Δημήτρης Νικολαΐδης (1922 Αθήνα - 1993 Αθήνα)

του Αντώνη Μιχ. Πρέκα

Ήταν ο... Ναυαρχούκος στο «Δεσποινίς Διευθυντής» με την Τζένη Καρέζη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

Ήταν ο τρελογιατρός (θυμάστε τη διάγνωση σιμουλασιόν) στο «Ευτυχώς Τρελάθηκα» με τον Νίκο Σταυρίδη και την Γκέλλυ Μαυροπούλου.
Ήταν ο μικροαπατεώνας ξάδελφος στο «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη» (πάλι με τον Αλεξανδράκη και τη Μάρω Κοντού), όπου έκανε ένα γλωσσικό αχταρμά με επωδό τον περίφημο ιταλικό στίχο: λα σουσουρερά, λα σουσουρερά.
Ήταν και τι δεν ήταν...
Όμως τι ήταν τελικά περισσότερο ο Δημήτρης Νικολαΐδης;
Ηθοποιός ή σκηνοθέτης;
Το δίλημμα δεν είναι του παρόντος.
Το ταξίδι της ζωής του ξεκινά σε ένα πλοίο, που σάλπαρε από την Κωνσταντινούπολη με κατεύθυνση τον Πειραιά.
Μέσα σε αυτό δύο νέοι άνθρωποι, η Ευθαλία και ο Νίκος γνωρίζουν τον έρωτα.
Λίγο πριν οι γονείς τους -εύποροι έμποροι και των δύο- τους είχαν παντρέψει άρον άρον, και τους έστελναν στην Ελλάδα, για να τους προστατέψουν. Φοβήθηκαν μήπως τους συλλάβουν οι Τούρκοι.
Ο Νίκος λοιπόν, ως Έλληνας πρόσκοπος της Πόλης, είχε έντονη πατριωτική δράση.
Ήταν το 1923, μήνες μετά τη μικρασιατική καταστροφή κι είχε ήδη αρχίσει η οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού.
« Έχω για πεθερό έναν αρχηγό προσκόπων είκοσι τεσσάρων χρόνων. Αυτό έχω σαν φωτογραφία», λέει γλυκόπικρα, ογδόντα χρόνια μετά, η Σούλη Σαμπάχ, σύζυγος του Δημήτρη Νικολαΐδη.
Η Ευθαλία και ο Νίκος ήταν οι γονείς του.
«Η πεθερά μου ζήτημα είναι αν κοιμήθηκε κανά δυο φορές με τον άντρα της, όπως μου είχε πει.
»Σε αυτό το ταξίδι αρρώστησε ο Νίκος. Κρύωσε.
«Εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Εκείνος δεν έλεγε να αναρρώσει. Δεν έφταιγε το κρύωμα. »Στην ουσία το πρόβλημα ήταν η εκ γενετής έλλειψη αντιθρυψίνης, ενός ενζύμου που καθαρίζει το αίμα και χωρίς αυτό οι πνεύμονες δεν μπορούν να αναζωογονήσουν το ανθρώπινο σώμα.
»Πέθανε με καλπάζουσα πνευμονία στο Σωτηρία.
«Εννιά μέρες νωρίτερα είχε γεννηθεί ο Δημήτρης.
«Γεννήθηκε ορφανός. Η πεθερά μου δεν ξαναπαντρεύτηκε. Τον μεγάλωσε μόνη της.
«Του είχε μεγάλη αδυναμία.
«Αυτό βέβαια το πλήρωσα, λιγάκι. Αλλά μου το ξεπλήρωσε γιατί μου έφτιαξε αυτόν τον άνθρωπο που νομίζω ότι ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να έχει συμβεί στη ζωή μου.
«Ο Δημητράκης μεγάλωσε από τα λεφτά που έβγαζε η μαμά του δουλεύοντας στο πανεπιστήμιο των Αθηνών ως γραμματεύς.
«Πέρασε πολύ φτωχικά χρόνια. Μόνο φαγητό καλό μπορούσε να του προσφέρει η μαμά του για να είναι γερός. Φοβόταν μήπως αρρωστήσει, όπως ο πατέρας του. Έτρεμε.
