Ένας έμπιστος της ποίησης- Ένας άπιστος

του Παντελή Μπουκάλα
«Ώρα πια ν’ ακονίσεις τις σιωπηλότερες λέξεις...» Γιάννης Ρίτσος
Έχουμε πάντοτε κέρδος, αναγνωστικό κέρδος, όταν προσπαθούμε ν’ ακούσουμε και τις πιο αδύναμες, τις φαινομενικά υποδεέστερες φωνές από όσες επινοεί ή δανείζεται ένας ποιητής για να συντάξει και να κυρώσει τα ρήματά του- έχουμε πάντοτε κέρδος όταν παίρνουμε τις αποστάσεις μας από τον τόνο που επικρατεί στο έργο του (ή φαίνεται ότι επικρατεί), από τον τόνο με τον οποίο το έχει περιοριστικά εξισώσει η φιλολογία ή η μαζική ακρόαση, ώστε να ακούσουμε ευκρινέστερα αυτές τις δεύτερες και τρίτες φωνές, ν’ ακούσουμε και τη σιωπή ακόμη. Και βεβαίως, έχουμε κέρδος, αναγνωστικό και πνευματικό, όταν αναζητώντας το πρόσωπο πίσω από το είδωλο και τη ραγισματιά πίσω από τη στίλβη, εγκύπτουμε στον εσωτερικό διάλογο που αναπτύσσει ο ποιητής με τον εαυτό του και τα κείμενά του, ενίοτε και με ομότεχνους του, καθώς και όταν επισημαίνουμε και αξιοποιούμε την ίδια την κριτική που αρκετές φορές ασκεί ο τεχνίτης στο έργο του, στους όρους με τους οποίους έθεσε το στοίχημά του και το έπαιξε.
Η μαζική ακρόαση (που μάλλον δεν ταυτίζεται με την ανάγνωση) της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου (ενός τμήματός της καλύτερα, του πλέον προβεβλημένου), καθώς και η ιδεολογική ή και κομματικά προσανατολισμένη φιλολογική ανάγνωση ή παρανάγνωσή του τον ταύτισαν (ας ελπίσουμε όχι οριστικά) με τον υψηλότατο τόνο, τον δοξαστικό ή εξεγερτικό. Η φωνή του εκτίθεται και υποδεικνύεται σαν οικεία μόνο στην επική της εκδοχή (που πλέον μοιάζει απομονωμένη σε ένα ύψος «πολιορκημένο απ’ τη σιωπή», για να θυμηθούμε ένα στίχο από τα «ΥΠΟΚΩΦΑ», 1982), γεγονός στο οποίο συνέβαλε και η τεράστια έκταση της ποίησής του, η οποία υπαγόρευσε σαν σχεδόν νόμιμη την ταύτισή της με τις θεωρούμενες κορυφές της, εννοείται της πολιτικής σκόπευσης, εμβατηριακής υφής ή συναισθηματικής έξαρσης κορυφές της.

