της είναι η μάσκα, η καταγωγή της οποίας πρέπει να αναζητηθεί στον Σωκράτη, ο παρενθετικός λόγος, οι παύλες και γενικά το σχόλιο που κάνει κάποιος τρίτος -π.χ., ο ποιητής- τεχνική που λειτουργεί παρόμοια με την «αποξένωση» στο θέατρο του Μπρεχτ- παράλληλα, ο μελετητής προβαίνει σε ενδιαφέροντες συσχετισμούς με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Αισθήματα και καταστάσεις

Στις καίριες στιγμές της σύγχρονης σκέψης, όσον αφορά το θέμα μας, πρέπει να καταχωρηθούν οι εκτιμήσεις του Γιάννη Δάλλα που επιμένει σε μια ουσιαστική λειτουργία του φάσματος της ειρωνικής γλώσσας του Καβάφη, την «αποξενωτική λειτουργία» και συνάμα την απόσταση. Δίχως να παραγνωρίζω τη συμβολή μελετητών, όπως ο Mario Vitti, θεωρώ εύλογο να σταθώ στη μελέτη του Νάσου Βαγενά η οποία τοποθετεί το ερμηνευτικό πρόβλημα της καβαφικής ποίησης σε πιο σύνθετη βάση.
ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ «ΚΕΡΙΑ». ΑΠΟ ΤΑ ΑΥΤΟΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1896-1910.
Ο Βαγενάς, αξιοποιώντας τα σημαντικότερα στοιχεία της κριτικής σκέψης άλλων μελετητών επί του θέματος (του Αγρα, του Νικολαρεΐζη, του Δάλλα, του Σεφέρη) δείχνει πώς η ειρωνεία γίνεται δομικό στοιχείο της ποιητικής του Καβάφη και βασική πηγή συγκίνησης, διευκρινίζοντας πως με τους όρους «ειρωνεία» και «ειρωνική γλώσσα» εννοεί το είδος της έκφρασης που δημιουργεί ο Καβάφης με τη μίξη λεκτικής ειρωνείας και ειρωνείας των καταστάσεων. Η πρώτη αφορά έννοιες και αισθήματα που δεν υπάρχουν στις λέξεις που χρησιμοποιεί και τα οποία είναι αντίθετα ή αντιφατικά προς τις έννοιες που αυτές διατυπώνουν.

Η δεύτερη αφορά αντιφατικές περιστάσεις, οι οποίες, όταν δηλώνεται ή αποκαλύπτεται η πραγματική φύση των πραγμάτων, δείχνουν πως οι απόψεις που έχουν οι ήρωες του για την πραγματικότητα είναι τραγικές αυταπάτες. Ο μελετητής θεωρεί πως η μοναδικότητα της καβαφικής ειρωνείας εντοπίζεται στη σύντηξη της λεκτικής ειρωνείας με την ειρωνεία των καταστάσεων και παρατηρεί πως ο Καβάφης είναι ο μόνος ποιητής της εποχής του στου οποίου την ποίηση η ειρωνεία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η αλήθεια του εξωτερικού χώρου

Σημαντική είναι και η συμβολή του Ρόντερικ Μπίτον, ο οποίος θεωρεί πως μέσω μιας διάχυτης ειρωνείας (pervasive irony) ο Καβάφης δημιουργεί έναν κόσμο μετατοπιζομένων σχετικοτήτων (shifting relativities), και πως χρησιμοποιεί την ειρωνεία όχι για να αποκαλύψει απόψεις ή να ολοκληρώσει χαρακτήρες, αλλά για να δημιουργήσει ένα αυτόνομο σύμπαν, που μέσω της πολυσημίας και της άρνησης του να εκφράσει μία αλήθεια, λειτουργεί ως μεταφορά του εξωτερικού κόσμου. Παρά τις φαινομενικές διαφωνίες του, ο Εντμουντ Κίλι ορθά βασίζει την ανάγνωση του, στη «φωνή», την «προοπτική» και το «πλαίσιο» που βρίσκονται μέσα στην περιοχή της ρητορικής εκβολής της ειρωνικής γλώσσας, έτσι όπως οριοθετήθηκε από τον Βαγενά. Επίσης, θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ στην εκτίμηση του Κρίοτοφερ Ρόμπισον, ο οποίος κινείται στην κατεύθυνση της εκτίμησης του Μπίτον εξισώνοντας εύστοχα την καβαφική ειρωνεία με τον συνδυασμό διαφορετικών οπτικών γωνιών.

