Δυο φωτογράφοι στο μικρασιατικό μέτωπο

του Άλκη Ξ. Ξανθάκη
Αγνώστου ερασιτέχνη φωτογράφου Αναμνηστική φωτογραφία καταυλισμού ευζώνων (Συλλογή Άλκη Ξ. Ξανθάκη).
Ο ένας, ο Ανρί Πολ Μπουασονά -Ελβετός και μέλος της λαμπρής οικογένειας φωτογράφων με ισχυρούς φιλελληνικούς δεσμούς- καταφθάνει με εντολή και οδηγίες του πατέρα του Φρεντ στο μικρασιατικό Μέτωπο (30 Ιουνίου '21, ν.η.) για να απαθανατίσει σκηνές ένοπλης αναμέτρησης, εκδίδοντας στη συνέχεια σχετικό φωτογραφικό λεύκωμα στη Γενεύη. Ο άλλος, ο Αναστάσιος Στεφάνου, με σπουδές δασολόγου στη Γερμανία, υπόχρεος στρατεύσεως, κατατάσσεται κληρωτός (19 Μαΐου '21, π.η.) και τοποθετημένος (19 Ιουνίου '21 π.η.) στον Λόχο Στρατηγείου του Γ' Σώματος Στρατού (Προύσα) στο τοπογραφικό τμήμα, προσκολλάται (24 Ιουνίου '21, π.η.) στο φωτογραφικό συνεργείο και, στο εξής, μέχρι τη δραματική εκκένωση (1 Σεπτ. '22, π.η.) της Μικράς Ασίας, αποτυπώνει σκηνές μάχης εκ του συστάδην και, σε περιόδους πολεμικής απραξίας, στιγμιότυπα καθημερινότητας αφανών συστρατιωτών ή επιφανών επιτελών. Αρκετές από τις φωτογραφίες τους, τόσο του Μπουασονά όσο και του Στεφάνου -ορισμένες, ευτυχώς λίγες τις έχουν ιδιοποιηθεί ως δικές τους άλλοι φωτογράφοι ή δημοσιευμένες δεν αναγράφεται όνομα- είναι γνώριμες, τουλάχιστον σ' εκείνους που εντρυφούν στο Μικρασιατικό. Ωστόσο, ως πρόσωπα τυγχάνουν λιγότερο ή και καθόλου γνωστά, καθώς το σώμα του φωτογραφικού υλικού (Μπουασονά 430 φωτ. στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη - Στεφάνου, ο ίδιος περίπου αριθμός στο αρχείο του εγγονού του Γιάννη Μαυρή) παραμένει αδημοσίευτο. Πέραν όμως των οπτικών υπάρχουν και γραπτά ντοκουμέντα, επίσης ανέκδοτα. Ο Ανρί Πολ Μπουασονά, εκτός του λεπτομερούς υπομνηματισμού στην κάθε λήψη, είχε συγχρόνως, τακτική αλληλογραφία (80 εκτενείς επιστολές) με τη μνηστή του, ενώ ο Στεφάνου κρατούσε καθημερινά προσωπικό ημερολόγιο, φωτίζοντας, υποκειμενικά ο καθένας, τα μετόπισθεν ή τη ζώνη των πρόσω, αναλόγως των μετακινήσεων στο αχανές του μικρασιατικού Μετώπου. Αν και έχουν παρέλθει οκτώ δεκαετίες, σε πείσμα δηλαδή του χρόνου, υπάρχουν ακόμη ως σήμερα καταχωνιασμένα σε οικογενειακά σεντούκια ή σε ιδιωτικά και δημόσια αρχεία (φωτογραφίες, πιθανόν ημερολόγια, αλληλογραφία, επιστολικά δελτάρια κ.