Εικόνες της ισλαμικής Ανατολής στον Καβάφη

του Mathias Kappler
Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΑΡΑΜΠΙ ΣΤΑ 1882 ΕΡΗΜΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ. ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΦΕΥΓΟΥΝ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΤΟΙ. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΑΧΩΡΗΣΟΥΝ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΚΑΒΑΦΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΞΙ ΓΙΟΥΣ ΤΗΣ. ΤΟ «ΕΠΟΣ» ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ. ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 1882 (ΑΡΧΕΙΟ Ε.Λ.I.Α.).
Από τότε που ο Τσίρκας πάλευε για την ερμηνεία ενός «πολιτικού» Καβάφη (Ο πολιτικός Καβάφης, Αθήνα 1978, σ. 71-93) δεν έχει ξαναγίνει άλλη προσπάθεια να εξεταστεί η σχέση του Ποιητή με τον σύγχρονο ισλαμικό κόσμο. Η Diana Haas έκανε σύντομη νύξη για το ανατολικό πλαίσιο μερικών ποιημάτων όπως το «Σαμ ελ Νεσίμ» κ.ά., αλλά η καβαφική οπτική της σύγχρονης Ανατολής δεν εμπίπτει συνήθως στις έρευνες των ειδικών.

Η στάση αυτή οφείλεται κυρίως στη γενική άποψη ότι ο Καβάφης δεν είχε επαφές σε κανένα επίπεδο με Αιγυπτίους και συνεπώς αδιαφορούσε για τον αραβικό ή ισλαμικό πολιτισμό· όθεν και το συμπέρασμα ότι το ίδιο ισχύει για την ποίηση του, η οποία, πράγματι φαινομενικώς παρουσιάζει ελάχιστα τέτοια στοιχεία. Τούτο το συμπέρασμα, όμως, δεν βασίζεται σε καμιά συστηματική μελέτη του προβλήματος. Οι ακόλουθες παρατηρήσεις ενός ανατολιστή, αλλά και μη ειδικού καβαφιστή, σε τρεις μεθοδολογικώς διαφορετικές προσεγγίσεις (Λ, Β, Γ) δεν είναι άλλο παρά ένα πρώτο πλησίασμα στο θέμα αυτό.

ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Από τα ιστορικά ποιήματα με γενικό ιστορικό πλαίσιο τον ανταγωνισμό Ισλάμ-Χριστιανισμού (τα ανέκδοτα «Προ της Ιερουσαλήμ», «Φυγάδες», «Θεόφιλος Παλαιολόγος» και «Πάρθεν» μόνο στο «ατελές» ποίημα «Του Έκτου ή του Εβδόμου αιώνος» (1916-1927) αναφέρεται η αραβο-ισλαμική κατάκτηση της Αλεξάνδρειας. Ωστόσο, καθώς το κύριο θέμα είναι και εδώ η μοίρα του Ελληνισμού και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας, τα ποιήματα αυτά δεν μας λένε πολλά πράγματα, για την καβαφική οπτική του Ισλάμ.

Πιο ενδιαφέροντα για τους σκοπούς μας είναι τρία πρώιμα ποιήματα στα οποία ο Καβάφης δίνει μια πραγματική περιγραφή και ταυτόχρονα μια προσωπική άποψη του σύγχρονου ισλαμικού κόσμου. Ένα απ' αυτά, το αποκηρυγμένο «Λόγος και Σιγή» (1892) θα μπορούσε να είναι το μανιφέστο του καβαφικού κλισέ της ισλαμικής Ανατολής. Όπως είναι γνωστό, το ποίημα ξεκινάει από την αραβική παροιμία «Είναι χρυσός η σιωπή και άργυρος ο λόγος» (ida kan alkalam min fadda wassukut min dahab). Επεκτείνοντας την ερμηνεία του Μιχάλη Πιερή (Χώρος, Φως και Λόγος, Αθήνα 1992, σ. 316-324) μπορούμε να δούμε τους στίχους αυτούς ως αντιπαράθεση της Δύσης (Λόγος) και της Ανατολής (Σιωπή). Ο χαρακτηρισμός του ανατολικού ανθρώπου αρχίζει στο στίχο 3"«...χαυνωθείς Ασιανός παραιτηθείς εις μοίραν» και ακολουθούν οι αντιπαραθέσεις ως ξένος τη ανθρωπότητι, την αρετήν υβρίζων (Ανατολή / σιωπή) - ενθουσιασμόν, λύπην, χαράν, αγάπην (Δύση / λόγος), ή λέξεις ως αμάθεια, νόσος, σκιά και νυξ (Ανατολή / σιωπή) - σοφία, πρόοδος, υγεία, ημέρα (Δύση /λόγος).

Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

Ο ομιλητής αναφέρει στοιχεία που ταιριάζουν με το συνηθισμένο κλισέ ενός Ισλάμ που κυριαρχεί ακόμη και σήμερα στη δημόσια δυτική γνώμη: η Ανατολή παρουσιάζεται ως μονολιθική, στάσιμη, απρόθυμη προς το μέλλον και την πρόοδο. Στην οπτική του ομιλητή ο «Ασιανός» ταυτίζεται έτσι με «Μουσουλμάνο»· η ακαταστασία των εθνικών και θρησκευτικών στοιχείων είναι, άλλωστε, τυπική για τον ευρωπαϊκό «ανατολισμό», όπως περιγράφεται από τον Edward Said (Orientalism, New York 1979).
Η ΟΔΟΣ ΡΩΣΕΤΤΗΣ Η ΡΟΖΕΤΤΗΣ, ΕΝΑΣ ΠΛΑΤΥΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΦΙΛΟΞΕΝΕΙ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ «ΠΑΤΙΝΑΖ». ΤΗΝ 1Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1904 ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ. ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΑΜΛΙΟΥ. Ο ΤΖΟΝ ΘΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΣΤΟ ΚΑΙΡΟ ΚΑΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΝΟΙΚΙΑΖΟΥΝ ΕΝΑ ΙΣΟΓΕΙΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΡΩΣΕΤΤΗΣ 17- ΣΗΜΕΡΑ ΑΚΙΝΗΤΟ ΣΟΥΚΑΡ ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΧΟΡΕΝΑ, ΟΠΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ Ο ΤΣΙΡΚΑΣ (ΑΡΧΕΙΟ Ε.Λ.I.Α.).
Μια επιβεβαίωση αυτής της μονολιθικής και άκαμπτης στερεοτυπίας στην καβαφική άποψη έχουμε σ' ένα άλλο αποκηρυγμένο ποίημα της ίδιας χρονιάς «Σαμ ελ Νεσίμ» (1892). Η Αίγυπτος που γίνεται εδώ η χώρα όλων των κατοίκων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων (η χρήση της αραβικής λέξης Μισίρι και του πρώτου πληθυντικού προσώπου «το ωχρόν μας Μισίρι» και «το γλυκό μας Μισίρι» δεν είναι τυχαία), λυτρώνεται από την πικρία και το πείσμα και χύνεται σε μια κοινή χαρά, αλλά και εδώ ξαναβρίσκουμε την εικόνα που αναφέραμε παραπάνω. Στο ποίημα ο Αιγύπτιος χαρακτηρίζεται ως σοβαρός, μονότονος, χαρούμενος, απλανής, σιγανός. Μπορεί να μην εννοούσε ο Καβάφης με τη λέξη Αιγύπτιος αποκλειστικά τους Μουσουλμάνους Αιγυπτίους, η περιγραφή όμως που συμπίπτει με την εικόνα της Σιγής, δηλαδή μιας ανατολικής, «ξένης» για τον Καβάφη φιλοσοφίας, είναι η στερεότυπη περιγραφή μιας άλλης, όχι «ελληνικής» Ανατολής.

