Δέσποινα Αχλαδιώτου (1890 Μεγίστη - 1982 Μεγίστη)

«Ήσουν της θάλασσας θεριό / κυρά μου Δέσποινα της Ρω / Ύψωνες σαν παλικάρι / τη σημαία στο κοντάρι».
13 Σεπτεμβρίου 1943. Το ελληνικό αντιτορπιλικό «Ναύαρχος Κουντουριώτης», σε μια τολμηρή καταδρομική επιχείρηση αποβιβάζει στο Καστελλόριζο συμμαχικά στρατεύματα και απελευθερώνει το πολύπαθο ακριτικό νησί από τα ιταλικά στρατεύματα. Οι συμμαχικές δυνάμεις έχουν αποφασίσει να χρησιμοποιήσουν το Καστελλόριζο ως προκεχωρημένη βάση για τις επιχειρήσεις τους στο Αιγαίο και οι Γερμανοί, που έχουν καταλάβει τη Ρόδο, θα προσπαθήσουν με αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον της εσχατιάς αυτής της ελληνικής γης, να ανατρέψουν τα σχέδια των συμμάχων. Φωτιά και σίδερο.
Το μαρτυρικό νησάκι γνωρίζει για μια ακόμη φορά τη μανία του πολέμου. Οι Γερμανοί καταστρέφουν με αλλεπάλληλους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, ολόκληρο σχεδόν τον παραδοσιακό οικισμό του νησιού. Έτσι οι συμμαχικές δυνάμεις υποχρεώνονται να απομακρύνουν τους Καστελλοριζιούς από το νησί τους και τους μεταφέρουν στα προσφυγικά στρατόπεδα της Παλαιστίνης. Όλοι οι κάτοικοι συμμορφώνονται στις εντολές και εγκαταλείπουν τα σπίτια και τα υπάρχοντα τους για να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς. Όλοι, εκτός από την Δέσποινα Αχλαδιώτου. Αυτή η λιονταρόψυχη νησιώτισσα, που μόνη με την τυφλή μάνα της κατοικεί, μόνιμα στη βραχονησίδα Ρω, (Άγιος Γεώργιος) 7 μίλια δυτικά από το Καστελλόριζο, αρνείται να εγκαταλείψει το «βράχο της» και τα κατσίκια της τα οποία εκτρέφει χρόνια τώρα.
Ενδίδοντας στην πεισματική άρνηση της κυρά Δέσποινας ο Άγγλος διοικητής της προκεχωρημένης συμμαχικής βάσης, της επιτρέπει να παραμείνει στη Ρω αφού προηγουμένως την εφοδιάσει με αρκετή ποσότητα τροφίμων. Λίγη ώρα μετά την τελετή της παρασημοφορίας της στο φτωχικό σπιτάκι της έξω από το οποίο κυμάτιζε υπερήφανη η ίδια σημαία που ύψωνε στη Ρω, η Δέσποινα Αχλαδιώτου μου αφηγείται ιστορίες της κατοχής και του νησιού της. Από την ώρα εκείνη η κυρά Δέσποινα, μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου και κάτω από συνθήκες που θυμίζουν ημέρες του '21, δεν παρέλειψε ούτε μια στιγμή να υψώνει την ελληνική σημαία και να διατρανώνει με αυτό τον τρόπο την αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα του Καστελλόριζου.

Στο πρόσωπο της είχε γεννηθεί μια σύγχρονη Μπουμπουλίνα, ικανή να διεκδικήσει με το δικό της ηρωικό τρόπο τα δίκαια ενός ολόκληρου λαού, που στέναζε από τις γερμανικές ορδές. Εν τω μεταξύ θα πεθάνει η τυφλή μάνα της και η κυρά Δέσποινα θα τη βάλει στη μοναδική βάρκα που διέθετε και μόνη της, κωπηλατώντας, θα τη μεταφέρει στο Νυφτάκι, όπου βρίσκεται το νεκροταφείο του νησιού για να τη θάψει σύμφωνα με τις βαθιές χριστιανικές παραδόσεις. Μόνη της θα τη μεταφέρει, μόνη της θα την θάψει, θα την κλάψει, θα την ψάλλει... Τι σκηνές Θεέ μου! Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια και η Δέσποινα Αχλαδιώτου κυρτωμένη πια από τις κακουχίες και το χρόνο, εγκαταλείπει το βράχο της για να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της στο Καστελλόριζο. Ο αγώνας επιβίωσης για τους πρώην ξεριζωμένους ακρίτες μας είναι σκληρός. Αυτοί που είχαν γεμάτα τα μπαούλα τους με χρυσαφικά και ανεκτίμητα κοσμήματα από την Ανατολή, αυτοί που διέθεταν δικό τους εμπορικό στόλο, τώρα αγωνίζονται για να ζήσουν και να ξαναστήσουν τα σπιτικά τους. Μαζί τους και η κυρά Δέσποινα. Γριά πια, ανήμπορη και πάμπτωχη. Η Πολιτεία; Μα αυτή όπως πάντα, δεν έχει μνήμη. Έτσι στην ψυχούλα της γενναίας ακρίτισσας έχει φωλιάσει το παράπονο και ο πόνος.
Και τον εκφράζει πάντα, όταν τον συναντάει τις Κυριακές στον Άγιο Κωνσταντίνο, στο συμπατριώτη της ναύαρχο ε.α. Μιχάλη Αγαπητό, έναν πραγματικό ευπατρίδη αλλά και γνήσιο Καστελλοριζιό, που είναι δεμένος αναπόσπαστα με τις ρίζες του. Μια μικρή σύνταξη, ένα επίδομα για τα βαθιά της γεράματα, για να μπορέσει να πεθάνει αξιοπρεπώς. Ο ναύαρχος ακούει τον πόνο της και πληγώνεται. Θυμάται τη φράση του Γιώργου Σεφέρη και αισθάνεται ο ίδιος ενοχές για λογαριασμό της Πολιτείας. Σεπτέμβριος 1975. Ένα καλοκαιρινό πρωινό ο Τούρκος δημοσιογράφος Ομάρ Σάμη Κοζάρ της εφημερίδας «Χουρριέτ» σε μια επίδειξη ανθελληνικού πνεύματος και με ιδιαίτερη προκλητικότητα, βοηθούμενος και από δύο συμπατριώτες του, υψώνει στη βραχονησίδα της Ρω την τουρκική σημαία. Στο ίδιο κοντάρι που η κυρά Δέσποινα χρόνια τώρα ύψωνε υπερήφανη τη γαλανόλευκη. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η ενέργεια του ήταν κατευθυνόμενη και στόχευε στη δημιουργία κλίματος εντάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, είχε άλλωστε, προηγηθεί η απρόκλητη και βάναυση επέμβαση των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο. Η ενέργεια του Τούρκου δημοσιογράφου δεν μπορούσε, βέβαια, να μείνει αναπάντητη.
Ο ναύαρχος Μιχάλης Αγαπητός την επομένη κιόλας ημέρα σπεύδει στο Καστελλόριζο για να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του, που τρομοκρατημένοι εξεδήλωναν την πρόθεση να εγκαταλείψουν το μαρτυρικό νησί τους. Ο ναύαρχος ενημερώνει αμέσως με τηλεγράφημα του τον τότε υπουργό Εθνικής Αμύνης αείμνηστο Ευάγγελο Αβέρωφ και ο τελευταίος λαμβάνει μια σειρά άμεσων μέτρων. Η Δέσποινα Αχλαδιώτου ξαναγεννιέται. Η κυρά της Ρω ανασύρεται τώρα από την ιστορία για να αποτελέσει την απάντηση στην τουρκική πρόκληση. Η πρωτοβουλία ανήκει στον ναύαρχο Αγαπητό και η «Απογευματινή» στο φύλλο της 4ης Σεπτεμβρίου 1975 δημοσιεύει πρωτοσέλιδη επιστολή του και φωτογραφία της Δέσποινας Αχλαδιώτη. Ο τότε αρχηγός του ΓΕΝ ναύαρχος Κ. Εγκολφόπουλος εκδηλώνει άμεσο ενδιαφέρον και δύο μήνες αργότερα το αντιτορπιλικό «Πάνθηρ» καταπλέει στο Καστελλόριζο για να παρασημοφορήσει εκπρόσωπος του αρχηγού τη γενναία ακρίτισσα. Η Πολιτεία ξαναβρίσκει τη μνήμη της. Στο αντιτορπιλικό επιβαίνουν ο ναύαρχος Αγαπητός, ο τότε πλοίαρχος Περίανδρος Λαμπίρης, που θα παρασημοφορήσει την κυρά Δέσποινα για λογαριασμό του αρχηγού του ΓΕΝ, ο Μητροπολίτης Δωδεκανήσων, συνεργεία τηλεοράσεως και τρεις Αθηναίοι δημοσιογράφοι, ο Κώστας Βούλγαρης, ο Τάσος Παπαδόπουλος και ο υπογράφων.

Δακρυσμένη αλλά και απορημένη για τις ξαφνικές τιμές που δεχόταν η κυρά της Ρω -εκείνη που χρόνια τώρα παρακαλούσε την Πολιτεία για ένα κάποιο επίδομα- θα διακόψει προς στιγμή την αντιφώνηση που είχε η ίδια γράψει και θα με ρωτήσει με τη χαρακτηριστική προφορά της: — Τώρα παιδάκι μου, γιατί μου τα κάνουν εμένα όλα αυτά; Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο... Τι μεγαλείο, αλήθεια, έκλειναν αυτά τα απλά λόγια! Αλλά και τι σαρκασμό για την ευσυγκίνητη ξαφνικά Πολιτεία! Από τότε η κυρά της Ρω δεχόταν μόνο τιμές και μετάλλια και στο πρόσωπο της η Πολιτεία επιχειρούσε να εξιλεωθεί και να ξαναβρεί τη χαμένη της μνήμη. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη, η κυρά της Ρω, έγινε ποίημα, έγινε τραγούδι (δράστης, μάλιστα, είναι ο υπογράφων και ο Βαγγέλης Πιτσιλαδής) -οι στίχοι στην αρχή του κειμένου-, έγινε σύμβολο, πέρασε στην Ιστορία.
ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2VRIroQ
via IFTTT
Από το Blogger.