Ο μεγάλος αντίπαλος της ποίησης του Ρίτσου είναι πράγματι το ίδιο της το συστατικό γνώρισμα, δηλαδή η έκτασή της, η ευχέρεια και η εύροιά της, ένας λογοτεχνικός μηδισμός που αναλαμβάνει να τρέψει σε στίχους σχεδόν τα πάντα, τα σπουδαία και τα αφανή, προπαντός τα αφανή, καθοδηγημένος θαρρείς από τους στίχους «τούτο τον πλούτο - λέει- / διαρκώς τον μοιράζεις / διαρκώς πληθαίνει» («ΡΟΠΤΡΟ», 1978). Και ο καλύτερος θεράπων της δεν είναι, νομίζω, η δημοφιλής υψηγορία του, αλλά οι οξυδερκώς ανθρωπογνωστικοί και αμερόληπτα ευαίσθητοι χαμηλότονοι στίχοι του, ανεπτυγμένοι ωστόσο και αυτοί σε πάρα πολλά βιβλία, εκεί όπου ο ποιητής «δαγκώνει τις λέξεις, / φτύνει τις λέξεις, τις μαζεύει από κάτω μαζί με το χώμα, / τις βάζει στην παλάμη του, / τις ψάχνει με το δάχτυλό του» και πλάθει κόσμο.[1]
Γλωσσικός τόπος
Ο ποιητής προσδιορίζει με σαφήνεια τη γεωγραφία του λεκτικού του στο «ΤΕΡΑΤΩΔΕΣ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ» (1978), αυτά τα «απομνημονεύματα ενός ήσυχου ανθρώπου που δεν ήξερε τίποτε», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το ποίημά του, «μια όψιμη ποιητική “διαθήκη”», μια «λυρική εσωτερική αυτοβιογραφία» κατά τον Γιώργο Βελουδή[2]. Η θυμωμένη ειρωνεία του ποιήματος στρέφεται εναντίον των «στέρφων», των «φθονερών» και των «ανίδεων», που «μ’ ακοντίζανε οι νωθροί τις κατηγόριες του κομπογιαννίτη και του πολυγράφου», η δε αυτοαναγνωριστική του ειλικρίνεια προσφέρει αρκετές ψη-φίδες σε όποιον δοκιμάσει να απαρτίσει μια προσωπογραφία, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει πάντοτε κατά νουν ότι η ενδοποιητική ειλικρίνεια δεν είναι ποτέ ατεχνούργητη, ποτέ ευθεία και επιπόλαιη, και ακριβώς η εσκεμμένη πλα-στότητά της συνιστά τη δεύτερη, την ουσιώδη αλήθεια της, όπως υπονοεί και ο Ρίτσος, στο πεζογράφημά του «ΑΡΙΟΣΤΟΣ Ο ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΟΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΤΟΥ» (1982) :
«ΔΑΓΚΩΝΕΙ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, / ΦΤΥΝΕΙ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, / ΤΙΣ ΜΑΖΕΥΕΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ, / ΤΙΣ ΒΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΤΟΝ, / ΤΙΣ ΨΑΧΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΤΟΥ». Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ [ΦΩΤ.: Κ. ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΥ].
«Ωστόσο για να μοιάσω, έστω εκ των υστέρων, με την ειλικρίνειά μου, κάνω μιαν επιδέξια στροφή και παίρνω τη στάση του γλύπτη που πελεκάει ένα άγαλμα πάνου στο χαμένο του σχέδιο, ακριβώς μέσα στη στενόχωρη κατάσταση του χαμού του σχεδίου, πασκίζο-ντας να κάνει το χαμένο σχέδιο να συμφωνήσει με το έργο του. Αυτή η πονηριά είναι που δίνει αργότερα έναν τόνο ειλικρίνειας σ’ όλο το ψεύτικο έργο».
Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΗ. ΟΠΩΣ ΤΟ «ΑΝΤΙΟ» ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ, ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ.
Ιδού λοιπόν η τοπογραφία του λεξιλογίου του Ρίτσου, ενός ποιητή που αγάπησε τις ταπεινότερες των λέξεων, τις πιο τριμμένες, και πάντως γνώριζε καλά ότι «η ποίηση αρχίζει πάντοτε πριν απ’ τις λέξεις ή μετά τις λέξεις»[3]:
κι είδα και φωτογράφισα και μίλησα και μίλησα
μέθυσα με τις λέξεις σπάω τα ποτήρια τραγουδάω μ' ένα
τριαντάφυλλο στο στόμα
άλλοτε κάθομαι ώρα κι ώρα αντίκρυ σε μια λέξη κι ονειρεύομαι Ολυμπιακούς Αγώνες
άλλοτε τις φιλώ πάνω στα χείλη του λαού και κλείνω τα μάτια
άλλοτε τις τραβώ με τσιμπιδάκι απ' την απέραντη αμμουδιά της ιστορίας
άλλοτε τις μπασταρδεμένες τις κοιτάζω κατάματα στην Αγορά τις ξεμπροστιάζω στο Δήμο τις ξαναγυρνάω στη γλώσσα
άλλοτε τις μαζεύω μία μία από τη λάσπη σα ριζόκουκκα χαμένα
τις πλένω με σαπούνι τις στεγνώνω στον ήλιο πάνω σ’ ένα
κατάλευκο φαντό απ' τον αργαλειό της κυρα-Κωνσταντίνας
άλλοτε τις τυλίγω σ' ένα τσιγαρόχαρτο χαρτί και τις καπνίζω (...)