λπ.) αγνωστοποίητα στοιχεία, ιδιάζουσας κάποτε σημασίας, τουλάχιστον ως προς τις πληροφορίες, όπως, για παράδειγμα, το προσωπικό Ημερολόγιο του Στεφάνου και οι επιστολές του Μπουασονά. Με τέτοιου μεγέθους και σημασίας ιστορικά συμβάντα, όπως αυτό της εμπλοκής στη Μικρά Ασία, ακόμη και να κλείσει βιολογικά ο κύκλος μιας δυο γενεών που ενεπλάκησαν άμεσα, παρακολουθώντας ως μάρτυρες τη ζωντανή πραγματικότητα, φαίνεται πως δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα. Και είναι μάλλον λογικό αφού το Μικρασιατικό και ιδίως η τραγική του έκβαση στάθηκε ή ήταν επίλογος σε όσα συντελέστηκαν στη ρευστή δεκαετία 1912-1922. Ποιος ο λόγος αναψηλάφησης σήμερα παλαιών πληγών, όπως λ.χ. η διάρρηξη του μικρασιατικού Μετώπου πριν από 80 χρόνια στο Αφιόν; Έχουν άραγε κάποια αξία να τα «σκαλίζει» κανείς όλα αυτά και να τα θυμάται; Μήπως δηλαδή ο χρόνος τα καθιστά εντελώς παρωχημένα και μέσα στις επείγουσες σημερινές ανάγκες είναι περιττή πολυτέλεια; Μπορεί. Πάντως, η μελέτη τους, ακόμη και η στοιχειώδης, παραμένει ένα καλό μάθημα, όχι ορθοφωνίας σε πολεμιστήρια άσματα, αλλά αυτογνωσίας, γιατί αλλιώς, ο παθός δε μάθος, όπως λένε.
Ένα σπάνιο ντοκουμέντο. Η Άννα Παπαδοπούλου -η «μάνα του στρατιώτη»- με στολή νοσοκόμας, φωτογραφίζει τα ελληνικά αεροπλάνα στον (;) «παράδεισο» της Σμύρνης. Η φωτογραφία της... φωτογράφου τραβήχτηκε από τον Θεόκριτο Καλογερίδη. (αρχείο Άλκη Ξ. Ξανθάκη).
Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στην προκυμαία της Σμύρνη, στις 2 Μαΐου 1919, κανένας πολεμικός ζωγράφος ή φωτογράφος δεν βρισκόταν ανάμεσα του. Το γεγονός αυτό είχε την πολιτική του εξήγηση στον ελληνικό διχασμό του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Η μικρασιατική εκστρατεία θεωρήθηκε από τη στρατιωτική ηγεσία του 1912-1913, σαν «λάθος» του Ελευθέριου Βενιζέλου και οι Έλληνες ζωγράφοι και φωτογράφοι των Βαλκανικών Πολέμων δεν την ακολούθησαν. Αυτό όμως που δεν έδωσε η τέχνη της «παλαιάς Ελλάδας» στον ελληνικό στρατό, πρόσφεραν ο μικρασιατικός ελληνισμός με τον Νίκο Ζωγράφο και τον Γ. Προκοπίου.
Η Άννα Παπαδοπούλου -αδελφή του Παύλου Μελά- κρατώντας επιδεικτικά ένα τσιγάρο, φωτογραφήθηκε στο ατελιέ του Σμυρνιού φωτογράφου Νίκου Ζωγράφου. Στην αφιέρωση της γράφει «τα όνειρα δεν μένουν όνειρα».

