Διάδοχος των Βυζαντινών

του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου
Ο Ν.Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ ΚΑΙ Ο Ν.Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΝΤΖΙΚΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ.
Δεν θα με απασχολήσουν εδώ οι λογοτεχνικές αρετές του Πεντζίκη, για τις οποίες ούτε και ο ίδιος πολυενδιαφερόταν, παρά την τεράστια λογοτεχνική του υποδομή. Ο Πεντζίκης δεν έγραφε απλώς και μόνο για να εκφραστεί λογοτεχνικά και να στεγαστεί υπό τον τίτλο του συγγραφέα. Γράφοντας δοκιμαζόταν στην πάλη με τον εαυτό του και με τα πράγματα, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα και τον αναγνώστη. Ήταν ένα φλεγόμενο όνειρο ως ύπαρξη ο Πεντζίκης, που ωστόσο γύρευε την υποταγή. Θυμάμαι που μου έλεγε πως το «Αρχείον», αν μεταφραζόταν ρωσικά, θα βοηθούσε τους Ρώσους να ξαναβρούν την πίστη τους. Έχω την εντύπωση πως το «Αρχείον» γράφτηκε για να ξαναβρούμε εμείς την πίστη μας, καθ' ότι το ζήτημα που καλούμαστε και θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε είναι το θρησκευτικό, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράταιρα στα ώτα της πληθύος των ιδεοκρατούμενων διανοουμένων, αλλά και διαφόρων εμπαθών θεολογούντων οι οποίοι έσπευσαν, μετά το θάνατο του και εκ του ασφαλούς ομιλούντες, να κατατάξουν το έργο του στα αζήτητα. Η συζήτηση για το έργο του Πεντζίκη ουσιαστικά ακόμα δεν άρχισε, όμως είμαι βέβαιος πως δεν θα βραδύνει η ώρα.

Μικρό γραμματικό

(Του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου)

Είχα γράψει, οκτώ φορές ένα σοφιστικό κείμενο για την προστακτική επέτρεψε στο ποίημα «Παράκληση» του Πεντζίκη. Λησμονώντας ότι ήταν και γραμματικά διάδοχος των Βυζαντινών, κομψολογούσα γι' αυτό το ηθελημένο, καθώς νόμιζα, λάθος, με το οποίο ο Πεντζίκης μιμείται, τάχα μου, το επέστρεφε του Καβάφη. Παράχωσα εκεί και το επίστρεψε η Σουλαμίτις του Άσματος Ασμάτων, ακόμη και τα ελιοτικά για τον παρελθόντα, τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνο κατάφερα να στριμώξω. Το ευρηματικό γραμματικό μου δοκίμιο, αντίθετα με όσα έλεγε για την προστακτική τού Καβάφη ο Χ.Χ. Χαριτωνίδης, κατέληγε στο συμπέρασμα: «Εκλαμβάνω, λοιπόν, το επέτρεψε του Πεντζίκη ως βαστάζο της δυστυχίας του επέστρεψε, αφού των αισθητών και των υπεραισθητών το σύνορο είναι η Παναγία».
«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΛΕΕΙ ΟΤΙ Η ΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΥΡΙΩΣ ΜΕ ΘΥΜΑΤΑΙ ΕΙΝΑΙ Η ΞΑΠΛΑ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ» (ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Ν.Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ, 18.4.67).
Ύστερα έτριβα τα χέρια μου και καμάρωνα ωραία, που θα έλεγε ο Σκαρίμπας, ώσπου έφερε πάλι κάποιος άνεμος τον Πεντζίκη στη Χαλκίδα. Θέλοντας να επιβεβαιώσω τη θεωρία και το συμπέρασμα μου, τον ρώτησα γιατί έγραψε επέτρεψε. «Πώς να το έγραφα;», έκανε, απορώντας. «Μα η προστακτική δεν παίρνει αύξηση», του είπα πτοημένος. Φάνηκε να σαστίζει για λίγο, ύστερα αποκρίθηκε: «Έτσι το λέμε».

Ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκ' η γραφή.

Μνήμης παρηγοριά

(Του Γιάννη Μενεσίδη)

Ο ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, επώνυμος της νίκης, ζωγραφικά αντιστέκεται στο χρόνο και νικά τη λήθη και τη μνήμη. Τα έργα του απηλλαγμένα από την αμεσότητα, χωρίς ατομικές διαστάσεις, είναι καταθέσεις μνήμης και αναφοράς στην εμπειρία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας και των Αγίων της. Μεταφέρουν παραμυθία και ελπίδα, αναπλάθοντας τη φθορά και το θάνατο σε ζωή ατελεύτητο. Οι μάρτυρες, οι όσιοι, οι οσιομάρτυρες και το πλήθος των ανωνύμων αγίων, γίνονται πουλιά, ψάρια ή κτίσματα στη ζωγραφική του επιφάνεια. Επιλέγει σταθερά σύμβολα για να μεταφέρει την αλήθεια των πραγμάτων με το χρωματικό φως. Δανείζεται το Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου και ανάλογα κοσμικά κείμενα για να συγκρίνει και να μεταπλάσσει τα γράμματα σε δονήσεις ποικίλων εκδηλώσεων της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτά καταθέτει σαν υλικό στη ζωγραφική του προσπάθεια.
«ΕΙΚΩΝ ΦΙΛΟΥ» (ΤΕΜΠΕΡΑ, 1968), ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΑΡΡΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ.
Οι πίνακες του παρηγορούν με την πυκνότητα της πινελιάς, τη χρωματική τόλμη και αρμονία, τη μνημική σχεδιαστική απλότητα, την περιχώρηση των περιγραμμάτων στον περιβάλλοντα χώρο και τον κερματισμό της επιφάνειας. Η Θεσσαλονίκη χαίρεται το αγλάισμα της, τιμά τον ερμηνευτή της βυζαντινής αισθητικής της, λαμπρύνει τον λογοτέχνη «της μητέρας Θεσσαλονίκης» και ποιητή των «εικόνων» και γεύεται το ζωγράφο των πουλιών και ιχθύων της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης.

Μια ζωγραφιά

(Του Ανδρέα Φωκά)

ΕΡΧΟΜΑΙ από έναν ωραίο περίπατο. Ηλιόλουστη μέρα. Ποικίλα φυτά, λουλούδια, πέτρες χρωματιστές, βότσαλα, κοράλια διάφορα, αχιβάδες. Πιο πάνω χώμα βυσσινί, βουνά και λόφοι. Ανοίγματα ουρανού βαθιά γαλάζια. Τοιχώματα παλιών εκκλησιών κι αλλού χαλάσματα τοίχων. Περίβολοι κοιμητηρίων φτωχών μ' ευτελή τσίγκινα φανάρια. Σταυροί σιδερένιοι ή σανιδένιοι παντού. Μαργαρίτες πολλών χρωμάτων. Πέρασα κι από τόπους ανασκαφών αρχαίων ερειπίων.
«ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ» (ΤΕΜΠΕΡΑ, 1972).
Κι από βυθούς θαλασσών, βασίλεια μυστηριώδη, κόσμοι αλλιώτικοι. Πήγα μακριά, μου φάνηκε, σ' άλλες εποχές. Πρόσωπα και πράμματα που κάποια ειδική μνήμη φέρνει στο νου. Κι άλλα πάλι που αμυδρά και πολύ θολά φαίνονται. Κι άλλα πάλι που ούτε φαίνονται ούτε λέγονται. Είμαι μπροστά σε μια ζωγραφιά του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.

Ο κυρ-Νίκος

(Του Ιωάννη Ζήκα)

«...Ενεπάγην εις ιλύν βυθού, και ουκ εστίν υπόστασις» (Ψαλμός ΞΗ 68)

ΤΟ ΒΑΘΥ ποιητικό ένστικτο μαζί με την λαχτάρα για ζωή, κονιορτοποίησε την ύπαρξη του, την διέλυσε, και αυτό που σχεδόν καθημερινά βίωνε τον έκανε να αρδεύει τα κατώτατα στρώματα του υποσυνείδητου. Αυτό θα πει πως εντός του έφερε ένα σπάνιο και γνήσιο δώρο, την αίσθηση εκείνη πως μόνο από το φως πηγάζει η γνώση κι όχι το αντίθετο. Καταλάβαινε όσο κανένας άλλος της γενιάς του, το ύποπτο φαινόμενο του ουμανισμού και τι κρύβεται πίσω απ' όλη αυτήν την φανφάρα και, αυτό γιατί έκπληκτος σχεδόν μεθυσμένος διαπίστωνε πως για να έχει κανείς λόγο εκφραστικό σημαίνει να παραδίδεται εξ ολοκλήρου στο άγνωστο. Να χάσει τον εαυτό του και στην χασούρα αυτή να τον γνωρίσει καλύτερα. Χρωστάω πολλά στον κυρ-Νίκο. Έμαθα κοντά του πως το θαυμάσιο, το εξαιρετικό του ατόμου σαν μονάδα είναι σκότος, έμαθα δε και το καταπληκτικότερο, πως νίκη είναι σε ποιο «σημείο» θα ακουμπήσεις την ήττα σου. (Παραμονή των Αρχάγγελων)


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΤΖΙΚΗΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997




from ανεμουριον https://ift.tt/2UbrGnU
via IFTTT
Από το Blogger.