Άσπρο-μαύρο, σε φυσικό φως

της Ελένης Μπίστικα
Η Βούλα Παπαϊωάννου στη βεράντα του εξοχικού σπιτιού στο Μαρούσι.
«Η Βούλα Παπαϊωάννου ήταν μια γλυκύτατη, σοφή γυναίκα που, όταν της ζητούσες τη συμβουλή της, σου την έδινε, σκύβοντας με αγάπη πάνω στην ουσία του προβλήματος». Η κυρία Τίτη Καραντάνη, αγαπημένη ανιψιά της Βούλας Παπαϊωάννου, είχε το προνόμιο να γνωρίζει όσο κανείς άλλος τη θεία της, αδελφή της μητέρας της Ασπασίας, μια και έζησαν μαζί τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής της μεγάλης φωτογράφου. Μιλά γι' αυτήν με θαυμασμό και σεβασμό, κρατώντας την κάθε ανάμνηση σαν ατίμητο εύθραυστο κρύσταλλο, μακριά από την επιπόλαιη προσέγγιση.
Το 1936 στο Λουτράκι. Από δεξιά: Κωνσταντίνος Καραντάνης, Τιτή Καραντάνη, Βούλα Παπαϊωάννου, Τάκης Παπαϊωάννου και Σώτος Καραντάνης.
Ο ήχος της πόλης φθάνει πνιχτός στον τέταρτο όροφο της Ηρακλείτου 4, όπου ήταν το τελευταίο σπίτι της Βούλας Παπαϊωάννου, διακοσμημένο από την ίδια με οικογενειακές φωτογραφίες. Το φως του μεσημεριού, απαλό, μπαίνει μέσα από τις κουρτίνες και χαϊδεύει τα παλιά καρυδένια έπιπλα - άρωμα εποχής και νοσταλγίας, τα κομψοτεχνήματα, γιαπωνέζικες μεταξοτυπίες στους τοίχους. Πάνω στο βαρύ τραπέζι, αυτό που ήταν η Βούλα Παπαϊωάννου: δυο - τρεις φωτογραφίες της διαβατηρίου. Ένα έξυπνο συμπαθητικό πρόσωπο Αθηναίας αστής. Τα επαγγελματικά πιστοποιητικά - η ταυτότητα της ως μέλους, από το 1952, της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρίας και της διεθνούς FIAP, με τη γενναιόδωρη υπογραφή της. Το Δελτίον Ελευθέρας Εισόδου στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους του κράτους, οπού φωτογράφιζε με την ιδιότητα της δημοσιογράφου. Ακόμη η φωτογραφία της γιαγιάς Αφροδίτης Παπαϊωάννου, το γένος Παπακώστα, από οικογένεια που έβγαζε βουλευτές, με τον Ανδρέα Καραντάνη, τον μοναχογιό της Τίτης, μωρό το 1943. Και ένα οικογενειακό «ενσταντανέ» τραβηγμένο από τον φωτογράφο του Λουτρακίου, απέναντι από την Πηγή Καραντάνη, το 1936, τότε που η Βούλα συνερχόταν από το ναυάγιο του γάμου της με τον καθηγητή - συγγραφέα - ποιητή Γιάννη Ζερβό. Ο αγαπημένος αδελφός της Τάκης που χάθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα το 1947, και που ήταν αυτός που μύησε τη Βούλα στην τέχνη, και στο μεράκι της φωτογραφίας, η νεαρή Τίτη με τον άνδρα της Κώστα Καραντάνη, ο ανιψιός του Σώτος. Η συντροφιά μοιάζει ξένοιαστη και ευτυχισμένη. Τα σύννεφα του πολέμου δεν έχουν αρχίσει να μαζεύονται. Σε μία ακόμη φωτογραφία, τραβηγμένη από τη Βούλα, η όμορφη και άτυχη αδελφή της Άννα με στολή νοσοκόμας. Πέθανε πολύ νέα, όπως και η δευτερότοκη Φούλα.
