Χρύσανθος Χρήστος
Από την οπτική πραγματικότητα στην ποιητική ερμηνεία του φυσικού χώρου
Η δωρεά του Θεόδωρου Λαζαρή, εβδομήντα έργων του, στον Δήμο Λιβαδειάς, της ιδιαίτερης πατρίδας του, τον Δήμο με υποτροφία του οποίου μπόρεσε να σπουδάσει ζωγραφική, αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική προσφορά. Περισσότερο, επιτρέπει στον επισκέπτη της αίθουσας Λαζαρή, στο θαυμάσιο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λιβαδειάς, την καλύτερη αποτίμηση της θέσης του στην ελληνική ζωγραφική, των αναζητήσεων και των κατακτήσεών του. Καλλιτέχνης με διαφέροντα για όλες τις θεματογραφικές περιοχές, αλλά με ιδιαίτερη προτίμηση στην τοπιογραφία, τόσο τα έργα της συλλογής αυτής, όσο και άλλες του προσπάθειες, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την ευαισθησία, την εσωτερικότητα και τον πλούτο της ζωγραφικής του γλώσσας. Με πολλές, ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και συμμετοχές σε περισσότερες ομαδικές, κατόρθωσε να μιλήσει για τον άνθρωπο και να τραγουδήσει για το φυσικό χώρο σε χαρακτηριστικές του προσπάθειες. Με την έμφαση, άλλοτε στην πιστή μεταφορά της οπτικής πραγματικότητας στα έργα του, και άλλοτε με μία προσωπική και ποιητική ερμηνεία της, μας δίνει μιά ζωγραφική που διακρίνεται για την ευαισθησία της, τη λυρική φωνή της, και ιδιαίτερα την εσωτερική επαφή του καλλιτέχνη με τα θέματά του. Γιατί, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο επισκέπτης της αίθουσας Λαζαρή, ο καλλιτέχνης δε στέκεται ποτέ σαν ψυχρός παρατηρητής μπροστά στα θέματά του.
Ζωγραφίζει ό,τι τον αγγίζει και ό,τι αγαπά, ό,τι τον ερεθίζει και ό,τι τον προκαλεί, ό,τι του επιτρέπει να εκφράσει τη σύνδεσή του με τον άνθρωπο και τη ζωή.
Χαρακτηριστικές γωνιές της Λιβαδειάς, με την Έρκυνα και τα γεφύρια της, τους καταρράκτες και τα παλιά εργοστάσια της, περιοχές της Αττικής που τον εμπνέουν, την Ακρόπολη, στεφάνωμα της Αθήνας, τον Ελικώνα και τον Κηφισσό, τις κορυφές του Παρνασσού
και τοπία της Εύβοιας την μονή του Δαφνιού και το μοναστήρι της Τήνου.
Επίσης, μας δίνει και ηθογραφικές σκηνές, όπως το Μπροστά στο τζάκι και το Μουσική για την παρέα, το Παράπονο της κοπέλας και το Οικιακή απασχόληση, προσωπογραφίες σαν αυτή του ποιητή Σπύρου Ματσούκη, του Χριστόφορου Νέζερ, του βιομήχανου Στράγκα,
παιδικές και γυναικείες προσωπογραφίες, μια σειρά από γυμνά, μερικά έργα με λουλούδια, έργα που αποδεικνύουν ότι βρίσκεται σε επαφή με όλα. Και ό,τι κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η δυνατότητά του να εκφράζεται με προσωπικό τρόπο σε κάθε θεματογραφική περιοχή και να δίνει έργα που διακρίνονται για την πηγαιότητα της έμπνευσης και την αμεσότητα της ερμηνείας του.
και τοπία της Εύβοιας την μονή του Δαφνιού και το μοναστήρι της Τήνου.
Επίσης, μας δίνει και ηθογραφικές σκηνές, όπως το Μπροστά στο τζάκι και το Μουσική για την παρέα, το Παράπονο της κοπέλας και το Οικιακή απασχόληση, προσωπογραφίες σαν αυτή του ποιητή Σπύρου Ματσούκη, του Χριστόφορου Νέζερ, του βιομήχανου Στράγκα,
παιδικές και γυναικείες προσωπογραφίες, μια σειρά από γυμνά, μερικά έργα με λουλούδια, έργα που αποδεικνύουν ότι βρίσκεται σε επαφή με όλα. Και ό,τι κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η δυνατότητά του να εκφράζεται με προσωπικό τρόπο σε κάθε θεματογραφική περιοχή και να δίνει έργα που διακρίνονται για την πηγαιότητα της έμπνευσης και την αμεσότητα της ερμηνείας του.
Αλλά πριν επιχειρήσουμε να πλησιάσουμε καλύτερα μερικές από τις πιό χαρακτηριστικές του προσπάθειες, ιδιαίτερα αυτές που έχουμε στην Συλλογή του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λιβαδειάς, ίσως είναι σκόπιμο να μείνουμε για λίγο και στη ζωή του, τη μαθητεία και τους αγώνες του, την πορεία και τις αναζητήσεις του, μερικές δηλαδή από τις προϋποθέσεις της καλλιτεχνικής του ανέλιξης. Ο Θεόδωρος Λαζαρής θα γεννηθεί στη Λιβαδειά το 1882 [1] και θα αρχίσει τις σπουδές του, με υποτροφία του Δήμου Λιβαδειάς το 1906, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Εκεί θα έχει για δασκάλους του, τον Α. Γερανιώτη, τον Γ. Ροϊλό και τον Γ. Ιακωβίδη. Σπουδαστής ακόμα θα εκθέσει έργα του σε ομαδική έκθεση το 1910, όπως γράφει ο ίδιος στο σημείωμα που υπέβαλε το 1945 για να γίνει μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου: «κατά το 1910 μαθητής της ΣΤ' τάξεως, εξέθεσα εις την υπό των Συντακτών οργανωθείσαν έκθεσιν με καλλιτεχνικόν σύμβουλον τον αείμνηστον Γ. Ροϊλόν [2]». Το 1911 θα διακόψει τις σπουδές του για ένα χρόνο και την περίοδο 1912-1918 θα επιστρατευθεί, τόσο για τους πολέμους 1912-1913, όσο και για τους πολέμους 1914-1918. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1916, θα πάρει μέρος σε ομαδική έκθεση στην Κηφισιά και το 1918 θα αναλάβει τα σχέδια και την εκτέλεση αγιογραφιών για την εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου της Λιβαδειάς, με κυριότερο έργο τον Παντοκράτορα. Και μόνο το 1919 κατορθώνει να συνεχίσει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, να πάρει το πτυχίο του με “άριστα” και να τιμηθεί με το Χρυσοβέργειο Βραβείο. Από το 1920 μετέχει στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών και του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου και από το 1924 μετέχει και σε εκθέσεις του εξωτερικού. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1928, θα αναλάβει την εικονογράφηση του ναού του Αγίου Νικολάου στη Χαλκίδα, και, πολλά χρόνια αργότερα, το 1961-64, την αγιογράφηση του ναού της Δ.Ε.Η. στο Αλιβέρι. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1930, θα οργανώσει και την μοναδική ατομική του έκθεση στον Παρνασσό, το 1934 θα πάρει μέρος στην Μπιενάλε της Βενετίας, ενώ το 1940 θα πάρει μέρος και θα βραβευτεί στην Πανελλήνιο, όπως θα πάρει μέρος και στις Πανελλήνιους που θα ακολουθήσουν την περίοδο 1948-1973. Διάφορες, τιμητικές διακρίσεις θα πάρει την ίδια περίοδο, όπως το Μετάλλιο της Πόλεως των Παρισίων το 1965 και το Παράσημο του ΙΙατριάρχου Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής την ίδια χρονιά, ενώ το 1974 θα οργανωθεί η μεγάλη αναδρομική του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη και θα εκδοθεί και κατάλογος με προλογικό κείμενο του Διευθυντού της, Δημήτρη Παπαστάμου.
Τα σύντομα βιογραφικά στοιχεία μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε κάπως τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη. Τον σεμνό και συγκρατημένο άνθρωπο, που δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θόρυβο της αγοράς, και τον καλλιτέχνη που έμεινε πιστός στον εαυτό του και στον κόσμο του. Ιδιαίτερα, τον δημιουργό που ο χαρακτήρας της εποχής του και οι ιστορικές συνθήκες δεν τον βοήθησαν να συνεχίσει τις σπουδές του και έξω από την Ελλάδα, όπως πολλοί άλλοι σύγχρονοί του. Χωρίς αυτό, φυσικά, να τον εμποδίσει να προχωρήσει στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων του και να φτάσει σε καθαρά προσωπικές διατυπώσεις, που διακρίνονται για την πηγαιότητα και τον εκφραστικό τους πλούτο. Στην αίθουσα Θεόδωρου Λαζαρή του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λιβαδειάς, έχουμε αναμφίβολα τη δυνατότητα να πλησιάσουμε και να καταλάβουμε καλύτερα όλα τα χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του καλλιτέχνη, τις επιδράσεις που δέχεται, τις αναζητήσεις σε διάφορες θεματογραφικές περιοχές και τις κατακτήσεις του. Όπως στην περίπτωση κάθε καλλιτέχνη, και η ζωγραφική του Λαζαρή μπορεί να αντιμετωπισθεί από διάφορες πλευρές και με διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να μελετηθεί θεματογραφικά, δηλαδή με τα διάφορα θέματα τα οποία τον απασχολούν, χρονολογικά με τις διάφορες περιόδους, της καλλιτεχνικής του πορείας, και τεχνοτροπικά με τις διάφορες μεταβολές του ύφους του ή την άλλη θεματογραφική περιοχή, την μιά ή την άλλη περίοδο. Μια πρώτη προσέγγιση των έργων του στη Λιβαδειά μας υποχρεώνει να επιδιώξουμε να πλησιάσουμε καλύτερα τις πιό χαρακτηριστικές του προσπάθειες με βάση τη θεματογραφία του. Γιατί αυτό μας βοηθάει να καταλάβουμε τις τεχνοτροπικές του αλλαγές, τις επιδράσεις που δέχεται και το βαθμό στον οποίο αξιοποιεί, τόσο τα ξένα στοιχεία, όσο και τις προσωπικές του αναζητήσεις. Έτσι, θα επιχειρήσουμε να δούμε, πρώτα, τις προσωπογραφίες του, στη συνέχεια, τα ηθογραφικά του έργα, τη γυμνογραφία του, τις νεκρές του φύσεις-κυρίως λουλούδια- για να καταλήξουμε στην τοπιογραφία, όπου αναμφίβολα δίνει τον καλύτερο εαυτό του και τις πιο ολοκληρωμένες και προσωπικές του διατυπώσεις.
Σχετικά νωρίς, ο Λαζαρής ενδιαφέρεται για την προσωπογραφία, όπως φαίνεται από έργα του γνωστά σε διάφορες συλλογές: στην Προσωπογραφία του πατέρα του το 1905, πριν ακόμα αρχίσει τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, στην Προσωπογραφία του ποιητή Ματσούκη το 1915, στην Προσωπογραφία της γυναίκας του το 1918 και στην Προσωπογραφία του παιδιού το 1922. Πρόκειται για έργα που συνεχίζουν την παράδοση των δασκάλων του και δεν απομακρύνονται ουσιαστικά από τον αντικειμενικό ρεαλισμό. Σε προσωπογραφίες του στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λειβαδιάς και ιδιαίτερα, σε δύο γυναικείες προσωπογραφίες διαπιστώνει κανείς, κυρίως, την επίδραση του Ιακωβίδη στη μιά, όσο και την απομάκρυνσή του από την ακαδημαϊκή παράδοση. Στην πρώτη, με τη γυναίκα δοσμένη από τη μέση και επάνω και το αριστερό χέρι να συγκρατεί το φόρεμα πάνω από το στήθος, είναι τα βαριά, σκοτεινά χρώματα του βάθους και η έμφαση στους ζεστούς τόνους, που υποβάλλουν τη διάθεση του έργου. Χωρίς να θυσιάζει τα ατομικά, φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του προσώπου, ο καλλιτέχνης κατορθώνει με τον τρόπο αυτό να μας δίνει και κάτι περισσότερο, κάτι από τον ίδιο τον χαρακτήρα της εικονιζομένης. Σε μιά περισσότερο προσωπική, εκφραστική, γλώσσα, είναι δοσμένη δεύτερη γυναικεία προσωπογραφία, με τη νέα γυναίκα σε αυστηρή, μετωπική θέση, πάλι από τη μέση και πάνω, αλλά σε ανοιχτό βάθος. Εδώ πέρα, από την έμφαση στο ρεαλιστικό λεξιλόγιο, εντύπωση κάνει και μια προσπάθεια ψυχολογικής διείσδυσης που επιχειρεί και επιτυγχάνει ο Λαζαρής, τόσο με τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά -σφιγμένα χείλια, ένταση των ματιών -όσο και με την ελευθερία της πινελιάς τόσο στο φόρεμα όσο και στο βάθος. Ανάλογα στοιχεία έχουμε και στην Προσωπογραφία Στράγκα που εικονίζεται καθιστάς στα τρία τέταρτα, με το δεξί χέρι στο ερεισίνωτο της πολυθρόνας, το αριστερό προς το στήθος του- η θέση και η στάση της μορφής, όσο και φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά μας δείχνουν την ίδια την προσωπικότητα του εικονιζόμενου, βέβαιου για τον εαυτό του και τους προσανατολισμούς του. Μάλιστα, εδώ ο Λαζαρής συνδυάζει θαυμάσια, ρεαλιστικά και εμπρεσσιονιστικά στοιχεία για να δώσει με μεγαλύτερη ασφάλεια το εσωτερικό περιεχόμενο του θέματός του.
Αχρονολόγητες οι περισσότερες προσωπογραφίες του Λαζαρή αποδεικνύουν ότι δε διστάζει να χρησιμοποιήσει στοιχεία από διάφορες, στυλιστικές κατευθύνσεις για να ολοκληρώσει την ερμηνεία των προσώπων που εικονίζονται. Με την τάση περισσότερο για το τυπικό κινείται ο καλλιτέχνης σε προσωπογραφίες των ανθρώπων της εκκλησίας, όπως του Μητροπολίτη Πολύκαρπου
και του Παπαζονή. Πέρα από τα κάπως βαριά, ακαδημαϊκά χρώματα και την απόδοση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, είναι τα παραπληρωματικά θέματα που δίνουν περισσότερο τον τόνο στον Πολύκαρπο: τα διάσημα και οι σταυροί στον Μητροπολίτη και τα μακρυά κατάλευκα γένεια στον Παπαζονή που μας εισάγουν στον χαρακτήρα των εικονιζόμενων. Μάλιστα, στην Προσωπογραφία του Παπαζονή
και του Παπαζονή. Πέρα από τα κάπως βαριά, ακαδημαϊκά χρώματα και την απόδοση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών, είναι τα παραπληρωματικά θέματα που δίνουν περισσότερο τον τόνο στον Πολύκαρπο: τα διάσημα και οι σταυροί στον Μητροπολίτη και τα μακρυά κατάλευκα γένεια στον Παπαζονή που μας εισάγουν στον χαρακτήρα των εικονιζόμενων. Μάλιστα, στην Προσωπογραφία του Παπαζονή
κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ένας καθαρά εμπρεσσιονιστικός τόνος που τονίζεται και από την απόδοση του βάθους. Σαφέστερα, μια τυπική εργασία του στο κλίμα του εμπρεσσιονισμού είναι η Προσωπογραφία του Πατρός Ιωσήφ,
με την έμφαση στο στιγμιαίο, την επιβολή του ατμοσφαιρικού και τη φωτεινότητα των χρωμάτων. Έργο χρονολογημένο το 1941, η Προσωπογραφία του Πατρός Ιωσήφ, διακρίνεται για τις δυνατότητες της ζωγραφικής του Λαζαρή να χρησιμοποιεί με προσωπικό τρόπο τις κατακτήσεις του εμπρεσσιονισμού και να φτάνει σε εξαιρετικά αποτελέσματα. Μια άλλη, χαρακτηριστική προσωπογραφία του είναι η Φωτεινή με το κόκκινο φόρεμα,
με την έμφαση στο στιγμιαίο, την επιβολή του ατμοσφαιρικού και τη φωτεινότητα των χρωμάτων. Έργο χρονολογημένο το 1941, η Προσωπογραφία του Πατρός Ιωσήφ, διακρίνεται για τις δυνατότητες της ζωγραφικής του Λαζαρή να χρησιμοποιεί με προσωπικό τρόπο τις κατακτήσεις του εμπρεσσιονισμού και να φτάνει σε εξαιρετικά αποτελέσματα. Μια άλλη, χαρακτηριστική προσωπογραφία του είναι η Φωτεινή με το κόκκινο φόρεμα,
στο οποίο συνδυάζονται θαυμάσια ρεαλιστικά και εμπρεσσιονιστικά χαρακτηριστικά ρεαλιστικά στη γυναικεία μορφή και εμπρεσσιονιστικά στον χώρο.
Αν και μας είναι γνωστές και άλλες ηθογραφικές προσπάθειες του Λαζαρή, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λιβαδειάς είναι σχετικά λίγες και, εκτός από μιά, όλες αχρονολόγητες. Παλαιότερη φαίνεται ότι είναι αυτή που έχει για τίτλο το Γυναίκα που δουλεύει-καλύτερα Αγροτικές εργασίες.
