Αντιστασιακές οργανώσεις

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου βρήκε παντελώς ανέτοιμο τον πολιτικό κόσμο να προβάλει κάποιας μορφής ουσιαστική αντίσταση και, από αυτήν την άποψη, ο αιφνιδιασμός των κινηματιών υπήρξε απόλυτος. Μέσα σε λίγες ώρες διαλύθηκαν όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί, τα συνδικάτα και οι οργανώσεις νεολαίας, ενώ χιλιάδες πολίτες ενταγμένοι στα νόμιμα κόμματα, ενεργοί πολίτες ασχολούμενοι με τα κοινά -ιδίως από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς- συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε τόπους εκτόπισης. Όσοι συνειδητοί πολίτες παρέμεναν ασύλληπτοι και θεωρούσαν καθήκον τους να αντιπαρατεθούν στο στρατιωτικό καθεστώς και να υπερασπισθούν τη δημοκρατία, αποφάσισαν να συγκροτήσουν -ή να προσχωρήσουν σε ήδη συγκροτημένες- παράνομες οργανώσεις με σαφή αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Πράγματι, κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, συγκροτήθηκαν και έδρασαν δεκάδες αντικαθεστωτικές οργανώσεις, που εξέφραζαν όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, από την κομμουνιστική Αριστερά μέχρι και τη βασιλόφρονα Δεξιά. Κάποιες απ' αυτές, ανεξαρτήτως της μαζικότητας τους, έκαναν ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους με λιγότερο ή περισσότερο δυναμικές αντιδικτατορικές ενέργειες, ενώ άλλες παρέμειναν απλές προθέσεις «στα χαρτιά» ή μικροί ανενεργοί όμιλοι. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, καμιά αντιδικτατορική οργάνωση δεν μπόρεσε να αποκτήσει τη μαζικότητα ή την εμβέλεια που θα της επέτρεπε να ηγηθεί ενός ισχυρού αντιστασιακού κινήματος, αντίστοιχου με εκείνο της κατοχικής περιόδου ή των κινημάτων που έδρασαν σε άλλες χώρες με αυταρχικά καθεστώτα, π.χ. στη στρατοκρατούμενη Λατινική Αμερική. Χωρίς να υποτιμάται η αντιδικτατορική δράση της όποιας μικρής ή μεγάλης παράνομης οργάνωσης αυτής της περιόδου, μπορούμε να πούμε ότι κάποιες από αυτές έγιναν ιδιαίτερα γνωστές, είτε γιατί έδωσαν το έναυσμα της οργανωμένης αντιδικτατορικής δράσης είτε γιατί συσπείρωσαν έναν σημαντικό αριθμό αγωνιστών είτε γιατί η πολιτική τους παρουσία βρήκε άμεση προέκταση στη μεταπολιτευτική περίοδο. Με αυτά και μόνο τα κριτήρια, οι γνωστότερες αντιδικτατορικές οργανώσεις των πρώτων χρόνων της δικτατορίας υπήρξαν οι ακόλουθες:

Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο/ΠΑΜ:

Η συγκρότηση του ΠΑΜ άρχισε από την επομένη της δικτατορίας και -όπως προκύπτει και από την πολυγραφημένη ιδρυτική του διακήρυξη- ολοκληρώθηκε στις αρχές Μαΐου του 1967. Πρωτεργάτες του υπήρξαν διωκόμενες προσωπικότητες και στελέχη της Αριστεράς, με κυριότερες τον μουσικοσυνθέτη και ηγέτη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, Μίκη Θεοδωράκη, το δημοσιογράφο Γιώργη Βότση, τον ΕΔΑΐτη συνδικαλιστή Τάσο Δήμου, τα στελέχη του ΚΚΕ Κώστα Φιλίνη και Αντώνη Μπριλάκη και τον Αριστείδη Μανωλάκο. Το ΠΑΜ εξέδωσε την παράνομη εφημερίδα «Νέα Ελλάδα» και έκανε γρήγορα αισθητή την παρουσία του, ιδίως στην περιοχή του λεκανοπεδίου και, αργότερα, στη Θεσσαλονίκη. Παρά τις προσπάθειες της για πολιτική διεύρυνση, παρέμεινε κυρίως χώρος αριστερής αναφοράς. Υπέστη σοβαρά και επανειλημμένα πλήγματα από τις διωκτικές αρχές: συλλήψεις, κακοποιήσεις και βαριές καταδίκες στελεχών και μελών του από έκτακτα στρατοδικεία. Μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, τον Φεβρουάριο του 1968, το μεγαλύτερο μέρος των στελεχών της συμπορεύτηκε με τις δυνάμεις που αργότερα θα συγκροτούσαν το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Δημοκρατική Αμυνα/ΔΑ:

Συγκροτήθηκε στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την ίδρυση του ΠΑΜ, από αντιστασιακούς προσκείμενους κυρίως στους χώρους του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς: στελέχη της Ένωσης Κέντρου, του Ομίλου Παπαναστασίου, της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης κ.ά.
Στιγμιότυπο από τη δίκη τριάντα ενός μελών του «Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου» (ΠΑΜ) στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, στις 15-21 Νοεμβρίου 1967. Ήταν η πρώτη μεγάλη δίκη μελών αντιστασιακής οργάνωσης (φωτ.: Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ).

Πρώτος πολιτικός εκπρόσωπος της υπήρξε ο Γεώργιος Μυλωνάς, ενώ στο δυναμικό της ανήκαν επιφανείς προσωπικότητες της πανεπιστημιακής κοινότητας και της πνευματικής ζωής (Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, Σάκης Καράγιωργας, Βασίλης Φίλιας κ.ά.), πρώην βουλευτές, φοιτητές και επαγγελματίες. Σύντομα η Δημοκρατική Άμυνα απέκτησε παράρτημα στη Θεσσαλονίκη (Στέλιος Νέστορας, Παύλος Ζάννας κ.ά.), με αξιόλογη αντιδικτατορική παρουσία. Το 1970, η οργάνωση υπέστη συντριπτικό πλήγμα από τις διωκτικές αρχές, μετά την τυχαία πυροδότηση εκρηκτικού μηχανισμού στο σπίτι του καθηγητή Σ. Καράγιωργα, και δεκάδες στελέχη και μέλη της συνελήφθησαν και, μετά από πολύμηνες ταλαιπωρίες από τις ανακριτικές αρχές, δικάστηκαν από έκτακτο στρατοδικείο και καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές. Το στρατιωτικό καθεστώς -επιδιώκοντας να εμφανίσει τους πολεμίους του ως κοινούς τρομοκράτες- έδωσε μεγάλη δημοσιότητα στη δίκη εκείνη, η οποία τελικά αποδείχτηκε «μπούμερανγκ» για το ίδιο, ιδίως με τις αποκαλύψεις για βασανισμούς κρατουμένων και τις θαρραλέες απολογίες πολλών από τους κατηγορουμένους.

Ρήγας Φεραίος/ΡΦ:

Υπήρξε η πρώτη και μόνη αξιόλογη αντιδικτατορική οργάνωση νεολαίας. Συγκροτήθηκε στην Αθήνα στα τέλη του 1967, από στελέχη και μέλη του ευρύτερου προδικτατορικού αριστερού φοιτητικού χώρου. Σύμφωνα με τις διακηρύξεις της, αποσκοπούσε στη σύμπηξη ενός μαζικού και υπερκομματικού αντιστασιακού κινήματος της σπουδάζουσας, αλλά και της εργαζόμενης νεολαίας, στο οποίο είχαν θέση και αγωνιστές με κεντροφιλελεύθερα ή και δεξιά φρονήματα. Η οργάνωση -όργανο της οποίας ήταν η παράνομη εφημερίδα «Θούριος»- ανέπτυξε σημαντική δράση ιδίως στα πανεπιστήμια. Υπέστη πολλά πλήγματα από τις διωκτικές αρχές, δεκάδες μέλη της συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, παραπέμφθηκαν σε έκτακτα στρατοδικεία με βαριές κατηγορίες και, πολλά από αυτά, καταδικάστηκαν σε εξοντωτικές ποινές. Τα σοβαρά αυτά πλήγματα εμπόδισαν τη μαζικοποίηση της οργάνωσης, που πέραν των άλλων προβλημάτων της, ενεπλάκη σταδιακά στις ιδεολογικές έριδες και αντιπαλότητες στο εσωτερικό της Αριστεράς, απότοκες της συνολικότερης κρίσης της κομμουνιστικής Αριστεράς την περίοδο της δικτατορίας. Προς τα τέλη της δικτατορίας, στελέχη προσκείμενα στο ΚΚΕ Εσωτερικού -η Κομματική Οργάνωση Σπουδαστών/ΚΟΣ- πέτυχαν τον πλήρη έλεγχο της οργάνωσης και, μετά τη μεταπολίτευση, την εμφάνισαν ως την επίσημη κομματική τους οργάνωση νεολαίας.
Ο Μίκης Θεοδωράκης συνομιλεί με τον συνήγορο του Χριστ. Αργυρόπουλο σε ένα διάλειμμα της δίκης του, στις 22 Ιανουαρίου 1968. Είχε καταδικαστεί για αντίσταση και περιύβριση αρχής, σε φυλάκιση 9,5 μηνών. Έξι μέρες αργότερα αποφυλακίστηκε, ευεργετούμενος από την αμνηστία του Δεκεμβρίου 1967. Στις 21 Αυγούστου εκτοπίστηκε στο Παρθένι της Λέρου (φωτ.: Κ.Γ. Μεγαλοκονόμου).

Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα/ ΠΑΚ: Η οργάνωση συγκροτήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1968 από τον αυτοεξόριστο ηγέτη της Κεντραριστεράς Ανδρέα Παπανδρέου, στη Στοκχόλμη και -πέρα από τους αντιδικτατορικούς στόχους της- διακήρυξε την ανάγκη ριζοσπαστικών πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών στη μεταδικτατορική Ελλάδα, αλλαγών προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού και της απαλλαγής της χώρας από την αμερικανική κηδεμονία. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, η οργάνωση ανέπτυξε αξιόλογη παράνομη δράση στην Ελλάδα και πολλά μέλη της -ανάμεσα στα πιο γνωστά είναι ο Γιάννης Αλευράς- συνελήφθησαν και υπέστησαν πολύχρονες ταλαιπωρίες (βασανισμούς, φυλακίσεις κ.ά.) από το στρατιωτικό καθεστώς. Διάδοχο σχήμα του ΠΑΚ υπήρξε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ), το οποίο ιδρύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 και έγινε κόμμα εξουσίας το 1981. Σημειωτέον ότι στέλεχος του ΠΑΚ υπήρξε και ο καθηγητής Κώστας Σημίτης, ο οποίος είχε αναπτύξει αντιδικτατορική δράση και στο πλαίσιο της Δημοκρατικής Άμυνας.
Στιγμιότυπο από τη δίκη του Αλ. Παναγούλη στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, 1-18 Νοεμβρίου 1968. Η ποινή -δις εις θάνατον- μετατράπηκε σε ισόβια (φωτ.: Κ.Γ. Μεγαλοκονόμου).

Η χρονική απομάκρυνση από το κλίμα των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων και η σταδιακή όσο και δύσκολη εξομάλυνση της πολιτικής ζωής του τόπου, άσκησε, όπως είναι φυσικό, καταλυτικές επιδράσεις στο εσωτερικό των πολιτικών δυνάμεων. Η επτάχρονη απριλιανή δικτατορία ενέτεινε τις ζυμώσεις, από τις οποίες αναδύθηκαν νέες δυνάμεις και τάσεις που, μετά την πτώση της χούντας, διαμόρφωσαν το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό. Η κρίση που υπέβοσκε στους κόλπους της κομμουνιστικής Αριστεράς, ήδη πριν από το τέλος του εμφυλίου, εντάθηκε μετά την επικράτηση του απριλιανού πραξικοπήματος και κορυφώθηκε τον Φεβρουάριο του 1968, με τη διάσπαση του εκτός νόμου ΚΚΕ.
Αθήνα, 24 Μαρτίου 1969. Ο υπουργός Εξωτερικών του δικτατορικού καθεστώτος, Παν. Πιπινέλης, «ανακρινόμενος» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο πλαίσιο της διαδικασίας τελικής αποπομπής της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης (φωτ.: Κ.Γ. Μεγαλοκονόμου).

Με τη λήξη του εμφυλίου, το ΚΚΕ μπήκε σε μια περίοδο ανασύνταξης υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Οι οργανώσεις του στην Ελλάδα είχαν ουσιαστικά διαλυθεί και δεκάδες χιλιάδες στελέχη και μέλη του είχαν πλήρως εξουδετερωθεί και, στη συντριπτική πλειονότητα τους, βρίσκονταν υπό καθεστώς φυλάκισης, εκτόπισης ή στενής αστυνομικής παρακολούθησης. Την ίδια ώρα, η υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη αυτοεξόριστη σε χώρες του ανατολικού συνασπισμού κομματική ηγεσία, υπερασπιζόμενη την ορθότητα των πολιτικών της επιλογών, είχε επιδοθεί σε μια προσπάθεια να εντάξει σε νέες οργανωτικές δομές τους δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς πρόσφυγες και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για επαναδραστηριοποίηση του κόμματος στην Ελλάδα. Οι μέθοδοι της στη διττή αυτή προσπάθεια προκάλεσαν μεγάλη πολιτική-ιδεολογική σύγχυση και ισχυρές εσωκομματικές αντιδράσεις, δεδομένων και των αδυναμιών της ηγεσίας να αντιληφθεί και να εγκλιματισθεί στη νέα πολιτική πραγματικότητα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η σύγχυση επιτάθηκε μετά την ίδρυση της ΕΔΑ, το 1951, η οποία βρισκόταν μεν υπό την επιρροή του εκτός νόμου ΚΚΕ, δεν αποτελούσε όμως, όπως απέδειξαν οι εξελίξεις, και ενεργούμενο της τότε κομματικής ηγεσίας σε πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο. Πιο απλά, με τη συγκρότηση αυτού του νόμιμου σχήματος της εαμογενούς Αριστεράς, το ΚΚΕ κατόρθωσε μεν να προσπελάσει στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, παράλληλα όμως δημιούργησε και τους όρους για την αυτοαναίρεσή του σε μεγάλη μερίδα στελεχών και οπαδών, που, ασχέτως της όποιας συναισθηματικής πρόσδεσης τους σε αυτό, εγκλιματίστηκαν στη νέα πραγματικότητα της νομιμότητας και χαλάρωσαν τις σχέσεις τους με τον εκτός Ελλάδας ηγετικό μηχανισμό του κόμματος. Οι διαφορετικές αντιλήψεις για την ιδεολογική ταυτότητα, αλλά και την οργανωτική δόμηση του κόμματος, εμφανίστηκαν μετά την 6η Ολομέλεια του 1956, η οποία καταδίκασε οριστικά την παλαιά σταλινική ηγεσία του Ν. Ζαχαριάδη και τις μεθόδους της. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, αναπτύχθηκε έντονος προβληματισμός για το ρόλο του ΚΚ στη νέα ελληνική πραγματικότητα, με δεδομένη την αναγκαστική παραμονή της ηγεσίας του εκτός Ελλάδος, και κυρίως για τις σχέσεις του με την ΕΔΑ, τη νόμιμη κοινοβουλευτική έκφραση της εαμογενούς Αριστεράς. Η απήχηση της ΕΔΑ, όπως καταγράφηκε στο αποτέλεσμα των εκλογών του 1958, που την ανέδειξαν σε αξιωματική αντιπολίτευση, δεν ήταν μόνο μια ισχυρή ένεση αισιοδοξίας: το αποτέλεσμα εκείνο άνοιξε τους «ασκούς του Αιόλου» στους κόλπους της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς, καθώς ενθάρρυνε να εκφραστούν οι απόψεις που ζητούσαν να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα των σχέσεων ΚΚΕ-ΕΔΑ, και άρχισε να κερδίζει έδαφος η ιδέα για ουσιαστικό πολιτικό παροπλισμό του ΚΚΕ και ανάδειξη της ΕΔΑ σε φορέα της ελληνικής μαρξιστικής Αριστεράς και αυτονομημένο κέντρο πολιτικών αποφάσεων. Μετά το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τον Αύγουστο του 1961, οι τάσεις εκείνες πήραν σαφέστερη μορφή, με κύριους εκφραστές τους τον πρόεδρο της ΕΔΑ, Γιάννη Πασαλίδη, τον Ηλία Ηλιού και τον Σταύρο Ηλιόπουλο, τις απόψεις των οποίων ασπάστηκαν, στη συνέχεια, επιφανή στελέχη της εντός («κλιμάκιο εσωτερικού») και εκτός Ελλάδας ηγεσίας του ΚΚΕ. Το 1964 οι διενέξεις άρχισαν να παίρνουν τη μορφή ανοιχτής ρήξης, και τον επόμενο χρόνο, στην 8η Ολομέλεια του ΚΚΕ, έγινε σαφής η αδυναμία γεφύρωσης των διαφορών. Η μία πλευρά, με εκφραστές τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, Κώστα Κολιγιάννη, και τον φυλακισμένο στην Ελλάδα Χαρίλαο Φλωράκη, υποστήριξε την «ιδεολογική καθαρότητα» του κόμματος -με κεντρικό αίτημα τη νομιμοποίηση του- και τη λειτουργία ξεχωριστών από την ΕΔΑ οργανώσεων του στην Ελλάδα. Η άλλη πλευρά επέμεινε στη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ στην Ελλάδα, αφήνοντας ωστόσο περιθώρια για κάποια ενδιάμεση συμβιβαστική λύση. Η 10η Ολομέλεια (Δεκέμβριος 1966 - Ιανουάριος 1967), έλαβε συμβιβαστικές και, όπως αποδείχθηκε, ατελέσφορες αποφάσεις, κυρίως τη μεταφορά του καθοδηγητικού κέντρου στην Ελλάδα, αλλά και την ανασύνταξη των οργανώσεων του ΚΚΕ. Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οι διενέξεις πέρασαν στο περιθώριο μόνο για λίγο: σύντομα άρχισε ένας μαραθώνιος αλληλοκατηγοριών και απόδοσης ευθυνών για την έλλειψη προετοιμασίας των οργανωμένων δυνάμεων της ελληνικής Αριστεράς εν όψει του κινδύνου συνταγματικής εκτροπής και του συνακόλουθου απόλυτου αιφνιδιασμού και των χιλιάδων συλλήψεων. Η ηγετική πτέρυγα επέρριπτε τις ευθύνες στα στελέχη του «κλιμακίου εσωτερικού» και στην ηγεσία της ΕΔΑ - ότι είχαν αναγάγει σε πανάκεια τη «νομιμότητα» και τον «κοινοβουλευτισμό». Η άλλη πλευρά αναζήτησε τις ευθύνες στην εκτός Ελλάδας ηγεσία - ότι ήταν αποσπασμένη από την ελληνική πραγματικότητα και δέσμια των γενικότερων επιλογών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Η «συναινετική», λόγω δικτατορίας, 11η Ολομέλεια, τον Ιούνιο του 1967, απλώς ανέβαλε την πλήρη ρήξη. Η οριστική σύγκρουση μπήκε στην τελική ευθεία τον Ιανουάριο του 1968, με την κατά πλειοψηφία (4-3) απόφαση του επταμελούς Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ να προχωρήσει στη σύγκληση της 12ης Ευρείας Ολομέλειας, από την οποία ήταν αποκλεισμένα, λόγω φυλάκισης, εκτόπισης ή παρανομίας, μέλη της Κ.Ε. ευρισκόμενα στην Ελλάδα. Καταγγέλθηκε τότε η κομματική ηγεσία ότι, με αυτή τη ρύθμιση, επεδίωκε να επιβάλει αθέμιτα τις απόψεις της. Παρ' όλα αυτά, οι διαφωνούντες συμμετείχαν στην ολομέλεια, αν και δηλώνοντας ότι αμφισβητούν την εγκυρότητα της. Η 12η Ολομέλεια συνήλθε στη Βουδαπέστη τον Φεβρουάριο του 1968, και έληξε με την επικράτηση της «ηγετικής» πτέρυγας υπό τον Κ. Κολιγιάννη και την καταδίκη και καθαίρεση της «αντιηγετικής» πτέρυγας Παρτσαλίδη-Δημητρίου-Ζωγράφου. Οι καθαιρεθέντες αντέδρασαν ανοιχτά, καταλαμβάνοντας τον κομματικό ραδιοσταθμό «Φωνή της Αλήθειας» στο Βουκουρέστι, στις 17 Φεβρουαρίου 1968, και εκπέμποντας μια εξαιρετικά βίαιη ανακοίνωση κατά της αντίπαλης πτέρυγας. Η πράξη εκείνη επισφράγισε τη διάσπαση του ΚΚΕ, η οποία αιφνιδίασε δυσάρεστα τα χιλιάδες μέλη και οπαδούς της εαμογενούς Αριστεράς, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που δεν είχαν υποπτευθεί ως τότε το βάθος του χάσματος. Κατά τους μήνες που ακολούθησαν, οι δύο πλευρές αποδύθηκαν σε αγώνα δρόμου για τον προσεταιρισμό των κομματικών οργανώσεων, τόσο στους χώρους των μεταναστών και των πολιτικών προσφύγων όσο και στους πολιτικούς κρατούμενους στην Ελλάδα. Η αμοιβαία πολεμική οξύνθηκε στο έπακρο τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, όταν η «αντιηγετική» ομάδα, που πολύ σύντομα θα συγκροτούσε το ΚΚΕ εσωτερικού, με πρόταγμα την «ανανέωση» και φιλελευθεροποίηση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, κατήγγειλε ανοιχτά τη σοβιετική στρατιωτική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία και την κατάπνιξη της «Άνοιξης της Πράγας», και ήλθε σε ευθεία αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ, εισπράττοντας κατηγορίες για «αντισοβιετισμό» και «αντικομμουνισμό». Μετά τη μεταπολίτευση του 1974, τα δυο κομμουνιστικά κόμματα εμφανίστηκαν -το καθένα από την πλευρά του- ως αποκλειστικοί φορείς της «κομματικής νομιμότητας» και αναζήτησαν την αποδοχή του κόσμου της Αριστεράς, το μεν ένα υπό τη σημαία της μαρξιστικής καθαρότητας (καταγγελλόμενο για «δογματισμό»), το δε άλλο υπό τη σημαία της κομμουνιστικής ανανέωσης (καταγγελλόμενο για «αναθεωρητισμό»). Πιο επιτυχημένη, από άποψη οργανωτικότητας και συσπείρωσης οπαδών, αποδείχτηκε η προσπάθεια του ΚΚΕ, ενώ, αντίθετα, το ΚΚΕ εσωτερικού εξασφάλισε σαφώς μικρότερη αποδοχή.

ΟΘΩΝΑΣ ΤΣΟΥΝΑΚΟΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1965-1970 ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 12 ΔΕΚ 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/2UgXCqM
via IFTTT
Από το Blogger.