Η γιαγιά Αφροδίτη το 1943 ταΐζει τον Ανδρέα Καραντάνη.
Κόρη του Θεοχάρη Παπαϊωάννου που ήταν στρατιωτικός και της Αφροδίτης, η Βούλα γεννήθηκε στη Λαμία το 1898. Είχε τέσσερα αδέλφια, την Ασπασία, τη Φούλα, τον Τάκη και την Άννα. Το 1908 η οικογένεια της ήρθε στην Αθήνα, όπου έμεινε πρώτα στην Πλάκα και μετά στο Κολωνάκι. Δημοτικό πήγε στης Χιλλ και μετά στις καλόγριες, της Χαριλάου Τρικούπη. Το 1914 παντρεύτηκε η Ασπασία τον Ανδρέα Φαρμάκη και έκαναν πέντε κορίτσια, η μία είναι η Τίτη - Αφροδίτη.
Το 1900 στη Λαμία. Από αριστερά: Αφροδίτη Παπακώστα, Ασπασία Παπαϊωάννου, Θεοχάρης Παπαϊωάννου, Παναγιάτης-Τάκης Παπαϊωάννου. Μπροστά στη φωτογραφία η Βούλα Παπαϊωάννου.
Η Βούλα, όπως η ίδια είπε, «μετά τις γυμνασιακές σπουδές, ήθελε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική αλλά αγαπούσε και την αρχαιολογία». Πήγε πρώτα στο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά κάποιο οικογενειακό πρόβλημα τη σταμάτησε. Ίσως ήταν ο θάνατος της Άννας, που ήταν φοιτήτρια της Ιατρικής και πέθανε από μόλυνση. Χωρίς πτυχίο, αλλά με μόρφωση εγκυκλοπαιδική, γιατί διάβαζε πολύ, η Βούλα μιλούσε γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά, και νέα έπαιζε πιάνο.
Η Βούλα Παπαϊωάννου νεαρή φοιτήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου
Πήγαινε τακτικά στο Αρχαιολογικό Μουσείο, ήθελε να εργασθεί στο τμήμα συντήρησης. Ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς την έπεισε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία, για να τυπωθούν κάρτες των εκθεμάτων με καλλιτεχνική διάσταση. Η ιδέα άρεσε στη Βούλα Παπαϊωάννου, που ζήτησε από τον φωτογράφο Γεραλή, αδελφό του ζωγράφου, να τη μυήσει στην τεχνική της φωτογραφίας και του σκοτεινού θαλάμου. Μαζί έκαναν τις πρώτες φωτογραφίες και μετά η Βούλα άνοιξε φτερά. Πήγαινε στο ύπαιθρο μόνη και φωτογράφιζε τοπία και ανθρώπους στη δουλειά. Οι φωτογραφίες αυτές κίνησαν το ενδιαφέρον του υπουργείου Τύπου και Τουρισμού και της ζήτησαν υλικό.
Η Άννα Παπαϊωάννου.
Έτσι άρχισε η επαγγελματική της σταδιοδρομία, από το 1937, ενώ είχε μεσολαβήσει και το τέλος του γάμου της με το Γιάννη Ζερβό, με τον οποίο είχε παντρευτεί από αγάπη το 1925. Η φωτογραφία ήταν η διέξοδος και το στήριγμα της. Οι κάρτες του Αρχαιολογικού Μουσείου γίνονται ανάρπαστες. Ο πόλεμος τη βρήκε να φωτογραφίζει ιαματικές πηγές. Γύρισε στην Αθήνα και ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως φωτορεπόρτερ. Αρνήθηκαν «γιατί ήταν γυναίκα» και της πρότειναν να φωτογραφίσει τη ζωή της Αθήνας στον εμπόλεμο πυρετό.

Στην κατοχική Αθήνα

Η επιστράτευση, ο πόλεμος, η κατοχή, η πείνα λειτούργησαν σαν αποφασιστικοί μοχλοί που άλλαξαν τη ζωή της, ριζικά. Η διακριτική κομψή νέα γυναίκα που ζούσε από τα εισοδήματα της, μέσα στην ασφάλεια της οικογένειας της, άδραξε τη φωτογραφική της μηχανή, πρώτα μια επαγγελματική SPEED GRAPHIE και μετά μία ROLLEIFLEX, RETINA (όπως γράφει η κάρτα της ΕΦΕ), κι από το σπίτι του παππού, στην Πατριάρχου Ιωακείμ, βγήκε στους δρόμους της ανάστατης Αθήνας που πεινούσε και στέναζε. Τα παιδιά που δεν απέκτησε ποτέ, ήταν όλα αυτά τα ξυπόλυτα αγγελούδια με τις μπούκλες, που μεγάλωναν χωρίς παιχνίδι, κι εκείνα με τις πρησμένες κοιλιές της αβιταμίνωσης. Και όταν ήρθε η κατοχή και οι Γερμανοί δεν άφηναν την ενεργητική αυτή γυναίκα να φωτογραφίζει, η Βούλα βρήκε λύση. Με τη βοήθεια της Αμαλίας Λυκουρέζου που είχε παντρευτεί τον εδώ Ελβετό πρέσβη, κρυμμένη, καθώς ήταν μικροσκοπική και αθόρυβη, ανάμεσα στους πανύψηλους Ελβετούς των διαφόρων επιτροπών, πήγαινε παντού και φωτογράφιζε τις σκηνές της πείνας και της εξαθλίωσης. Και αυτές οι φωτογραφίες, που με δικά της έξοδα, μόνη της, τύπωνε στο σκοτεινό θάλαμο του άλλου σπιτιού της, στην Τσακάλωφ 36, έγιναν η αιτία να δοθεί η αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.
Η τελευταία φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου.
Τότε, δικαιωμένη για τον αγώνα της η Βούλα, ξεκίνησε τη μόνη επίσημη έμμισθη αποστολή ως διευθύντρια αποστολών της UNRRA. Μ' ένα μεταγωγικό στρατιωτικό αεροπλάνο, καθισμένη κατάχαμα, η Βούλα Παπαϊωάννου βρέθηκε στην Ήπειρο και τη Μακεδονία, στα ρημαγμένα χωριά, με τις μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαν θάψει τους νεκρούς τους και αγωνιζόντουσαν να μεγαλώσουν τα παιδιά, αγγελικά μουτράκια, κουρεμένα σύρριζα με μια ώριμη έκφραση μεγάλου που είδε και έμαθε πολλά.
Το 1960 μια πάθηση στα μάτια την ανάγκασε να σταματήσει να φωτογραφίζει. Το 1970 πήγε να μείνει με την αδελφή της Ασπασία και την Τίτη στο οικογενειακό σπίτι της Τσακάλωφ. Στον Άγιο Διονύση τον Αρεοπαγίτη η λεπτή κυρία με τα λευκά μαλλιά και τους χονδρούς φακούς στα γυαλιά ήταν γνώριμη φιγούρα. Η θρησκεία και η πίστη ήταν τώρα το στήριγμα της.
Η επαγγελματική ταυτότητα της Βούλας Παπαϊωάννου από την Ε.Φ.Ε.
Το φωτογραφικό της θησαυρό, 12.500 αρνητικά, τα εμπιστεύτηκε σε «καλά χέρια», στο φωτογραφικό τμήμα του Μουσείου Μπενάκη, το οποίο, το 1989, οργάνωσε σε συνεργασία με την ΕΦΕ την πρώτη φωτογραφική έκθεση του έργου της, στο Σπίτι της Κύπρου. Με την ευκαιρία αυτή τη γνώρισε ο τότε πρόεδρος της Φωτογραφικής Εταιρίας, και πολύ καλός φωτογράφος ο ίδιος, Νίκος Σαραβάνος. Μαζί με τη Ρούλα Μιχαηλίδου, εθελόντρια συνεργάτιδα του Μουσείου Μπενάκη πήραν την πρώτη συνέντευξη από τη Βούλα Παπαϊωάννου. Ήταν τότε που είχα την ευκαιρία να τη συναντήσω, για την «Κ», Κάτι συνέβη και η συνέντευξη αυτή δεν έγινε ποτέ. Έμεινε ο ήχος της φωνής της Βούλας Παπαϊωάννου, τελευταίο καλοκαίρι στην Κηφισιά, να εξηγεί, σε εξομολογητικό τόνο, ότι: «στη φωτογραφία βρήκα έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο έκφρασης που με έκανε ευτυχισμένη. Ταξίδεψα στο εξωτερικό πολλές φορές, γύρισα όλη την Ελλάδα. Με τραβούσε ιδιαίτερα η ζωή της υπαίθρου, τα τοπία, οι αρχαιολογικοί χώροι. Προσπαθούσα να' καταγράψω το μόχθο, τον ιδρώτα, την πίκρα, την ευτυχία των ανθρώπων. Αυτός ήταν ο λόγος που ποτέ δεν έκανα φωτογραφία STUDIO, ποτέ δεν χρησιμοποίησα φλας, το φυσικό φως με γέμιζε, μου έδινε αυτό που ήθελα. Ήθελα πάντα η φωτογραφία να είναι ζωντανή». Η συζήτηση αυτή είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό «Ελληνική Φωτογραφία», τεύχος 118,1989.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1990 η Βούλα Παπαϊωάννου έσβησε έπειτα από σύντομη νοσηλεία στον «Ερυθρό Σταυρό». Η κηδεία της έγινε στο Α' Νεκροταφείο. Ο τελευταίος χαιρετισμός του διευθυντού του Μουσείου Μπενάκη, κ. Αγγέλου Δεληβορριά, είναι επίσης καταγραμμένος από τον Νίκο Σαραβάνο. «Ο τελευταίος χαιρετισμός προς τη Βούλα Παπαϊωάννου είναι μία οφειλή της Ελλάδας απέναντι στον ταπεινό καταγραφέα της εποποιίας της, ένα χρέος στον - ψυχικό πλούτο μιας ζωής που αναλώθηκε για να αποτυπώσει το ιστορικό βίωμα. Στην αισθαντικότητα του μεγάλου καλλιτέχνη που υπηρέτησε πιστά τη μικρή αυτή χώρα, με μια απλή φωτογραφική μηχανή στον ώμο και με ανοιχτά τα μάτια της καρδιάς».

