Ανάμεσα στο τώρα και στο πάντα

της Σόνιας Ιλίνσκαγια Αλεξανδροπούλου 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΤΟ 1976. ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ, ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟ (ΑΡΧΕΙΟ ΣΟΝΙΑΣ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ. ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ).
Με όποιες διαφορές, όλες οι κριτικές προτάσεις για την περιοδολόγηση της δημιουργικής πορείας του Ρίτσου συμφωνούν σ’ ένα σημείο -τη μεγάλη τομή που οριοθετεί τη μετάβαση του ποιητή στη φάση μιας ανώτερης ωριμότητας. Με ριζοσπαστικά κοσμοθεωρητικά και καλλιτεχνικά ανοίγματα. Με αποσαφηνισμένα ηθικά κίνητρα. Με καθοριστικό προσανατολισμό στην αδέσμευτη γνωστική διείσδυση. Διαλέγω τη γνώση, σαν λέει μαζί με τον Ορέστη ο Ρίτσος (ΟΡΕΣΤΗΣ, 1966), σηματοδοτώντας μια διαδικασία που ξεκίνησε υπογείως προς τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και επιταχύνθηκε με τις πολιτικές ανακατατάξεις του 1956. Ενσαρκώθηκε σε δύο δεσπόζουσες μορφές του δραματικού μονολόγου και της μικρογραφίας -με δηλωτικούς για τη νέα κατεύθυνση επιστεγαστικούς τίτλους: ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.
Στις ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ η γνώριμη και από τους προηγούμενους κύκλους μικρών ποιημάτων αποστασιοποίηση του δημιουργού προβάλλει ως προγραμματική αρχή. Ο τωρινός τίτλος άλλωστε έχει να μας διαμηνύσει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι οι αντίστοίχοι προγενέστεροι:
  1. Ο μάρτυρας οφείλει να είναι ελεύθερος από όποια προκατάληψη, ιδεοληψία, λογοκρισία (εξωτερική και εσωτερική).
  2. Καταγράφει όσα και όπως βλέπει, καταθέτει την αλήθεια μιας δοσμένης στιγμής, χωρίς να τον απασχολεί ένα ευρύτερο πεδίο, η έγνοια για ένταξη και συνταίριασμα.
  3. Αρκείται και αφοσιώνεται στο μερικό, στην «απόσπαση και καθήλωση μιας στιγμής, που θα επέτρεπε μια “διά μικροσκοπίου” κατά βάθος εξέτασή της».
ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ, ΣΤΗ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ, ΤΟ 1976. ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Η ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ (ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ).
Ένα επεξηγηματικό κείμενο του Ρίτσου «Σαν εισαγωγή στις Μαρτυρίες», από το οποίο αντλήθηκε η παραπάνω περικοπή, μας προσφέρει πολύτιμες διευκρινίσεις σχετικά με τις νέες αρχές και τις τεχνικές του. Τις εντοπίζουμε και μέσα στίς Μαρτυρίες, λ.χ. εκεί που το παλαιό σύμβολο του Ρίτσου, ο καθρέφτης, συμπεριλαμβάνει στο οπτικό του πεδίο και τον ίδιο το δημιουργό:
«Εκείνος
που τον χειροκροτήσατε δεν είμουνα εγώ, και τα λόγια μου
δεν είταν δικά μου, -είταν μικροί καθρέφτες αντίκρυ σας
δίνοντας αποσπάσματα απ' το πρόσωπό σας ή την αναμονή σας,
κι αντίκρυ στα ίδια μου τα λόγια στεκόμουνα κι ο ίδιος...»
(«Τέλος μιας ομιλίας»)
Και αργότερα, στον Τειρεσία, σε μια επιγραμματική και καθολική εμβέλειας αναφορά: να βλέπουμε το μέσα κι όξω, και το μάτι μας που βλέπει.
«Σιωπηλή ευγνωμοσύνη...»
