Ο χαράκτης Α. Τάσσος

Του ΤΑΚΗ ΚΑΤΣΟΥΛΙΔΗ

Ο Α. ΤΑΣΣΟΣ ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1973» ΣΤΙΣ 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 1974 (ΦΩΤ: ΣΠΑΡΟΥ ΚΑΡΑΧΡΗΣΤΟΥ) ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ (90 X 528 ΕΚ) ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΥΤΟ - Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΧΑΡΑΚΤΗ - ΣΕ ΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΑ Ο ΤΑΣΣΟΣ ΕΓΡΑΦΕ: «ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΕΤΑΙ ΣΤΙΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1973 ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1975» Ο ΤΑΣΣΟΣ ΑΠΟ ΤΟ 1962 ΠΕΡΑΣΕ ΣΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ ΞΥΛΟΥ ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΞΥΛΟ ΜΕ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΜΟΝΟ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΟΥ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΜΕΡΟΣ ΧΑΡΑΖΟΤΑΝ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΜΕ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΕΤΡΑΠΛΑΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΣΤΟ ΚΑΒΑΛΕΤΟ Η ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΤΑ ΤΥΠΩΜΑΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’50 Ο ΕΦΟΠΛΙΣΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧ. ΚΑΡΡΑΣ ΑΝΕΘΕΣΕ ΣΤΟΝ ΤΑΣΣΟ ΜΙΑ ΕΓΧΡΩΜΗ ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΣΕ ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΕΡΙΠΟΥ ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΘΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΙΝΕΣ ΤΩΝ ΠΛΟΙΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΤΟΥ Ο ΤΑΣΣΟΣ ΑΡΠΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΗΤΑΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΙΠΛΕΟΥΝ ΤΗΝ ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΝ ΜΕΤΑΞΩΤΟ ΧΑΡΤΙ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ ΣΧΗΜΑ ΕΤΣΙ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΛΟΙΑΡΧΟ ΤΟΥ ΚΑΡΡΑ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΕΩΣ ΤΟΤΕ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ ΧΑΡΤΙ (205 Χ 95 ΕΚ) ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΑΚΩΝ ΣΥΝΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΤΑΣΣΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΗΦΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ «ΜΑΥΡΟ - ΑΣΠΡΟ» ΣΤΗΝ ΓΚΑΛΕΡΙ «ΖΥΓΟΣ» ΤΟ 1964 ΑΚΡΑΙΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΧΑΡΑΞΗΣ ΟΙ ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΙΧΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ - ΠΩΣ Η ΜΝΗΜΕΙΩΔΗΣ (550X350 ΕΚ) ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΙΧΟΥ «ΚΟΡΜΟΙ ΔΕΝΤΡΩΝ» ΠΟΥ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΘΗΚΕ ΤΟ 1980 - 1981 ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΒΑΡΔΑΡΙΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΕΙΝΑΙ πολύ δύσκολο να γράψει κανείς για έναν καλλιτέχνη του αναστήματος του Τάσσου.

Η ζωή και το έργο του είναι ευρύτατα γνωστά στο ελληνικό κοινό, έχουν γραφτεί τόσα πολλά, που αφήνουν ελάχιστα περιθώρια στο να προσθέσει κανείς κάτι καινούργιο.

Θα επιχειρήσω με λίγα λόγια να σκιαγραφήσω το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, έτσι απλά όπως εγώ τον γνώρισα και όπως τον έβλεπα. Θα προσπαθήσω να διαχωρίσω για λίγο τον Τάσσο - καλλιτέχνη από τον Τάσσο - άνθρωπο.

Είχα ακούσει για τον Τάσσο από ένα συμμαθητή μου, όταν ήμουν ακόμα στο Γυμνάσιο.

Αυτός ήταν από το ίδιο χωριό που καταγόταν και ο Τάσσος. Μου είχε πει επί λέξει: «Είναι καταπληκτικός. Χαράζει παραστάσεις πάνω σε ξύλο από ελιά και τις τυπώνει· αλλά τι να το κάνεις; έχει το μικρόβιο».

