Σούλη Σαμπάχ (1932, Αλεξάνδρεια - )

του Αντώνη Μιχ. Πρέκα
Στο δρόμο για το πανηγύρι δυο συμπαθείς λατερνατζήδες (ο Αυλωνίτης και ο Φωτόπουλος) ξαπλώνουν κάτω από ένα δέντρο, για να ξαποστάσουν. Σαν σίφουνας τους πλησιάζει και τους περικυκλώνει πολύβουο τσούρμο από Τσιγγάνες, και η λατέρνα αρχίζει να παίζει:
Γαρύφαλλο στ' αυτί, στο στόμα το τσιγάρο / που είναι το τσαντίρι σου για να 'ρθω να σε πάρω... / Κάνε μια βόλτα τσίφτισσα Τσιγγάνα τουρκογύφτισσα.
Η κινηματογραφική αίθουσα γέμιζε από τη φωνή της κορυφαίας εκείνου του τσιγγάνικου χορού.
Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή της Σούλης Σαμπάχ με τον κινηματογραφικό φακό. Ήταν το 1955, στη θρυλική πια ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο».
Ξανατραγούδησε μετά στην «Καφετζού» το επίσης πασίγνωστο «Φιρί-φιρί το πας». Ταινία πάλι του Σακελλάριου, πάλι με τον Αυλωνίτη και τον Φωτόπουλο, αλλά και τη Βασιλειάδου. Στο παλιό σινεμά δεν είχε πάρα πολλές συμμετοχές. Συνήθως την έβαζαν να κάνει το ασχημοκόριτσο. Με χοντρά γυαλιά, κοτσίδες, λίγο χαζούλα, αλλά καλόκαρδη.
«Γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
»Ο μπαμπάς μου γεννήθηκε στο Πολέμ της Πάφου.
»Η μαμά μου γεννήθηκε στη Χίο...
»Η γιαγιά μου ήταν Σμυρνιά...
»...Κι εγώ είμαι δημότης Αθηναίων».
Αν κάτι διακρίνεις με την πρώτη ματιά στη Σούλη Σαμπάχ είναι η ζωντάνια, το μπρίο και η διάθεσή της για αυτοσαρκασμό. Φαίνεται κι από τον τρόπο που αυτοσυστήθηκε. Σχετικά πρόσφατα στο πλατό της εκπομπής οι «Αταίριαστοι» της Σεμίνας Διγενή καθόταν δίπλα μου. Σχεδόν έτρεμε από το τρακ στην αρχή, κατόπιν ήταν χείμαρρος. Είπε και τρία τραγούδια. Ανάμεσά τους και το περίφημο «Μουσταφά», αλλά και το κυπριακό τραγούδι του Μιχάλη Βιολάρη «Χαλάλιν του». Μ’ αυτό το τραγούδι το 1967 είχε πάρει και το πρώτο βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ νεότητος στο Τελ Αβίβ. Το τρίτο τραγούδι δεν το θυμάμαι. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι ένας νεαρός μπουζουξής της ορχήστρας την κοιτούσε αποσβολωμένος από το ταμπεραμέντο της και τον τρόπο που λίκνιζε το κορμί της.
«Μη βλέπετε τα χρώματά μου που είναι αρτιφισιέλ, δεν είναι φυσικά. Είμαι ορίτζιναλ Κύπρια», λέει αστειευόμενη. «Η καταγωγή μου είναι από εκεί που βγήκε η Αφροδίτη. Ξέρετε πόσοι μελαψοί πέρασαν από την Κύπρο. Και η Αφροδίτη ως θεά του Έρωτα δεν κάνει φυλετικές διακρίσεις.
»Ο παππούς μου λεγότανε Χριστόδουλος, κι όπως γνωρίζετε οι Κύπριοι παίρνουνε το όνομα του μπαμπά και το κάνουνε επίθετο. Έτσι ο μπαμπάς μου λεγότανε Γεώργιος Χριστοδούλου. Ο αδελφός του βέβαια λεγότανε Ηρόδοτος Χριστοδούλου Σάββα γιατί μπήκε στον ελληνικό στρατό κι έτσι έβαλε και το Σάββα. Εμείς μείναμε Χριστοδούλου.
«Είχα δυο αδέλφια γιατί τώρα έχω μόνο ένα. Ο ένας είναι ο χημικός μηχανικός ο Δημήτρης ο Χριστοδούλου και ο άλλος ήταν ο πολιτικός μηχανικός ο Χρήστος Χριστοδούλου, ο πιο μικρός. Κι εγώ η Σούλη. Η Αναστασία Χριστοδούλου.
»Στην Αίγυπτο πήγα στο ελληνικό σχολείο και είχα την τύχη να τελειώσω το Αβερώφειο γυμνάσιο Αλεξανδρείας.
«Ήταν από εκείνα τα σχολεία τα καταπληκτικά που τελειώνοντάς το είναι σαν να έχεις τελειώσει και αγγλικό και γαλλικό γυμνάσιο και μπορείς να μπεις στα ανάλογα πανεπιστήμια. Η μάνα μας, η Ιφιγένεια, ήταν σπουδαία γυναίκα. Γράμματα δεν μπόρεσε να μάθει, γιατί ο πατέρας της πέθανε πολύ νωρίς. Η γιαγιά μου έμεινε είκοσι δύο χρονών χήρα. Έτσι η μάνα μου έμαθε γράμματα μαζί με εμάς.
«Από μικρή ήμουν ανήσυχη. Έπαιζα θέατρο. Ήμουν πρώτη στις θεατρικές παραστάσεις. Ήξερα κι όλους τους χορούς, τσάμικο, καλαματιανό, ανατολίτικους, από όλα. Έψελνα στην εκκλησία, έγραφα και ποιήματα από οχτώ χρονών. Μερικά από αυτά είχαν δημοσιευτεί στον Ταχυδρόμο της Αλεξάνδρειας με το ψευδώνυμο Φοίβη Πετρίτη. Φανταστείτε πόσο καμάρωνα γι’ αυτό.
»Είχα πρόωρη ανάπτυξη. Από πολύ μικρή ήμουν φτιαγμένη γυναίκα. Από τα δεκατρία μου έχω τις αναλογίες που έχω και τώρα.
»Στα έντεκα με ζητήσανε σε γάμο. Δεν ξέρω τι όνειρα είχαν για μένα οι γονείς μου.
«Ήρθαμε εδώ ταξίδι με τη μητέρα μου για να τη δουν οι γιατροί. Βέβαια την είδαν οι γιατροί, αλλά κι εγώ είδα τον Δημητράκη, τον Νικολοίιδη. Είχαμε εννέα χρόνια διαφορά. Τον παντρεύτηκα στην Ελλάδα κι έγινα κι εγώ καλλιτέχνης. Τις λεπτομέρειες της γνωριμίας μας τις ξέρετε. Μόλις παντρευτήκαμε, ο Δημητράκης άφησε το σπίτι του στους Αμπελοκήπους και μετακομίσαμε στο Κολωνάκι. Το έκανε από αγάπη σε μένα, για να αισθάνομαι πιο άνετα, γιατί αυτή η γειτονιά ήταν πιο κοντά στο περιβάλλον που είχα μεγαλώσει με τις ανέσεις μου.
«Ο Δημητράκης, όμως, τότε έπαιρνε τεσσερισήμισι χιλιάδες δραχμές το μήνα και μόνο το ενοίκιο ήταν δύο χιλιάδες εφτακόσιες. Ήταν πολύ λίγα. Μου φαινότανε πολύ λίγα. Έπρεπε λοιπόν να δουλέψω κι εγώ. Ήδη στον Βράχο της Πλάκας από τη δεύτερη φορά που πήγα ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να με χειροκροτεί.
»Να τραγουδήσει το κορίτσι, φώναζαν.
«Τόση εντύπωση τούς είχε κάνει η πρώτη ας πούμε ανεπίσημη εμφάνιση, όταν πριν τρεις μέρες σπρωγμένη από τα μέλη του θιάσου Λογοθετίδη ανέβηκα στην πίστα.
«Ειδικά ένα αράπικο που είπα, χάλασε κόσμο εκείνο το βράδυ. Ο ιδιοκτήτης μού πρότεινε να πιάσω δουλειά, να γίνω τραγουδίστρια.
Δέχτηκα αν και το τραγούδι για μένα δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Το θέατρο με ενδιέφερε. Το τραγούδι μού φαινότανε πολύ απλό, γιατί όπως σας είπα έψελνα από πέντε χρόνων στην εκκλησία.
»Η μαμά μου είχε πολύ καλή φωνή. Και η γιαγιά μου είχε πολύ καλή φωνή. Εγώ είχα τη χειρότερη απ’ όλες.
»Γι’ αυτό ζήτησα να μη βάλουν το πραγματικό μου όνομα. Νόμιζα ότι όλη η Αίγυπτος κρεμόταν από μένα, ότι όλοι εκεί θα θέλανε να ξέρουνε τι κάνω. Δεν ήθελα να μάθουνε στην Αίγυπτο ότι έγινα μια απλή τραγουδίστρια, γιατί δεν το θεωρούσα και τίποτα σπουδαίο. Θα βάλω το όνομά μου μόνο αν γίνω πρώτη τους είπα. Έτσι με βάλανε ως Souly. Κι αυτός που είχε το κέντρο κόλλησε δίπλα κι ένα SABA.
»Από πού να είναι αυτό το κορίτσι, απορούσε ο κόσμος. Μήπως είναι η βασίλισσα του Σαββά από την Αβησυνία;
»Κάπου από εκεί είναι, απαντούσε αυτός ο κακομοίρης, τι να πει;
»Τη βραδιά της πρεμιέρας μού έφερε ως δώρο μια μαύρη κούκλα για γούρι. Ήξερε πως λάτρευα τις μαύρες κούκλες. Είχα αγοράσει μια όταν ήμουνα παιδί από το αράπικο παζάρι στην Αίγυπτο.
Το πρόγραμμα στον Βράχο ξεκίνησε, κι εγώ στα καμαρίνια έκλαιγα. Έκλαιγα γιατί μ’ είχαν βάλει να βγω τελευταία.
»Μην κάνεις έτσι, μου λέγανε. Δεν το ξέρεις ότι στα μαγαζιά τα καλά βγαίνουν στο τέλος.
»Πού να το ήξερα;
»Θα βαρεθούνε και θα φύγουνε, τους απαντούσα απαρηγόρητη εγώ.
»Βγήκα και είπα τρία τραγούδια. Το τελευταίο χωρίς μικρόφωνο, από τη σαστιμάρα μου.
»Είχε πέσει το μαγαζί από τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες.
»Ήταν παράδοξο το ότι άρεσα.
»Εγώ βγήκα με τα γυαλιά μου, με μια φούστα κοριτσίστικη, με ίσια παπούτσα μπαλαρίνας.
»Χωρίς ένα σκιστό φόρεμα; έμαθα πως σχολίασε, καλοπροαίρετα βέβαια, η Ίλια Λυβικού στον Δημητράκη.
»Ίσως όμως γι’ αυτό να άρεσα.
»Δεν έμοιαζα με καμιά, από άγνοια. Αν είχα δει προηγουμένως την Μπελίντα ή τη Βλαχοπούλου θα ήθελα σίγουρα να τις μιμηθώ και ίσως να γινόμουνα απλώς ένα κακό αντίγραφό τους. Το μαγαζί ήταν γεμάτο με κριτικούς και δημοσιογράφους. Όλοι αυτοί που πήγαιναν στα καμαρίνια των ηθοποιών. Είχαν έρθει από αγάπη στον Νικολαΐδη, για να με δουν και να του πουν αν αξίζει τον κόπο να συνεχίσω.
»Την άλλη μέρα το πρωί έγραψαν κολακευτικά σχόλια όλες οι εφημερίδες. Με κάλεσαν στον ραδιοφωνικό σταθμό...
»Όταν είδα πως έχω επιτυχία, ζήτησα να βάλουν έξω από το μαγαζί το κανονικό μου όνομα.
»Τώρα δε γίνεται, μου λένε.
»Τουλάχιστον να το φτιάξουμε λίγο, παρακαλώ τον Δημητράκη. Δεν είναι όνομα αυτό. Τι θα πει SOYLY SABA. Γράψτε το στα ελληνικά και βάλτε κι ένα χι στο τέλος. Να λέγεται Σαμπάχ τουλάχιστον και να σημαίνει και κάτι.
»Σαμπάχ θα πει αυγή. Κι έτσι μου έμεινε το Σαμπάχ. Το κληρονόμησα και το διατηρώ ακόμη.
«Ξεκίνησα στον Βράχο με μεροκάματο πενήντα δραχμές τη βραδιά. Το δεύτερο μήνα έγιναν διακόσιες, τον τρίτο τριακόσιες. Μετά πήγα στο Τζάκι με πολύ περισσότερα χρήματα. Ήταν καλλιτεχνικό στέκι με ιδιοκτήτη τον Σεϊτανίδη, σύζυγο τότε της Σμάρως Στεφανίδου.
«Ανάμεσα σε εκείνους που είχαν έρθει να με δουν στην πρεμιέρα στον Βράχο ήταν και ο Αλέκος Σακελλάριος. Γνωριζόμασταν γιατί έρχονταν συχνά στα καμαρίνια του θεάτρου. Ο Λογοθετίδης έπαιζε εκείνη την εποχή δικό του έργο. Με είδε και στην πίστα, και του άρεσα. Του πήγαινε και η κίνησή μου. Μου πρότεινε να παίξω στο “Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο”. Έτσι γνώρισα και τον Μάνο Χατζιδάκι και είπα το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”.
»Έτσι άρχισα να παίζω στον κινηματογράφο. Όμως τα κέντρα τότε σε απασχολούσαν πολλές ώρες. Ξενυχτούσα και δεν μπορούσα να κάνω μεγάλους ρόλους στο σινεμά.
»Δυστυχώς άρχισα να παίζω ρόλους πρωταγωνιστικούς την εποχή που έσβηνε το ελληνικό σινεμά.
»Έκανα όμως πολύ τηλεόραση. (“Η γειτονιά μας”, “Ο θυρωρός”, “Παιχνιδίσματα”, “Ορκιστείτε παρακαλώ”, “Παππούδες εν δράσει” κ. ά.)
»Αλλά ας γυρίσουμε ξανά στα χρόνια εκείνα...
»Στο Τζάκι γνώρισα πολύ σημαντικές προσωπικότητες, όπως την Τζίνα Μπαχάουερ, τον άντρα της τον Φρανσουά Σαγκάν, τον Ντασέν με τη Μελίνα, τον Κλίφτον Γουέμπ.
»Μια βραδιά λοιπόν έρχεται ο Χορν με τον Αλέξη Σολομό, που ήταν συμμαθητής του Δημήτρη από τον Κουν. Ανέβαζαν τότε την “Κυρία με τις καμέλιες” του Αλέξανδρου Δουμά με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη και μου ζήτησαν να παίξω στην παράσταση. Εγώ όμως δεν μπορούσα να παίξω γιατί δεν είχα άδεια, η οποία ήταν απαραίτητη τότε για να παίξεις στο θέατρο. Με πήρε όμως ο Χορν, και επί σκηνής μου δώσανε άδεια σαν εξαιρετικό ταλέντο. Κι άρχισα να παίζω στο θέατρο, ήταν το 1959.
»Στην επιθεώρηση βγήκα αργότερα. Δε θα το ξεχάσω.
»Ήρθε και με βρήκε ο Θεοφανίδης, ο μαέστρος, με την Καλή Καλό, και μου ζήτησαν να παίξω στο Περοκέ.
»Φοβάμαι, τους λέω. Μέχρι τώρα έχω κάνει μόνο πρόζα. Άλλο όμως η πρόζα κι άλλο η επιθεώρηση. Έτσι μόνη πάνω στη σκηνή δεν έχω βγει ποτέ. Θα έρθω, αλλά θα μείνω μόνο δεκαπέντε μέρες. Κι αν δεν είμαι καλή θα φύγω.
»Εντάξει. Έλα και θα δεις... Και βγήκα.
»Τα φώτα πάνω μου και κάτω σκοτάδι. Έπαθα τέτοιο σοκ που είπα, αμάν να φύγω. Αλλά μετά σκέφτηκα πως θα πούνε ότι δεν κάνω για το θέατρο. Ας πω πρώτα ένα τραγούδι και μετά φεύγω.