Είναι για μιά γυναίκα, στο πρώτο επίπεδο, που ασχολείται με το βαμβάκι, ενώ μια δεύτερη δεξιά, στο δεύτερο επίπεδο, είναι επίσης απασχολημένη με κάτι ανάλογο. Είναι ένα έργο που κινείται στον γνωστό τύπο των ηθογραφικών θεμάτων, με ακαδημαϊκό περισσότερο προσανατολισμό. Βαριά και ζεστά χρώματα, ζεστοί τόνοι, έμφαση στο τυπικό δίνουν τον τόνο. Εδώ ο Λαζαρής κινείται στην ίδια κατεύθυνση με έργα δασκάλων του σαν τον Γερανιώτη, όπως και δημιουργών της προηγούμενης γενιάς σαν τον Ξυδιά και τον Λεμπέση. Στο ίδιο, ουσιαστικά, κλίμα μας μεταφέρει και το Ανάγνωση,
με τη γυναικεία μορφή ξαπλωμένη στον καναπέ, με το βιβλίο στο χέρι βυθισμένη στο διάβασμα, πάλι προσπάθεια στην κατεύθυνση της ακαδημαϊκής παράδοσης. Σε μιά περισσότερο προσωπική, ζωγραφική γλώσσα, είναι δοσμένο ένα άλλο έργο, πάλι μια Ανάγνωση,
με τη γυναίκα που εικονίζεται να διαβάζει από ένα ανοιχτό βιβλίο, που είναι ακουμπισμένο στα γόνατά της. Είναι για μια προσπάθεια στο κλίμα του εμπρεσσιονισμού, περισσότερο με την ελευθερία της πινελιάς, το ρόλο του φωτός και ακόμη την ψυχολογική διείσδυση στον χαρακτήρα της στιγμής [4]. Σε ανάλογο κλίμα κινείται και το έργο με τίτλο Μετσοβίτισσα,
Είναι για μιά γυναίκα, στο πρώτο επίπεδο, που ασχολείται με το βαμβάκι, ενώ μια δεύτερη δεξιά, στο δεύτερο επίπεδο, είναι επίσης απασχολημένη με κάτι ανάλογο. Είναι ένα έργο που κινείται στον γνωστό τύπο των ηθογραφικών θεμάτων, με ακαδημαϊκό περισσότερο προσανατολισμό. Βαριά και ζεστά χρώματα, ζεστοί τόνοι, έμφαση στο τυπικό δίνουν τον τόνο. Εδώ ο Λαζαρής κινείται στην ίδια κατεύθυνση με έργα δασκάλων του σαν τον Γερανιώτη, όπως και δημιουργών της προηγούμενης γενιάς σαν τον Ξυδιά και τον Λεμπέση. Στο ίδιο, ουσιαστικά, κλίμα μας μεταφέρει και το Ανάγνωση,
με τη γυναικεία μορφή ξαπλωμένη στον καναπέ, με το βιβλίο στο χέρι βυθισμένη στο διάβασμα, πάλι προσπάθεια στην κατεύθυνση της ακαδημαϊκής παράδοσης. Σε μιά περισσότερο προσωπική, ζωγραφική γλώσσα, είναι δοσμένο ένα άλλο έργο, πάλι μια Ανάγνωση,
με τη γυναίκα που εικονίζεται να διαβάζει από ένα ανοιχτό βιβλίο, που είναι ακουμπισμένο στα γόνατά της. Είναι για μια προσπάθεια στο κλίμα του εμπρεσσιονισμού, περισσότερο με την ελευθερία της πινελιάς, το ρόλο του φωτός και ακόμη την ψυχολογική διείσδυση στον χαρακτήρα της στιγμής [4]. Σε ανάλογο κλίμα κινείται και το έργο με τίτλο Μετσοβίτισσα,
και εικονίζει ένα θηλασμό. Η μητέρα με το παιδί στο στήθος, στον τύπο της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας, εντυπωσιάζει τον θεατή με τη δυνατότητα του καλλιτέχνη να δίνει περισσότερα από τα εξωτερικά, περιγραφικά στοιχεία. Με την όλη στάση της μητέρας και την έκφραση του προσώπου της εκφράζεται η εσωτερική χαρά για το παιδί της, αυτό ακριβώς που θηλάζει αυτήν τη στιγμή και μεταφέρεται στον θεατή όλο το εσωτερικό περιεχόμενο της σκηνής. Στην κατεύθυνση των εμπρεσσιονιστικών διατυπώσεων κινείται μια άλλη ηθογραφική σκηνή, με τίτλο Οι δύο φίλες,
με δυό νέες κοπέλες στο εσωτερικό [5], που μισοξαπλωμένες στον καναπέ φαίνεται ότι διαβάζουν κάποιο γράμμα. Φωτεινά χρώματα, έμφαση στο στιγμιαίο, ρόλος του φωτός είναι όλα χαρακτηριστικά του εμπρεσσιονισμού, του οποίου ο Λαζαρής κατέχει όλα τα μυστικά. Έτσι, με τον περιορισμό των ατομικών, φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών και τον καθοριστικό ρόλο των χρωμάτων, ιδιαίτερα του συνδυασμού ζεστών και ψυχρών τόνων, το σύνολο κερδίζει αμεσότητα αλλά και εκφραστικό πλούτο.
Με τη γυμνογραφία -το γυναικείο γυμνό- φαίνεται ότι ασχολείται ο καλλιτέχνης σε όλες τις περιόδους της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Έτσι, στο Καθιστά γυμνό,
με τα κόκκινα και προς τα καφέ χρώματα του χώρου, ο Λαζαρής δεν απομακρύνεται από γνωστές προσπάθειες καλλιτεχνών μας του δέκατου ένατου αιώνα. Μόνο τα κάπως ρευστά περιγράμματα των μορφών προδίδουν ότι το έργο είναι ζωγραφισμένο από καλλιτέχνη που βρίσκεται σε επαφή με τις κατακτήσεις του εμπρεσσιονισμού. Σε ένα περισσότερο εμπρεσσιονιστικό κλίμα νοείται το Ξαπλωμένο γυμνό,
με τα κόκκινα και προς τα καφέ χρώματα του χώρου, ο Λαζαρής δεν απομακρύνεται από γνωστές προσπάθειες καλλιτεχνών μας του δέκατου ένατου αιώνα. Μόνο τα κάπως ρευστά περιγράμματα των μορφών προδίδουν ότι το έργο είναι ζωγραφισμένο από καλλιτέχνη που βρίσκεται σε επαφή με τις κατακτήσεις του εμπρεσσιονισμού. Σε ένα περισσότερο εμπρεσσιονιστικό κλίμα νοείται το Ξαπλωμένο γυμνό,
το οποίο φαίνεται ότι βασίζεται στον γνωστό τύπο της Δανάης, προσπάθεια, η οποία τόσο για τα ζεστά χρώματα όσο και για την όλη απόδοση της μορφής, διακρίνεται για την επικράτηση των περισσότερο αισθησιακών στοιχείων. Ανάλογη αφετηρία σημειώνει κανείς και σε ένα άλλο από τα γυμνά του Λαζαρή- ένα ξαπλωμένο γυναικείο γυμνό με τα χέρια πάνω από το κεφάλι, το οποίο σαφέστερα ακόμα, μας δίνει τον τύπο της Δανάης, αγαπημένο θέμα πολλών δημιουργών της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Εδώ ακόμη, μπορεί να σημειώσει κανείς μια ιδιαίτερη έμφαση στα σχεδιαστικά στοιχεία και τα συγκρατημένα, λιτά χρώματα που τονίζουν περισσότερο τις καθαρά πλαστικές αξίες του έργου. Από τα άλλα γυμνά του, αυτό με την καθιστή γυναικεία μορφή και το κεφάλι ακουμπισμένο στο δεξί χέρι, κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η τονισμένη αντίθεση πλαστικών και χρωματικών αξιών, καθώς και ο σκόπιμα ακαθόριστος χώρος. Αναφορά σ’ ένα γνωστό τύπο γυμνογραφίας, έχουμε και στο Γυμνό,
με την πλάτη στον θεατή, περισσότερο γυμνό στον καθρέφτη, που βασίζεται σε γνωστά έργα άλλων καλλιτεχνών μας του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι για έργα που έχουν σαν βάση ή ερέθισμά τους την Αφροδίτη στον καθρέφτη, ένα από τα έργα του Βελάσκεθ , που έχει επηρεάσει δεκάδες δημιουργούς όχι μόνο του Ελληνικού αλλά και όλου του ευρωπαϊκού καλλιτεχνικού χώρου. Ό,τι διαπιστώνει κανείς εύκολα στη γυμνογραφία του Λαζαρή, είναι το γεγονός ότι τα γυμνά του έχουν σαν αφετηρίες τους, όχι μοντέλα του, αλλά γνωστές προσπάθειες της ευρωπαϊκής γυμνογραφίας, που ασφαλώς γνώριζε ο καλλιτέχνης.
με την πλάτη στον θεατή, περισσότερο γυμνό στον καθρέφτη, που βασίζεται σε γνωστά έργα άλλων καλλιτεχνών μας του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι για έργα που έχουν σαν βάση ή ερέθισμά τους την Αφροδίτη στον καθρέφτη, ένα από τα έργα του Βελάσκεθ , που έχει επηρεάσει δεκάδες δημιουργούς όχι μόνο του Ελληνικού αλλά και όλου του ευρωπαϊκού καλλιτεχνικού χώρου. Ό,τι διαπιστώνει κανείς εύκολα στη γυμνογραφία του Λαζαρή, είναι το γεγονός ότι τα γυμνά του έχουν σαν αφετηρίες τους, όχι μοντέλα του, αλλά γνωστές προσπάθειες της ευρωπαϊκής γυμνογραφίας, που ασφαλώς γνώριζε ο καλλιτέχνης.
Με τη νεκρή φύση φαίνεται ότι ασχολήθηκε πολύ λίγο ο Λαζαρής και μόνο με την ανθογραφία. Δύο έργα της κατηγορίας αυτής έχουμε στη συλλογή του Πνευματικού Κέντρου, το Ανθη, σχετικά πρώιμα ζωγραφισμένο, το 1918, και το Μαργαρίτες μάλλον όψιμη προσπάθειά του. Το Άνθη (Αη Δημητριάτικα) κινείται περισσότερο, στο γνωστό κλίμα της ακαδημαϊκής ζωγραφικής του δέκατου ένατου αιώνα.
Φροντισμένο σχέδιο, συνδυασμός ζεστών και ψυχρών χρωμάτων, έμφαση στις περιγραφικές αξίες δίνουν τον τόνο. Στο σκοτεινό βάθος αντιπαραθέτει ο καλλιτέχνης τα ζεστά χρώματα του τραπεζιού, που συνεχίζονται και στο ένα από τα δύο βάζα, και τονίζονται από τα ψυχρά χρώματα που έχουν οι μαργαρίτες. Το «Μαργαρίτες» στο οποίο έχουμε και άλλα λουλούδια με πορτοκαλί χρώματα, είναι καθαρά τα εμπρεσσιονιστικά στοιχεία, που παίζουν καθοριστικό ρόλο. Εδώ ο καλλιτέχνης, με την αποφυγή της ρεαλιστικής περιγραφής και την έμφαση στο μεταβλητό και το στιγμιαίο, το ρόλο του φωτός και το συνδυασμό ζεστών και ψυχρών χρωμάτων, κατορθώνει να μας δώσει πολύ περισσότερα. Μας δίνει κάτι από τη δροσιά και τη μυρωδιά των λουλουδιών, μας μεταφέρει κάτι από τον χαρακτήρα των χωραφιών και του φυσικού γενικά χώρου στον οποίο ανθίζουν.
Αλλά, όπως σημειιοθηκε και παραπάνω, είναι στην τοπιογραφία που δίνει τον καλύτερο εαυτό του ο Λαζαρής, είναι η συνάντησή του με το φυσικό χώρο στην οποία μας δίνει τις ολοκληρωμένες και προσωπικές του διατυπώσεις. Είναι στα τοπία του, όχι μόνο της Λιβαδειάς και του Παρνασσού, της Αττικής και άλλων περιοχών που ζωγραφίζει, που αναγνωρίζεται η δυνατότητα να έρχεται σε ένα είδος εσωτερικής συνομιλίας με τη φύση. Να καταλαβαίνει τον χαρακτήρα της, να ζει την υγρασία και τη δροσιά της, να αφουγκράζεται την αναπνοή της και να μπορεί να την εκφράζει στη ζωγραφική του. Και στην κατηγορία αυτή των έργων του είναι που ο Λαζαρής κατορθώνει να παραμερίσει τα ρεαλιστικά στοιχεία και τα ανεκδοτολογικά θέματα, για να φτάσει σε μια προσωπική και ποιητική ερμηνεία του φυσικού χώρου. Σε μερικά από τα σχετικά πρώιμα, χρονολογημένα έργα του Λαζαρή, όπως το Από το παράθυρο του σπιτιού μου του 1918, διαπιστώνει κανείς την επίδραση του δασκάλου του, Γ. Ιακωβίδη, τόσο στη σύνθεση όσο και στη χρησιμοποίηση ακαδημαϊκών τύπων, με τα βαριά χρώματα στο πρώτο επίπεδο και στοιχείων της ζωγραφικής του υπαίθρου, με το ρόλο του φωτός και τα ανοιχτά χρώματα στο δεύτερο επίπεδο.
Τα Σπίτια στην Πλάκα,
θέμα που ζωγραφίζει συχνά ο Λαζαρής, φαίνεται να προσεγγίζουν τόσο μερικές πρώιμες προσπάθειες του Κ. Παρθένη -έργα του της περιόδου 1900-1910- όσο και του Μαλέα. Ιδιαίτερη έμφαση στις χρωματικές αξίες, αποφυγή των περιγραφικών στοιχείων και τονισμένος ρόλος του φωτός κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Στο ίδιο κλίμα κινούνται και άλλα έργα του, ζωγραφισμένα ίσως τη δεκαετία 1920-1930, όπως το Πλατάνια στο σούρουπο της Λιβαδειάς
και Ποτάμι της Λιβαδειάς.
Ιδιαίτερα, στο πρώτο μπορεί να σημειώσει κανείς και στοιχεία που συνδέονται με την καλλιτεχνική δημιουργία του Σεζάν, φανερά στην ογκομετρική απόδοση των χρωμάτων, τον τονισμό του τυπικού και την όλη οργάνωση του συνόλου. Τα ίδια ουσιαστικά χαρακτηριστικά τα έχουμε και στο έργο του, με τίτλο Από τον Αη-Γιάννη Αράχωβας,
όπου όμως παίζουν πιο σημαντικό ρόλο οι εμπρεσσιονι- στικοί τύποι, με τη διάλυση των στερεών περιγραμμάτων και την έμφαση στο ατμοσφαιρικό. Ένα τυπικό έργο αυτής της κατεύθυνσης έχουμε με το Ποτάμι της Λιβαδειάς,
ζωγραφισμένο ίσως το 1929, αν διαβάζεται καλά η χρονολογία, που φαίνεται ότι έχει υποφέρει πολύ από κάποιον παλαιότερο καθαρισμό.
ζωγραφισμένο ίσως το 1929, αν διαβάζεται καλά η χρονολογία, που φαίνεται ότι έχει υποφέρει πολύ από κάποιον παλαιότερο καθαρισμό.
Μια σειρά έργων του Λαζαρή, χρονολογημένων από τη δεκαετία 1930-1940, μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε την όλο και μεγαλύτερη προτίμησή του για τις εμπρεσσιονιστικές διατυπώσεις και τα προσωπικά στοιχεία. Είναι έργα, όπως το Δαφνί
του 1930, το Φθινόπωρο
του 1933-35, το Νεροτριβή στη Λιβαδειά του 1935, το Σπίτια στη Λιβσδειά του 1937,
και το Από την Φρεαττύδα
του 1938, στα οποία καθοριστικό ρόλο παίζει το φως και η απόδοση του ατμοσφαιρικού. Στο Δαφνί
- θέμα που έχει απασχολήσει το Λαζαρή και σε άλλες του προσπάθειες- έχουμε μια συνομιλία του πρώτου με το δεύτερο επίπεδο, των ανοιγμάτων των καμπυλόγραμμων, μελωδικών τόξων με τα βαριά κάπως χρώματα και το καταλυτικό φως του επάνω μέρους των τοίχων. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης μας δίνει και κάτι από τον χαρακτήρα του οικοδομήματος, αφού σχεδόν εξαϋλώνει το σύνολο. Ανάλογα στοιχεία έχουμε και στο Φθινόπωρο, με τα λιόδεντρα τα οποία λουσμένα στο φως, μεταβάλλονται σε πυροτεχνήματα. Μάλιστα εδώ, η ενεργητική αντίθεση των ψυχρών με τα ζεστά χρώματα έρχονται να εκφράσουν πιό ολοκληρωμένα το περιεχόμενο του θέματος και τον χαρακτήρα της στιγμής. Με το Νεροτριβή στη Λιβαδειά,
και το Από την Φρεαττύδα
του 1938, στα οποία καθοριστικό ρόλο παίζει το φως και η απόδοση του ατμοσφαιρικού. Στο Δαφνί
- θέμα που έχει απασχολήσει το Λαζαρή και σε άλλες του προσπάθειες- έχουμε μια συνομιλία του πρώτου με το δεύτερο επίπεδο, των ανοιγμάτων των καμπυλόγραμμων, μελωδικών τόξων με τα βαριά κάπως χρώματα και το καταλυτικό φως του επάνω μέρους των τοίχων. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης μας δίνει και κάτι από τον χαρακτήρα του οικοδομήματος, αφού σχεδόν εξαϋλώνει το σύνολο. Ανάλογα στοιχεία έχουμε και στο Φθινόπωρο, με τα λιόδεντρα τα οποία λουσμένα στο φως, μεταβάλλονται σε πυροτεχνήματα. Μάλιστα εδώ, η ενεργητική αντίθεση των ψυχρών με τα ζεστά χρώματα έρχονται να εκφράσουν πιό ολοκληρωμένα το περιεχόμενο του θέματος και τον χαρακτήρα της στιγμής. Με το Νεροτριβή στη Λιβαδειά,
ο Λαζαρής με τη χρησιμοποίηση περισσότερο των ψυχρών χρωμάτων και την ελεύθερη πινελιά προσπαθεί και κατορθώνει να μας δώσει και κάτι από τον μόχθο των ανθρώπων που εργάζονται στη νεροτριβή. Ακόμη, με τα γκριζωπά και γαλαζωπά χρώματα, μας υποβάλλει και κάτι από την υγρασία και τη βαριά ατμόσφαιρα του χώρου. Σε μια καθαρά ποιητική μεταμόρφωση της οπτικής πραγματικότητας, φτάνει ο Λαζαρής σε έργα του, όπως το Σπίτια στη Λιβαδειά και Από τη Φρεαττύδα, με το φως να παίζει στα νερά στο πρώτο και το συνδυασμό στατικών και κινητικών τύπων στο δεύτερο. Είναι για έργα που μια καθαρά προσωπική χρησιμοποίηση των εμπρεσσιονιστικών τύπων επιτρέπει στον καλλιτέχνη να εκφράσει όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα των θεμάτων του: των σπιτιών της Λιβαδειάς που αντανακλώνται στα νερά της Έρκυνας και των νερών που τρώνε τα βράχια στη Φρεαττύδα. Στο ίδιο, ουσιαστικά, κλίμα μας μεταφέρουν και άλλα, αχρονολόγητα έργα του Ααζαρή, ζωγραφισμένα την ίδια περίοδο, όπως το Γέφυρα της Λιβαδειάς - θέμα πολυζωγραφισμένο από τον καλλιτέχνη- το Ποτάμι στα Πατήσια
και το Παρνασσός.
και το Παρνασσός.
Με μια σειρά έργα ζωγραφισμένα μετά τον πόλεμο, μερικά χρονολογημένα άλλα αχρονολόγητα, που βρίσκονται πολύ κοντά στα πρώτα, έχουμε μερικές από τις πιό ολοκληρωμένες και προσωπικές προσπάθειες του Ααζαρή. Με έργα, όπως το Παλιό Πανεπιστήμιο του 1943,
το Έρκυνα του 1955, το Σπηλιά Βουλιαγμένης
το Έρκυνα του 1955, το Σπηλιά Βουλιαγμένης
Με το Παλιό Πανεπιστήμιο ο Λαζαρής θα προχωρήσει ένα βήμα μακρύτερα στην προσπάθεια του να δώσει καθοριστικό ρόλο στο φως και να ολοκληρώσει την αξιοποίηση των εμπρεσσιονιστικών αξιών. Με τα ανοιχτά πορτοκαλί χρώματα που τονίζονται και από τα λίγα, καφέ, η ζωγραφική επιφάνεια γίνεται ένα τραγούδι του φωτός. Ο περιορισμός των ανεκδοτολογικών, περιγραφικών τύπων και η έμφαση στο ατμοσφαιρικό χρησιμοποιείται για να εκφράσει το ίδιο το εσωτερικό περιεχόμενο του θέματος, την επιβολή των πνευματικών αξιών στις υλικές, που είναι το Πανεπιστήμιο. Τα ίδια στοιχεία έχουμε και στην Έρκυνα, όπου και πάλι δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τα γνωστά, εξωτερικά στοιχεία του θέματος, όσο για τον ίδιο τον χαρακτήρα του: την υγρασία των νερών του μικρού ποταμού της Λιβαδειάς που μεταφέρεται σ' όλη την γύρω περιοχή. Με τη χρησιμοποίηση των ψυχρών χρωμάτων, τους γαλανόλευκους και τους γκρίζους τόνους ο θεατής δέχεται όλο το περιεχόμενο του θέματος. Με τον ίδιο τρόπο και με την ενεργητική αντίθεση των ψυχρών και θερμών χρωμάτων της θάλασσας και των βράχων εκφράζεται, με πληρότητα και ασφάλεια, όλο το περιεχόμενο της περιοχής που εικονίζεται από τον καλλιτέχνη. Χωρίς καμιά προσπάθεια απόδοσης των γνωστών περιγραφικών τύπων, με μόνη την αξιοποίηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του χρώματος, κατορθώνει να δώσει τον χαρακτήρα της περιοχής. Όσο για την Ακρόπολη,
το έργο παρουσιάζεται αδύνατο χρωματικά, κάτι που οφείλεται σε κακό καθαρισμό παλιά. Στη Θαλασσογραφία του είναι πάλι οι καθαρά χρωματικές αξίες που έχουν τον πρώτο ρόλο, όπως και στο Γέφυρα της Λιβαδειάς, το τελευταίο από τα χρονολογημένα έργα του. Στο Γέφυρα της Λιβαδειάς μάλιστα, ο συνδυασμός ζεστών και ψυχρών τόνων και η ανάμειξή τους δίνουν και νέες εκφραστικές προεκτάσεις στο σύνολο. Και ενώ μόνο ενδεικτικά σημειώνονται τα αντικειμενικά στοιχεία του θέματος, τα νερά στο πρώτο επίπεδο, το θαυμάσιο τόξο της γέφυρας στο δεύτερο και τα σπίτια στο τρίτο, συνδυάζονται σε μια ενότητα που δεν είναι οι περιγραφικές αλλά οι καθαρά ζωγραφικές αξίες που δίνουν τον τόνο.
το έργο παρουσιάζεται αδύνατο χρωματικά, κάτι που οφείλεται σε κακό καθαρισμό παλιά. Στη Θαλασσογραφία του είναι πάλι οι καθαρά χρωματικές αξίες που έχουν τον πρώτο ρόλο, όπως και στο Γέφυρα της Λιβαδειάς, το τελευταίο από τα χρονολογημένα έργα του. Στο Γέφυρα της Λιβαδειάς μάλιστα, ο συνδυασμός ζεστών και ψυχρών τόνων και η ανάμειξή τους δίνουν και νέες εκφραστικές προεκτάσεις στο σύνολο. Και ενώ μόνο ενδεικτικά σημειώνονται τα αντικειμενικά στοιχεία του θέματος, τα νερά στο πρώτο επίπεδο, το θαυμάσιο τόξο της γέφυρας στο δεύτερο και τα σπίτια στο τρίτο, συνδυάζονται σε μια ενότητα που δεν είναι οι περιγραφικές αλλά οι καθαρά ζωγραφικές αξίες που δίνουν τον τόνο.
Στην ίδια περίοδο, τα μεταπολεμικά χρόνια, μπορούν να βρουν τη θέση τους και μια σειρά από άλλα, αχρονολόγητα έργα του, όπως το Καταρράκτες της Λιβαδειάς,
το Ελαιώνας Αμφίσσης,
το Ελαιώνας Αμφίσσης,
το Τοπίο,
το Τοπίο με τα σπίτια, και το Φθινόπωρο, μαζί και με άλλα. Έτσι, το Καταρράκτες της Λιβαδειάς και το Φθινόπωρο
το Τοπίο με τα σπίτια, και το Φθινόπωρο, μαζί και με άλλα. Έτσι, το Καταρράκτες της Λιβαδειάς και το Φθινόπωρο
πρέπει να έχουν ζωγραφιστεί την ίδια χρονιά και διακρίνονται για την ένταση και τον πλούτο του χρώματος, τους συνδυασμούς ζεστών και ψυχρών τόνων και την ποιότητα της ζωγραφικής τους γλώσσας. Με τους δύο άξονες που σχηματίζουν οι καταρράκτες στο πρώτο, και τον τονισμό του κέντρου με το δένδρο στο δεύτερο, ο Λαζαρής κατορθώνει να μας δώσει σύνολα με εξαιρετική, εκφραστική δύναμη. Ανάλογα στοιχεία έχουμε και στα δύο Τοπία του, από τα οποία αυτό που δεν έχει σπίτια, με την ιδιαίτερη έμφαση στα πορτοκαλί χρώματα και τις διακυμάνσεις του, μας δίνει όλη την ατμόσφαιρα του ζεστού καλοκαιριού στον Κωπαϊδικό κάμπο. Σ’ αυτήν την τελευταία περίοδο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, ο Λαζαρής αξιοποιεί, με θαυμάσιο τρόπο, τις καθαρά ζωγραφικές αξίες που δίνουν εξαιρετικά, εκφραστικά αποτελέσματα. Γιατί, τώρα, δε μένει στα ειδικά χαρακτηριστικά των θεμάτων του, αλλά στα καθολικά στοιχεία τους, γεγονός που δίνει μια καθαρή ποιητική πνοή στα έργα του. Έτσι, μετά τις προσπάθειές του στο κλίμα της ακαδημαϊκής παράδοσης και του αντικειμενικού ρεαλισμού, φτάνει με την αξιοποίηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του χρώματος και τον τονισμό του ρόλου του φωτός να δώσει έργα που πάνε και πέρα από το τυπικό κλίμα του εμπρεσσιονισμού.
Ο Θεόδωρος Λαζαρής όπως φαίνεται από τα έργα του, εργάστηκε πάντα μακρυά από το θόρυβο και τις ανησυχίες των άλλων. Περιορίστηκε στις καθαρά προσωπικές αναζητήσεις του και επιδίωξε να εκφράσει τις προσωπικές ανησυχίες του με προσπάθειες που συνεχίστηκαν ως το θάνατό του. Επιδίωξε και κατόρθωσε να εκφράσει στα έργα του, την εσωτερική, βιωματική επαφή του με τον φυσικό χώρο, ειδικά αυτόν που γνώριζε και αγαπούσε. Χωρίς άλματα θα προχωρήσει αθόρυβα και βήμα-βήμα, στηνεκμετάλλευση στοιχείων, που ανταποκρίνονται στην ιδιοσυγκρασία και την ευαισθησία του. Έτσι, μας δίνει έργα που διακρίνονται για την αμεσότητα και τη γνησιότητα της φωνής τους. Μια ζωγραφική, που δεν αφήνει ασυγκίνητο τον θεατή με την ποιητική ερμηνεία της οπτικής πραγματικότητας, ιδιαίτερα του φυσικού χώρου που επιτυγχάνει, μια ζωγραφική που διακρίνεται για την ασφάλεια και την ποιότητα των διατυπώσεων της.
Σεπτέμβριος 1992
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
- Κατά το βιογραψικό σημείωμα του ίδιου του καλλιτέχνη, όπως φαίνεται στον Κατάλογο της έκθεσής τον στην Εθνική Πινακοθήκη, γεννήθηκε το 1882. Την ίδια χρονιά γέννησής τον δίνει και ο Σττητέρης στον «Αιώνα Νεοελληνικής Ζωγραφικής» τομ. 3,1979, σελ. 155. Ο Λυδάκης, στο «Λεξικό των Ελλήνων Ζωγράφων και Χαρακτών» της Μέλισσας, δίνει χρονολογία γέννησης το 1885.
- Χειρόγραφη αίτηση του καλλιτέχνη «προς το Σεβαστόν Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων-Διεύθυνσης Καλών Τεχνών» της 24.4.1945, στην οποία αναφέρονται και διάφορα στοιχεία της δραστηριότητας, ιδιαίτερα: «διεκόσμησα ναούς μετά τοιχογραφιών και φορητών εικόνων» όπως γράφει ο ίδιος.
- Με τίτλο «Ο Ζωγραφικός Κόσμος του Θεοδώρου Λαζαρή»
- Το έργο είναι ζωγραφισμένο πάνω σε επιφάνεια με παλαιότερο έργο με υπογραφή που διασώζεται κάπωςX. Παπαγιάνα...
- Πρόκειται για την ανηψιά του και μιά φίλη της, κατά πληροφορίες δικών τον.
- Έργα του Βελάσκεθ από το 1648-1650. Για τό έργο βλέπε, Χρύσανθος Χρήστου, «Η Ευρωπαϊκή Ζωγραφική του Που Αιώνα, το Μπαρόκ». Αθήνα 1986, σελ,. 143.
from ανεμουριον https://ift.tt/3a8ArVy
via IFTTT










