Ο περιορισμένος χώρος δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ σε εκτενέστερο σχολιασμό της κριτικής. Το μόνο που θα προσθέσω είναι η γνωστή παρατήρηση του ίδιου του ποιητή σχετικά με την «ελαφρά ειρωνεία» του έργου του και η εκτίμηση του άτι η ειρωνεία του συνάμα με άλλα στοιχεία της ποίησης του τον κάνουν «ποιητή υπερμοντέρνο, ποιητή του μέλλοντος που θα εκτιμηθεί καλύτερα από μελλοντικές γενεές».

Ποικιλία και εξέλιξη

Όπως έχει δείξει η θεωρία των δύο τελευταίων δεκαετιών, η τροπολογική έννοια της ειρωνείας, αυτή δηλαδή που πριμοδοτεί την έννοια της διττότητας (λέει κανείς κάτι και εννοεί κάτι άλλο), κοινός τόπος στις περισσότερες απόπειρες ορισμού της από το 1755 και εξής, είναι ανεπαρκής. Ο γερμανικός ρομαντισμός, απ' όπου κατάγεται η μοντέρνα ειρωνεία, την αντιμετώπισε ως αίσθημα ζωής (lebensgefuhl) και δημιουργική αρχή (schopferisches prinzip). Αν κανείς διερευνήσει τους αρμούς της καβαφικής ειρωνείας, έτσι όπως οικοδομείται μέσα στο χρόνο, θα διαπιστώσει ότι παρουσιάζει θαυμαστή ποικιλία και εξέλιξη. Ο ποιητής δημιουργεί ένα λαβύρινθο από πρόσωπα, τόπους, δρώμενα, στάσεις και εποχές, όπου ο αναγνώστης καλείται να τοποθετήσει τους σωστούς οδοδείκτες.

Στα πρώιμα ποιήματα του Καβάφη η ειρωνεία είναι ανοιχτή, ως επί το πλείστον μονοεπίπεδη, κάποτε διδακτική, σατιρική ή απλώς παιγνιώδης, εύκολα πάντως αναγνώσιμη. Π.χ., τα ποιήματα «Οι μιμίαμβοι του Ηρώδου» (1892), «Θεατής δυσαρεστημένος» (1893). Ο Καβάφης παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον οδηγεί. Στην ώριμη περίοδο όμως, ιδίως στα ιστορικά του ποιήματα, ο ποιητής τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια του αναγνώστη: η ειρωνεία του είναι κλειστή ή προσωπική άλλοτε βαριά άλλοτε πικρή, οπωσδήποτε απαιτητική. Αυτοϋποτιμητική και ημιδραματοποιημένη, αθώα ή δραματοποιημένη η καβαφική ειρωνεία εμπλέκει και τον αναγνώστη στη λειτουργία της, και αν δεν αποκωδικοποιηθεί σωστά, τον μετατρέπει σε θύμα της. Π.χ., το ποίημα «Αλέξανδρος Ιανναίος και Αλεξάνδρα».

Μοντέρνα τεχνική

Η καβαφική ειρωνεία βαθμηδόν εκμοντερνίζεται, χάνει τον άμεσο διδακτισμό της, γίνεται ατμοσφαιρική και φιλοσοφικάτερη, κατορθώνει την «ισορροπία των αντιθέτων» δίχως να προσφέρει οπωσδήποτε το στοιχείο της λύσης. «Le style ironique est Γ homme meme», γράφει ο Μποθ, παρωδώντας τη γνωστή ρήση του Μπουφόν. Ο Καβάφης, φύσει και θέσει, βρίσκεται στο μεταίχμιο των καιρών και των τόπων. Η φιλοσοφία του είναι η φιλοσοφία του «εν μέρει», η αρμονία του η σύντηξη των αντιθέσεων, η συναίρεση του ιστορικού με το αισθητικά, του παλαιού με το σύγχρονο, η συγκίνηση του διανοητική και αποστασιοποιημένη, η σχέση με τον αναγνώστη σχέση συνενοχής. Τον ενδιαφέρει ο συγχρωτισμός -χωροχρονικός, γλωσσικός, ιδεολογικός- όχι τα διαυγή, ευκρινή περιγράμματα· αποτέλεσμα; το «μετέωρο», κατά τον Σαρεγιάννη, αποτέλεσμα της ανάγνωσης- η τεχνική; η μοντέρνα, όπως άλλωστε και ο ίδιος την όρισε, ειρωνεία του, ο ευφυέστερος τρόπος ενορχήστρωσης του σύμπαντος του ή χειρισμού «των τριών κλειδιών», όπως ονόμασε ο Τσίρκας τα επίπεδα που συνυφαίνονται στα ποιήματα του. Απ' την άποψη αυτή, η καταγωγή της ειρωνείας του είναι ρομαντική. Ετσι, η «ειρωνική αμεροληψία» του γίνεται ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τον ποιητή με τη «ρομαντική αποπλάνηση» της πρώτης περιόδου, όπως εύστοχα την ονόμασε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Με την καβαφική ειρωνεία της ώριμης φάσης βρισκόμαστε στην περιοχή του μοντερνισμού, όπου η λειτουργία της ειρωνείας υπερβαίνει την τροπολογική της έννοια και κατοχυρώνει την πολυφωνία του κειμένου.

Κυψέλες σύνθεσης

Συχνά η ειρωνεία του Καβάφη κυκλοφορεί ανάμεσα στα κείμενα και στα πρόσωπα διαστέλλοντας τον λόγο. Μέσα απ' αυτό το ειρωνικό διάπλεγμα αναρωτιέμαι μήπως κάποιες πλευρές της ποίησης του Καβάφη υποβάλλουν -αν δεν επιβάλλουν- την ανάγνωση τους.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΑΝΤΙΤΥΠΟ ΤΩΝ "ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ» ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ. ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΑΥΤΟ ΑΝΤΙΤΥΠΟ ΕΧΕΙ ΕΚΤΕΘΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙΝΟ ΜΠΟΜΠΟΥΡ ΚΑΙ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΙΟ ΣΑΒΒΑΚΗ.
Για παράδειγμα, πώς λειτουργεί ο χώρος του Καβάφη - εφόσον είναι γνωστό πως πέρα απ' τα κατ' εξοχήν ειρωνικά στιγματισμένα Σούσα, και οι εκτεταμένες επικράτειες, με μόνη ίσως εξαίρεση την Αλεξάνδρεια, ενδεχομένως και την Αντιόχεια, δεν μένουν αλώβητες; Ή ποια είναι η σχέση των ανθρώπων με τον καβαφικό χώρο; Αλλά ακόμη και σε ερωτικά του ποιήματα η αναφορά στο χώρο είναι κατ' εξοχήν ειρωνική, εφόσον ούτε οι σκάλες ούτε του μαγαζιού η είσοδος ούτε η ταβέρνα είναι χώροι ερωτικής συνεύρεσης. Εχω την εντύπωση πως οι χώροι αυτοί λειτουργούν ως κυψέλες σύνθετης ειρωνείας, όπου συμπυκνώνεται η πρόκληση του ποιητή χειραγωγώντας την αναγνωστική εμπειρία. Οι αδιάκοπες μεταμορφώσεις και οι συνεχείς οσμώσεις καθιστούν την καβαφική ειρωνεία περισσότερο δαιδαλώδη απ' ό,τι φαίνεται. Όχι μόνο διότι απαιτεί από τον αναγνώστη ενεργό συμμετοχή αλλά και γιατί επιβάλλει τη συνανάγνωση όλου του ποιητικού corpus για τη μύηση του στο μακρινό και συνάμα κοντινό καβαφικό σύμπαν. Πολλές φορές η ειρωνεία ενός ποιήματος αίρεται από την ανάγνωση ενός άλλου, καθώς τα ποιήματα του συνδιαλέγονται περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου Νεοέλληνα ποιητή. Για παράδειγμα, η συνανάγνωση των ποιημάτων «Ομνύει» και «Νόησις» αίρει την ειρωνεία του πρώτου- παρόμοια και η συνανάγνωση των ποιημάτων «Ενας γέρος» και «Οι ψυχές των γερόντων»-αλλά και πριν απ' αυτά, όπως προτείνει ο Μ. Πιερής, το «Οταν ο φύλαξ είδε το φως» μπορεί να είναι ειρωνική αντίστιξη στο «Στρατηγού θάνατος».

Η χριστιανική ιδεολογία

Επίσης, το επίμαχο θέμα του καβαφικού Χριστιανισμού, ιδωμένο μέσα από τη σκοπιά της ειρωνείας, ίσως αποφορτίζεται από το έρμα των κατά καιρούς εκτιμήσεων, αφού η ειρωνεία, ως προϊόν ανοιχτής ιδεολογίας, αποστρέφεται κάθε είδους στράτευση και δογματισμό. Αναλογίζομαι μήπως ο λόγος για τον οποίο ο Kierkegaard έφτασε σε αρνητική αντιμετώπιση της ηθικής της ειρωνείας και της τύχης του είρωνα υπονοεί την ίδια κοινώς αποδεκτή συνθήκη: μέσα από τη χριστιανική του πίστη ο φιλόσοφος συμμετέχει σ' έναν κόσμο κλειστής ιδεολογίας, άρα υπάρχει σημαντική ασυμβατότητα ανάμεσα σ' αυτόν και την ειρωνεία.

Για συναφείς λόγους ο Παπατσώνης στα 1932, όταν ήδη έχει γίνει πολύς λόγος για την ειρωνεία του Καβάφη, θεωρεί πως πρόκειται για έναν ακόμη καβαφικό θρύλο, ενώ καταφέρνει να διακρίνει τη «σοβαρή ευθυμία» του ποιητή, συγγενική με το «μοναστηρίσιο αστείο». Η στάση του Καβάφη, όπως ο Ίδιος τη διατύπωσε για έναν ήρωα του, φαίνεται πιθανότερο να είναι «εν μέρει χριστιανική εν μέρει χριστιανίζουσα» ή «αν όχι αμφιρρέποντας, τουλάχιστον συμπαθής προς τον Χριστιανισμό», όπως ο Γ. Βρισιμιτζάκης πρώτος παρατήρησε. Πιθανότατα, ό,τι γοητεύει τον ποιητή περισσότερο από τη στέρεη χριστιανική ιδεολογία είναι η μάχη ανάμεσα στους εθνικούς και στους Χριστιανούς, ανάμεσα στον ασκητισμό και στον πειρασμό, ανάμεσα στη θρησκευτική ιδεοληψία και στην ανθρώπινη υπόσταση. Αλλωστε, όπως έδειξε η Diana Haas, την πρώιμη τουλάχιστον περίοδο, η ανάγνωση βίων αγίων και η ποιητική τους εκμετάλλευση ήταν στο κέντρο της καβαφικής ποιητικής.

Μια τέτοια εξ αποστάσεως περισσότερο ή λιγότερο ανάλαφρη σχέση είναι συμβατή με την αποστασιοποιημένη, διανοητική λειτουργία της ειρωνείας που διασφαλίζει μαζί με τις δικές της συγκινήσεις και την πολυφωνία του κειμένου.

Η προβολή του χρόνου

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γ. Σεφέρης παρομοιάζει τον Καβάφη με τον Πρωτέα «που ολοένα ξέφευγε αλλάζοντας μορφές», παρομοίωση που αποτελεί κοινό τόπο της θεωρίας για τη φύση της ειρωνείας. Καθώς η ειρωνεία έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται, να απεκδύεται τις συνδηλώσεις που κατά καιρούς αποκτά, το θέμα της καβαφικής ειρωνείας φαίνεται ανεξάντλητο, εφόσον θέτει ερωτήματα όχι μόνον σχετικά με την ποιητική του Καβάφη, αλλά συναρτάται με ζωτικούς προβληματισμούς της φιλολογικής επιστήμης. Π.χ., τι και πώς συνεισφέρει η τεχνική του εγκιβωτισμού παλαιότερων κειμένων στο θέμα της καβαφικής ειρωνείας; Ποια είναι η ταυτότητα του καβαφικού έργου σε συνάρτηση με την αυτοαναφορικότητα και τη διακειμενικότητα, που πολύ συχνά"στηρίζουν την ειρωνεία; Πώς συναρτώνται οι μεταγλωσσικές αναφορές του καβαφικού έργου με τους βασικούς αρμούς του γλωσσικού του συστήματος και την ποιητική του; κ.τ.λ.

Αν η επιτυχία ενός έργου ορίζεται και από τη δυναμική προβολή του στον χρόνο, τότε ο Καβάφης είναι πράγματι ποιητής «των μελλοντικών γενεών» ή, για να αντιστρέψω τον επικριτικό τίτλο του κάβαφογενούς ποιήματος του Ρόναλντ Μπότραλ «Irony is not enough», προκειμένου για τον Καβάφη «Irony is enough».


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2wTYPfQ
via IFTTT
Από το Blogger.