«Κι όμως πήγε από αυτό. Του έλειπε η αντιθρυψίνη. Όπως φάνηκε το ίδιο πρόβλημα είχε και η μητέρα του χωρίς να το ξέρει.
«Από την ώρα που γεννήθηκε έλιωνε μέρα με τη μέρα...«
«Με τον Δημήτρη τον Νικολαΐδη γνωριστήκαμε στα πολύ μικρά μας χρόνια«, αφηγείται ο καθηγητής και πρώην υπουργός Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης.
«Ήμασταν μαζί συμμαθητές από το δημοτικό ακόμη. Θυμάμαι, όταν ήρθε στο σχολείο. Νομίζω ότι ήταν από τότε εμφανής μια πλευρά της ζωής του που καθόρισε σημαντικά και την όλη του ψυχολογία και πνευματική προσωπικότητα.
«Ήταν παιδί προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Είχαν περάσει βέβαια πολλά χρόνια από τη μικρασιατική καταστροφή. Όμως η οδύνη ήταν ακόμη παρούσα. Τον είχε μπολιάσει, και την έκανε φοβερά αισθητή σε όλους μας.
»Πόσο νιώσαμε εξαιτίας του Δημήτρη αυτά που λέγανε για πατριωτισμό, για εξάρσεις, για την ιστορία. Δεν είναι μια παρέλαση στο τίποτα με τούμπανα και σημαίες.
»Μια οδυνηρή πορεία, χάρη του ανθρώπου.
»Αυτό το στοιχείο μπόλιασε σχεδόν όλη την τάξη.
»Το κατάλαβα όταν αργότερα παρακολούθησα τι έκανε ο καθένας από μας στη ζωή του.
«Ταυτόχρονα όμως σαν ιδιοσυγκρασία ήταν εύθυμος, χαρούμενος, παιχνιδιάρης θα λέγαμε.
«Είναι εκείνο νομίζω που προσδιόρισε μετέπειτα και την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία.
«Δεν είμαι καθόλου ειδικός, αλλά έχω την εντύπωση ότι σε αρκετούς του ρόλους βγαίνει αυτός ο συνδυασμός της ψυχοσύνθεσής του, δηλαδή η λεπτότητα αισθημάτων και ταυτόχρονα αυτό το παιχνιδιάρικο, το αστείο».
« Ήταν πάρα πολύ καλός μαθητής. Ήταν και αθλητής. Αυτό δε μου το είχε πει ποτέ, αλλά μετά τον θάνατό του ανακάλυψα μέσα στα χαρτιά του ότι έπαιρνε μέρος στο δέκαθλο. Του άρεσε πάντα ο στίβος και τον παρακολουθούσε» συνεχίζει την αφήγησή της η Σούλη Σαμπάχ.
«Ήταν ένα από τα τριάντα παιδιά που μπήκαν με υποτροφία στο καλύτερο σχολείο εκείνης της εποχής. Το Πειραματικό στο Κολωνάκι, στην οδό Σκουφά».
«Στην τάξη ήταν από τους καλούς μαθητές» επιβεβαιώνει ο συμμαθητής του εκεί Ζάχος Χατζηφωτίου, «Εγώ δεν ήμουνα, αλλά αυτός ήταν από τους καλούς. Και ήταν ένα πολύ ωραίο παιδί με ξανθά μαλλιά. Ωραίος, νέος και ανήσυχος».
Όμως φαίνεται ότι ένοιωθε άβολα εκεί, ανάμεσα στα πλουσιόπαιδα χωρίς να το δείχνει.
Το έλεγε συχνά αυτό στη Σούλη:
«Τα παιδιά πρέπει να φοιτούν σε σχολεία που είναι της κοινωνικής τους τάξης. Γιατί αλλιώς τους δημιουργούνται τραύματα.
«Πήγαινε από το σπίτι του στην Κατεχάκη με τα πόδια στο Κολωνάκι. Μάζευε τα χρήματα που του έδινε η μάνα του για τη συγκοινωνία και αγόραζε γραμματόσημα. Δεν είχε μακρύ παντελόνι που είχαν τα άλλα παιδιά.