Εν πάση περιπτώσει, έχω την αίσθηση ότι ο ίδιος ο Ρίτσος, σαν εσωτερικός κριτής της ποιητικής παραγωγής του, σχεδόν υποδεικνύει ότι ο σκληρός πυρήνας του έργου του, ο οποίος και θα αντιπαλέψει με το χρόνο, δεν περιλαμβάνει τις περιοχές όπου επικρατεί, ίσως και κάπως ναρκισσευόμενο (ή έστω προοικονομημένο έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στην προσδοκία του κοινού και να την ικανοποιεί), το ύφος της κραυγής, του πανηγυρικού, του γόου, των εγκωμίων ή της προκήρυξης, αλλά τα ποιήματα όπου το αίσθημα υποτάσσεται και δεν φιλολογείται, η ρητορεία λογοκρίνεται και οι λέξεις δεν υπακούουν σε πολιτικής ή και προπαγανδιστικής τάξεως προσχεδίασμά, προς τα εκεί, πιστεύω, μας προσανατολίζει και η δημοσιευμένη επιστολογραφική ομολογία του ποιητή: «Πού τελειώνει το χρέος και πού αρχίζει η ποίηση; (...) Η μεγάλη ιδέα που μπορεί να σχηματίσει ο ποιητής για τον εαυτό του από την αγάπη και το θαυμασμό του πλήθους, καθώς και η διάθεσή του να διατηρήσει και να επαυξήσει αυτό το θαυμασμό, μπορεί να τον κάνει κάποτε να “φουσκώσει” ως τη γελοιότητα, να στρεβλώσει το χαρακτήρα του, να πιστέψει πως είναι ο “εκπρόσωπος του λαού ή της χώρας του ή του κόσμου”. (...) Μα τώρα έχω φτάσει να πιστεύω πως η αληθινή ποίηση αποκλείει τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα».
Για να το πω σχηματικά, ο Ρίτσος που είναι ολόκληρος μέσα στην ποίηση και μας καλεί στη σαγήνη της δεν είναι ο Ρίτσος που θυμάται ή θυμίζει τον Μαγιακόφσκι ή τον Νερούντα (ή, από ένα σημείο και πέρα, θυμάται και θυμίζει απλώς τον εαυτό του), αλλά ο Ρίτσος που αφενός γράφει σαν «ελάσσων» και αφετέρου ξανασυμφιλιώνεται εντέλει με τον Καρυωτάκη και τον καρυωτακισμό ώστε να τον μετατοπίσει, να τον ξανατονίσει, να τον συναιρέσει με τον επίσης διαπιστωμένο καβαφισμό του, να τον κατανοήσει στην κοινωνική και πολιτική του διάσταση και ενδεχομένου να τον υπερκεράσει, αλλά πλέον αναγνωρίζοντάς τον και όχι απωθώντας τον. Αλλωστε «η σχέση του με τον Καρυωτάκη είναι πολύ βαθύτερη απ’ όσο μοιάζει (γι’ αυτό και του είναι κάποτε “ενοχλητική”)», όπως σημειώνει η Χρύσα Προκοπάκη[4], και τεκμήριο εναργές αυτής της αμφιθυμικής σχέσης συνιστά το προγραμματικό ποίημά του «ΠΟΙΗΤΕΣ» της πρώτης του συλλογής («ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ» το χαρακτηρίζει ο Γ. Π. Σαββίδης[5], αφιερωμένο ακριβώς στον «αντίδικο» Κώστα Καρυωτάκη:
Ω, δε χωρεί καμιά αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ' εμείς με κυματίζουσα την κόμη (...)
Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ' εμείς,
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, έναν τοίχο.
Μ' έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ' έναν -με δίχως χασμωδίες-μουσικό στίχο.
Διαρκής «ενόχληση»
Για τον δημόσιο, τον πολιτικό Ρίτσο, για την αποφασισμένη ιδεολογική/δεοντολογική αισιοδοξία του, ο στίχος του στο «ΤΕΡΑΤΩΔΕΣ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ»: «ο Καρυωτάκης δεν είχε πάει ακόμη στην Πρέβεζα» (δεν είχε πορευτεί δηλαδή ώς τον αυτόχειρα θάνατο, άρα ώς την προσωπική και κοινωνική παραίτηση) έπρεπε να παραμείνει ισχυρός μέχρι τέλους, αναστέλλοντας το μοιραίο ταξίδι* άρα η «ενόχληση» που του προκαλεί η σχέση του με τον τρόπο του Καρυωτάκη (ενόχληση που οπωσδήποτε την ερέθιζαν και τη διόγκωναν οι εξ αριστερών επικρίσεις κατά του Καρυωτάκη και των καρυωτακιστών) μπορεί να πύκνωσε σε ενοχή, σε μία από τις εκδοχές της ενοχής που παρακολουθούσε τον Ρίτσο στη λογοτεχνική και πολιτική του πορεία, αρχής γενομένης με την τεχνοτροπική και θεματολογική στροφή της ποίησής του.
Τον ελάσσονα πάντως εαυτό του (από τον οποίο είναι πιθανόν να κριθεί η συμπερίληψή του στους μείζονες) ο Ρίτσος τον έχει αναπαραστήσει επί το έργον πάλι και πάλι, σε στίχους που επισημαίνουν την ποιητική του. Αντιγράφω το ποίημά του «ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ» της συλλογής «ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ» (ενότητα «ΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ») που εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατό του:
Επίμονος άνθρωπος. Στο πείσμα του χρόνου ισχυρίζεται:
«έρωτας, ποίηση, φως». Σ' ένα σπιρτόξυλο χτίζει
μια πολιτεία με σπίτια, δέντρα, αγάλματα, πλατείες,
με ωραίες βιτρίνες, με μπαλκόνια, καρέκλες, κιθάρες,
με αληθινούς κατοίκους κι ευγενικούς τροχονόμους.
Τα τρένα φτάνουν κανονικά στην ώρα τους.
Το τελευταίο ξεφορτώνει μικρά τραπεζάκια μαρμάρινα
παραθαλάσσιου κέντρου
όπου ιδρωμένοι κωπηλάτες με όμορφα κορίτσια
πίνουνε παγωμένες λεμονάδες κοιτώντας τα πλοία.
Αυτό μονάχα θέλησα να πω κι ας μη με πιστέψουν.
Αυτό μονάχα... Τα ψίχουλα της ιστορίας, όχι τις εξάρσεις της- και με μια γλώσσα επίσης δίχως εξάρσεις, αφού αυτή η τρόπον τινά πεζογραφία (ατέλειωτες σελίδες με «χειρονομίες» και «χάρτινα» και «χειροποίητα» και «μαρτυρίες») έλκει τη σχεδόν στεγνή κι όχι απλώς λιτή έκφραση, την κατά το δυνατόν αρητόρευτη, που αθροίζει στιγμιότυπα σε μιαν ατελεύτητη παράταξη, αφού τα πάντα, ιδίως τα «μη ποιητικά», έχουν το λόγο και το μερτικό τους, όπως αποσαφηνίζεται στο ποίημα «ΔΕΙΛΙΝΟΙ ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ» της συλλογής «ΙΤΑΛΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ» του 1982 (ενότητα «ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ»):
Βαθιά, επερχόμενη σιωπή.