«Ποιο μικρόβιο;», τον ρωτάω με κάποια ανησυχία, «είναι άρρωστος;». «Οχι, είναι κομμουνιστής», μου απάντησε. Είμαστε στην εποχή που μόλις είχε τελειώσει ο εμφύλιος και η λέξη αυτή ήταν απαγορευμένη.

Γνώρισα τον Τάσσο ύστερα από αρκετά χρόνια όταν είχα τελειώσει το εργαστήριο της χαρακτικής με τον Κεφαλληνό.

Τα χρόνια ήταν δύσκολα, η ανεργία μεγάλη και η μετανάστευση σε υψηλά επίπεδα. Του ζήτησα δουλειά. Στην αρχή ήταν επιφυλακτικός, σχεδόν αρνητικός. Όλα άλλαξαν όταν είδε τις χαράξεις μου και ειδικά ένα όρθιο ξύλο, αντίγραφο από σχέδιο του Ντομιέ. Με ρώτησε αν ξέρω να σχεδιάζω γράμματα, και από εκείνη τη στιγμή άρχισε η συνεργασία μας μέχρι την ημέρα που έφυγα για το Παρίσι με υποτροφία.

Ο Τάσσος είχε το προτέρημα να βάζει τους συνεργάτες του σε τέτοια θέση που να αισθάνονται άνετα και ζεστά. Οι οικονομικές συναλλαγές του ήταν πάντα απλόχερες και θύμιζαν άρχοντα. Φιλόξενος και χαμογελαστός, έτοιμος να ακούσει το πρόβλημα του καθενός και να βοηθήσει.

Θυμάμαι ότι την εποχή εκείνη πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης μόλις γύριζαν από την εξορία τον πρώτο που συναντούσαν ήταν ο Τάσσος. Σ’ αυτόν έβρισκαν μια συμπαράσταση και πολλές φορές κάποια βοήθεια για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή.

Τελευταία, τον είχα επισκεφθεί στο εξοχικό του στο Πεταλίδι, έξω από καλλιτεχνικά κυκλώματα, ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους της περιοχής. Πάντα του άρεσε να μιλάει για τα μοναδικά ηλιοβασιλέματα που ζούσε, για τους ψαράδες, και να καμαρώνει τον κήπο του που θέριευε.
Γοητευτικός ομιλητής
Ο Τάσσος είχε το χάρισμα του λόγου, έγραφε με την ίδια ευκολία με την οποία μιλούσε, είχε ένα μοναδικό τρόπο στο να περιγράφει ανθρώπους, πράγματα, καταστάσεις, και προκαλούσε πάντα το ενδιαφέρον. Οι ιστορίες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο ήταν πολλές και τις διηγόταν παραστατικά και με κάθε λεπτομέρεια.

Εκείνο που μου έρχεται στο νου αυτή τη στιγμή είναι η ιστορία που μας είχε διηγηθεί την ώρα του καφέ στου «Φλόκα» που συχνάζαμε· για ποιο λόγο ο Μπουζιάνης δεν έκανε έκθεση στην Αμερική: «Άκουσε, Τάσσο μου, για να εκθέσεις στην Αμερική, πρέπει πρώτα να πας εκεί και να ψαρέψεις σε ένα ποτάμι ένα τεράστιο ψάρι, να σε βάλουν στην εφημερίδα με το ψάρι στο χέρι σαν περίεργο γεγονός, και μετά από μια εβδομάδα να γίνουν τα εγκαίνια της έκθεσής σου, οπότε θα γράψουν οι εφημερίδες “αυτός ο ζωγράφος είναι ο άνθρωπος που την περασμένη εβδομάδα έπιασε ένα τεράστιο ψάρι”. Ε, εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, Τάσσο μου, γι’ αυτό δεν πάω στην Αμερική».

Ένας από τους τακτικούς «θαμώνες» του εργαστηρίου του Τάσσου την εποχή του ’60 ήταν ο Απάρτης· είχε και αυτός τότε το εργαστήριό του μερικά σπίτια πιο κάτω, στην οδό Αρδηττού. Ο Άπαρτης ήταν μόνιμα προσκαλεσμένος για το πρωινό του στον Τάσσο, μεταξύ 7.30 - 8.00 και μετά ο καθένας τράβαγε για την δουλειά του.

Ο Τάσσος ήταν άνθρωπος των άκρων· ό,τι πίστευε και εκτιμούσε το υπερασπιζόταν φανερά και ό,τι δεν του πήγαινε το πολέμαγε με πείσμα. Η ουδετερότητα δεν είχε θέση στην ιδιοσυγκρασία του.
Ανθρωπος της δράσης
Ήταν ο άνθρωπος που ζούσε μέσα από τη δράση, όχι μόνο την καλλιτεχνική. Η ανησυχία του για την τύχη του ανθρώπου και ό,τι έχει σχέση μ’ αυτόν, τα συναισθήματα, οι χαρές και οι λύπες, πέρναγαν μέσα από την ύπαρξή του και διοχετεύονταν με βαθιές χαρακιές στο εικαστικό του όραμα.

ΛΟΥΚΙΑΣ ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ «Ο ΤΑΣΣΟΣ ΧΑΡΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΞΥΛΟ» 1948 (ΕΛΑΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΚΑΜΒΑ 275X225 ΕΚ) ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΑΥΤΟΝ Η ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗ ΕΧΕΙ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕΙ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΕΙ ΜΟΛΟΝΟΤΙ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΠΑΙΡΝΕ Ο ΤΑΣΣΟΣ ΟΤΑΝ ΕΡΓΑΖΟΤΑΝ ΜΙΑ ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ

Η καλλιτεχνική του δημιουργία ξεκινάει ανάμεσα από δυο πολέμους και μια δικτατορία, συνεχίζεται μέσα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, ξαναδοκιμάζεται από μια δεύτερη δικτατορία και φτάνει μέχρι σήμερα, καταγράφοντας τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, τα πάθη, τις βιαιότητες, τις χαρές και τις λύπες μιας ρευστής κοινωνίας, που εύκολα φτάνει στις ακρότητες, που κανένας δεν αναγνωρίζει κανέναν, που αξίες ποδοπατούνται αλόγιστα.

Ο Τάσσος σαν κοινωνικός σεισμογράφος καταγράφει, εικονογραφεί, παριστάνει με μαύρες φόρμες ό,τι τον αγγίζει, ό,τι τον συγκινεί. Η τεχνική του, η εκρηκτικότητα του μαύρου - άσπρου, τον ξεχωρίζει και προσδίδει στο έργο του μια ιδιαιτερότητα.

Τα θέματά του, παρμένα αρχικά από βιώματα της αγροτιάς - τοπία και άνθρωποι, δεμένοι με τη γη - , χρωματίζονται με γήινα χρώματα, ώχρες, χοντροκόκκινα, γκρίζο - πράσινα και όλα μαζί δένονται με το μαύρο, όπου το φως και η σκιά λειτουργούν συνθετικά και αποπνέουν ένα φως, μερικές φορές απόκοσμο, που δεν βγαίνει από την παρατήρηση του φυσικού, αλλά υπαγορεύεται από καθαρές πλαστικές και συνθετικές αναζητήσεις του καλλιτέχνη.

Ανθρωποι και τοπία αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και δίνουν την αίσθηση μιας ενιαίας μάζας, όπου οι φόρμες των ανθρώπων που καλλιεργούν τη γη είναι άρρηκτα δεμένες μαζί της.

Οι σκυμμένες επάνω στη γη φιγούρες, με τα επαναλαμβανόμενα σχήματα, δίνουν την αίσθηση του ρυθμού, της αρμονίας και της κίνησης.

Οι ρυτίδες των ανθρώπων της δουλειάς, τα ροζιασμένα χέρια και οι κορμοί των δένδρων χαράζονται με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια προσοχή στο ξύλο, και αποδίδουν μια προσωπική γραφή στο έργο του.

Οι αγρότες του Τάσσου είτε πηγαίνουν για δουλειά είτε γυρίζουν, μοιάζουν πάντα με πολεμιστές που επιστρέφουν θριαμβευτές από τη μάχη με τις τσουγκράνες για όπλα και τη σοδειά για λάφυρα.

Μεταγενέστερα, όταν τα θέματά του βγαίνουν από συγκινήσεις πολιτικοκοινωνικών γεγονότων (ήταν πάντα ένας στρατευμένος καλλιτέχνης, όπως ο ίδιος έλεγε), τότε οι άνθρωποί του απομονώνονται από το περιβάλλον και, κατά κανόνα, τυπώνονται σε λευκό φόντο, σαν να λειτουργούν αυτόνομα, ενώ οι συνθέσεις του σχηματίζονται από πολλές φιγούρες, που αποτελούν επαναλαμβανόμενα σχήματα και, αφαιρώντας άσπρο από το μαύρο, δημιουργούν αρμονίες και αντιθέσεις.

Η κοντούρα του σχεδίου του χωνεύεται στα φαρδιά μαύρα, που ενεργούν σαν συνδετικός κρίκος στο εσωτερικό του έργου, ενώ ταυτόχρονα καθορίζουν το περίγραμμα της όλης σύνθεσης.

Το άσπρο, αλλού με απότομα περάσματα, αλλού με σύντομες διαβαθμίσεις, περνάει στο μαύρο και έτσι δημιουργείται η εκρηκτικότητα του άσπρου - μαύρου που ανέφερα πιο πάνω.
Οι φωτεινές φόρμες επενεργούν σαν άξονες στη σύνθεση του έργου του, ενώ το φως μετωπικά ή πλάγια προέρχεται πάντα από μια εστία και θυμίζει απόμακρα βυζαντινή προέλευση.
Γραμματόσημα - Βιβλία
Θα πρέπει επίσης να αναφερθώ στο έργο του Τάσσου που σχετίζεται με τα γραμματόσημα, ελληνικά και κυπριακά.

Επί δεκαπέντε χρόνια περίπου ο Τάσσος έθεσε το ταλέντο του και τις γνώσεις του στις γραφικές τέχνες, στην υπηρεσία της ανανέωσης του γραμματόσημου.

Την τελειότητα της χαρακτικής και τους ευγενικούς τόνους των γραμματοσήμων του Κεφαλληνού διαδέχθηκαν το αδρό σχέδιο και τα έντονα χρώματα του Τάσσου.

Αυτήν την περίοδο, που ο Τάσσος ανέβασε το ελληνικό γραμματόσημο και συνέβαλε στην άνθηση του φιλοτελισμού στην Ελλάδα και το εξωτερικό, διέκοψε οριστικά η χούντα των Συνταγματαρχών, το 1967.

Ένα άλλο κεφάλαιο όπου η προσφορά του Τάσσου υπήρξε πολύ σημαντική είναι εκείνο της τέχνης του βιβλίου. 0 τρόπος που ξεφύλλιζε το βιβλίο έδειχνε τον άνθρωπο που αγαπούσε το υλικό, το χαρτί, που χαιρόταν την εκτύπωση, που ριγούσε τη στιγμή που έβγαινε το πρώτο τύπωμα, και, ξυλογράφος όπως ήταν, πιστός στα διδάγματα των μεγάλων δασκάλων της χαρακτικής, μας έδωσε απαράμιλλα δείγματα εικονογραφίας και τέχνης του βιβλίου.
«ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ Κ» 1968 (ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ 106X32 ΕΚ) ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΤΑΣΣΟΥ ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΚΑΘΑΡΕΣ ΤΙΣ ΛΟΥΖΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΕΙΣ ΜΙΚΡΗΣ Η ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΤΙΣ ΕΞΑΙΡΕΙ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΩΝΕΙ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ

Ακόμα μια δραστηριότητα του Τάσσου ήταν η προσφορά του ως δάσκαλος στη Σχολή Δοξιάδη, όπου μαζί με τον Σπύρο Βασιλείου, τον Γιάννη Τσαρούχη και με σύμβουλο τον Ευάγγελο Παπανούτσο, δημιούργησαν μια Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών, στην οποία μαθήτευσαν εκατοντάδες σημερινά στελέχη των διακοσμητικών και γραφικών τεχνών του τόπου μας και όπου πρωτοδίδαξαν μια πλειάδα από τους νεότερους σημαντικούς καλλιτέχνες. Εκεί ξανασυνεργάστηκα με τον Τάσσο στο Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών για αρκετά χρόνια.

Α. ΤΑΣΣΟΥ «ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ» Π 1935 (ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΠΛΑΓΙΟ ΞΥΛΟ 215X28 ΕΚ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ «Α. ΤΑΣΣΟΣ») Ο ΧΑΡΑΚΤΗΣ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΟ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ ΣΕ ΤΟΙΧΟ ΤΟΥ ΕΞΟΧΙΚΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟ ΠΕΤΑΛΙΔΙ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ 1975 ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩΝ ΜΕ ΚΑΣΤΡΑ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΧΩΡΙΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΒΟΗΘΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΥΚΙΑ ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΖΑΧΑΡΙΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕ ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΠΑΡΟ ΚΑΡΑΧΡΗΣΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΕΓΡΑΦΕ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΠΟΘΕΣΙΩΝ Ο ΧΑΡΤΗΣ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ

Ο Απάρτης είχε ζητήσει μ’ επιμονή να μιλήσω εγώ. Το έκανα βέβαια αλλά με μεγάλο κόπο. Βρισκόμαστε όλοι κάτω από βαριά συγκίνηση. Ξέραμε ότι χάναμε τον Απάρτη (...)» (Α. Τάσσου, «Σοφός, απλός, τίμιος», Ζυγός, τχ. 9, 1965· αναδημ.: «Ο γλύπτης Θανάσης Απάρτης», «Χρονικό 72», 1972).

Η ΛΟΥΚΙΑ ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΛΥΠΤΗ ΘΑΝΑΣΗ ΑΠΑΡΤΗ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΟΥ Α. ΤΑΣΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΟΥΚΙΑΣ ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΔΗΤΤΟΥ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ Ο ΑΠΑΡΤΗΣ ΠΟΥ ΕΜΕΝΕ ΣΤΟ ΜΕΤΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΔΗΤΤΟΥ 16 ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΤΑΣΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΟΥΚΙΑΣ ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ ΗΤΑΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ - ΕΠΑΙΡΝΑΝ ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ Ο ΤΑΣΣΟΣ ΣΕ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΑΡΤΗ ΣΤΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1965 ΕΙΠΕ: «ΕΙΤΑΝΕ ΝΟΜΙΖΩ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΠΑΡΤΗ ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΝ 1Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1965 ΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΙΜΟΥΣΑΝΕ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΙΣ ΦΙΛΟΞΕΝΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ

Και εδώ θα ήθελα να επισημάνω ότι είναι μεγάλη απώλεια για τον τόπο ότι σε ένα τέτοιο καλλιτέχνη, χαρισματικό στο λόγο, άξιο δάσκαλο και με τόση πίστη στην τέχνη της χαρακτικής, δεν δόθηκε η ευκαιρία να διδάξει στη Σχολή Καλών Τεχνών και να μεταδώσει στους νέους τη φλόγα και την αγάπη της τέχνης αυτής. Ο Τάσσος υπήρξε πολύ τυχερός άνθρωπος, γιατί από τα σπουδαστικά του χρόνια μέχρι την τελευταία του πνοή είχε δίπλα του για σύντροφο της ζωής του τη ζωγράφο - χαράκτρια Λουκία Μαγγιώρου. Η συμβολή της στην πορεία και το έργο του Τάσσου υπήρξε καθοριστική. Με τη ζεστή παρουσία της, τον ακέραιο χαρακτήρα, το χαμόγελο αλλά και τη σωστή κριτική συμπορεύτηκε μαζί του, μέσα από τις ίδιες ιδεολογικές και πολιτικές τοποθετήσεις στο δύσκολο δρόμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Σημείωση: (Αναδημοσίευση από το περ. Τέχνη και Λόγος,, τχ. 3,1985).


from ανεμουριον https://ift.tt/3dn22Vd
via IFTTT
Από το Blogger.