Ιδιόρρυθμός μποέμ

του Κάρολου Τσίζεκ
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΒΟΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΖΩΓΡΑΦΩΝ ΤΟ 1944.
ΣΕ ΛΙΓΟ θα έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε που μας άφησε. Θυμάμαι το ήρεμο πρόσωπο του με τα άσπρα μαλλιά και τα άσπρα γένια που σε ξάφνιαζε στο άγγιγμα η κρυάδα του, κάτω απ' τον τρούλο του ναού του Αγίου Ελευθερίου. Το μνημόσυνο στον Άγιο Αντώνιο, όπου μένουν η γυναίκα του Νίκη και ο γιος του Γαβριήλ κι έχει μεταφερθεί το αρχείο του. Το μνημόσυνο στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια, που στο νεκροταφείο του είναι θαμμένος, τη δεξίωση που ακολούθησε και τους λόγους που εκφωνήθηκαν.

Μια εκδήλωση σεμνή κι επιβλητική ταυτόχρονα, σαν καθετί που ακτινοβολεί από μια πηγαία δική του αίγλη. Τώρα νοιώθω κάπως σαν τον οδοιπόρο που, καθώς ξεμακραίνει από ένα ύψωμα, αντιλαμβάνεται καλύτερα το περίγραμμα του.

Πολύπλευρη προσωπικότητα

Όπως έγραψα στο «Παραμιλητό» (Οκτώβρης 1994) είχε ένα σπάνιο πνευματικό ανάστημα και μια προσωπικότητα τόσο σημαντική και πολύπλευρη, ώστε φεύγοντας άφησε πίσω του και μέσα μου ένα κενό, που τίποτα δεν το γεμίζει. Κι αυτό παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες και ιδιοτροπίες του, που παίδευαν κυρίως τους γύρω του, αλλά δεν τον μείωσαν ποτέ στα μάτια μου. Ήταν τόσο πολύ ταυτισμένος με τη «Μητέρα Θεσσαλονίκη» ώστε θαρρείς πως την περιείχε ολόκληρη. Το τονίζω γιατί μου φαίνεται ότι η Θεσσαλονίκη σαν Πολιτιστική Πρωτεύουσα ελάχιστα σήμερα τον περιέχει. Ήταν ικανός να την αναστήσει από την τέφρα της και να την παρουσιάσει σε όλο το ιστορικό, πολιτιστικό και πνευματικό της βάθος, σαν τον ζωγράφο που ανακατεύει λίγο μαύρο στα χρώματα του. Αν παραδεχθούμε ότι το μαύρο, σαν απουσία χρώματος, συμβολίζει το θάνατο. Όμως επάνω σ' ένα μαύρο φόντο, πόσο πιο ζωηρά κι έντονα φαντάζουν το κίτρινο, το κόκκινο, ακόμα και το μπλε.

Η διαλογική σχέση του με το θάνατο αρχίζει με τον «Πεθαμένο και την Ανάσταση», το πρώτο βιβλίο όπου διαμορφώνεται όλο το μετέπειτα ύφος που τον χαρακτηρίζει και η θεώρηση της ζωής υπό το πρίσμα της αιωνιότητας διά μέσου της Ορθοδοξίας. Αφορμή του βιβλίου, η προσπάθεια του να αναστήσει τον Ανδρέα Δημακούδη, πρωταγωνιστή της πρώτης, ρεαλιστικής νουβέλας του, που αυτοκτονεί από έρωτα. Πρέπει να τον επηρέασε πολύ και η αυτοκτονία του εξάδελφου του Μιλτιάδη Πεντζίκη, στον οποίο αφιέρωσε μερικές σελίδες στο «3ο μάτι» και μερικούς στίχους στις «Εικόνες». Γενικά, μια βασική συνισταμένη όλου του έργου του είναι ακριβώς η προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος που χωρίζει τους νεκρούς από τους ζωντανούς. Θυμάμαι πως όταν κάποτε επισκεφθήκαμε το τεράστιο εβραϊκό νεκροταφείο, που καταστράφηκε στην Κατοχή και κτίστηκε αργότερα στη θέση του η σημερινή πανεπιστημιούπολη, δεν εύρισκε σύμφωνη με τις πεποιθήσεις του την απόλυτη γύμνια του (που εμένα με γοήτευε τότε), λέγοντας ότι εξόριζε τους νεκρούς σ' έναν άλλον κόσμο, χωρίς δεσμούς με τον δικό μας.