Τα πάντα
ήσυχα, κι επιβλητικά ταυτόχρονα, σου ζητάνε μια θέση
σε κάποια γωνιά του ποιήματος. Ενα σπασμένο τζάμι,
πεταμένο στην άκρη του δρόμου, αντανακλά το βυσσινί απ' το λιόγερμα. Αργότερα
κάποια γυναίκα πέταξε απ' το δυτικό παράθυρο μια μαραμένη ανθοδέσμη.
Δυο στάλες νερό μου κολλήσαν στο μάγουλο -

Ω, πραϋντική δροσιά, γενναιόδωρη θλίψη. Συνεχίζω.
Σε κάποιο π ά ν τ α ή σ' ένα κ ά π ο υ το 99ο/ο είναι ποίηση.
Πόση πίστη;
Στίχοι όπως αυτοί βεβαιώνουν πως ο Ρίτσος εμπιστεύεται την ποίηση και τη μεταμορφωτική της δύναμη, επειδή, πιθανόν, εμπιστεύεται τον άνθρωπο και τη δημιουργική του πνοή· άλλωστε τα δύο μεγέθη εμφανίζονται ταυτισμένα στην ίδια συλλογή (στην ενότητα «ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ») με το στίχο: «Ο άνθρωπος η ποίηση - είπε». Κι αξίζει να προσέξουμε αυτό το συχνότατα εμφανιζόμενο στο έργο του «- είπε -» (ορισμένες φορές γίνεται «- λέει -» ή «- έλεγε -»), με το οποίο ο ποιητής μοιάζει να αποσπάται από τον εαυτό του, επιζητώντας να επικυρώσει τα λεγόμενά του με τη συνδρομή ενός αφανούς πλην διάφανου τρίτου, να τα καθιερώσει σαν αντικειμενικά και αναμφισβήτητα. Κορυφαία ίσως ένδειξη αυτής της ρομαντικής πίστης (η οποία και πάλι εξαρτάται από το κομβικό «είπε») προς την ποίηση συνιστά το ποίημα «ΥΠΟΘΗΚΗ» της συλλογής «ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑ», γραμμένο στις 3 Μαρτίου του 1969, σε καιρούς ασφυκτικούς, όταν ο Ρίτσος εκτοπιζόταν στην «εκτός Ελλάδας Ελλάδα», ενώ άλλες κεφαλές, λόγιες και μη, υποχωρούσαν στη σιωπή. Εδώ, ο ποιητής, ο λογοθέτης, ιδιοποιείται την κοσμογονική δύναμη του Θεού:
Είπε: Πιστεύω στην ποίηση, στον έρωτα, στο θάνατο,
γι' αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία. Γράφω ένα στίχο,
γράφω τον κόσμο· υπάρχω· υπάρχει ο κόσμος.
Από την άκρη του μικρού δαχτύλου μου ρέει ένα ποτάμι.
Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Τούτη η καθαρότητα
είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μου θέληση.
Στιχουργημένα τεκμήρια της ίδιας, ακραιφνούς βεβαιότητας για την ισχύ της ποίησης μπορεί να βρει κανείς πολλά στίς εκτάσεις του έργου του. Δύο μόνο εδώ. Το πρώτο από τα «ΧΑΡΤΙΝΑ II» (1973): «Ω ανόητε - είπε ο άλλος / όλα γίνονται μέσα στην ποίηση / και καλύτερα μάλιστα». Το δεύτερο από τη συλλογή «Ο ΕΞΑΔΑΧΤΥΛΟΣ» (1976): «κάρφωσε τις λέξεις / πάνω στο τίποτα / έβγαλαν φύλλα».
