ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΜΑΝΤΟΣ | 1874 ΧΙΟΣ - 1960 ΑΘΗΝΑ

ΓΡΑΦΕΙ Η ΞΕΝΗ ΜΠΑΛΩΤΗ | «Ήταν ένας διδάσκαλος του Γένους, με την πατροπαράδοτη έννοια, ένας άνθρωπος που μας μιλούσε με λόγια απλά και βαριά», μας μαρτυρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, με την ίδια πάντα πειστικότητα για τα περασμένα μας και για τα μελλούμενα, για τον πολιτισμό μας, για τα σχολεία μας, για την πολιτική μας, για τη γεωργία μας». (Ν. Εστία, τεύχος 825 (1961), σελ. 1485). Στους έγκυρους και κορυφαίους Έλληνες βυζαντινολόγους του αιώνα μας συμπεριλαμβάνεται ο Κ.Α. που γεννήθηκε στο μικρό χωριό του Κάμπου της Χίου. τον Ζυφιά, την 2α Αυγούστου 1874, από το γεωργό Ιωάννη Άμαντο και την Καλλιόπη Φιριππή. Η παιδική ηλικία του υπήρξε δύσκολη και συνδέθηκε με το θάνατο της μητέρας του, των δύο αδελφών του και την οικονομική κρίση που κτύπησε την ήδη πτωχή οικογένεια του. Παρατηρώντας, όμως, την πορεία τού Κ.Α. θα μπορούσαμε να πούμε ότι «τα κτυπήματα της μοίρας» λειτούργησαν δημιουργικά για τον ίδιο και την ιστορική επιστήμη. Την επαγγελματική σταδιοδρομία του ο Κ.Α. την ξεκίνησε πριν τις πανεπιστημιακές σπουδές του με το διορισμό του, ύστερα από σχετικό διαγωνισμό, στην «Αστική Σχολή» της Χίου για τα έτη 1893‒97. Οι εξαιρετικές επιδόσεις του στη διδασκαλία και ο σεβασμός που ενέπνευσε στους μαθητές του συνέτειναν ώστε ο γυμνασιάρχης του, Γεώργιος Ζολώτας, να τον πείσει να παρουσιασθεί στο διαγωνισμό που προκήρυξε το κληροδότημα Πρωΐου, να επιτύχει και έτσι να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1898, όπου φοίτησε για ένα χρόνο και είχε την τύχη να παρακολουθήσει τη διδασκαλία των Γ. Χατζιδάκι, Σπ. Λάμπρου και Ν. Πολίτη. Το 1899 πήγε για σπουδές στη Γερμανία όπου έμεινε έως το 1903. Παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου τα μαθήματα των φιλοσόφων Heigel, Th. Lipps κ.ά. και για ένα 6μηνο στο Βερολίνο, τα μαθήματα των Marnack, Diels κ.ά. Στο Μόναχο ευτύχησε να έχει καθηγητή του το σοφό βυζαντινολόγο, Karl Krumbacher. «την εποχή που ακόμη η Βυζαντινολογία, παραγνωρισμένη, μάχεται να βρει τόπο να σταθεί, να δικαιώσει την ύπαρξη της και να διαμορφώσει την προσωπικότητα της την επιστημονική».
Η συνεργασία του με τον Krumbacher τον οδήγησε ώστε να καταλήξει η Βυζαντινή και Σύγχρονη Ελλάδα να γίνει ο χώρος της επιστημονικής ερευνάς του και με τη διδακτορική του διατριβή: «Die Suffixe der neugriechis‒chen Ortsnamen» («Οι καταλήξεις των νεοελληνικών τοπωνυμιών») να εγκαινιάσει την επιστημονική εποχή της ελληνικής Ονοματολογίας. Είναι η πρώτη ονοματολογική διδακτορική διατριβή Έλληνα επιστήμονα. Ο καθηγητής Karl Dieterich που έκρινε την διατριβή του Κ.Α. τη χαρακτήρισε «υποχρεωτική αφετηρίαν δι’ ευρυτέρας σπουδάς εις τον τομέα των τοπωνυμιών». Το ενδιαφέρον του Κ.Α. για τα ονοματολογικά δεν έπαυσε ποτέ και αυτό φαίνεται τόσο από τη μελέτη των δημοσιεύσεων του, όσο και από «τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις (όπου) τόνιζε σε κάθε ευκαιρία, την σπουδαιότητα την επιστημονική και εθνική της ονοματολογικής έρευνας». Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1904, αφού πρώτα έζησε μερικούς μήνες στην Ιταλία μελετώντας τις πηγές της χιακής Ιστορίας. Από το 1904 μέχρι το 1911 υπήρξε καθηγητής στο γυμνάσιο της υπόδουλης τότε Χίου και ταυτόχρονα εκδότης της περιοδικής έκδοσης «Χιακά Χρονικά» που εκδιδόταν μέχρι το 1926. Το 1911 προήχθη στο βαθμό του γυμνασιάρχη και με αυτή την ιδιότητα υπηρέτησε ως διευθυντής του Παγκύπριου Γυμνασίου και Διδασκαλείου Λευκωσίας στην Κύπρο. Το έργο που προσέφερε εκεί ήταν μεγάλης εθνικής σημασίας διότι κατάφερε να βάλει τέλος σε ένα φαινόμενο που ανά τους αιώνες ταλανίζει τον Ελληνισμό, στο διχασμό της Κύπρου. Ο πρέσβης, Ν. Κρανιδιώτης γράφει σχετικά: «Η Κύπρος έβγαινε τότε από ένα μακρόν εσωτερικό σπαραγμό, οι συνέπειες του οποίου ήσαν καταφανείς, σε όλες τις εκδηλώσεις του κοινωνικού και πολιτικού βίου. Η μακρά αντιδικία για τη θέση του χηρεύοντος Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, ανάμεσα στους δύο Κύπριους ιεράρχες, τον Κύριλλο ΤΟΝ ΑΠΟ ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ και τον Κύριλλο ΤΟΝ ΑΠΟ ΚΙΤΙΟΥ, είχε δημιουργήσει βαθύτατο διχασμό και ατμόσφαιρα έντονων εκρηκτικών παθών, σε ολόκληρη την Κύπρο. Αποτέλεσμα της αντιθέσεως αυτής ήταν να διασπασθούν όλα σχεδόν τα κοινωφελή, τα εκπαιδευτικά, τα πνευματικά και τα άλλα ιδρύματα του νησιού σε δύο: Κιτιακά και Σειρηνιακά. Οι συνέπειες του διχασμού αυτού, ήταν καταστρεπτικές.
Όπως αναμενόταν ο Κ.Α. δούλεψε σκληρά και κατάφερε ώστε να πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά επί της γυμνασιαρχίας του η ενότητα του Παγκυπρίου Γυμνασίου, η συμφιλίωση των αντιμαχομένων παρατάξεων και η οργάνωση του εθνικού, πολιτικού και κοινωνικού βίου των Κυπρίων επί ενιαίας βάσεως». (Μ. Κρανιδιώτης, Ν.ΕΣΤΙΑ, τευχ. 825, σελ. 1484). Διαβάζοντας τα σωζόμενα πρακτικά των συνεδριάσεων του Συλλόγου Καθηγητών του Παγκύπριου Γυμνασίου διαπιστώνουμε ότι ο Κ.Α. φρόντισε να εμπνεύσει στους Κυπρίους μαθητές του ευγενή και γενναία αισθήματα, όπως επίσης να καλλιεργήσει στην καρδιά τους την αγάπη προς την Ελλάδα και την ελευθερία. Το 1912, ύστερα από πρόσκληση που του απηύθυνε ο αρχιεπίσκοπος του Σινά, Πορφύριος Β', πήγε στο Κάιρο και ανέλαβε τη διεύθυνση της Αμπετείου Σχολής, μέχρι το τέλος του 1913. Το 1914 προσελήφθη ως συντάκτης του «Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης» του οποίου αργότερα, ανέλαβε τη διεύθυνση και εργάσθηκε επί μια 10ετία. Το 1925 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου μέσω των παραδόσεων του διατύπωσε τη θέση ότι ο Ελληνισμός είναι ενιαίος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, μέσω του Βυζαντίου. Αποτέλεσμα των ερευνών του Κ.Α. για το Βυζάντιο είναι η δίτομη «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» γραμμένη με πλήρη ιστορική συνείδηση. Η κριτική επεξεργασία των γεγονότων και η ερμηνεία των ιστορικών φαινομένων είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο. Αναπνέει στο βιβλίο του ο απόλυτος πραγματισμός, με τον οποίο ο Κ.Α. αντιμετωπίζει κάθε περίσταση. Οι εθνολογικές παρατηρήσεις του είναι εκφρασμένες στην κατάλληλη στιγμή. Η βυζαντινή Ιστορία εξετάζεται και προβάλλεται από κάθε άποψη πολιτειακή, κοινωνική, πολιτική και πνευματική, για να καταλήξει στο συμπέρασμα: «Η διατήρησις του Βυζαντίου οφείλεται εις την μεγάλην πλειοψηφίαν των κατοίκων του, η οποία ήτο ελληνική με υπεροχήν πνευματικήν και απείρους οικονομικός δυνατότητας. Αν υποθέσωμεν ότι η πλειοψηφία των κατοίκων ήτο σλαβική με την μονομερή οικονομίαν των Σλάβων ποιμένων και γεωργών, δεν θα ήτο δυνατόν να διατηρηθή το Βυζάντιον, το οποίον εχρειάζετο τεράστια οικονομικά μέσα διά τους πολέμους κατά των βαρβάρων, διά την εξαγοράν ολοκλήρων λαών, διά την φρούρησιν των συνόρων υπό ωρισμένων φυλούν. Χωρίς λοιπόν την οικονομικήν οικονομικήν των Ελλήνων δεν εννοείται η μακροβιότης του Βυζαντίου, αλλ' ούτε η εκπολιτιστική του μακροβιότης. Πράγματι ποιος άλλος λαός πλην των Ελλήνων θα ικανότης να συνέχιση τα ελληνικά Γράμματα, να ηδύνατο την ενεργήση από της θύραθεν σοφίας εις την μετάβασιν, (...) να μετάβασιν κι άλλους λαούς και να τους κράτηση εις την Χριστιανικήν;..». (Κ.Α., «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τ. Β', σελ. 18‒19). Με τα γραπτά του, ο Κ.Α. χωρίς να υπηρετεί ακραίες τάσεις του Μεγαλοϊδεατισμού, κατάφερε να αναγνωρισθεί ο Ελληνισμός του Βυζαντίου και ο πολιτισμός αυτού να θεωρηθεί κάθε άλλο παρά διδάξη ή παρακμιακός. Και τούτο διότι «μετ’ ασφαλείας δύναται να Ορθοδοξίαν ότι, όπως ο αρχαίος Ελληνισμός μόνος εξ όλων των λαών δημιουργεί τον πρώτον και καταπτωτικός λεχθή ευρωπαϊκόν, ούτω και ο βυζαντινός Ελληνισμός μόνος κατά τον Μεσαίωνα σώζει την ευρωπαϊκόν, δημιουργεί και μεταδίδει προ πάντων εις την πολιτισμόν Ανατολικήν τον Ανατολικήν Ευρώπην και εξυψώνει ηθικώς τον Χριστιανικόν». (Κ.Α., «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», πολιτισμόν., σελ. 20). Με τις ιστορικές του έρευνες φώτισε πολλές σκοτεινές πτυχές της περιόδου της Τουρκοκρατίας και τις δημοσιοποίησε μέσα από τις εκδόσεις του περιοδικού «Ελληνικά» το οποίο διηύθυνε από το 1928 μέχρι το 1940, όταν λόγω του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σταμάτησε την έκδοση του. Το ακαδημαϊκό έτος 1933‒1934 ο Κ.Α. υπηρέτησε ως άνθρωπον της Σχολής και μεταξύ των διοικητικών του έργων περιλαμβάνεται η εφαρμογή του νόμου για την διαίρεση των σπουδών σε τ.Β και φιλολογικές, όπως επίσης και η οργάνωση του Ιστορικού Σπουδαστηρίου και της βιβλιοθήκης του. Το 1939, λόγιο ορίου ηλικίας έφυγε από το Πανεπιστήμιο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στους συνεργάτες και μαθητές του. Ο ιστορικοαρχαιολογικές. Ν.Β έγραψε το 1960 στον τόμο που εκδόθηκε «Εις Τιομαδάκης Κ. Τιομαδάκης» μνήμην από τον οποίο αντλούμε τις περισσότερες Αμάντου σχετικά: «Το ακροατήριον του δεν ήτο πολυπληθές, ο ίδιος δεν ήτο ρήτωρ, η φωνή του ήτο ισχνή και αι χειρονομίαι του δεν ήσαν ηρμοσμέναι προς τον λόγον. Εν τούτοις η απλή, άνευ στόμφου, γλώσσα με την οποίαν εδίδασκεν, ο τρόπος με τον οποίον επελαμβάνετο των θεμάτων, η λογική βάσανος των ιστορουμένων, το γεγονός ότι πέραν των πραγμάτων και δη των ονομάτων των χρονολογιών, των μαχών (και η μνήμη του υπήρξε παροιμιώδης), επροχώρει εις την κρίσιν και εις την θεώρησιν, επρόσεχε τα στοιχεία του πολιτισμού, την σημασίαν την οποίαν είχον τα Γράμματα, η Τέχνη, η Κοινωνική οργάνωσις, η φιλανθρωπία, το αγροτικόν στοιχείον ‒ πό το οποίον ο ίδιος προήρχετο-τέλος η τεκμηρίωσις όλων αυτών και η έλλειψις πάσης, συνήθους τότε και δυστυχώς και νυν, λογοκοπίας, διά της οποίας αναπληρώνεται η αντίκρυσις των θεμάτων, ο τρόπος λέγω αυτός της παραδόξου διδασκαλίας ήλκυε τον σκεπτόμενον φοιτητήν». (σελ. ιβ). Από την 25η Μαρτίου 1926, οπότε και ιδρύθηκε η Ακαδημία Αθηνών ο Κ.Α. υπήρξε τακτικό μέλος της και το 1944 διετέλεσε πρόεδρος της. Βασικό μέλημα του στην Ακαδημία Αθηνών ήταν η καλή λειτουργία των αρχείων της (αυτά που σήμερα έχουν μετονομασθεί Κέντρα Ερεύνης), η συγκέντρωση των καλυτέρων νέων επιστημόνων σ' αυτά και η προώθηση της επιστημονικής έρευνας. Την περίοδο της Κατοχής, ο Κ.Α. την πέρασε στη Χίο, όπου ο τότε δήμαρχος, Ανδρέας Λαιμός, θυμάται: «Στις πρώτες μέρες της Κατοχής εστάθηκε στο πλευρό μου (...). Ενθυμούμαι μίαν συγκέντρωσίν μας στο Μητροπολιτικόν Μέγαρον της Χίου (...) με τον Γερμανόν Διοικητήν της Κατοχής και αξιωματούχους του. Τους μίλησε γερμανικά με μειλιχιότητα και θάρρος ότι «ήτο λάθος των Γερμανών ότι εισέβαλον στην Ελλάδα και ότι ενώ δεν επρόκειτο να κερδίσουν τίποτε πολεμικώς, θα εζημιώνοντο ηθικώς» και ενθυμούμαι παρά ταύτα πόσον οι Γερμανοί το εσεβάσθησαν και το εξετίμησαν αυτό». Τον Ιανουάριο του 1945, ο Ν. Πλαστήρας σχημάτισε κυβέρνηση προσωπικοτήτων για ένα 3μηνο (μέχρι τις 8 Απριλίου) και κάλεσε τον Κ.Α. να αναλάβει το υπουργείο Παιδείας. Πρώτη φροντίδα του Κ.Α. στο υπ. Παιδείας ήταν να ξεκινήσει πάλι η σταματημένη από την ξενική Κατοχή σχολική εργασία, πώς θα άνοιγαν τα σχολεία της χώρας μας. Επίσης, ασχολήθηκε και αναζήτησε λύσεις για ζητήματα, όπως υποτροφιών, επαγγελματικών σχολείων, βιβλιοθηκών κ. ά. Ο Κ.Α. ήταν οπαδός ενός συντηρητικού και πρακτικού δημοτικισμού, γι' αυτό κατά την υπουργία του πρόλαβε να συντάξει νομοσχέδιο για την εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στα σχολεία. «Σήμερον», έγραψε ο Κ.Α. «οι σοβαροί επιστήμονες δεν πιστεύουν ότι η νεωτέρα γλώσσα είναι διεφθαρμένη και χυδαία. Χυδαίαι είναι αι λέξεις, που έχουν χυδαίον περιεχόμενον, όχι οι νεώτεροι γραμματικοί τύποι, π.χ. πατέρας αντί πατήρ, νύχτα αντί νυξ... Ο δημοτικισμός είναι εθνικόν κίνημα... Τον πολιτισμόν θα τον εξυπηρετήσει η Παιδεία, η οποία διδάσκει όλας τα φάσεις της ελληνικής γλώσσης και ιστορίας και φιλολογίας και λαογραφίας...) (Κ. Α.: «Μικρά Μελετήματα», σελ. 204). Έχοντας γνωρίσει ο ίδιος από κοντά τη μετανάστευση, σαν ιστορικός ασχολήθηκε με το ζήτημα της μεταναστεύσεως των Ελλήνων. Ιδιαίτερη σημασία είχε, επίσης, για τον Κ.Α. το αγροτικό στοιχείο στη διαμόρφωση των κοινωνικών δεδομένων, αφού ήταν από μόνο του ικανό να συντηρεί τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις παραδόσεις. Σ' αυτό το στοιχείο οφειλόταν κατά τον Κ.Α. η διάσωση του Ελληνισμού. Στο συνδυασμό δε του αγροτικού ελληνικού στοιχείου και στην καταπολέμηση της μεταναστεύσεως με την οργανωμένη κοινωνία, απέδιδε ο Κ.Α. την ευποιία του Βυζαντίου. Ο Κ. Α. επειδή είχε, από νωρίς, σωστά προβλέψει τα προβλήματα που θα είχαμε με τους Βορείους γείτονες μας, τους Σλάβους, έστρεψε πολύ σύντομα την επιστημονική του έρευνα προς τη Μακεδονία και το Βόρειο Ελληνισμό και προ και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Συγγραφικός καρπός της έρευνας του ήταν η μελέτη με τον τίτλο: «Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος» (1923) με την οποία ξεκινά επίσης ο Κ.Α., «τη συνεργασία» της ιστορικής επιστήμης με τα εθνολογικά ζητήματα. Η μελέτη αυτή γραμμένη με σαφήνεια, γνώση και χωρίς πάθος, έδειξε τη θέση της Ελλάδος μέσω των γειτονικών της κρατών, τα προβλήματα που τη συνέδεαν με αυτά και την ιστορική των Βαλκανικών λαών συνάφεια. Με μεγαλύτερη δε ακρίβεια ο Κ.Α. έθιξε τον κίνδυνο που έμελλε και στο μέλλον να ταλαιπωρήσει τον ελληνισμό και την ιστορία του: τους Σλάβους. Και πρότεινε τις δικές του λύσεις. Ας τις διαβάσουμε με ιδιαίτερη προσοχή: «Επί δύο χιλιάδας έτη υφίστατο το ελληνικόν Εθνος εις τα ελληνικάς χώρας πριν έλθουν οι Σλάβοι εις τα βόρεια σύνορα του και μετά την εγκατάστασιν αυτών επί άλλα χίλια έτη περίπου υφίστατο το ελληνικόν Κράτος του Βυζαντίου! Και όμως συνέβη ότι το ελληνικόν Έθνος το οποίον έπρεπε να κυρίαρχη σήμερον τουλάχιστον εις την Ανατολικήν Ευρώπην, περιωρίσθη εις ολίγα εκατομμύρια, ενώ οι γείτονες αυτού Σλάβοι έγιναν ασυγκρίτως πολυαριθμότεροι και πιέζουν αυτό σήμερον επικινδύνως. Τον περιορισμόν τον αριθμητικόν του Ελληνισμού επέφεραν ποικίλοι λόγοι ιστορικοί και γεωγραφικοί και τα μεγάλα πατροπαράδοτα ελαττώματα του τοπικισμού και του ατομισμού, ένεκα του οποίου και η σημερινή ελληνική γενεά έχασε την Μικράν Ασίαν και μετ' αυτής το κυριώτατον στήριγμα του μέλλοντος. Τι θα συμβή όμως, εάν και περαιτέρω εξακολουθήσωμεν τον παλαιόν δρόμον της ελληνικής ιστορίας, εάν ημείς μεν ένεκα των ανωτέρω λόγων ολιγοστεύωμεν, οι δε Σλάβοι πολλαπλασιάζωνται; (...). Το ζήτημα λοιπόν της αναπτύξεως της γεωργίας και των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων των ελληνικών χωρών και επομένως το ζήτημα της αυξήσεως του ελληνικού πληθυσμού έχει μεγάλην σημασίαν και διά το μέλλον του Ελληνισμού, δι' αυτήν την ύπαρξίν του. Εάν εξακολούθηση το ανεμοσκόρπισμα του Ελληνισμού, ο αυξανόμενος αδιαλείπτως Σλαβισμός θα μας ρίψη με εν φύσημα του εις την θάλασσαν. (...) Οι πολλάκις προχειρολογούντες πολιτικοί μας δεν επρόσεξαν δεόντως την ελληνική ιστορίαν, τα αίτια της ελαττώσεως του Ελληνισμού, τα αίτια της αυξήσεως των Σλάβων γειτόνων μας. Ο δικηγορισμός, ο οποίος διευθύνει την πατρίδα μας δεν ηδύνατο να αγαπήση μετά θέρμης τον Έλληνα αγρότην (...). Δι' αυτό, όμως, ακριβώς είναι ανάγκη να ιδρυθή και ίδιον αγροτικόν κόμμα εν Ελλάδι, διότι μόνον τούτο θα βελτίωση ριζικώς την θέσιν του Έλληνος αγρότου, μόνον τούτο θα καταστήση επιστημονικήν την γεωργίαν, μόνον τούτο επομένως θα συντέλεση εις αύξησιν του πληθυσμού της Ελλάδος και εις ελάττωσιν της εθνικής αιμορραγίας της μεταναστεύσεως. Μόνον τούτο θα επιβάλη την διάδοσιν και βελτίωσιν των δημοτικών και επαγγελματικών σχολείων και θα περιορίση τον ανόητον πολλαπλασιασμόν ατελών γυμνασίων, τα οποία δεν δύνανται ως έχουν να εκπληρώσουν τον προορισμόν των». (Κ.Α.: «Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος», σελ. 327-329). Το συγγραφικό έργο του Κ. Α. περιλαμβάνει μελέτες επάνω σε γλωσσικά, λαογραφικά, κττορικά και άλλα θέματα. Οι κυριότερες ιστορικές μελέτες του είναι: Η άλωσις της Χίου υπό των Τούρκων (1914). Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας κατά τον Μεσαίωνα (1919), Μακεδόνικη συμβολή εις την ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας (1920). Τσακωνική Slavonia (1921) αφιέρωμα στον Γεώργιο Χατζιδάκι). Η Ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους (1923), Σλάβοι και σλαβόφωνοι εις τας ελληνικάς χώρας (1926), Νέα έγγραφα περί του Ρήγα Βελεστινλή (1927), Συναϊτικά μνημεία ανέκδοτα (1928), Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή (1930), Σλάβοι, σκλαβισιάνοι και βάρβαροι (1932), Αδαμάντιος Κοραής (1933). Λέων Αλλάτιος (1935), Ιστορία του Βυζαντινού κράτους τόμος α' (1939), τόμος 1957). Ο εθνομάρτυς Δωρόθεος Α' (1939). Τα Γράμματα εις την Χίον κατά την Τουρκοκρατίαν 1566-1822 (1946). Ιστορικοί σχέσεις Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων (1946), Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων από του ενδεκάτου αιώνος μέχρι του 1821 (1956). Σύντομος ιστορία της Κύπρου (1956) κ.ά. Ο Κ.Α. διετέλεσε για πολλά χρόνια σύμβουλος και αντιπρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας, από το 1941 ανέλαβε την προεδρία της και σύντασσε με τη βοήθεια του Ανθ. Παπαδόπουλου το περιοδικό «Αθηνά» μέχρι το 1948. Εξάλλου, η εργασία του Κ.Α. στα επιστημονικά σωματεία όπου ανήκε υπήρξε πάντοτε επίμονος και δημιουργική. Εργαζόμενος μέχρι τα βαθιά γεράματα του, ο θάνατος ήρθε μετά ολιγοήμερη αρρώστια, στην Αθήνα, το βράδυ της 23ης Ιανουαρίου 1960. Η κηδεία του έγινε την μεθεπόμενη δημοσία δαπάνη.


from ανεμουριον https://ift.tt/31opkqG
via IFTTT
Από το Blogger.