Δεν ξέρω τι απέγινε ένα μονόπρακτο του με τον τίτλο «Μπεθ Χαΐμ», που μας το διάβασε σε κάποια συγκέντρωση. Εντελώς αμυδρά θυμάμαι ότι ο πυρήνας του ήταν πάλι η δυάδα του ερωτευμένου πλην μοναχικού νέου και της απρόσιτης κοπέλας. Μπορεί όμως και να γελιέμαι.

Ιδιόρρυθμος μποέμ

Τον γνώρισα μέσω του Στέλιου Ξεφλούδα που ήταν καθηγητής μου στο Ιταλικό Γυμνάσιο, από το οποίο αποφοίτησα το 1939. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης δεν ήταν ακόμη τότε ο συγγραφέας που το έργο του θα απασχολούσε, σε μια επόμενη περίοδο, θαυμαστές, μελετητές και κριτικούς, ιδίως όσον αφορά τη σχέση του με το Βυζάντιο και την ορθόδοξη εκκλησία (κάτι που δεν τονίστηκε, νομίζω, αρκετά κατά την αναγόρευση του ως επίτιμου διδάκτορα). Ήταν περισσότερο ένας ιδιόρρυθμος μποέμ με ροπή προς τον ασκητισμό, που πρώτα απ' όλα μας γοήτευε με τον προφορικό του λόγο και ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας με αμφιλεγόμενες (όχι βέβαια για μας που τον θαυμάζαμε) επιδόσεις, αντιμέτωπος με εμπόδια που μοιάζανε αξεπέραστα και τα πολλαπλασίαζε και η «κοινωνική του ασυμμετρία». Τα απανωτά χαστούκια που δεχόταν από το λογοτεχνικό κατεστημένο ισοδυναμούσαν, για μας και για τον ίδιο, με νίκες που αποδείχνανε το ατίμητο της αξίας του. (Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και ο νέος σήμερα δεν αντέχει χωρίς άμεσες αποδείξεις. Αλλά ενώ δεν συναντά αξιόλογη αντίσταση, καταστρέφεται από την ευκολία.).

Είχε σπουδάσει Φαρμακευτική στο Στρασβούργο (αποκομίζοντας και μιαν έξοχη γνώση της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας) και είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του ένα φαρμακείο στην οδό Εγνατία, κοντά στη διασταύρωση της με την οδό Αγίας Σοφίας, στο οικοδομικό τετράγωνο όπου και σήμερα δεσπόζει το Μέγαρον Βαρβιτσιώτου (άβαφο επί δεκαετίες). Το φαρμακείο (που έμελλε ν' αποβεί παρανάλωμα του πάθους του), έγινε γρήγορα το εντευκτήριο των κυριότερων λογοτεχνών και των ελάχιστων ζωγράφων που αριθμούσε τότε η Θεσσαλονίκη.

Εκεί ο Πεντζίκης, σκυμμένος στο γραφείο του, έγραφε καθημερινά επί ώρες, με τον ωραίο και ιδιάζοντα γραφικό χαρακτήρα του, στον οποίο πλεόναζαν, όμοιες με σπειροχαίτες, οι περισπωμένες. Πολλές φορές τ' απογεύματα κατέβαζε το κεπέγκι κι επισκεπτόμασταν τις βυζαντινές εκκλησίες, μέσα κι έξω από τις οποίες επιδίδονταν σε ατέλειωτους αυτοσχεδιασμούς, αραδιάζοντας τις πιο απίθανες πληροφορίες, παρατηρήσεις, συσχετίσεις και αναφορές. Ο λόγος δημιουργεί τα πράγματα. Η μορφή του που συχνότερα μου έρχεται στο νου είναι κυρίως αυτή, της πρώτης περιόδου• κι έτσι, σχεδόν πάντα, τον θυμόταν και ο στενότερος φίλος και συνεργάτης του Γιώργος Κιτσόπουλος, που πέθανε πρόσφατα. Περισσότερα σχετικά έχω δημοσιεύσει στο «Παραμιλητό».

Νέα Σκιώνη Κασσάνδρας

Αλλά και το 1951 που παραθερίζαμε στη Νέα Σκιώνη Κασσάνδρας, είχα μαζί του ανεπανάληπτες εμπειρίες. Η χερσόνησος ήταν αποκομμένη τότε από την υπόλοιπη Μακεδονία, και κυρίως τη Θεσσαλονίκη, σε βαθμό που είναι σχεδόν αδύνατο, σήμερα, να τον φανταστείς. Δεν υπήρχανε δρόμοι ούτε συγκοινωνία πέρα από τη Βάλτα, ο ταχυδρόμος (ονόματι Οδυσσέας) εξυπηρετούσε τα χωριά έφιππος. Η διαμονή στην Κασσάνδρα ενέπνευσε στον Πεντζίκη «Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης». Είναι ένα απερίγραπτα πλούσιο, ποικίλο, ανομοιογενές μέχρι και ετερόκλητο βιβλίο, με πολλά επίπεδα γραφής και αλλεπάλληλες αφηγήσεις, τόσο που μια σύντομη παρουσίαση του δεν θα μπορούσε παρά να το αδικήσει. Επιβεβαιώνει τη δήλωση του ίδιου του Πεντζίκη: «Ουσιαστικά είμαι συγκολλητής», στη συνέντευξη του «Ποτέ δεν θα γίνω λογοτέχνης...» («Διαβάζω», τευχ. 11,1978). Αν, συχνά, περισσότερο εντυπωσιάζει παρά συγκινεί, αυτό οφείλεται στην προαίρεση του να μην εκφράζεται πάντα άμεσα, αλλά μέσα από τα πράγματα και τα γεγονότα που συσσωρεύει και προβάλλει σαν έναν δεύτερο εαυτό του δημιουργώντας την αίσθηση μιας ατέρμονος διαδρομής σε ένα απέραντο εσωτερικό τοπίο. Περιέχει σελίδες τόσο πυκνές και γεμάτες, που θα έλεγα ότι είναι αδύνατο να βρεις ανάλογες αλλού. Μοιάζουν ξερολιθιές, υπομονετικά κτισμένες, αλλά με πολύχρωμους και ποικίλους λίθους, παρμένους από απίθανα σημεία του μνημικού χώρου και χρόνου, ώστε να αποκτούν μυθικό βάθος αδιάρρηκτα δεμένο με τον τόπο και μάλλον αδιανόητο εκτός Μακεδονίας.

Από την άλλη πλευρά, ο συνδετικός ιστός αυτού και άλλων κειμένων του είναι εξαιρετικά χαλαρός, για να μην πω ανύπαρκτος. Θα μπορούσαν εύκολα να διασπασθούν σε αυτοτελείς ενότητες. Ο συγγραφέας αδυνατεί ή απαξιεί να συνθέσει τα επιμέρους σε ένα οργανικό σύνολο, περικόπτοντας και τα περίσσια. Δεν υπάρχει ανάπτυξη ούτε εξέλιξη. Οι παραθετικές εξιστορήσεις μοιάζουν με κοίτη ποταμού όπου το νερό έπαψε να ρέει, αποκαλύπτοντας τους πιο ιδιόμορφους γεωλογικούς σχηματισμούς. Κοιλώματα, βράχια, κροκάλες κι ό,τι άλλο μπορεί να κάλυπτε το νερό, ίσως παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, κάποτε όμως σε κουράζει η αιχμηρή στατικότητά τους, όσα κι αν γυαλίζουν νερά στις γούβες και ψήγματα χρυσού στην άμμο. Κι αναλογίζεσαι το απόφθεγμα του Ροσίνη για τον Βάγκνερ: «Έχει θαυμάσιες στιγμές και βαρετά τέταρτα της ώρας».