»Και τον στεναχωρούσε που το καλοκαίρι όλοι οι συμμαθητές του πήγαιναν ταξίδια από εδώ κι από κει κι αυτός πήγαινε μόνο στην Τήνο μια φορά τον χρόνο, για να προσκυνήσουνε με τη μαμά του. Κι αυτό ήταν όλο.
» Έτσι, όταν γύριζε τον χειμώνα αισθανόταν πολύ άσχημα, γιατί δεν ήξερε τι να πει όταν οι άλλοι τον ρωτούσαν σε ποια μέρη έκανε διακοπές...»
Ο Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης συνεχίζει τις σχολικές αναμνήσεις.
«Όπως σας είπα ήταν χαρούμενο άτομο. Κάναμε καλόκαρδες φάρσες στους καθηγητές.
»Μια από τις πιο χαρακτηριστικές: Εμπνευστής ήταν ο Δημήτρης, εγώ και κάτι άλλοι συμμαθητές μας, οι πιο ζωηροί, θα λέγαμε.
»Όταν μας φέρανε κάποτε στην τετάρτη ή πέμπτη γυμνασίου έναν καινούργιο καθηγητή, αποφασίσαμε στην αρχή να αλλάξουμε όλοι ονόματα μεταξύ μας, να μην του πούμε το πραγματικό μας όνομα. Αυτό το πράγμα βάστηξε δύο με τρεις μήνες. Ο δε καθηγητής είχε πλέον εντοπίσει και βαθμολογούσε με άλλη ταυτότητα τον καθένα μας.
»Κάποια στιγμή, όμως, αποφασίσαμε να σταματήσουμε το αστείο. Εγώ με τον Δημήτρη είχαμε κάνει ανταλλαγή ονόματος.
»Μπαίνει στην τάξη ο καθηγητής και λέει:
»Ο Μαγκάκης στο μάθημα.
»Βγαίνω εγώ.
»Μα δεν είπα σ’ εσένα, Νικολαΐδη.
»Μα δεν είμαι εγώ ο Νικολαΐδης. Εγώ είμαι ο Μαγκάκης.
»Εγώ είμαι ο Νικολαΐδης... πετάγεται από κάτω ο Δημήτρης.
»Το κομφούζιο που δημιουργήθηκε δεν περιγράφεται. Έγινε μέγα θέμα στο Πειραματικό.
»Αυτό το περιστατικό μάς έδεσε με τον Δημήτρη. Είναι περίεργο πώς αυτή η προσωρινή αλλαγή των ονομάτων ενίσχυσε τον δεσμό μας, τη φιλία μας.
»Μετά ήρθε η Κατοχή. Μπήκαμε μαζί στην Αντίσταση. Ο Δημήτρης συμμετείχε ενεργά στη δυναμική αντίσταση.
»Μπήκαμε μαζί στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική Σχολή, ενώ παράλληλα εκείνος σπούδαζε θέατρο, στη σχολή του Κουν».
«Προτού πάει στον Κουν», λέει η Σούλη, «είχε πάει στη σχολή Μπαστιά, όπου τότε όπως μου είχε πει έβγαινες ηθοποιός σε έξι μήνες.
»Στο εξάμηνο τον κάλεσαν να παίξει στο θέατρο. Είδε ότι το μεροκάματο που έπαιρνε ήταν πολύ μεγαλύτερο από όσα θα έβγαζε σαν δικηγόρος. Έτσι τον κέρδισε το θέατρο.
»Ξεκίνησε με την “Αγριόπαπια” του Ίψεν».
Ήταν το 1942 τη χρονιά που ο Κουν ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης. Σε αυτή την παράσταση ο Κουν χρησιμοποίησε πολλούς πρωτόβγαλτους ηθοποιούς. Οι περισσότεροι ήταν μαθητές του.
Η πρώτη ουσιαστικά επαγγελματική του εμφάνιση γίνεται δύο χρόνια αργότερα, πάλι κοντά στον δάσκαλό του. Παίζει στο έργο του Αλέξη Σολομού «Ο Τελευταίος Ασπροκόρακας» κι αμέσως μετά στον «Βυθό» του Γκόρκι.
Το 1946 προσλαμβάνεται στον θίασο της κυρίας Κατερίνας, όπου παρέμεινε μέχρι το 1949. Ακολούθως συμμετέχει στον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη, με το έργο του Αλέκου Σακελλάριου «Δελησταύρου και Υιός». Για μια τετραετία περίπου, περιπλανιέται σε διάφορους θιάσους (Αδαμάντιου Λαιμού, Μανωλίδου - Αρώνη, Σοφίας Βέμπο).
Το 1954 ξαναπηγαίνει στον Λογοθετίδη, όπου παραμένει για μια τριετία. Τα περισσότερα έργα αυτής της περιόδου έγιναν και κινηματογραφικές ταινίες στις οποίες ως επί των πλείστων συμμετείχε, με πρωταγωνιστή συνήθως τον Λογοθετίδη, αλλά όχι πάντα.
Εκείνα τα χρόνια ωρίμασε ως ηθοποιός, όπως ο ίδιος έλεγε στη Σούλη.
«Θεωρούσε ότι έμαθε την κωμωδία πρώτα από την Κατερίνα την Ανδρεάδη. Ήταν ζεν πρεμιέ και πρωταγωνιστής πλάι της. Την εκτιμούσε αφάνταστα, γιατί αφιέρωσε τη ζωή της στο θέατρο. Πάντα πίστευε ότι η κυρία Κατερίνα δεν πήρε το μερίδιο που της έπρεπε, για όσα είχε προσφέρει στην Τέχνη της. Είχε πάντα αυτόν τον καημό. Αν ζούσε ακόμα και ήταν καλά θα είχε κάνει κάτι γι’ αυτήν, κάποιο αφιέρωμα, κάτι που δεν έκανε· κανένας μέχρι σήμερα.
»Θεωρούσε όμως ότι τελειοποίησε την κωμωδία από τον Λογοθετίδη που τον είχε κι εκείνος ζεν πρεμιέ.
»Εγώ εκεί τον συνάντησα. Στον θίασο Λογοθετίδη.
»Είχα έρθει από την Αίγυπτο στην Αθήνα με τη μητέρα μου, την Ιφιγένεια, για να κάνει κάποιες ιατρικές εξετάσεις.
»Στον δρόμο τυχαία συναντάμε την Ίλια Λυβικού. Μας γνώρισε γιατί ένα χρόνο πριν, μια Κυριακή, την είχαμε φιλοξενήσει με όλον τον θίασο Λογοθετίδη στο εξοχικό μας, στο Αμπουκίρ της Αιγύπτου.
»Είχε στενές σχέσεις μαζί τους ένας θείος μου, ο Νικόλας ο Φύλας, ο οποίος και μας τους σύστησε οικογενειακώς.
» Ελάτε το βράδυ στο θέατρο να δείτε την παράσταση.
»Πήγαμε. Ήταν στο θέατρο Ριάλτο.
»Σούλη, πήγαινε να πεις στην κυρία Λυβικού ότι ήρθαμε, μου λέει η μητέρα μου.
»Μπαίνω στα καμαρίνια. Σε ένα ξύλινο κεφαλόσκαλο καθόταν ο Δημήτρης.
»Εγώ τον μπέρδεψα. Νόμιζα ότι ήταν ένας από εκείνους που είχαμε φιλοξενήσει στο σπίτι μας. Στην πραγματικότητα μού είχε μείνει ως εικόνα στο μυαλό, από μια παράσταση του θιάσου Μανωλίδου - Αρώνη - Χορν στην Αίγυπτο, όπου έπαιζε κι εκείνος. Μας είχαν πάει να τη δούμε με το σχολείο. Μόλις λοιπόν τον είδα, του λέω άνετα άνετα:
» Ήρθα.
» Ήρθες! μου λέει.
»Εγώ είμαι, του λέω.
»Εσύ είσαι, μου λέει κι εκείνος.
»Του λέω με δήθεν, νόημα:
» Αλεξάνδρεια...
»Μου λέει κι εκείνος στο ίδιο ύφος:
» Αλεξάνδρεια...
»Αυτός με κοροϊδεύει σκέφτομαι από μέσα μου. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή μπαίνει η Ίλια.