»Το λέω και φεύγω... Ο κόσμος χειροκροτούσε. Ο μαέστρος παίζει και δεύτερο τραγούδι- βγαίνω το λέω κι αυτό. Ε! τώρα λέω, καθάρισα πολύ καλά. Πάω να φύγω. Μου παίζει και τρίτο τραγούδι ο μαέστρος. Βγαίνω και το λέω. Αλλά κόντεψε να στραβώσει το στόμα μου από το άγχος.
«Επιτέλους φεύγω και δεν ξανανεβαίνω. Μπαίνει ο μαέστρος ενθουσιασμένος στο καμαρίνι και μου λέει:
-Μπράβο! Αλλά τέτοια φοσορτίτα. παιδί μου. δεν έχω ξαναδεί.
-Σε ευχαριστώ πολύ, μαέστρο, αλλά τι θα πει αυτό;
-Αυτό που έκανες. Ο τρόπος που έκανες πως φεύγεις, κι από κάτω ο κόσμος έκανε σαν τρελός. Αυτό θέλει πολύ πείρα για να το πετύχεις. Πώς τα κατάφερες;
-Μα δεν το έκανα επίτηδες. Εγώ στα αλήθεια φοβόμουνα και μετά από κάθε τραγούδι έλεγα θα φύγω κι έφευγα.
»Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Όπως και το ότι χωρίς να με ξέρει με πλησίασε η γυναίκα του Θεοφανίδη -εγώ ακόμη έτρεμα- και μου λέει:
»Από το θέατρο μη φύγεις ποτέ!»
Η Σούλη ήταν και παραμένει δραστήριος άνθρωπος. Έχει πάρει πτυχίο κοινωνικής λειτουργού. Έκανε συναυλίες και εργάστηκε ως σόουγουμαν σε θεάματα πίστας. Υπήρξε επιχειρηματίας και δημιούργησε δικά της μαγαζιά. Το Πεπίτο και το Τζάκι της Σούλης.
«Πίσω από αυτό το χαρούμενο και ελεύθερο πλάσμα κρύβεται μια ευαίσθητη ύπαρξη. Μια υπεύθυνη γυναίκα που νοιάζεται και φροντίζει τους ανθρώπους γύρω της, χωρίς ποτέ να τους φορτώνει με δικά της προβλήματα...» μου είπε η φίλη της, η ηθοποιός Βέτα Προέδρου.
«Αφότου έχασα τον Δημήτρη και για πέντε χρόνια είχα κλειστεί στον εαυτό μου...», εξομολογείται η Σούλη και συνεχίζει:
«Ο κόσμος πια είχε αλλάξει για μένα... Μέχρι που μου είπαν να παίξω στους παππούδες. (Σ.Σ. Αναφέρεται στη σειρά «Παππούδες εν δράσει» που παίχτηκε τη σεζόν 2000-2001 στην ΕΡΤ.) Στην αρχή φοβόμουν... Δεν ήξερα αν μπορούσα να αντεπεξέλθω. Αν δεν ήταν η Ελβίρα η Ράλλη να επιμένει δεν θα είχα παίξει. Είχα φοβερό τρακ. Δεν ήθελα να κοροϊδέψω τον κόσμο. Είμαι απαιτητική από τον εαυτό μου. Ποτέ δεν είμαι ευχαριστημένη με ό,τι κάνω... Νοιώθω ότι χρωστώ υποχρέωση στον κόσμο που με βλέπει και με ακούει... Πα να πληρωθώ από τα μαγαζιά που δούλευα, κρεμούσα την τσάντα στον ώμο και χωρίς να κοιτάζω ο ταμίας μου έβαζε εκεί μέσα τα λεφτά...»
Η Σούλη Σαμπάχ έχει διανύσει και εξακολουθεί να διανύει χιλιόμετρα πάνω στο θεατρικό σανίδι, όπως και στα πλατό.
«...Ο ωραιότερος όμως ρόλος που είχα ποτέ ήταν αυτός κοντά στον Δημητράκη...»

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ...
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
ΑΘΗΝΑ 2006


from ανεμουριον https://ift.tt/2xOlYAM
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη