Επιστολές Αντίδωρα, Επιστολές Παραμυθίας

του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη
ΣΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΚΘΕΣΗΣ ΣΤΟ ΒΑΦΟΠΟΥΛΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ.
«Εντελώς απροσδόκητα, σήμερα το πρωί, έλαβα ένα γράμμα του φίλου Ν.Κ. από την Ντονάλα του Καμερούν». Ετσι αρχίζει το ΚΑ’ κεφάλαιο του μυθιστορήματος «Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής», και το γράμμα αποτελεί το έναυσμα που επιτρέπει στον συγγραφέα να αναφερθεί στη μορφή του φίλου του Ν.Κ. (=Νίκος Καχτίτσης) και σε μια εμπειρία πον έζησε χάρις σ' εκείνον. Είναι μια από τις πολλές φορές που η αλληλογραφία του συγγραφέα συνυφαίνεται στενά με την πεζογραφία του άλλωστε, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι δεν είναι μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την αλληλογραφία από την ημερολογιακής μορφής εξομολόγηση που σνναντούμε στο πεντζικικό έργο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γιώργος Σεφέρης αποφάσισε να συμπεριλάβει στην αυτοτελή έκδοση της μελέτης του «Οι Ωρες της Κυρίας Ερσης», την επιστολή που του έστειλε ο Ν. Γ. Πεντζίκης όταν η μελέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος». Ως επιστολογράφος, ο Ν. Γ. Πεντζίκης υπήρξε πολυγραφότατος. Κατά τα εξήντα χρόνια τού δημιουργικού βίου του, ο συγγραφέας είχε αλληλογραφία με τον Στρατή Λούκα, τη Ζωή Καρέλλη, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Νίκο Καχτίτση, τον Κώστα Ταχτσή, τον Σπύρο Παπαλουκά, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Γιώργο Σεφέρη και με πολλούς άλλους μεταξύ των ομοτέχνων του. Σημαντική επίσης είναι η αλληλογραφία του με αγιορείτες πατέρες, με τον Λ.Γ. Κοντρουμπή και με τον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό. Οι επιστολές τον Ν.Γ. Πεντζίκη είναι πάντα χειρόγραφες. Πολλές είναι γραμμένες με μολύβι. «Παρακαλώ συγχωράτε με που χρησιμοποιώ μολύβι, αλλά αλλιώς μου ανακόπτεται μέγα μέρος της αυθορμήτου ροής κατά τη σύνταξη», γράφει σε μια επιστολή τον το Φεβρουάριο του 1967. Λίγο αργότερα, το μολύβι το αντικαθιστά ο ραπιντογράφος, πον αναδεικνύεται στο ποθούμενο κοινό εργαλείο της συγγραφικής και ζωγραφικής έκφρασης. Κατά κανόνα, ο Ν. Γ. Πεντζίκης δεν κρατάει αντίγραφα των επιστολών του. Στα κατάλοιπα του σώζονται πολύ λιγότερες ολοκληρωμένες επιστολές και πολύ περισσότερα σχεδιάσματα, προχειρόγραφα και πρωτόγραφα επιστολών, τα οποία τεκμηριώνουν επίπονη σνγγραφική δημιουργία. Σώζονται, π.χ., πέντε πρωτόγραφα, γραμμένα σε τέσσερις διαδοχικές μέρες, μιας επιστολής που έστειλε ο συγγραφέας στον Νίκο Καχτίτση τον Σεπτέμβριο του 1967. Ως πρωτόγραφο πρέπει να θεωρηθεί η επιστολή προς τον πρόωρα χαμένο ζωγράφο Γιάννη Κουράκη (1955-1993), της οποίας το χειρόγραφο φέρει εκτεταμένες διορθώσεις αλλά και την υπογραφή του συγγραφέα (όπως άλλωστε και οι άλλες τρεις). Το στρωτό χειρόγραφο της επιστολής προς τον στενό του φίλο Γιώργο Τσίλλη που απαντά αμέσως στο γράμμα με το οποίο ο Τσίλλης του ανακοινώνει ότι οι γιατροί του σανατορίου τού διέγνωσαν φυματίωση, μαρτυρεί ότι πρόκειται για αντίγραφο της ολοκληρωμένης επιστολής. Το αυτό ισχύει και για την επιστολή προς τον Οδυσσέα Ελύτη, που σώζεται καθαρογραμμένη στην πίσω όψη οκτώ προσκλήσεων για την έκθεση του 1958 τον Ν.Γ. Πεντζίκη στην γκαλερί «Ζυγός». Η επιστολή προς τον Τάκη Παπατζώνη σώζεται σε χειρόγραφο αντίγραφο γραμμένο καθ' υπαγόρευση από τη σύζυγο του συγγραφέα- σώζεται επίσης η απάντηση τον Τάκη Παπατζώνη στην επιστολή αυτή, σταλμένη από την Ουάσιγκτων τον Φεβρουάριο του 1964. Οι δύο αυτές επιστολές χαρακτηρίζονται αντίδωρα γιατί απαντούν στην αποστολή βιβλίων. Στο «Αξιον Εστί» και στις «Εξι και μία τύψεις για τον Ουρανό» και στην «Ασκηση στον Αθω». Τελειώνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι τα γράμματα που μου έγραφε ο πατέρας μου όταν σπούδαζα κι όταν αργότερα ζούσα στο εξωτερικό, απετέλεσαν στέρεο στήριγμα, εμπόδιο κι εφόδιο της εν γένει ρευστής προσωπικότητας του γιου του. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω ένα από αυτά:
«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ» (ΤΕΜΠΕΡΑ, 1958. ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ).
6/6/88
Αγαπητοί Γαβριήλ και Αργυρώ,
Η μαμά κα. Νίκη, κατά τη θαυμάσια χθεσινή μας εκδρομή, αποκλειστικά μόνοι οι δυο μας, από τον Φίλυρο στο Δερβένι, όπου ξεκινώντας στις 1 μ.μ. φτάσαμε και φάγαμε πλουσιοπάροχα, κέρδισε δύο καινούργια ονόματα: με το να δείχνει «εκεί», που κάτσαμε να ξεκουραστούμε και μου διάβασε στο μεταξύ ακούραστη, ευφυές άρθρο εφημερίδας, συνειρμικά λόγω των πολλών επαναλήψεων του «εκεί», «Κική»• και εν συνεχεία καθώς βαδίζαμε επί της ασφάλτου του Δερβενίου, προφυλάγοντας με από την πυκνή κίνηση των οχημάτων, κρατώντας με από το χέρι σα να ήμουν ο τυφλός Οιδίπους, το όνομα της ηρωίδας της τραγωδίας του Σοφοκλέους «Αντιγόνη». Σήκωνε μαζί με άλλα πολλά φορτωμένη και την θαυμάσια ανθοδέσμη των λουλουδιών στο μπουκάλι εμφιαλωμένου νερού, και τα ευλογημένα στολίδια της γης ανάσαναν και συνεχίζουν σήμερα να στολίζουν το σπίτι. Αυτά.
Με αγάπη κοινή στους δυο σας,
Νίκος

11/3/46
Αγαπητέ Γιώργο,
σου απαντώ μόλις έλαβα το γράμμα σου. Κάτι είχαμε ακούσει αλλά δεν θέλαμε να το παραδεχτούμε πως είσαι άρρωστος και δεχτήκαμε έτσι πιο πρόθυμα τη φήμη ότι παντρεύτηκες μια πλούσια χήρα και καλοπερνάς. Οσο κι αν αυτό θα ταίργιαζε λιγότερο στην έντονη σταδιοδρομία σου, στην υπερήφανη ατομικότητα σου, στη λεβεντιά σου και στην ομορφιά, σαν άνθρωποι το δεχόμασταν εύκολα δίχως να υποψιαζόμαστε πως ίσια - ίσια αυτό θάταν αρρώστεια, κίνδυνος και θάνατος για ό,τι αντιπροσωπεύεις. Οι άνθρωποι κλίνουμε προς τους συμβιβασμούς που επιτρέπουν κι εξασφαλίζουν την ταχτική μας και καθημερινή συντήρηση, δεν μπορούμε εύκολα νάχουμε το ανάστημα ν' ατενίσουμε τη μοίρα που ο Θεός δίνει στον καθένα επιτρέποντας του την ολοκλήρωση. Ετσι μαθαίνοντας τα νέα σου όλοι κατασυγκινήθηκαν και τι σύμπτωση νάρθει ακριβώς τώρα που η πρώην μνηστή σου προφυλακίστηκε σαν δωσίλογος. Συμφορές και στους δυό σας πούσασταν όμορφοι κι αγαπούσατε τη ζωή. Ομως εγώ ιδιαίτερα, δε θέλω να σου το κρύψω Γιώργο μου, κάποια στιγμή ξαναδιαβάζοντας το γράμμα σου ένιωσα μια βαθειά ανακούφιση, καταλαβαίνοντας το πολύτιμο που υπήρχε στο ηθικό σου, στο φρόνημα σου, στη ψυχική σου αλλαγή και ωρίμανση, μέσα στα βάσανα και τους πόνους, δίχως όμως διόλου να έχεις χάσει τις βασικές σου αρετές, το πασπάτεμα του συγκεκριμένου, την παρακολούθηση κάθε λεπτομέρειας ώστε να είσαι σε θέση ν' ανακαλύπτεις χαρές και ικανοποιήσεις κι εκεί που κάθε άλλος δε θ' άντεχε. Αυτή τη νίκη χάρηκα στο γράμμα σου, το απλά και ψυχρά αντικειμενικά συνταγμένο, και εύχουμαι να κατορθώσεις και την άλλη νίκη που υπαινίττεσαι, την αποκατάσταση της υγείας σου, κατά το δυνατόν, ώστε να μπορέσουμε να σε δούμε κι από κοντά όλοι όσοι σ' αγαπούμε και σε νιώθουμε δικό μας, όπως θέλουμε να μας νιώθεις και συ πάντα μ' αγάπη.
δικός σου
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
Ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΤΟ 1992 ΜΕ ΤΗ ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ, ΣΤΗ ΒΑΣ. ΟΛΓΑΣ 167. ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ (ΑΡΧΕΙΟ: Δ. ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΔΕΜΕΡΤΖΗ).
8/3/60
Αγαπητέ μου Ελύτη, Οδυσσέα κατ' αρχήν, σ' ευχαριστώ πολύ που με θυμήθηκες με τα δύο πολύτιμα και ωραία βιβλία σου. Χάρηκα το παρουσίασμά τους και το γλέντησαν η αφή και η όραση μου. Πες τα δέοντα συγχαρητήρια στον φίλο Μόραλη. Ο Τάκης ο Ιατρού ο ζωγράφος που πιθανόν να θυμάσαι από τον «Κοχλία», δίκαια το Σάββατο το βράδυ που τον αντάμωσα σε μια θεατρική παράσταση μου ανάφερε ότι στο γραφείο είχεν έρθει η αποστολή σου και ότι φαινόταν πολύ ενδιαφέρουσα. Τα παρέλαβα χθες Δευτέρα και τα πήρα μαζί μου σπίτι. Διαισθανόμουν ότι θα μούδιναν μια μεγάλη χαρά. Είπα της γυναίκας μου ότι θα τα διαβάζαμε το βράδυ μαζύ. Το απόγευμα έμεινα γράφοντας κάτι δικό μου πεζό επί τη βάσει αναμνηστικών ως συνήθως. Τελειώνοντας τηλεφώνησα κι ήρθε ο Πετρόπουλος (αυτός που γράφει κριτικές ζωγραφικής και πολλά καταλαβαίνει) μαζύ με τη γυναίκα του. Τους διάβασα για δεύτερη φορά την απαρχή ενός θεατρικού έργου και την καινούργια δουλειά πούχα βγάλει. Επειτα πήρα το «Αξιον εστί» κι άρχισα να τους διαβάζω από την αρχή. Εγώ σάμπως να απογοητεύτηκα και να τόβρισκα άλλο απ' ό,τι το περίμενα. Η γυναίκα μου με σταμάτησε γιατί έβρισκε πως δεν ήταν καλός ο τρόπος του διαβάσματος μου, θανατηφόρος. Εμεινα παρακαλώντας μέσα μου να μην έχω δίκαιο για την απογοήτευση μου και να βρω στα ποιήματα σου το κομμάτι φωτεινό ουρανό, την προσφιλή ελληνική φύση -πατρίδα που διαισθάνθηκα απ' ό,τι σε ξέρω και σε θυμάμαι ότι θάβρισκα. Σήμερα, επιστρέφοντας το μεσημέρι από τη δουλειά δεν ήξερα τι να κάνω. Ανέβαλα να πάω να βρω κάτι φίλους για το βράδυ. Βαριόμουν να καθίσω να συνεχίσω το γράψιμο μου. Ο γιος μου ήθελε να παίξουμε μαζί πόλεμο κτίζοντας πολιτείες και κάστρα. Πήγα και ξάπλωσα παίρνοντας τις δύο ποιητικές συλλογές σου. Αγαπητέ μου δεν ξέρεις πόσο μου είναι δυσάρεστο όταν δεν μου κάνει όρεξη να διαβάσω κάτι. Τόσο που με πιάνει φόβος όταν παίρνω ένα βιβλίο μήπως βαρεθώ και τ' αφήκω στη μέση και νιώσω πάλι το απροσάρμοστο μου. Αφοσιώθηκα λοιπόν στο κόψιμο των φύλλων προσεκτικά σα νάθελα να τα χαϊδέψω τα βιβλία, να τα ημερώσω και να τα προσοικειωθώ για να μην φύγουν, αλλά να μείνουν μέσα μου. Κι έγινε όπως επιθυμούσα. Οταν ξαναδιάβασα το πρώτο σου ποίημα κι έπειτα τ' άλλο και τ' άλλο κατάλαβα ότι θα είχα ό,τι πάντα διακαώς επιθυμώ παίρνοντας ανά χείρας ένα κείμενο, την επικοινωνία μ' έναν άνθρωπο, το φούντωμα μέσα μου αισθημάτων αγάπης προς αυτόν μέχρι το σημείο που να ξεχνιέμαι κάπως. Ακριβώς όμως την ώρα που άρχισε να σχηματίζεται αυτή η εντύπωση μέσα μου, νάσου ο Γαβριήλ ο γιος μου, με ζήτησε ξανά για παιχνίδι. Η γυναίκα μου είχε πάει να δει την «Αννα Καρένινα» στο σινεμά. Τούκαμα το χατήρι και σηκώθηκα αμέσως, ενώ από μέσα μου έλεγα «δεν πειράζει που διακόπτω την ανάγνωση των κειμένων, είμαι βέβαιος τώρα ότι δεν θα μου φύγει η απόλαυση που υπόσχεται ο φίλος και καλύτερα αυτή η διακοπή σαν δοκιμαστικός έλεγχος». Ο Γραβριήλ τα ήθελε όλα δικά του για να χτίσει την πολιτεία του. Δεν μου άφηκε παρά κάτι ελάχιστους στρατιώτες. Σκέφτηκα τότε εγώ και κατέβασα από τη βιβλιοθήκη μας όλους τους δεμένους τόμους κι είχε τόση επιτυχία το κάστρο πούφκιασα ώστε θέλησε ο μπίσμπιρας να με μιμηθεί. Εκεί απάνω έρχονται δυο φίλοι του τού σχολείου κι εγώ απελευθερούμαι και επανέρχουμαι στα κείμενα σου. Διέκοπτα πια και σηκωνόμουν να δω τα παιδιά και να βάλω κάτι από τα ανατρεπόμενα σε τάξη, μόνο όταν ένιωθα πολύ γεμάτος από τις εντυπώσεις που μου χάριζες, σαν ο ψαροτουφεκάς που βγαίνει από το νερό ν' αναπνεύσει μεθυσμένος από τα οράματα του ενάλιου κόσμου. Επανερχόμουν έπειτα στο κείμενο παρακολουθώντας την αδιάπτωτη κουβέντα που είχα μαζύ σου ταυτόχρονα με την ανάγνωση. «Α!» έλεγα, «αυτό το πήγε πολύ γρήγορα, σα να μην το κατάλαβα εντελώς, χρειάζεται περισσότερη επιμονή το πράγμα και πρέπει εν καιρώ να επανέλθω, δεν είμαι ίσως κι απολύτως προετοιμασμένος για την πλήρη αποδοχή• τι ντροπή, κι εγώ που φανταζόμουν ότι ήξερα καλύτερα απ' όλους τη βοτανική του τόπου μας, δυο ή τρία λουλούδια που αναφέρνει δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι, θα πρέπει να μελετήσω βοτανική ξανά• τάχα εφέτος αυτό θα είναι η αφορμή για ν' ασχοληθώ όπως κάθε άνοιξη με τη μελέτη των αγριολούλουδων; θα πρέπει να πλουτίσω το λεξιλόγιο μου, δες τι ωραία που αναφέρνει αυτές τις λέξεις-τόσον καιρό που δεν δημοσίευσε ο κερατάς διάβασε και μελέτησε ένα σωρό πράγματα, ενώ εγώ ο οκνός δε κάνω τίποτα• μελέτησε την παράδοση μας στην πρόζα και την ποίηση, λαϊκή, σολωμική, υμνογραφική βυζαντινή, και από τα αρχαία τι ωραία κομμάτια σαν όστρακα ανασκαφής συνυφαίνει, και φιλοσοφία και Πλωτίνο και προσωκρατικούς, και πόση γνώση της καλύτερης σύγχρονης γαλλικής σχολής ξεκινώντας από τον Ρεμπώ». Για όλ' αυτά θάνοιωθα μέσα μου να κυριαρχεί ο φθόνος αν η ομορφιά των εικόνων που όσο προχωρούσα έρχονταν και περισσότερο επάλληλες δε με γοήτευε ώστε να νοιώθω μέσα μου τόση ταπείνωση απέναντι σου που να θέλω να τριφτώ σα γάτα στα γόνατα σου και να σου πω χάιδεψε με. «Μας χαρίζει ο Ελύτης», σκεφτόμουν, «το πολύτιμο των αισθήσεων». Αυτή τη φράση την έφερνα και την ξανάφερνα στο στόμα μου σαν καραμέλλα. «Το πολύτιμο των αισθήσεων» επαναλάμβανα. «Αν ήμουν στην υπηρεσία του τουρισμού, θα μπορούσα σαν με λαμπάκια, να διακοσμήσω όλη την Ελλάδα με στίχους του. Και το πνεύμα;» σκεφτόμουν, προσπαθώντας να γράψω ένα κλάσμα με αριθμητή την παραπάνω φράση και παρονομαστή το πνεύμα. «Ορισμένα του ποιήματα... να αυτό και αυτό και το άλλο θα μπορούσαν να σταθούν υποδειγματικά στην εκπαίδευση. Πόσες αφορμές για μελέτη και έρευνα• ομιλεί ειλικρινά και το πνεύμα της όλης συνθέσεως του ενέχει στοιχεία πολλά εξομολογήσεως, αλλά αυτού το πνεύμα; σωστά, ρηχαίνει; αλληγορία; δεν φτάνουν όλα στο σύμβολο ή συμβολίζουν αυτόν (την ψυχή του) και όχι κάτι άλλο που να μην είναι αυτός, αυτό προς το οποίο με τόση αγάπη κινείται επιτέλους ο ανδρικός έρως, είναι τόπος, χώρος, αμεσότητα ή πνεύμα... πνεύμα, οι αμαρτίες πιο αρτιωμένες; αλλά τι πλούτος το "Αξιον εστί" η πνευματική του περιπέτεια, περιπέτεια δική μας όλων σήμερα, πείθει». Οταν σηκώθηκα τελειώνοντας, διάβασα κομμάτια ολόκληρα στη γυναίκα μου και πρώτο πρώτο εκείνο όπου καταξιούται το θεωρούμενο άσκημο:

«Αξιον εστί το κάμα που κλωσάει
στο γιοφύρι αποκάτω τα ωραία κοτρόνια
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα
ένα πέλαγος βράζοντας και δίχως τέλος…»

πρωτοτυπία και ακριβολογία κλασική του επιθέτου, αυτού νομίζω πρέπει να αναζητήσουμε το πνεύμα σου και όχι στη γενικότητα του όλου σχήματος και το κήρυγμα, που φαίνεται κάποτε ότι θέλεις να παρασυρθείς και να κάμεις. Στοχάζομαι μ' ευχαρίστηση ότι θα τα δώκω να τα διαβάσει η κόρη ενός φίλου μου που μόλις τέλειωσε το σχολείο και ανοίγεται συναισθηματικά προς το ωραίο. Αύριο βράδυ που θα πάω στο σπίτι ενός υφηγητού της ιατρικής που γιορτάζει θάχω την κουβέντα σου. Η γυναίκα μου με παρότρυνε να καθήσω να σου γράψω τις φλυαρίες μου. Σ' ευχαριστώ πολύ για την ομορφιά (τη στοχαστική πια ομορφιά) που μου χάρισε η ποίηση σου και σου αφιερώνω το σημερινό βράδυ μου.
Με αγάπη
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
ΙΟΥΝΙΟΣ 1964: ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ. ΣΤΗΝ ΠΙΣΩ ΟΨΗ, Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΣΗΜΕΙΩΝΕΙ: «ΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟ ΣΚΟΥΦΙ ΚΙ ΕΓΙΝΕ ΧΙΟΝΙ». ΤΟ ΣΚΟΥΦΙ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ Γ. Π. ΣΑΒΒΙΔΗ ΠΟΥ ΕΒΓΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.
26/1/64
Αγαπητέ φίλε κ. Τάκη Παπατζώνη,
Από τις αρχές Αυγούστου είναι που θέλω να σας γράψω. Πηγαίνοντας το Σαββατοκύριακο τότε στην Τορώνη της Συκιάς της Σιθωνίας της Χαλκιδικής, όπου ήταν η γυναίκα μου και το παιδί και παραθέριζαν, είχα συναποκομίσει το βιβλίο σας για το Αγιον Ορος που 'χατε την ευγένεια και καλωσύνη να μου στείλετε. Η γυναίκα μου που θέλει να τάχω καλά με όσο γίνεται περισσότερο κόσμο, ώστε να βοηθιέμαι και να βοηθηθώ κοινωνικά, ήταν θυμάμαι γεμάτη χαρά με όσα καλά άκουγε να της λέω αναφορικά με το βιβλίο σας, που διάβαζα, για τον αισθηματικό και γνωστικό του πλούτο. Χαιρόμουν και εγώ καθώς ένα σωρό πρόσωπα και πράγματα του Αθω, που είχα γνωρίσει και παρατηρήσει ο ίδιος, ξαναβρίσκοντας τα εκεί έβλεπα να μας συνδέουν. Αλλά η συνέχεια του ίδιου αυτού κειμένου σας παρά τις σύγχρονες μας προσπάθειες περί ενώσεως των εκκλησιών, μ' έκαμε ως ορθόδοξο (που μάλιστα τώρα πρόσφατα κατάφερα ξεκάθαρα να το πω ότι είμαι και πιστεύω) να απομακρυνθώ από κοντά σας. Δεν σας έγραψα λοιπόν. Αισθάνθηκα γι' αυτό μεγάλη ντροπή και σάμπως μια ήττα. Αλλά καθώς δεν είναι και η μόνη στη ζωή μου, τη συνήθισα και ίσως μάλιστα την χαιρόμουν. Και ήρθε επιτέλους ο καιρός που κυκλοφόρησε το βιβλίο μου. Μιας εξαρχής σκεφτόμουν ότι θα πρέπει να σας στείλω οπωσδήποτε. Αλλά δεν είχα παρά 20 αντίτυπα στη διάθεση μου. Κράτησα ένα για το αρχείο μου και τα 19 δεν κατάλαβα καλά πώς και πού τα διέθεσα. Θάπρεπε λοιπόν ν' αγοράσω έναντι 45 δρχ. άλλο ένα και να σας το στείλω. Λογικά έτσι το είχα αποφασίσει, και το σκεφτόμουν μέχρι την περασμένη Δευτέρα. Τέλος πάντων δεν είμαι και τόσο πτωχός και ταλαίπωρος, θα μπορούσα εύκολα να το κάμω. Μ' όλα ταύτα συλλογιόμουν τις 45 δρχ., μαζί με το τι θα σας έγραφα για αφιέρωση ξεϋποχρεωνόμενος στη δική σας αυθόρμητη προσφορά. Το ντρεπόμουν όμως κιόλας. Ξεϋποχρεώνετε κανείς ύστερα από τόσους μήνες σιωπής στέλνοντας ένα δικό του βιβλίο, για ένα που έλαβε πλούσιο, σπουδαίο και καλό; Επειτα ξαφνικά την Πέμπτη το πήρα απόφαση. Δεν θα σας έστελνα βιβλίο αλλά θα συνέτασσα την παρούσα μου προς εσάς δίδοντας σας ως πράγμα και αντιστάθμισμα την αναγνώριση του εξευτελισμού και της γαϊδουριάς μου. Με άρεσε τούτο όχι μόνο για την οικονομία των 45 δρχ. αλλά και γιατί το θεώρησα πολύ μέσα στο πλαίσιο της ορθοδόξου χριστιανικής αντιλήψεως. Μόνο δι' αυτού του τρόπου κατάλαβα ότι δύναται ακροβατικά να ισορροπήσει εις το κενόν η υπερηφάνεια μου, η γνώμη ότι είμαι τάχα ποιητής. Τον μορφωτικό και αισθηματικό σας πλούτο, που μου δόθηκε η ευκαιρία να εκτιμήσω κοκκινίζοντας μπροστά σε φίλους, από την εποχή ακόμη του 3ου Ματιού, κατάλαβα ότι δεν μπορώ αλλοιώς να πληρώσω παρά εξευτελιζόμενος. Συμφωνείτε;
Αγαπώντας σας πάντα, σας χαιρετώ.
Ν. Γ. Πεντζίκης

25/2/83
Παράτησα την εφημερίδα που διάβαζα μέχρι προ ολίγου για να κάτσω να σου γράψω δυο συλλυπητήρια λόγια αγαπητέ κύριε Γιάννη Κουράκη. Φορτωμένος ο νους μου από ψες βράδυ που μου ανάγγειλε ο Γαβριήλ από τηλεφώνου το θάνατο του πατέρα σου. Η φόρτιση του νου μνήμες εντελώς συγκεκριμένες, βαριές σαν πέτρες εικόνες. Σηκώθηκα και πήρα στα χέρια τον τόμο του κ. Κ.Ε. Λασσιθιωτάκη, «Εκκλησίες της Δυτικής Κρήτης» προκειμένου να επιτύχω κάποια διοχέτευση εκφραστική ξαλαφρώνοντας το βάρος των συμπαγών λιθών της μνήμης κι αλλάζοντας την έννοια της συμμετοχής στο πένθος, σε φωτεινή αισιοδοξίας πνοή. Δεν τα κατάφερα και παραμένω από το πρωί άνιφτος, δίπλα στην αναμμένη θερμάστρα. Πότε ζεσταίνεται ευχάριστα ο άνθρωπος και πότε τον κυριαρχεί το ψύχος. Εργάζομαι με το νου μου. Αναπολώ την ημέρα που πληροφορήθηκα το θάνατο του δικού μου πατέρα, όταν είχα απάνω κάτω τη δική σου ηλικία. Τη μοναξιά όταν μετά επέστρεψα για τις σπουδές μου στο εξωτερικό. Ο νους μου πάσκιζε με κάθε τρόπο να μου τον ζωντανέψει. Μηδέν το αποτέλεσμα των προσπαθειών μου. Πέρασαν από τότε μέχρι την μεθαύριο Κυριακή 27 Φεβρουαρίου, πενήντα και εξ χρόνια. Προχτές Τετάρτη πήγα στον οικογενειακό μας τάφο στο Νεκροταφείο της Βαγγελίστρας. Κανένα παράπονο και προσωπικός καημός ή θλίψη. Σιωπηλά άναψα τα κεριά, παρακολουθώντας την ωραία απαγγελία της τρισάγιας ευχής από τον νουνεχή παπαΔημήτρη, τον Σερραίο. Σα να μην είχα νου και αντίληψη δεν ένιωθα. Παρομοίαζα εντελώς με το διαλυμένο σώμα και τα φυλαγμένα σε κάσα στο εσωτερικό τού τάφου οστά του πατέρα. Ορθιος έξω από τον τάφο, απλά ταυτιζόμουνα με εκείνον. 0 ζωντανός μ' εκείνον που έζησε, δίχως να μπορώ να κρίνω ποιος ήταν ο ένας και ποιος ο άλλος. Απλά καταλάβαινα και παραδεχόμουνα την κατ' αρχήν ακατανόητη κοινή φράση της Εκκλησίας ότι οι πάντες επί γης και υπό τη γη εν σώμα εσμέν. Ετσι μόνο μου είναι δυνατό να εξηγήσω τώρα τα δάκρυα που πλημμυράν τα μάτια μου, καθώς αναλογίζομαι την τωρινή δική σου απώλεια και στέρηση, πα-ρέτοιμος να σου ειπώ ότι αποτελεί προσωπικό δικό σου θησαύρισμα γνώσης αληθινής, υπομονής τουτέστιν αντίκρυ στα θλιβερά.
από βάθους καρδίας,
Ν. Γ. Πεντζίκης


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΤΖΙΚΗΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997




from ανεμουριον https://ift.tt/3aSHFOg
via IFTTT
Από το Blogger.