Δυο μήνες μαζί

Έμεινα στην Κασσάνδρα με το Νίκο και τη γυναίκα του σχεδόν δύο μήνες. Στα τέλη του Αυγούστου μια ξαφνική καταιγίδα αναστάτωσε το ειδυλλιακό περιβάλλον, προκαλώντας καταστροφές με ανθρώπινα θύματα και αχρηστεύοντας τους πρόχειρα χαραγμένους, σε αργιλώδεις πλαγιές και κοίτες χειμάρρων, δρόμους. Ένας κεραυνός έπεσε στο σπίτι όπου έμενε η κ. Ραζή με τα παιδιά της (ευτυχώς λείπανε εκείνη την ώρα, περίπου 2 μ.μ., είχαν έρθει από τη Θεσσαλονίκη) και ο Σπανοκαλύβας ξεχείλισε. Εμείς είχαμε καταφύγει με άλλους σε μια καλύβα στους λόφους κι ακούγαμε το απειλητικό βουητό του νερού που πλημμύριζε τα πάντα. Ένας χωρικός, αψηφώντας την καταρρακτώδη βροχή, μας αντάμωσε, ψάχνοντας να βρει τη γυναίκα του. Ένα ποντίκι χώθηκε κι αυτό στην καλύβα, κολυμπώντας κάτω από την πόρτα και μας έβλεπε σαστισμένο.
Ο Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΤΣΙΖΕΚ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ.
Ο Πεντζίκης με τη γυναίκα του έμενε τότε στο παραθαλάσσιο σπίτι της οικογένειας του Τριαντάφυλλου Κατραντζή, εγώ με τους γονείς μου στο σπίτι της Αργυρώς, χήρας του Κάσσανδρου Σταυρακούδη. Τον είχε παντρευτεί χάρις στις ελιές που της είχε δώσει προίκα ο πατέρας της (επαληθεύοντας τα «όποια έχει όρθια στον κάμπο...») και τον είχε χάσει ύστερα από ένα ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, όπου έπαθε τροφική δηλητηρίαση από πατσά.

Πεζοπορώντας

Κάναμε ολοήμερες εκδρομές ιδίως οι δυο μας. Για να πας με τα πόδια από τη Νέα Σκιώνη στη Βάλτα ή Βαλτοπρωτεύουσα, όπως την αποκαλούσε κοροϊδευτικά ο Πεντζίκης (μετονομάστηκε σε Κασσανδρεία) χρειαζόσουνα τέσσερες έως πέντε ώρες. Κάποτε που τον συνόδευσα μέχρι εκεί, για να πάρει το λεωφορείο, δυσκολεύτηκα να επιστρέψω μες στο αυγουστιάτικο λιοπύρι, γιατί έχασα το δρόμο και δεν βρισκόταν πουθενά άνθρωπος να με κατατοπίσει. Οι πορείες αυτές συνοδεύονταν, συνήθως, από ατέλειωτες ομιλίες του Πεντζίκη που ανέπτυσσε πάντα το θέμα του αρχίζοντας, κατά κάποιον τρόπο, από κτίσεως κόσμου. Έτσι, μέχρι που να φθάσει (αν έφθανε ποτέ) στην ουσία, διανύαμε μερικά χιλιόμετρα.

Προχωρούσε εξαιρετικά γρήγορα στ' ανώμαλα «σύρματα», φορώντας ένα ψάθινο καπέλο και κρατώντας ένα πρόχειρο ραβδί στο χέρι. Έτρεμε όμως τα τσοπανόσκυλα, αυτή τη «μάστιγα των Βαλκανίων», όπως τα αποκάλεσε ένας ξένος συγγραφέας. Διασχίσαμε πεζοπορώντας όλη τη χερσόνησο, σημειώνοντας σ' έναν αυτοσχέδιο χάρτη τις διάφορες διαδρομές. Φθάσαμε μέχρι το Παλιούρι, τον Άγιο Νικόλαο Κανίστρου, κι εγώ μέχρι τον κάβο Καλογρηα. Ανακαλύψαμε τη Μαυρόμπορα, ένα υδάτινο μάτι σε σχήμα μεγάλου πηγαδιού, ψηλά, στην καρδιά της χερσονήσου, που θαρρώ ότι και σήμερα λίγοι θα το γνωρίζουν.

Ο Πεντζίκης ξεκινούσε πάντα ανεφοδίαστος σε τρόφιμα, κι ερχόταν, φυσικά, κάποια στιγμή που δεν άντεχε. Κατάφευγε, τότε, σε κανένα καφενείο και βολευότανε με ό,τι εύρισκε. Έπειτα με παρακαλούσε να μη το μαρτυρήσω στη Νίκη, σαν να είχε δώσει όρκο και τον είχε παραβεί.

Η ζήλεια, που δεν μπορούσε να την υπερνικήσει, μολονότι δεν ήταν ενδόμυχα πεπεισμένος για τις αφορμές της και γι' αυτό λησμονούσε την επομένη ό,τι την προηγούμενη τον είχε κάνει να παραφερθεί, μας επιφύλαξε δυσάρεστες στιγμές σε μια διήμερη μακρινή εξόρμηση που κάναμε οι τρεις μας. Το γαϊδούρι που είχα πάρει μαζί μου, περισσότερο για παρέα, συνέβαλε κι αυτό στα δρώμενα, όταν το σαμάρι του έγειρε στο πλάι από το βάρος ενός σακιού με καρύδια κι έριξε τη Νίκη που καθότανε επάνω του, προκλητικά ανάσκελα στους θάμνους. Αυτά, όπως έγραψα στον ίδιο, και το χάρηκε, μετά τόσες δεκαετίες έχουν μεταβληθεί σε άρωμα με την ονομασία «Jalousie», που πουλιέται στις λαϊκές αγορές από τους επαναπατρισθέντες προς χίλιες δραχμές το φιαλίδιο.
Ο ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ. ΚΑΒΑΛΑ, 1990. ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ. (ΑΡΧΕΙΟ: Δ. ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΔΕΜΕΡΤΖΗ).
Σήμερα η διαμονή μου με το ζεύγος Πεντζίκη στην Κασσάνδρα και η επαφή μου με μια ασπίλωτη Χαλκιδική, όχι απλώς μοιάζουν, αλλά αποτελούν ένα ανεπανάληπτο όνειρο. Μια ήπια φύση, που δεν σε εμποδίζει την ώρα που βαδίζεις αμέριμνος, να βλέπεις, να στοχάζεσαι και να ονειροπολείς. Βατά τοπία, μέτρια υψώματα, φιλόξενα δάση, ειδυλλιακές ακρογιαλές, λογικές αποστάσεις, εύκρατο κλίμα, ευωδιαστή ατμόσφαιρα, φιλόξενοι κάτοικοι. Περιβάλλον πλούσιο σε μαρτυρίες τόσο του αρχαίου όσο και του μεσαιωνικού μας πολιτισμού. Ανεκμετάλλευτες σπηλιές που το ζεστό θειούχο ιαματικό νερό τους χύνεται στη θάλασσα (περιγράφονται στο κεφάλαιο «Εύρεση της πέτρας»).

Η άλλη Χαλκιδική

Μια Χαλκιδική που κατά ένα μεγάλο μέρος χάθηκε για πάντα, αλλά που τότε η γη της φάνταζε ελαφρότερη από άλλες, για τη μοιραία ώρα που θα σε σκέπαζε: «Τα φύλλα τον φθινοπώρου πέφτουν ομορφαίνοντας το θάνατο. Φύλλα πάρα πολλά υπόξανθα, κίτρινα ή κόκκινα κρασάτα, μέσα από το κιγκλίδωμα κάλυπταν τον τάφο της πάλαι ποτέ Ζωής, αναπαυόμενα νωχελικά στην πέτρινη ψύχρα του μαρμάρου, που η υγρασία το μαύριζε. Μπροστά στο σιδερένιο κάγκελο ορεγόμουν ν' αγγίσω το χνούδι στις ρωγμές των μαρμάρων, σάμπως σπρωγμένος απ' έναν παράτολμο έρωτα». («Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης»).


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΤΖΙΚΗΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997




from ανεμουριον https://ift.tt/3cX4imz
via IFTTT
Από το Blogger.