Δύο Μικρασιάτες

Ο Νίκος Ζωγράφος ήταν ένας από τους γνωστούς φωτογράφους της Σμύρνης. Είχε σπουδάσει στο εξωτερικό και είχε αποκτήσει μια πολύ καλή φήμη και πελατεία. Από την πρώτη στιγμή βρέθηκε με τη μηχανή του στην προκυμαία, φωτογραφίζοντας τον ελληνικό στρατό. Είναι γνωστό ένα χειροποίητο λεύκωμα με φωτογραφίες του, με τον τίτλο «Η ελληνική κατοχή της Σμύρνη», που βρίσκεται σήμερα στο φωτογραφικό αρχείο του ΕΛΙΑ.
Πολυβολητές στη νεκρόπολη των Σάρδεων (Μπιν Τεπέ). Αυτή καθώς και άλλες παρόμοιες φωτογραφίες, που τραβούσε ο Γεώργιος Προκοπίου, τριγυρνώντας στα χαρακώματα, χρησιμοποιούσε για να συνθέσει τους γνωστούς πολεμικούς του πίνακες από την εκστρατεία, όπως ο πίνακας (κάτω) «μέχρις εσχάτων». Είναι εμφανές ότι στην δεξιά πλευρά του ζωγραφικού έργου επαναλαμβάνεται το θέμα της φωτογραφίας.
Το φωτογραφικό ατελιέ του, είχε μεγάλη κίνηση, ιδιαίτερα στην αρχή, αφού αξιωματικοί και στρατιώτες πήγαιναν εκεί για να φωτογραφηθούν και να στείλουν τη φωτογραφία τους στις οικογένειες τους.
Εφοδιοπομπή για το μέτωπο της ερήμου (συλλογή Γ. Προκοπίου).
Στο φωτογραφείο του άλλωστε φωτογραφήθηκε και η Άννα Παπαδοπούλου, η αδελφή του Παύλου Μελά, γνωστή σαν η «μάνα του στρατιώτη». Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Ζωγράφος ακολούθησε τον ελληνικό στρατό, κατά την εξέλιξη της εκστρατείας. Αυτό φαίνεται λογικό αφού δεν μπορούσε να αφήσει το φωτογραφείο του. Κάτι τέτοιο όμως έκανε ο Σμυρνιός ζωγράφος Γιώργος Προκοπίου, ο οποίος παράλληλα με τους μουσαμάδες και τα χρώματα πήρε μαζί του τη φωτογραφική του μηχανή, που έπαιρνε γυάλινες πλάκες 13X18 εκ. και την κινηματογραφική του μηχανή και άρχισε να τριγυρίζει στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής του μετώπου για να καταγράψει σκηνές δράσης σε ώρα μάχης. Από τις φωτογραφίες που τραβούσε, συνδύαζε δύο και τρεις για να ζωγραφίσει έναν πίνακα του.
Οι φωτογραφίες-ενθύμια αποτελούσαν «τεκμήρια ύπαρξης» για τις οικογένειες των στρατιωτών, για τις οποίες και προορίζονταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μια τέτοια φωτογραφία με ένα σύντομο οπισθογράφημα «...είμαι καλά, το ίδιο εύχομαι και δι' υμάς», έφτανε στην οικογένεια, ενώ στο διάστημα αυτό ο στρατιώτης είχε σκοτωθεί. Αν ο στρατευμένος εξαντλούσε τα στερεότυπα κείμενα, κατέφευγε σε έμμετρα λαϊκά τετράστιχα. Τα τετράστιχα αυτά χρησιμοποιήθηκαν αρχικά στους βαλκανικούς πολέμους, αλλά τα ίδια με κάποιες παραλλαγές συνεχίσαν να είναι σε χρήση και κατα τη μικρασιατική εκστρατεία. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω:
Σου στέλνω το κορμάκι μου
με μηχανή γραμμένο.
Σαν αποθάνω στο χακί,
ενθύμιον να μένω.
Λάβε κορμί δίχως ψυχή
και σώμα δίχως αίμα
Και τη φωτογραφία μου
να με θυμάσαι εμένα.
Στις μάχες του Ελμαλί, του Σεϊντή-Γαζή και του Εσκί-Σεχήρ, τον γνώρισε ο Ν. Πλαστήρας. «[...] περιτρέχων και αυτός τας εγγυτέρας προς τον εχθρόν γραμμάς των ακροβολιστών, ευρεθεί πολλάκις εν μέσω διαρηγνόμενων οβίδων και βροχής σφαιρών, ίνα αποτυπώσει φευγαλέα ηρωικά επεισόδια, δυνάμενα ν' αποδώσει εις την αιωνιότητα, μόνον διά του χρωστήρος, χειριζόμενου υπό τόσον τολμηρού και ριψοκίνδυνου, όσο και επιδέξιου καλλιτέχνου» (Εσκί Σεχήρ, 10 Ιουλίου 1921, Ν. Πλαστήρας)

Παράλληλα αποτύπωνε τις φευγαλέες σκηνές της μάχης με την κινηματογραφική του μηχανή. Με τη σκηνοθετική όραση ενός ζωγράφου, κινηματογράφησε με μια χειροκίνητη μηχανή λήψης, σε 11.000 μέτρα ταινίας, την πολεμική και πολιτική ιστορία του ελληνισμού από το 1919 έως το 1928. Ιστορική είναι η ταινία του από την παρασημοφόρηση των σημαιών από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, στο Εσκί Σεχήρ.

Ήδη από το 1920 ο αρχιστράτηγος Λ. Ι. Παρασκευόπουλος του είχε αναθέσει να κινηματογραφήσει και να ζωγραφίσει τις πολέμια επιχειρήσει του ελληνικού στρατού. Τον ίδιο χρόνο του απέμεινε τον πολεμικό σταυρό «διότι παρακολούθησας επί μήνας ολόκληρους τον ελληνικόν στρατόν εν τοις χαρακώμασι και κατά τας επιχειρήσει έλαβε μέρος εν αυτάς, εν Μικρά Ασία και Θράκη, ένθα διά κινηματογραφικών ταινιών, τας οποίας είχε, απέδωκεν το έργον του στρατού μα5 πιστότατα, πολλάκις παρακινδυνεύων μέχρι των πρώτων γραμμών εν τη διάρκεια των γενόμενων μαχών» (Λ.Ι. ΠαρασκευόπουλοΒ, Σμύρνη 22 Αυγούστου 1920).

Ενθύμιον Ουσάκ

Το 1920 και ενώ ο ελληνικός στρατός προχωρούσε προς το εσωτερικό, όλο και περισσότεροι φωτογράφοι άρχισαν να φτάνουν εκεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Γεώργιος Καρδιακίδης. Είχε γεννηθεί στην Κρήνη (Τσεσμέ) της Μικράς Ασίας και είχε φύγει από την Τουρκία, ενώ υπηρετούσε στον τουρκικό στρατό. Επέστρεψε το 1919 αν και αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο αν τον συλλάμβαναν, αφού τον θεωρούσαν λιποτάκτη. Ακολούθησε τον ελληνικό στρατό, κατά τον πρώτο χρόνο της εκστρατείας, φωτογραφίζοντας τους στρατιώτες, κάτι που του απόφερε πολλά χρήματα. Κάποιες φορές κατέγραψε- σώζονται ελάχιστες φωτογραφίες του- και δραματικές σκηνές από τις ωμότητες των Τούρκων.

Ανάμεσα στους διάσημους ξένους φωτογράφους, που φωτογράφησαν τα χρόνια εκείνα, ήταν και ο Ελβετός φιλέλληνας Fred Boissonnas καθώς και ο πρωτότοκος γιος του Edmond. Οι πιο πολλοί ήταν όμως οι πλανόδιοι φωτογράφοι, που ακολουθούσαν με τη μεγάλη ξύλινη μηχανή (την «κάσα»), που ήταν ταυτόχρονα και σκοτεινός θάλαμος. Οι φωτοκάρτες διαστάσεων 10x15 εκ., τυπώνονταν επί τόπου, μέσα σε 15 περίπου λεπτά. Ο φωτογραφούμενοι καθόταν συνήθως σε μια ψάθινη καρέκλα, πίσω από την οποία υπήρχε για φόντο ένα πανί, που απομόνωνε από τον περιβάλλοντα χώρο. Σ' αυτό, μαζί με κάποια διακοσμητικά σχέδια, συνήθως άνθη, οι φωτογράφοι έγραφαν π.χ. «Ενθύμιον Ουσάκ», και μόλις ο στρατός καταλάμβανε μια νέα πόλη, έσπευδαν να γράψουν το όνομα της (Κιουτάχεια, Εσκί-Σεχήρ κ.λπ.).

Ορισμένοι «τολμηροί» φαντάροι τα έγραφαν σαν αφιέρωση πίσω από τη φωτογραφία, που έστελναν στην «άγνωστη δεσποινίδα», με την οποία αλληλογραφούσαν στην Αθήνα και την οποία συχνά ερωτεύονταν, χωρίς να έχουν γνωρίσουν ποτέ. Οι περισσότερες ανήκαν σε συνδέσμους, με πιο ενεργή τη ΜΑΣ (Μικρασιατική Αδελφή του Στρατιώτη), και έγραφαν στους φαντάρους με ψευδώνυμα όπως Αγριολούλουδο, Ανοικτή Καρδιά, Γυαλένια Καρδιά, Ονειροπόλος Αύρα κ.ά.

Οι φωτογραφίες της μικρασιατικής εκστρατείας υστερούν σημαντικά σε ρεαλισμό, συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες των Βαλκανικών Πολέμων. Δύο είναι οι παράγοντες στους οποίους μπορεί αυτό να αποδοθεί. Πρώτο στην αυστηρότερη λογοκρισία που υπήρχε τότε και δεύτερο στο ότι οι πιο πολλοί φωτογράφοι πήγαν εκεί με σκοπό να κερδίσουν γρήγορα χρήματα, φωτογραφίζοντας τους στρατιώτες. Οι λίγες φωτογραφίες από μάχες ή σκηνές δράσης, τραβήχτηκαν από ερασιτέχνες φωτογράφους που ήταν συνήθως αξιωματικοί και οπλίτες.

Το φωτογραφικό υλικό που διασώζεται, συμπεριλαμβανομένων και των αναμνηστικών φωτογραφιών των στρατιωτών, είναι πολύ μεγάλο. Μια έρευνα εις βάθος θα εντόπιζε ορισμένες φωτογραφίες δράσης που διαφεύγουν. Γιατί φαίνεται ότι η φωτογραφία, που μπορεί να πει τόσα πολλά, δεν έχει παρουσιάσει τη δραματικότητα του πολέμου αυτού στο πραγματικό του μέγεθος, όπως τουλάχιστον έχουν δείξει τα αντίστοιχα κείμενα.

Ανρί - Πολ Μπουασονά

της Ειρήνης Μπουντούρη

Τριτότοκος γιος του γνωστού Ελβετού φωτογράφου Fred Boissonnas και της Augusta Magnin, ο Henri Boissonnas γεννήθηκε στη Γενεύη το 1894 και μεγάλωσε στο οικογενειακό σπίτι «Les Mayens» στο Petit-Saconnex. Παρακολουθεί μαθήματα στο κλασικό Κολέγιο της Γενεύη. Σύντομα όμως ο πατέρας του θα διακρίνει τη φυσική του κλίση προς το σχέδιο και τη ζωγραφική και θα τον εγγράψει στη Σχολή Καλών Τεχνών της Γενεύης, την οποία τότε διευθύνει ο επιστήθιος φίλος και συνεργάτης του Fred, Daniel Baud Bovy. Ο Henri αποφοιτά με το δίπλωμα του καθηγητή σχεδίου. Όπως ο πατέρας του και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, Edmond και Emile, ο Henri θα γίνει δεινός ορειβάτη και θα ακολουθήσει τον πατέρα του στις
Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ FERNAND FEYLER ΚΑΙ ΔΕΞΙΑ Ο HENRI-PAUL BOISSONNAS ΚΑΠΟΥ ΣΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΩΝΗ Σ. ΜΑΪΛΛΗ).
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΡΙ - ΠΟΛ, ΦΡΕΝΤ ΚΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΜΠΟΥΑΣΟΝΑ ΣΤΑ 1905. Ο ΦΡΕΝΤ, ΛΑΜΠΡΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ, ΜΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ, ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΤΟ ΑΓΝΟΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΘΩΣ, ΓΙΑ 30 ΠΕΡΙΠΟΥ ΧΡΟΝΙΑ (1902-1930), ΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΤΡΑΒΗΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 6.000 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ.
αναβάσεις στις ελβετικές Άλπεις, μεταφέροντας στις κορυφές των βουνών τον βαρύτατο φωτογραφικό εξοπλισμό. Η εκμάθηση της φωτογραφικής τέχνης είναι αναπόφευκτη. Από τον πατέρα του Fred μυήθηκε στη λήψη και την εκτύπωση των φωτογραφιών και γρήγορα έγινε το «αριστερό» του χέρι. Στα 20 του χρόνια, ο φωτογραφικός οίκος των Boissonnas είναι διεθνής με παραρτήματα στη Μασσαλία, τη Ρεμς, το Παρίσι και την Αγία Πετρούπολη και η οικογενειακή επιχείρηση μοιάζει να είναι η φυσική διέξοδος για κάθε μέλος της οικογένειας. Ο Henri, από την πλευρά του, θα συμβάλλει με τις δύο του ιδιότητες, του φωτογράφου αλλά και του ζωγράφου, επιμελούμενος με ιδιαίτερο ταλέντο τη σελιδοποίηση, τον ζωγραφικό διάκοσμο των εξώφυλλων και τις εσωτερικές βινιέτες των λευκωμάτων La Grece Immortelle, 1919 και La campagne de Macadoine, 1916-1917 των Editions d' Art Boissonnas.

Σειρά λευκωμάτων

Χρονιά ορόσημο για τη μετέπειτα πορεία του, αλλά και γενικότερα για την οικογενειακή επιχείρηση των Boissonnas πρέπει να θεωρηθεί το 1919. Στις 27 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, η σχέση του Fred Boissonnas με την Ελλάδα, που είχε ξεκινήσει από το 1903, μεταπηδά από τον χώρο της προσωπικής πρωτοβουλίας ενός ελληνολάτρη φωτογράφου, ο οποίος εξύμνησε με τον πιο ποιητικό τρόπο την Ελλάδα, στην υιοθέτηση του έργου του από την τότε κυβέρνηση Βενιζέλου και συγκεκριμένα από το υπουργείο Εξωτερικών. Πράγματι, στο πολυσέλιδο συμβόλαιο που υπέγραψε ο Fred Boissonnas με τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη στο Παρίσι, ο φωτογράφος αναλαμβάνει την έκδοση μιας σειράς λευκωμάτων με θέμα την ανάδειξη της Ελλάδας και ειδικότερα όσων περιοχών πρόσφατα ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος ή ακόμα και εκείνων που αποτελούσαν διεκδικήσεις του κράτους. Στην ένατη σελίδα του συμβολαίου ο Henri και ο αδελφός του Edmond συνυπογράφουν ως συνεργάτες της ανάθεσης του καλλιτεχνικού έργου, αλλά και συνεχιστές του πατέρα τους σε περίπτωση θανάτου του. Την ίδια χρονιά ο Fred, συνοδευόμενος από τον Daniel Baud Bovy και τους δύο γιούς του Edmond και Henri, ξεκινά και πάλι για την Ελλάδα. Ο Edmond θα φύγει για τη Σμύρνη, ώστε να προσκομίσει τις απαραίτητες λήψεις για την έκδοση του λευκώματος Smyme, μέρος του ελληνικού προγράμματος του συμβολαίου.

Ο Henri θα πάει στη Μακεδονία και θα πραγματοποιήσει, από κοινού με τον πατέρα του, τη φωτογράφηση της συμπρωτεύουσας μετά τον πόλεμο. Καθ' οδόν θα ανέβουν στον Όλυμπο για να τραβήξουν τις φωτογραφίες που ο Fred δεν είχε καταφέρει να τραβήξει λόγω έλλειψη εξοπλισμού και βοηθού. Τελικά το λεύκωμα Smyme εκδίδεται από τις Editions d'Art Boissonnas και εντάσσεται στη σειρά «L'image de la Grece». Η Σμύρνη τελούσε εδώ και μήνες υπό ελληνική κατοχή γεγονός, που τονίζεται στην τρίτη κιόλας φωτογραφία του λευκώματος με το ελληνικό πολεμικό πλοίο ΛΗΜΝΟΣ και τα ελληνικά στρατεύματα κατά μήκος της προκυμαίας. Το 1920 εκδίδονται οι δύο τόμοι υης εκστρατείας της Μακεδονίας La Campagne de Macodoine 1916-1917 με φωτογραφίες του Edmond, εικονογράφηση του Henri και κείμενο του Fernand Feyler.

Ο Ανρί στο μέτωπο

Τον Μάιο του 1921, όταν ο Βενιζέλος έχει χάσει πλέον τις εκλογές, ο Henri Boissonnas, εφοδιασμένος με ελληνικό διπλωματικό διαβατήριο που εκδόθηκε στη Βέρνη της Ελβετίας από την ελληνική βασιλική αντιπροσωπεία (Legation Royale de Grece), πηγαίνει στην Ελλάδα μέσω της Ιταλίας. Συνοδοιπόρος και σύντροφος στο ταξίδι, που τελικά τον οδήγησε στα βάθη της Ανατολίας, ο ιστορικός του πολέμου και οικογενειακός φίλος Fernand Feyler. Έπειτα από εξάμηνη συμπόρευση με τη στρατιά της Μικράς Ασίας και στην κρισιμότερη καμπή του ελληνικού εγχειρήματος, ο Henri και ο Feyler επιστρέφουν πίσω στην Ελβετία μέσω Ιταλίας όπου ο Henri παθαίνει ελονοσία.
Η πυκνή αλληλογραφία με την αρραβωνιαστικιά του Valentine Baud Bovy κατά τη μακρά παραμονή του στο μέτωπο του πολέμου συσφίγγει τις σχέσεις των δύο νέων που, με την επιστροφή του Henri, επισφραγίζονται με τα δεσμά του γάμου.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΛΕΥΚΩΜΑΤΟΣ «SMYRNE». ΤΙΣ ΛΗΨΕΙΣ ΕΚΑΝΕ Ο ΕΝΤΜΟΝ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1919 ΚΑΙ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΠΟΥ ΥΠΕΓΡΑΨΕ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΦΡΕΝΤ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΤΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ Η ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΑΝ ΤΟΤΕ ΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ. ΣΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΑΝΡΙ ΛΙΓΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ (1921) ΣΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ.
Ο Henri ωστόσο αναζητεί ακόμα τον επαγγελματικό του δρόμο και ταλαντεύεται ανάμεσα στο έμφυτο πάθος του για τη ζωγραφική και την οικογενειακή υποχρέωση να εξασκήσει το επάγγελμα του φωτογράφου. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του αδελφού του Edmond το 1924, ο Henri αναλαμβάνει για τρία χρόνια τη διεύθυνση του φωτογραφείου στην Quai de la Poste. Η καθημερινή τριβή με τη φωτογραφία τον απομακρύνει από τη ζωγραφική και αναλαμβάνοντας το βάρος της ευθύνης γράφει στον πατέρα του: «Η εμπειρία έδειξε ότι η φωτογραφία με ενδιαφέρει αλλά έχει το μεγάλο μειονέκτημα ότι απορροφά όλον το χρόνο μου... O Paul Ganz, κάνοντας ένα πέρασμα από τη Γενεύη, μου πρότεινε να μου μάθει την τέχνη της αποκατάστασης των πινάκων... έτσι θα μυηθώ σ' αυτήν την τέχνη για την ημέρα, που δεν απέχει πολύ, όπου η παρουσία μου στη φωτογραφία δεν θα είναι τόσο απαραίτητη... τότε θα είμαι ελεύθερος να ζωγραφίζω...». Με τη βοήθεια και την παρότρυνση του Paul Ganz, διευθυντή του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βασιλείας, ο Henri θα αφοσιωθεί τελικά στη συντήρηση και την αποκατάσταση έργων τέχνης, εγκαταλείποντας από το 1927 οριστικά το φωτογραφείο στον μικρό του αδελφό Paul.

Η πρωτοπόρα χρήση της ραδιογραφίας και των υπεριωδών ακτίνων στη συντήρηση των έργων τέχνης, αλλά και η ειδίκευση του στα έργα του Holbein τού εξασφαλίζει διεθνή πελατεία. Η φήμη του γρήγορα ξεπερνά τα όρια της Ελβετίας. Από το 1934 εγκαθίσταται με τη γυναίκα του Valentine, συντηρήτρια ειδικευμένη στην αποκατάσταση σχεδίων και χαρακτικών, στη Ζυρίχη, και εργάζεται για τα μουσεία της Γενεύης, της Βέρνης και της Ζυρίχης. Σημαντικό του έργο θεωρείται η συντήρηση ολόκληρα της οροφογραφίας της ρομανικής εκκλησίας στο Zillis στο Grizons. Κατά τη μακρόχρονη ενασχόληση του με τη συντήρηση, συγκέντρωσε ένα πολυτιμότατο φωτογραφικό αρχείο με ραδιογραφικά αρνητικά και γενικά με τα διάφορα στάδια συντήρησα των έργων που αποτέλεσε τη βάση της επιστημονικής τεκμηρίωσης του Ελβετικού Ινστιτούτου για τη Μελέτη της Τέχνης. Ο Henri Boissonnas πέθανε τον Αύγουστο του 1966 στη Ζυρίχη.


ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΑΝΡΙ-ΠΟΛ ΜΠΟΥΑΣΟΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2002




from ανεμουριον https://ift.tt/2IGkuLa
via IFTTT
Από το Blogger.