Η προσήλωση στο μερικό δεν αναιρεί το γενικό. Η ανακάλυψή του ανατίθεται στον αναγνώστη, ο ρόλος του οποίου παρουσιάζεται σημαντικά αναβαθμισμένος. Η απουσία από τη σκηνή του παντογνώστη αφηγητή, το ύφος της μαρτυρίας -«αναπότρεπτα απρόσωπο, σχεδόν σαν αδιάφορο... αποκρύβοντας το όποιο τραγικό στοιχείο κάτω από μιαν ουδέτερη έκφραση»- εισάγουν τον αναγνώστη in medias res ως έναν άλλο μάρτυρα που μόνος του θα δει και θα αξιολογήσει τα πράγματα. Θα συσχετίσει τις μαρτυρίες, θα διακρίνει τη διαλεκτική τους αλληλοσυμπλήρωση, αποκομίζοντας την αίσθηση μιας συνεχώς ανανεούμενης πολυδιάστατης πραγματικότητας που δεν επιδέχεται μανιχαϊκά συμπεράσματα.
Επιμένοντας στην πολλαπλότητα και τη σχετικότητα της παραγόμενης γνώσης, ο Ρίτσος κάνει χρήση «και μάλιστα, όπως λέει ο ίδιος, κατάχρηση, του “ίσως” και του διαζευκτικού “ή”». Το βλέπει σαν χειρονομία της «προσωπικής αντικειμενικότητας», σαν «ένα εργαλείο διατήρησα». Θα επιθυμούσε ωστόσο ως «τελική γεύση των Μαρτυριών» να μένει η «σιωπηλή ευγνωμοσύνη προς την ανθρώπινη ζωή, πράξη, σκέψη και τέχνη, παρ’ όλες τις δοκιμασίες και το θάνατο -ίσως μάλιστα και εξαιτίας τους». Με «απόλυτη και συνεσταλμένη ειλικρίνεια», πίσω από την «απόλυτη προσωπίδα καταπληκτικής απάθειας», προβάλλεται το σπαρασσόμενο ανθρώπινο πρόσωπο, «μη παραιτούμενο ποτέ απ’ τον αγώνα τού να υπάρξει, να ανακαλυφθεί, να εκφραστεί, να διαιωνιστεί, να συνεργαστεί και να δικαιωθεί...». Σε σύγκριση με τις Μαρτυρίες, οι στόχοι αυτοί θα βρουν πολύ πιο πρόσφορο έδαφος στους δραματικούς μονολόγους της ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΔΙΑΤΑΣΗΣ.
Σε αντίθεση με τις απομονωμένες παλμικές δονήσεις της τρέχουσας καθημερινότητας που αποτυπώνουν οι Μαρτυρίες, στην ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΤΑΣΗ δεσπόζει ο φιλοσοφικός, υπαρξιακός προβληματισμός, η στοχαστική βίωση της εμπειρίας του ατόμου, αντιμέτωπου με το δίδυμο ζωή-θάνατος, το χρόνο, την ιστορία. Η αυξημένη εποπτεία -απέξω και από μέσα- λειτουργεί σαν βασική πια ιδιότητα της πολυεδρικής πρόσβασης στο αντικείμενο. Η εναρκτήρια Σονάτα του σεληνόφωτος (1956) έδωσε το θεμελιακό στίγμα του κύκλου, τη δομή, όπου το κύριο σώμα, η εξομολόγηση-ποταμός, περικυκλώνεται από δύο σύντομα πεζά: την προλογική «σκηνική οδηγία» και τον επίλογο. Εκτός από τον αθέατο σχεδόν μάρτυρα του μονόλογου, τον αφηγητή, καθιερώνεται η βαρύνουσα παρουσία επί σκηνής του πιο άμεσου μάρτυρα, του βουβού αποδέκτη. Είναι η προϋπόθεση της εξομολόγησης, αλλά και ο ερεθισμός για το ξετύλιγμα μερικών σημαντικών πτυχών της. Για την ανάδειξή τους πρέπει να δραστηριοποιεί την ευαισθησία του και ο τρίτος μάρτυρας, ο αναγνώστης.
