Από το "Νησάκι του Κρανάη"

της Άμυς Μιμς-Σιλβηρίδη 
ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΤΟΥ ΓΥΘΕΙΟΥ, ΟΠΟΥ ΦΟΙΤΗΣΕ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.
Πίσω από το θησαυροφυλάκιο αναμνήσεων στο ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙΟ του Ρίτσου, μερικές από τις πιο ζωντανές μνήμες έρχονται από τα εφηβικά του χρόνια στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Από το έτος 1921 - τη σημαδιακή χρονιά που πέθαναν η μητέρα του και ο αδελφός του - μέχρι το 1925, ο Ρίτσος έμεινε στο Γύθειο, με την αδελφή του, τη Λούλα, η οποία μας πληροφορεί στη μικρή βιογραφία της για τον ποιητή, ότι ο ίδιος ήταν αδιάφορος μαθητής σε όλα, εκτός από τα γαλλικά και βέβαια τα ελληνικά. Προτιμούσε νυκτερινές βόλτες και συζητήσεις με τους συμμαθητές του στο αγαπημένο του καταφύγιο, το «Νησάκι του Κρανάη».

Εκεί, κουρνιασμένος πλάι στη θάλασσα με «φεγγαροτρέμουλο», κοντά στο Φάρο σε κάποιο απάγκιο γεμάτο «σπερδούκλια», κάππαρη και αμυγδαλιές, ο Ρίτσος έβρισκε ανακούφιση για το χαμό της μάνας του. Εκεί, την πρώτη χρονιά, έμεινε στον Πύργο Τζαννετάκη, με την αδελφή της μητέρας του, τη θεία Όλγα. Τη δεύτερη χρονιά, πάλι στο «Νησάκι», έμεινε σ’ ένα μικροσκοπικό δωμάτιο με την οικογένεια του φαροφύλακα του κυρ-Ανέστη, πλάι στον παλιό φάρο, που έριχνε το φως του πάντα στο Γύθειο. Την τρίτη χρονιά, έμεινε μέσα στην πόλη, παρέα όπως πάντα με τη γλυκιά του Λούλα και μαζί με μια φτωχή συγγένισσα της μητέρας του.

Την τελευταία χρονιά ως «γυμνασιόπαις» έμεινε πάλι στον Πύργο Τζαννετάκη, απ’ όπου φαινότανε, μακριά στην προκυμαία, το λεγόμενο «σφαγείο». Καθ’ οδόν για το Γυμνάσιο κάθε μέρα, ο Ρίτσος ήταν υποχρεωμένος να περνάει από εκείνο το κτίριο και πάλι στον 5ο τόμο περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τη φρίκη που τον έπνιγε αρχικά, όταν έβλεπε κι άκουγε τα βόδια και τ’ αρνιά να σφάζονται εκεί. Όμως τελικά, βρήκε το θάρρος να κοιτάξει κατάματα το μακάβριο θέαμα και τούτη η έντονη εφηβική εμπειρία ερμηνεύεται από τον ποιητή ως η πρώτη του νίκη ενάντια στο θάνατο.

Αντίθετα από τούτη την κάπως οδυνηρή ανάμνηση υπάρχουν και οι ξένοιαστες εφηβικές στιγμές που ζωντανεύουν στον 4ο τόμο, με την πανέμορφη κόρη τού Ιταλού μαέστρου Giocondo Moretti, ο οποίος είχε ιδρύσει ένα περίφημο «Μουσικοδιδασκαλείο» στο Γύθειο. Η ωραία θυγατέρα του, η Ζελίντα, έπαιζε πιάνο τόσο εξαίσια που ο Ρίτσος και οι συμμαθητές του στέκονταν με τις ώρες κάτω από το μπαλκόνι της, να την ακούσουν στη «Σερενάτα» του Σούμπερτ και στην «Προσευχή της Παρθένας». Κι ύστερα ολόκληρες βραδιές με σεληνόφως, συνέχιζε όλη η παρέα στο «Νησάκι», όπου χορεύανε διάφορα ταγκό, της μόδας τότε. Μέχρι τη στιγμή που απότομα άλλαξε η παιχνιδιάρικη διάθεση και πλάκωσε μια βαριά, σχεδόν οργισμένη μελαγχολία. Τότε σταμάτησαν - έστω προσωρινά - οι βόλτες στο μαγικό νησίδιο της Ωραίας Ελένης και του Πάρι. Σ’ αυτό το σημείο, με μια λυρικότατη υπέρβαση, ο ποιητής παρεμβάλλει εικόνες από τα ομηρικά έπη και φαντάζεται τον ίδιο τον Όμηρο πάνω στο μπαλκονάκι του Φάρου, να κρατάει ναυτικά κιάλια και να κοιτάζει τον Γαλαξία.

Αργότερα, όταν ξαναρχίζουν τις βόλτες στο «Νησάκι» του Κρανάη, είναι πιο ώριμοι οι συμμαθητές του Ρίτσου και αντί να καλαμπουρίζουν συζητάνε σοβαρά για τους «Βρυκόλακες» του Ίψεν και την ευάλωτη τότε δημοτική γλώσσα που διαλαλούσε ο Ψυχάρης και που καταδίκαζε ο γυμνασιάρχης τους ως «μαλλιαρή». Τώρα πια, σχεδόν σαν σκεπτόμενοι ενήλικες, αντί τα «λικνιστά ταγκό» προτιμάνε το τσάμικο και τα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000


from ανεμουριον https://ift.tt/2x4gscU
via IFTTT
Από το Blogger.