Χάρη στις εκθέσεις που διοργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη στην Κύπρο, στο Παρίσι, σε συνεργασία με το εκεί Ίδρυμα Πολιτισμού, το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου αποκτά πλέον διεθνή εμβέλεια και το γενικό θαυμασμό, ενώ ο αγώνας της Ελλάδος και τα πάθη του λαού της στη γερμανική κατοχή αναγνωρίζονται και μπαίνουν σε λευκώματα παγκόσμιας κυκλοφορίας.

Η Ελλάδα, και ο αιώνας ο εικοστός οφείλουν πολλά στη φωτογράφο Βούλα Παπαϊωάννου, τη μόνη που δεν τιμήθηκε και δεν βραβεύτηκε ποτέ, γιατί ήταν ταγμένη στη δουλειά της, και δεν επιδίωξε προβολή και δημοσιότητα. Πρόσφερε μόνο, δεν πήρε. Η ζωή της σαν τις φωτογραφίες της: άσπρο - μαύρο, σε απαλό φυσικό χρώμα. Μία απλή μηχανή, η ίδια στη σκιά και μπροστά, σε μεγέθυνση αγάπης, το θέμα: ο άνθρωπος, η πείνα, η αξιοπρέπεια του φτωχού και του κατατρεγμένου, το χαμόγελο που φωτίζει ένα ρημαγμένο πρόσωπο, τα ερείπια του πολέμου, όπου μέσα ανθίζει - λουλούδι - το παιδί, η ελπίδα.


Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 1940-1960 ΜΕ ΤΟ ΦΑΚΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1995




from ανεμουριον https://ift.tt/3aSK5MW
via IFTTT
Από το Blogger.