Μετά το διεισδυτικό ψυχογράφημα της Γυναίκας με τα Μαύρα στη Σονάτα το νέο δομικό σχήμα υιοθετείται και στον Αποχαιρετισμό (1957) που θα μείνει ωστόσο έξω από τον κύκλο. Πρόκειται για έργο επικαιρικής ανταπόκρισης, αλλά και αξιόλογων καλλιτεχνικών ευρημάτων. Αντί προλόγου ο ποιητής παραθέτει απόκομμα εφημερίδας με ρεπορτάζ για την τελευταία μάχη και το μαρτυρικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου, ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου. Ο μονόλογος που ακολουθεί, είναι δικός του: αποκλεισμένος στη φλεγόμενη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά, επανεξετάζει τις επιλογές που τον οδήγησαν ως εκεί. Ακροατής δεν υπάρχει, αλλά η απουσία του έχει ιδιαίτερη σημασία: αντιμέτωπος με το θάνατο, μόνος του, χωρίς μάρτυρες, ο Αυξεντίου αναζητά την ύστατη γνώση που δεν έχει ανάγκη από καυχησιές και ηρωισμούς...: «Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου/ μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς».
«Μέσα στον κόσμο κι αντίκρυ στο θάνατο»
Η αναδρομή ορίζει ποικιλοτρόπως τη θεματική και την ατμόσφαιρα σε όλη την ώριμη δημιουργία του Ρίτσου. Η περισυλλογή γύρω από το περιεχόμενο της έννοιας «ελευθερία» όχι μόνο στις έκτακτες, κρίσιμες, αλλά και σε «ειρηνικές» καταστάσεις των νέων καιρών, η ανίχνευση της «γενικής εμπειρίας» σχετικά με τον προορισμό του ανθρώπου, τη θέση του «μέσα στον κόσμο κι αντίκρυ στο θάνατο», «τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στον ιστορικοκοινωνικό χώρο και χρόνο» διαπερνούν όλους τους μονολόγους -και εκείνους που διατηρούν ακόμα το σύγχρονο σκηνικό και εκείνου που εγκαινιάζουν τη χρήση του μυθολογικού προσωπείου (Το νεκρό σπίτι, 1959, 1962, και Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού, 1960, 1962).
ΣΤΙΣ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1962 Η ΑΘΗΝΑ ΥΠΟΔΕΧΟΤΑΝ ΤΟΝ ΡΩΣΟ ΚΟΣΜΟΝΑΥΤΗ ΓΚΑΓΚΑΡΙΝ. Ο Γ. ΡΙΤΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ, ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ.
Η μυθολογία σαν σύστημα καταστάσεων και προσώπων που ενσαρκώνουν τις κατασταλαγμένες συλλογικές παραστάσεις για το νόημα και την ουσία της ζωής, γίνεται τώρα ένα από τα κυριότερα ερμηνευτικά εργαλεία του Ρίτσου. Ο τίτλος ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, που θα συστεγάσει αργότερα τα 17 έργα, έρχεται να αποκαλύψει σ’ αυτά τα μυθολογικά και μη ποιήματα τις διαχρονικές οντολογικές καταστάσεις σε μια διαλεκτική πολυεδρική θεώρηση. Στη διασταύρωση των αντιλήψεων για τη γραμμική, «προοδευτική», και τη σπειροειδή κίνηση του χρόνου με το αέναο γύρισμα της ρόδας: γέννηση - θάνατος - αναγέννηση. Στη βασανιστική, απογυμνωτική διαδικασία αυτογνωσίας που προβάλλει ως βασικό, θεμελιακό ζητούμενο.
Μια εμπεριστατωμένη ειδική μελέτη του κύκλου θα μπορούσε να εντοπίσει πάνω από ένα μόνιμο υπόστρωμα κοινωνικού στοχασμού την κλίμακα μετακινήσεων από περιβάλλον κυρίως ιδιωτικό προς πεδία δραστικού προβληματισμού (Φιλοκτήτης, 1963-1965, Ορέστης, 1962-1966, -στα μαχητικά, πριν τη δικτατορία, χρόνια) και έπειτα, στη δικτατορία, -πάλι προς περισσότερο κλειστούς ορίζοντες και πρόσωπα αποτραβηγμένα από τη δράση, κάποτε περιφερειακά της ιστορίας, με μια δική τους κατάθεση μαρτυρίας -από άλλη οπτική γωνία. Ένα γενικό χαρακτηριστικό, εοηάίίίο δίηε μιια ηοη, είναι η πλήρης απουσία της αδιαλλαξίας, η ευαισθησία και κατανόηση απέναντι στην υπαρξιακή αγωνία του όποιου πάσχοντος ανθρώπου. Η κερδιζόμενη με πολύ βιωμένο πόνο ικανότητα να διαβλέπει και στον «άλλον» τα κοινά ανθρώπινα βάσανα.
Ενεργό ρόλο στην ανάπλαση του ανθρώπινου δράματος παίζει ο κόσμος των πραγμάτων που καλούνται να εμφανιστούν σαν άξιοι εμπιστοσύνης «απροκάλυπτοι, ανεξίθρησκοι, αμέτοχοι μεσολαβητές». Την κίνηση αυτή μπορεί να τη δει κανείς ως ένα από τα προμηνύματα του επερχόμενου ρεύματος της «λογοτεχνίας ντοκουμέντου». Αξίζει να σημειώσουμε ότι παράλληλα με τις Μαρτυρίες του Ρίτσου και ο Νερούντα γράφει Ωδές των πρωταρχικών πραγμάτων που δημοσιεύονται στην εφημερίδα και μάλιστα στη στήλη του χρονικού και όχι του πολιτισμού -«μια εκτεταμένη, όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, καταγραφή εκείνης της εποχής, πραγμάτων, πράξεων, ανθρώπων, καρπών, λουλουδιών, ζωής, δικής μου ματιάς πάνω σ’ όλα αυτά, αγώνων...».
Στις ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ τα βουβά αντικείμενα αναλαμβάνουν πολλούς ρόλους. Παρελαύνουν σαν μάρτυρες της ελληνικής συνέχειας, σαν φορείς της μνήμης που διεγείρει συνειδήσεις, σαν μέτοχοι της υπαρξιακής αποξένωσης. Στην ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ κυριαρχεί ο τελευταίος ρόλος που τονίζεται με τη συσσωρευτική καταλογοποίηση. Η πληθώρα απαριθμούμενων αντικειμένων, δεμένων ασφυκτικά με το βίο των ανθρώπων, κρύβει, πίσω από την πρώτη αίσθηση του ήπιου και οικείου, τον αποπνικτικό κλοιό δέσμευσης. Έτσι τα πράγματα, ορατά και απτά, αρχίζουν να συνθέτουν σκηνικό παραλόγου, ξεπερνούν την υλική τους υπόσταση, σηματοδοτούν άυλα φαινόμενα και έννοιες. Η μετατροπή του υλικού κόσμου σε άυλη, αλλά ισχυρή, εξουθενωτική για τον άνθρωπο, δύναμη λειτουργεί σαν χειρονομία ερμηνείας: η καταγραφόμενη μαρτυρία φωτίζει και κρίνει το υποκείμενο, τους δεσμούς και τις εξαρτήσεις του.
Αναγνώστης - κριτής
Η υποβαλλόμενη προς τον αναγνώστη ώθηση να κρίνει εντείνεται εντυπωσιακά στην επταετία της δικτατορίας. Με σκληρή, πολλές φορές σαρκαστική γλώσσα οι «ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ»του Ρίτσου ενσαρκώνουν αντλημένα από το ιστορικό και μυθολογικό οπλοστάσιο επεισόδια βίαιας καταστολής της ελευθερίας, εξετάζουν τις διαστάσεις και τις επιπτώσεις (θάνατοι, Συμπληγάδες, σκοτωμοί) ενός μεγάλου σκοπού που δεν σ’ αφήνει μήτε μια στιγμή στον ίσκιο/ σε μια δική σου ελάχιστη γωνιά, να κρυφτείς να γυμνωθείς και να υπάρξεις («Το χρυσόμαλλο δέρας»).
Όμως τι θα ’ταν η ζωή μας δίχως τούτο το χρυσό (καθώς λέμε) μαρτύριο;
Πικρό και στωικό το συμπέρασμα, προς το οποίο μας κατευθύνει το καταληκτήριο ερώτημα του ποιήματος που είναι ταυτόχρονα η απάντηση σε άλλα ερωτήματα: «Τι το θέλαμε...;», «Ποιο τ’ όφελος ...;», «Ποια η δικαίωση...;». Κάπως έτσι: τι κερδίσατε άλλωστε: τι κερδίσαμε; ρωτούσε τον Φιλοκτήτη ο Νεοπτόλεμος. Κάπως έτσι αναδύεται το ίδιο ερώτημα και εκεί όπου δεν διατυπώνεται ρητό είναι μετέωρο σε όλο το ώριμο έργο του Ρίτσου. Στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ (1964-1971) το βλέπουμε να διακλαδώνεται σε ένα σύστημα φιλοσοφημένου προβληματισμού που αφορά όχι μόνο την πρακτική πλευρά, τις συνέπειες του να θέλεις το ακατόρθωτο, αλλά και τη θεωρητική: τα όρια της γνώσης, το περιεχόμενο της έννοιας «αλήθεια», την κοινωνική και την ηθική της διάσταση που τελικά αποτελεί ανεξάντλητη πηγή ενέργειας για ένα «πλούτισμα» του κόσμου.
... Δεν μπορούσαμε/ να μην είμαστε λεύτεροι -λένε οι γέροντες του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, ανάγοντας την ελευθερία σε ανώτερη αξία και ηθική προσταγή. Είναι ένα επίμονο μοτίβο που άμεσα ή έμμεσα, συχνά με τη μέθοδο της αρνητικής εκδοχής, σφραγίζει αυτή την περίοδο το μυθολογικό και μη έργο του Ρίτσου. Στα επικολυρικά ποιήματα ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙΟ και ΓΚΡΑΓΚΑΔΑ (1972), μέσα από τα realia και τις φανταστικές προεκτάσεις τους, επιχειρείται η προσπάθεια να ανακαλυφθεί η κλίση του ρέοντος χρόνου, η προοπτική. Γίγνεσθαι θα ονομάσει ο Ρίτσος τον τόμο με τα συνθετικά ποιήματα αυτής της φάσης και θα τον κλείσει, στη μεταπολίτευση πια, με ένα έργο απολογισμού -της ζωής του και της εποχής του: ΤΟ ΤΕΡΑΤΩΔΕΣ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ (1977).
Έπειτα από τη μακρά μαθητεία του στη «διάσταση του μύθου», πλάθει, χωρίς περίβλημα πλέον του αρχαίου μοντέλου, έναν μύθο δικό του, γεφυρώνοντας την αντίθεση «ανάμεσα στο τώρα και στο πάντα, ανάμεσα στις δύο αναγκαιότητες: της συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας και της «μυθικής» πραγματικότητας της ιστορίας του ανθρώπου, που ξεπερνάει τα «επείγοντα πλαίσια της δοσμένης στιγμής». Αυτή είναι άλλωστε η γενική τοποθέτηση και η στάθμη του ώριμου έργου του, που δεν υποβάλλει τις βασικές εναρκτήριες αρχές της μακράς πορείας τους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2TWYPVo
via IFTTT
Από το Blogger.