»Α, το παιδί του Χριστοδούλου από την Αίγυπτο, λέει στους υπόλοιπους του θιάσου και με βγάζει από τη δύσκολη θέση. Έρχονται οι άλλοι, με αγκαλιάζουν, με φιλάνε. Με γνώριζαν. Όλοι εκτός από τον Δημήτρη.
»Αυτός ο κύριος ποιος είναι;... Γιατί δε με γνώρισε;
»Α, αυτόν δεν τον ξέρεις. Δεν ήτανε μαζί μας...
»Ο Δημήτρης μού πρότεινε να δω την παράσταση από τα παρασκήνια.
»Δεν ξέρω, λέω. Θα ρωτήσω τη μαμά μου.
»Πηγαίνω στην πλατεία.
»Μαμά, της λέω, εγώ θα δω το έργο από τα παρασκήνια.
»Το βράδυ, μετά την παράσταση όλος ο θίασος όπως συνήθιζε θα έβγαινε να διασκεδάσει.
»Πάρτε και τη μικρή μαζί σας, πρότεινε ο Δημήτρης στην Ίλια.
»Με πήρανε και πήγαμε στον Βράχο. Μάλιστα στη διάρκεια της βραδιάς με σηκώσανε και μένα στην πίστα και ουσιαστικά από τότε ξεκίνησε η δική μου καριέρα στο τραγούδι. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
»Το πρωί με πήγε στη θάλασσα.
»Σε τρεις μέρες με ξαναπήραν μαζί τους. Πάλι στον Βράχο.
»Και πάλι ύστερα από απαίτηση των θαμώνων ξανατραγούδησα. Ο Δημήτρης με είχε από κοντά.
»Σε λίγες μέρες έπρεπε να φύγω, να γυρίσω με τη μαμά μου στην Αίγυπτο. Σκασμένος ο Δημήτρης κι εγώ το ίδιο, αλλά δεν το έδειχνα. Το φέρνει από εδώ, το φέρνει από κει και μου λέει:
»Πώς θα σου φαινότανε να μείνεις εδώ, μαζί μου...
» Όχι! του λέω. Πρέπει να γυρίσω πίσω με τους γονείς μου. Τι να κάνω εδώ; Άλλωστε είμαι πολύ μικρή, και η μητέρα μου δε με αφήνει να παντρευτώ.
»Στην Αίγυπτο μου είχαν κάνει ήδη συνοικέσιο με κάποιον γιο εργοστασιάρχη.
»Πάω στη μητέρα μου και της λέω:
»Μαμά, εγώ θα τον πάρω.
»Ο πατέρας μου είχε αντιρρήσεις.
»Γιώργο μου, δεν είναι να τη ζορίσουμε. Αφού είπε ότι θα τον πάρει, θα τον πάρει ο κόσμος να χαλάσει.
» Έτσι έμεινα. Σχεδόν ένα μήνα- μετά παντρευτήκαμε στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, στο Κολωνάκι.
»Ήταν 15 Σεπτεμβρίου του 1955.
»Είχαμε δεκατρείς κουμπάρους. Όλον τον θίασο Λογοθετίδη δηλαδή, γιατί ένας θείος μου που επρόκειτο να μας παντρέψει δεν μπόρεσε να έρθει από τη Θεσσαλονίκη.
»Από εκείνο το βράδυ που τον είδα στα παρασκήνια και μέχρι το τέλος δε χωρίσαμε ποτέ...»
Στον κινηματογράφο κάνει την πρώτη του ταινία το 1954. Ήταν «Το κορίτσι της γειτονιάς» της Μαρίας Πλυτά με πρωταγωνίστρια τη Σμαρούλα Γιούλη και τους Γιώργο Φούντα, Ορέστη Μακρή, Δέσπω Διαμαντίδου, Μιχάλη Μπούχλη, Καί τη Λαμπροπούλου και Καρούσο Τζαβαλά. Πρόκειται για την κινηματογραφική διασκευή της ομώνυμης οπερέτας του Νίκου Χατζηαποστόλου.
Έπαιξε και σε διεθνείς παραγωγές όπως το «Αμέρικα, Αμέρικα» του Ελία Καζάν, «Οργισμένοι λόφοι» του Όλντριτς, «Μπαρούτι και Βόλια» με τον Έντι Κωνσταντιέν κ. ά.