Ποίημα λίγο προγενέστερο, το οποίο περιέχει ισλαμικά στοιχεία, είναι βέβαια το ανέκδοτο «Dunya Giizeli» (1884), που γράφτηκε στο Νιχώριτου Βοσπόρου. Βρίσκουμε κι εδώ πρόσθετες στερεοτυπίες του ισλαμικού κόσμου, αυτή τη φορά στο πλαίσιο του κλεισμένου / καταπιεσμένου σε αντιπαράθεση προς το ανοιχτό / ελεύθερο της χριστιανικής ιδέας (κλεισμένη στο χαρέμι-ελεύθερη ως Χριστιανή «εν ανοικτή αμάξη»).

Έτσι, ενσυνείδητα ή όχι, ο Καβάφης παρουσιάζει σε όλα τα ποιήματα, όπου η άμεση τοποθέτηση είναι ένα μουσουλμανικό περιβάλλον (και είναι μόνο ποιήματα της πρώιμης φάσης), το Ισλάμ ως θρησκεία ή κουλτούρα υπανάπτυκτη, πιεστική και το Μουσουλμάνο ως άνθρωπο απλανή και απαθή.

Η δεύτερη προσέγγιση που προσπαθώ να εφαρμόσω εδώ, που δεν έχει όμως άμεση σχέση με μια ισλαμική Ανατολή, έχει τις εξής προϋποθέσεις: δεδομένου ότι η παρουσία λέξεων ανατολικής προέλευσης (οι λεγόμενοι «τουρκισμοί», όπως αποκαλούνται στη γλωσσολογία, αν και περιλαμβάνουν φυσικά πολλές αραβικές και περσικές λέξεις, όντας τα οθωμανικά ένα είδος «ανάμειξης» των τριών γλωσσών), είναι μια πραγματικότητα στη δημοτική ελληνική γλώσσα, και ότι η χρήση τέτοιων λέξεων στις βαλκανικές λγοοτεχνίες, δηλαδή και στη νεοελληνική, αποτελούν συχνά εσκεμμένο υφολογικό μέσο (και όχι μόνο στα ιστορικά μυθιστορήματα...), τότε γιατί να μην εξετάσουμε τους «τουρκισμούς» που περιέχονται στην ποίηση του Καβάφη από την άποψη του στιλ; Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά: αν και στο σύνολο οι «τουρκισμοί» είναι, σύμφωνα με τις προσδοκίες αρκετά λίγοι (35 διαφορετικές λέξεις σε 51 σημεία), πολλοί από αυτούς χρησιμοποιούνται με σαφή σχέση προς τα συμφραζόμενα. Ταυτόχρονα παρατηρούμε ότι «ανατολικές» λέξεις απουσιάζουν σχεδόν εντελώς στα ποιήματα των ωριμότερων φάσεων, δηλαδή μετά το 1917. Για να εκθέσω τα αποτελέσματα αυτής της διερεύνησης, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τα στοιχεία σε τρεις ομάδες.
  1. Λέξεις (ισλαμο-) ανατολικής ορολογίας, κυρίως στα ποιήματα που εξετάστηκαν παραπάνω (βεϊζαδές, κέφι, Μισίρι, μογάννι, σερμπέτι, τσαΐρια, φέσι, χαρέμι, ίσως και κεχριμπάρι, σεντέφι, σινί, βλ. στη συνέχεια).
  2. Λέξεις υφολογικά ουδέτερες που αποτελούν μέρος μιας δημοτικής γλώσσας χωρίς γνωρίσματα ενός συγκεκριμένου ύφους (γελέκι, γιασεμί, μαβί, μαράζι, μενεξές, ντολάπι, ράφι, τζάμι, χαλί, κάμποσα από αυτά ανήκουν και στην επόμενη ομάδα).
  3. Λέξεις που ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ύφους υποδηλώνοντας ειρωνεία ή λιτότητα μέσα στα συμφραζόμενα (γλεντώ, καυγάς, κονεύω, μπακίρι, περουζές, σακατεμένος, σαστίζω, σαστισμένος, σοκάκι, τζοβαέρια, τσινί, τσίτινο, χαζεύω, χάλι, χατίρι).

ΤΡΥΦΕΡΗ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Η λιτότητα, μιζέρια ή ταπεινότητα ενός ανθρώπου, μιας πράξης ή ενός περιβάλλοντος υλικού εκφράζεται συχνά με «ανατολικές» λέξεις. Από τα πολύ πρώιμα παραδείγματα είναι το «Οταν, φίλοι μου, αγαπούσα...» (1885) με «...το τσίτινο φουστάνι / εφορούσε το φθηνό» ή τα «δυό βραχιόλια φτωχικά, Ι δι' εμένα τζοβαέρια/ήσανε αρχοντικά».

Ο στίχος που περιγράφει στο «Ενας Ηρώς» (1896) τη φτώχεια του σπιτιού της Φρόσως «λίγο μπακίρι παλαιό, ασημικό ολίγο» μπορεί να συγκριθεί, όπως προτείνει ο Μιχάλης Πιερής (ο.π. 327, σημ. 13) με τους στίχους που υποδηλώνουν τον πλούτο του σπιτιού στο «Μύρης Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» (1929). Πράγματι, η επίπλωση στο «Μύρη» περιγράφεται σε γλωσσικά διαφορετικό επίπεδο («σκεύη εξ αργύρου και χρυσού» και «πολύτιμοι τάπητες»). Αναλογικώς νομίζω ότι θα ήταν αδιανόητο το «τουρκικό χαλί» στην ταπεινή κάμαρη του ποιήματος «Ο ήλιος του απογεύματος» (1919) να αποκαλούνταν «τάπητας»!

Σ όλες αυτές τις περιπτώσεις βλέπουμε, όπως είπαμε πριν, μία έκφραση της ταπεινότητας, χωρίς όμως καμιά αρνητική έννοια. Αντιθέτως, ο ποιητής εκφράζει με αυτό το λεξικό μια σχεδόν τρυφερή συμπάθεια.

«ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΥΦΟΣ»

Μία λεπτή ειρωνική χρήση έχουμε στο «Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου» (1915), όπου η επιλογή των λέξεων χάλι και κονεύω για τη μιζέρια του Πτολεμαίου που έρχεται στη Ρώμη δεν είναι τυχαία, όπως δεν είναι τυχαία η χρήση της λέξεως χάλι στο πολύ ώριμο ποίημα «Μέρες του 1908» (1932) για την περιγραφή των ρούχων («τ' ανάξια ρούχα») σε αντιπαράθεση του ωραίου σώματος («άψογα ωραίος, ένα θαύμα»)· ή ακόμα στο ανέκδοτο ποίημα «Το τέλος του Αντωνίου» (1907), όπου ο Αντώνιος, ενοχλούμενος από τις «ανατολίτικες χειρονομίες» της Κλεοπάτρας και «για το χάλι του που τον θρηνούσαν» αγανακτεί και αισθάνεται κιόλας σαν ξένος. Έχουμε, δηλαδή, πάλι το μοτίβο του «ξένου» μέσα σε ένα, για τον πρωταγωνιστή του ποιήματος, ανατολικό περιβάλλον. Αν και η λέξη χάλι, στη γλωσσική αισθητική, ας υποθέσουμε και του Καβάφη, δεν έχει το γνώρισμα του «τουρκικού», αλλά απλώς του «δημοτικού», ξανακερδίζει όμως σημασία στο πλαίσιο της ποιητικής επιλογής, όταν λαμβάνουμε υπόψη μας το σημαντικό ρόλο που έπαιζε (και παίζει) η διαχρονική εξέλιξη της χρήσης των τουρκικών λέξων ενταγμένων στην ελληνική δημοτική για την ανάπτυξη ενός «δημοτικού» ύφους.

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ «ΤΟΥΡΚΙΣΜΩΝ»

Επιστρέφοντας στο πρώτο μας θέμα, εκείνο των ανατολικών εικόνων, είναι φανερό ότι ο ποιητής εισάγει καμιά φορά τον αναγνώστη με λεκτικές επιλογές κατ' ευθείαν σ' ένα ανατολικό χώρο (πρβλ. λέξεις ως Μισίρι, μογάννι, σερμπέτι, φέσι, χαρέμι κ.ά.). Τέτοιος χώρος δεν είναι φυσικά, ας το επαναλάβουμε, αναγκαστικά ισλαμικός, όπως στην περίπτωση της λέξεως σινί (στο «Σαλώμη» του 1896 και στο «Ο Θεόδοτος» του 1915), λέξη που φάνηκε «παράξενη» και στους σύγχρονους κριτικούς (αν και ήταν, μάλλον, κοινή στη χρήση της αιγυπτιακής ελληνικής): Ο Βρισιμιτζάκης την αναφέρει ως παράδειγμα εκείνων των λέξεων με τις οποίες ο Καβάφης «σκανδαλίζει» τον αναγνώστη· Ίσως και στην περίπτωση του στίχου «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' εβένους» (στο «Ιθάκη» του 1911), όπου οι συγκεκριμένες λέξεις μπορούν να θεωρηθούν μορφολογικά σημάδια για ένα γεωγραφικά «ανατολικό» περιβάλλον (φοινικικά λιμάνια κτλ.), μια και η χρήση των ελληνικών συνωνύμων «μάργαρος» και «ήλεκτρον» εμφανίζεται σε άλλα προγενέστερα ποιήματα (ήλεκτρον στο αποκηρυγμένο «Τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος» του 1897· μάργαρος στο ανέκδοτο «Ινδική Εικών» του 1892). Εδώ προφανώς τα κριτήρια επιλογής είναι περίπλοκα και εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο «καθαρεύουσα δημοτική», επιλογή, όμως, η οποία περιλαμβάνει, όπως είπαμε και τη χρήση, ή μη χρήση, των «τουρκισμών».

ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αν και είναι ελάχιστες, οι λέξεις τουρκικής προέλευσης έχουν πολύ συχνά ένα σκοπό υφολογικής έκφρασης. Άλλωστε ξέρουμε από διάφορες πηγές (γραπτά του ποιητή στα Πεζά και μαρτυρίες φίλων του, ως του Gaston Zananiri) ότι ο Καβάφης ήτανε πολύ ακριβολόγος στην επιλογή των λέξεων και ότι ανεχόταν την ανάγκη ξένων λέξεων όχι μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει συνώνυμο, αλλά και για ακριβολογία, δηλαδή για ζητήματα σημασιολογίας και ύφους (βλ. Πεζά. Παρουσίαση-σχόλια Γιώργου Παπουτσάκη, Αθήνα 1963,195).
ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΩΓΟΥ ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ ΚΑΙ ΠΕΝΑΚΙ ΠΟΥ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ. (ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, 1995).
Παραμένει ακόμη ένα χρονολογικό ζήτημα: είπαμε ότι μετά από το 1917 λίγες σχετικά (15) τέτοιες λέξεις εμφανίζονται στα ποιήματα του Καβάφη. Μήπως ήταν ένα είδος πειράματος, μέσα στο πλαίσιο της μεικτής καβαφικής γλώσσας; Η συνειδητή ανάμειξη δημοτικής και καθαρεύουσας είναι απ' τα μέσα ποιητικής έκφρασης του Καβάφη και ο ίδιος ήταν πολύ λεπτολόγος για να μην αντιλαμβάνεται συγκεκριμένα σημασιολογικά γνωρίσματα. Θα ήταν λοιπόν πολύ τολμηρό αν αναγνωρίζαμε μια έκφραση γλωσσικού κοσμοπολιτισμού στην πρώιμη ποίηση του Καβάφη;

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Η μάλλον αρνητική άποψη για τον ισλαμικό πολιτισμό που κυριαρχούσε στην ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου και που φαίνεται, όπως είπαμε στην πρώτη παράγραφο, και από τα πρώτα ποιήματα του Καβάφη, έστω κι αν δεν ξέρουμε εάν ανταποκρινόταν στην πραγματική γνώμη του ποιητή, βασίζεται κυρίως σε γενικές προκαταλήψεις δυτικοευρωπαϊκού τύπου. Για να το πούμε με τα λόγια του Ibrahim al-Qayyar, ενός Άραβα συναδέλφου του Καβάφη: «Του άρεσε να φαίνεται πως είταν ξένος». Μα από τα πεζά του και από άλλες μαρτυρίες μπορεί να βγει μια διαφορετική εικόνα. Παρ' όλο που φαίνεται σίγουρα πως τα αραβικά του μόλις αρκούσαν για μια βασική καθημερινή επικοινωνία, δεν ήταν αδιάφορος για την αραβική λογοτεχνία. Ήξερε και εκτιμούσε τα συγγράμματα και τα ποιήματα του Ahmad Rasim, τα οποία διάβαζε στα γαλλικά (βλ. Πεζά 150) και επιθυμούσε να μεταφραστούν έργα της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας στα ελληνικά από «αραβομαθείς Έλληνες» (Πεζά 154). Και ο Rasim γνώριζε, τουλάχιστον εν μέρει, το έργο του Καβάφη. Ο Καβάφης γνώριζε προσωπικά και τον πιο επαινούμενο την εποχή του ποιητή της Αιγύπτου, τον Ahmad Shawqi (1868-1932)· φαίνεται όμως ότι δεν εκτιμούσε πολύ το έργο του (το οποίο είναι βέβαια νεοκλασικό και «αυλικό»), αλλά προτιμούσε τους άλλους δύο γνωστούς ποιητές που, μαζί με τον Shawqi, κυριαρχούσαν τον αιγυπτιακό Παρνασσό στις αρχές του εικοστού αιώνα, τον Hafiz Ibrahim (1871-1932) και τον Λιβάνιο Halil Mutran (1870-1949).

Ο Καβάφης ενδιαφερόταν από πολύ νωρίς για την αραβική λαογραφία και μυθολογία, και αγαπούσε στοιχεία της αραβικής τέχνης (όπως μαθαίνουμε από ένα γράμμα, που δημοσίευσε η Diana Haas, από το αρχείο του Καβάφη, όπου μιλάει για τα αραβικά «Musharabiyeh», όρος τον οποίο χαρακτηρίζει ως «our technical word here for Arabic artistic wood-work» με την τελική κρίση: «It is a simple show of colours, and no more-and this is very good art»). Ότι του άρεσε και η ανατολίτικη μουσική, το υποδηλώνουν οι σχετικοί στίχοι του μογάννι στο «Σαμ ελ Νεσίμ». Την πιθανότητα να εμπνεύσθηκε ο Καβάφης από ένα αραβικό λαϊκό ποίημα για τη σύνθεση του «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.» την προτείνει, όπως είναι γνωστό, ο Τσίρκας, (ο.π.: 56-59).

Θέλω να κλείσω τη συμβολή μου με τις μαρτυρίες δύο προσώπων που ήξεραν τον ποιητή από πολύ κοντά: της Ρίκας Σεγκοπούλου και του Gaston Zananiri. Λέει η μία: «Nous avons done a faire (...) avec un vrai grec d' Egypte. Ce n' est pas lui qui vint en Egypte, ce n' est pas lui qui choisit Γ Egypte, il s' est trouve grec d' Egypte et s' est laisse tel». «Έχουμε να κάνουμε... με έναν αληθινό Αιγυπτιώτη. Δεν είναι αυτός που ήρθε στην Αίγυπτο, δεν είναι αυτός που διάλεξε την Αίγυπτο. Βρέθηκε στην Αίγυπτο και παρέμεινε εκεί...». Και καταλήγει ο Zananiri την επιμνημόσυνη του ομιλία: «Κανείς καλύτερα απ' εκείνον δεν μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του Αλεξανδρινού».

Ας προσθέσουμε ότι ο Αλεξανδρινός μας ποιητής ήταν στο βάθος του και λίγο Ανατολίτης, ή -γιατί όχι;-καμιά φορά και Ανατολιστής.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2QfveE8
via IFTTT
Από το Blogger.