Κι ωστόσο, στο ίδιο ποιητικό έργο ήταν ήδη πολλοί, προτού εμφανιστούν σωρευτικά στο μεταθανάτιο «ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ», οι στίχοι που αποδέχονται το μάταιο της ποίησης -και της ποίησης- στίχοι που, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, παρακολουθούν και αποδίδουν τις γενικότερες υπαρξιακές και ιδεολογικές κρίσεις του ποιητή. Και πάλι, δύο μόνο δείγματα. Το πρώτο από τις «ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ», (1972): «Οταν θυμήθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα, - δεν ήταν κανείς. // Έτσι, λοιπόν, και με την ποίηση; Έτσι ακριβώς και με την ποίηση;» Το δεύτερο από τον «ΤΟΙΧΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ» (1974): «Ούτε κι η ποίηση, λοιπόν, ούτε κι η ποίηση».
ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ «ΚΕΔΡΟ», ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΠΟΛΛΕΣ ΩΡΕΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΤΡΙΑΣ ΤΟΥ, ΤΗΣ ΑΞΕΧΑΣΤΗΣ ΝΑΝΑΣ ΚΑΛΛΙΑΝΕΣΗ. ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΒΓΑΛΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΝΙΖΑ ΤΗΣ Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ Ν. ΚΑΛΛΙΑΝΕΣΗ, ΤΟΥΛΑ ΒΟΓΙΑΤΖΗ.
Κι αλήθεια, ομολογούν πίστη ή μήπως φανερώνουν πικρότατη ειρωνεία και σκληρό αυτοσαρκασμό οι στίχοι του «ΤΕΡΑΤΩΔΟΥΣ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ»: «και πίστευα στην ποίηση / και πίστευα στην παγκόσμια συμβολή της Γκραγκάντας και του Γκαργαρογκαγκάργαρου»; Ίσως έχουμε, και εδώ, μια υπόδειξη, μια παράκληση του ποιητή να μην τον διαβάσουμε σαν έναν, σαν συμπαγή και αδιάσπαστο, να μη σταθούμε δηλαδή αφοπλισμένοι στο σχήμα της γραφής του παρά να διαβούμε ως τη σπαραγμένη υπόστασή της, αποφασίζοντας πως η ιδρυτική της συνθήκη είναι η μελαγχολία και όχι η πανηγυρικά φωτεινή αισιοδοξία.
★ ★ ★
«Επάγγελμά μου: / λόγια και λόγια, - τι νά ’κανα; Ρακοσυλλέκτη με είπαν. Και τώντι», αυτοεικονογραφείται ο Ρίτσος στο ποίημα «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ» της συλλογής «ΜΟΝΟΒΑΣΙΑ» (1982). Και με τα ράκη κατόρθωσε τη λογοτεχνική τελείωση του ουμανισμού του και κατάρτισε ποιήματα παραμυθητικής ωραιότητας που υψώνονται ακριβώς μέσα στην ταπεινότητά τους. Κι αυτό δεν είναι το μόνο που του οφείλουμε.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
  1. «ΓΚΡΑΓΚΑΝΤΑ», 1973.
  2. «Ο ΚΑΒΑΦΙΚΟΣ ΡΙΤΣΟΣ», στον τόμο «ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ», Κέδρος, 1981, σελ. 174, 190.
  3. «ΓΡΑΦΗ ΤΥΦΛΟΥ», 1972.
  4. «Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΚΡΑΓΚΑΝΤΑ Η ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ» στον τόμο «ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ», ό.π. σελ.
  5. Στην εισαγωγή του τόμου «Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά». Ερμής, 1977. σελ. λ'. λ'.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000


from ανεμουριον https://ift.tt/3b2FWWH
via IFTTT
Από το Blogger.