Σύνολο περίπου ογδόντα ταινίες.
Το καλοκαίρι του 1965 σκηνοθετεί το πρώτο του έργο στο θέατρο Μινώα· είναι το «Μιας πεντάρας νιάτα» των Πρετεντέρη - Γιαλαμά που γίνεται τεράστια επιτυχία. Παίζει και ο ίδιος στην παράσταση.
Αυτό ήταν η αρχή. Έκτοτε σκηνοθετεί και τις περισσότερες φορές παίζει ως ηθοποιός, σε θεατρικά έργα όπως «Ούτε γάτα, ούτε ζημιά» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου, «Αγάπη μου Παλιόγρια» των Πολ. Βασιλειάδη - Νίκου Τσιφόρου, «Ο Κουνενές» του Κώστα Πρετεντέρη, «Οδός Ευκαιρίας» του Γιώργου Δαζαρίδη κλπ.
Συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές· τη Λαμπέτη, την Καρέζη, τον Κωνσταντάρα, τον Βουτσά, με όλους.
Η τελευταία του εμφάνιση στη σκηνή ήταν το 1980 στο έργο «Οι ερωτιάρηδες» του Βάσου Ανδριανού.
Στη μικρή μας οθόνη ήταν παρών με τη διπλή του ιδιότητα από τις απαρχές της, με σειρές όπως «Τα παιδιά του Ζεβεδαίου», «Ο κύριος, η κυρία και η μαμά», «Εκείνες κι εγώ» με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και πολλά άλλα.
Αγαπημένος του συγγραφέας αλλά και φίλος του απ’ τα παλιά, ήταν ο Κώστας Πρετεντέρης. Μαζί του έκανε μεγάλη επιτυχία και στο ραδιόφωνο στη σειρά συνεχείας «Ο θυρωρός», όπου έκανε τον Μπουλντόζα.
Στον κινηματογράφο σκηνοθέτησε μόνο μια ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε» με τη Μαίρη Αρώνη και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Όμως στο θέατρο αλλά και την τηλεόραση ως σκηνοθέτης έγραψε ιστορία.
Και επανερχόμεθα στο αρχικό δίλημμα. Τι ήταν τελικά περισσότερο ο Δημήτρης Νικολάΐδης. Ηθοποιός ή σκηνοθέτης;
Η συνήθως δύσκολη κριτικός Άλκης Θρύλος έγραψε κάποτε με αφορμή κάποια παράσταση:
«Ο κύριος Δ. Νικολαΐδης είναι ένας ηθοποιός πολύ υπολογίσιμος, πολύ ευσυνείδητος, πολύ επαρκής. Είναι προπάντων όπως άλλοτε απέδειξε ένας αξιόλογος σκηνοθέτης...»
Μάλιστα, για την πρώτη του σκηνοθεσία στο «Μιας Πεντάρας Νιάτα» είχε σημειώσει ότι: «Κέρδισε μια νίκη».
Ο Θεόδωρος Έξαρχος έχει γράψει ότι «υπήρξε ο κυριότερος σκηνοθέτης της σύγχρονης ελληνικής κωμωδίας για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».
«Μου έλεγε πάντα ότι το θέατρο», αναπολεί η Σούλη, «έχει πολλούς καημούς. Και θέλει καλή υγεία. Γι’ αυτό και δεν έπαιξε πολύ μεγάλους ρόλους. Έπαιξε κάποιους όσο ήταν νέος. Με το πρόβλημα που είχε στο στήθος δεν άντεχε να παίζει μεγάλους ρόλους».
Τι ήταν λοιπόν περισσότερο ο Δημήτρης Νικολαΐδης. Ηθοποιός ή σκηνοθέτης;
Η απάντηση σε τούτο το αρχικό ερώτημα, ίσως και να ’χει τελικά ελάχιστη σημασία.
«Ήταν πράγματι ένας σπάνιος άνθρωπος», ολοκληρώνει τις αναμνήσεις του από εκείνον ο Γιώργος Αλέξανδρος Μαγκάκης. «Σπάνια έχω δει άνθρωπο με τέτοια γνησιότητα αισθημάτων.
»Δεν είχε απλά τίμιο λόγο. Είχε τίμια καρδιά ο Δημήτρης.
»Τέλειωσε, όμως, τη ζωή του με έναν τρόπο πολύ βασανιστικό.
»Προαισθάνθηκε το τέλος του. Το γνώριζε και μάς έκανε ένα κάλεσμα στο σπίτι του. Σ’ εμάς τους παλιούς του φίλους. Ήταν πραγματικά δύσκολη στιγμή για όλους μας.
»Όλοι ξέραμε... Μα όπως γίνεται πάντα όταν βρεθείς με παλιούς συμμαθητές γρήγορα αρχίζεις τα αστεία. Γέλαγες αλλά ένιωθες, πως η αφορμή εδώ δεν ήταν καθόλου αστεία...»
Ο Γολγοθάς ξεκίνησε μια καλοκαιρινή μέρα του 1983.
Ο ουρανός της ζωής του λες και σκοτείνιασε ξαφνικά μετά από μια επίσκεψη ρουτίνας στο νοσοκομείο.
Αιτία βέβαια υπήρξε η ελλοχεύουσα κληρονομικότητα.
Η Σούλη, που σήκωσε μαζί του επί μια δεκαετία το βαρύ σταυρό, θυμάται χωρίς να βαρυγκωμά:
« Ήμασταν με τα σορτς. Πηγαίναμε στη Λούτσα και λίγο πριν σταματήσαμε στο «Σωτηρία» για να κάνει μια σπυρομέτρηση.
»Αυτήν την εξέταση την έκανε κάθε δύο μήνες. Τα προβλήματα είχαν ξεκινήσει περίπου 10 χρόνια μετά τον γάμο μας.
»Κανείς δεν ήξερε ότι ο Δημήτρης έπαιζε με 40% αναπνοή.
«Τις Κυριακές πολλές φορές μετά την τελευταία παράσταση πηγαίναμε στον γιατρό και του έκανε ειδικές ενέσεις ώστε να μπορεί να αναπνέει, επειδή είχε εξαντληθεί όλη την εβδομάδα. Γι ‘ αυτό τις Δευτέρες έμενε συνήθως στο σπίτι για ξεκούραση.
»Μόλις ολοκληρώθηκε λοιπόν η μέτρηση περάσαμε -εθιμοτυπικώς που λέμε- από το γραφείο του διευθυντή, για να τον χαιρετήσουμε.
»Εκείνος τότε μας αποκάλυψε ότι ο Δημήτρης έπρεπε να μείνει μέσα. Ο Δημήτρης τρελάθηκε:
-Αν είμαι τόσο χάλια πείτε το μου και πείτε μου και πόσο ζωή έχω, του λέει.
»Αρχικά μας ανέφερε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Έπρεπε όμως να νοσηλευτεί προληπτικά, για καμιά βδομάδα.
«Τελικά έμεινε μέσα δύο μήνες. Ολόκληρο το καλοκαίρι...
«Εμένα μου εκμυστηρεύθηκε ότι του έμεναν έξι μήνες ζωής και ότι δεν περιμέναμε και κάτι σπουδαίο από την παραμονή του στο νοσοκομείο. Θα μας βοηθούσε όμως να γνωρίσουμε κι αυτός κι εγώ τους γιατρούς.
«Γιατί από εκεί και πέρα θα τους επισκεπτόμασταν τακτικά.
«Ο Δημήτρης στο μεταξύ επέμενε να του πουν τι ακριβώς είχε και πόσος χρόνος του απέμενε ακόμη να ζήσει.
-Μπορεί έξι μήνες. Μπορεί και παραπάνω, αν αλλάξετε τρόπο ζωής, ήταν η απάντηση.
«Σταμάτησα τη δουλειά κι αφοσιώθηκα σε κείνον.
«Σε συνεργασία με τους γιατρούς μετατρέψαμε το δωμάτιό του στο σπίτι σε εντατική.
«Ήθελα να του μεταδώσω όση περισσότερη ενέργεια μπορούσα. Είχα φτιάξει μια ωραία ατμόσφαιρα.
»Οι κοπέλες που τον φρόντιζαν ήταν περιποιημένες και φορούσαν ρούχα με φωτεινά χρώματα.
»Υπήρχαν παντού πολύχρωμα λουλούδια και πολλά καναρίνια. Ήρθε εποχή που φτάσαμε τα 70.
»Δίπλα του είχε ό,τι χρειαζόταν.
»Το μούσλι το έφτιαχνα μόνη μου. Μαγείρευα με ειδικό τρόπο και μόνο σε γυάλινα σκεύη. Έφερα γυναίκα από την Αμερική για να μου μάθει να μαγειρεύω μακροβιοτικά.
»Αυτά τα δέκα χρόνια δούλεψε κιόλας...
»Όταν σκηνοθετούσε το εβδομαδιαίο «Ορκιστείτε παρακαλώ» για την τηλεόραση, έκανε δύο πρόβες στο σπίτι, μία μέρα στο στούντιο και μία μέρα εξωτερικά γυρίσματα. Τον πήγαινα και τον έφερνα εγώ με το αυτοκίνητο.
»Κάποιο βράδυ με παρακάλεσε ένα φιλικό ζευγάρι να τραγουδήσω στον γάμο τους. Το έκανα...
«Ο Δημήτρης, στη διάρκεια του γλεντιού, με πήρε τηλέφωνο στο κέντρο και αφήσαμε ανοιχτό το ακουστικό. Ήθελε να με ακούει που τραγουδάω...
»Την επομένη το μεσημέρι, την ώρα που πήγα να του κάνω την καθιερωμένη μάσκα οξυγόνου, γύρισαν τα μάτια του...
»Αμέσως του έκανα τις απαραίτητες ενέσεις, αλλά δεν είχαν αποτέλεσμα.
»Καλέσαμε το 166 και τον μεταφέραμε στο «Σωτηρία»...
»Εκεί μου είπαν ότι είναι κλινικά νεκρός...
»Δεν ήθελα να το πιστέψω...
»0 γιατρός του δεν είχε προλάβει να έρθει ακόμη κι εγώ νόμιζα πως οι άλλοι απλώς δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν το περιστατικό... Ή’ αυτό πήγα στο σπίτι να πάρω τα χαρτάκια του Δημήτρη. Σ’ αυτά σημείωνε κάθε μέρα τα χάπια που έπαιρνε.
»Εκείνο το πρωί όμως δεν τα είχε πάρει...
-Σήμερα πια δεν τα χρειάζομαι, είχε πει στην κοπέλα που τον φρόντιζε.
»Επιστρέφω στο νοσοκομείο...
»Στο μεταξύ είχαν φθάσει εκεί τα κανάλια...
»Τον Δημητράκη τον είχαν μεταφέρει ήδη στην εντατική και ο γιατρός του είχε διατάξει να τον διασωληνώσουν.
-Γιατί τον διασωληνώνουμε, αφού δεν έχει ζωή, ακούω να ρωτά μια νοσοκόμα.
-Γιατί το χρωστάμε σε αυτή την κοπέλα που τον κράτησε δέκα χρόνια στη ζωή, της απαντά ο γιατρός.
»Μετά από δέκα μέρες όταν τον «ξύπνησαν» και κατάλαβε πως ήταν διασωληνωμένος τράβηξε κι έβγαλε τα μηχανήματα. Έπαθε ανακοπή.
»Τον επανέφεραν αλλά μετά δύο ώρες έπαθε τα ίδια...
»Αυτό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές, μέχρι που υπέκυψε...
»Εγώ μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευα ότι όπως πέρασαν όλα θα περνούσε κι αυτό...»
Το νήμα της ζωής του κόπηκε το 1993.
Ας κρατήσουμε αντί επιλόγου τα λόγια της Σούλης.
«Δημητράκη, χίλια ευχαριστώ για τα χρόνια που ζήσαμε μαζί. Τον λέω Δημητράκη γιατί έτσι τον έλεγε πάντα η μητέρα μου. Και την παραμονή του θανάτου του, η μητέρα μου του είπε:
—Καληνύχτα, Δημητράκη...»

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ...
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
ΑΘΗΝΑ 2006


from ανεμουριον https://ift.tt/2wV6efj
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη