ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ | 1910 ΤΡΙΚΑΛΑ - 1990 ΑΘΗΝΑ

Ο Αβέρωφ είχε αδυναμία στις αγροτικής φύσεως εργασίες και φρόντιζε μόνος του τα κτήματά του, όταν του το επέτρεπαν τα βαριά καθήκοντά του.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ | Στην πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, οι τίτλοι του «ευπατρίδη» και του «άρχοντα της πολιτικής» είναι σπάνιοι και ζηλευτοί, γιατί η αλάνθαστη λαϊκή κρίση τους απονέμει με αυστηρότητα σε δημόσιους άνδρες που ασκούν το λειτούργημα τους με ανιδιοτέλεια, αρετή και ταπεινοφροσύνη. Σε προηγμένες πολιτικά χώρες άνδρες αυτού του διαμετρήματος ανέρχονται περίπου αυτόματα στα ύπατα αξιώματα της Πολιτείας. Στα καθ' ημάς, μόνον η μοίρα, εκείνη που στα βλαχοχώρια της Πίνδου αόρατη επισκέπτεται τα μωρά την τρίτη ημέρα από τη γέννηση τους για να τους προκαθορίσει το μέλλον, μόνον Εκείνη εγνώριζε ότι ο Ευάγγελος Αβέρωφ θα περνούσε στην ιστορία ως «ο Πρωθυπουργός χωρίς καρέκλα». Και είναι κρίμα και ατυχία για τον τόπο. Γιατί ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε τη δημιουργία στις φλέβες του και η τύχη της χώρας ίσως να ήταν καλύτερη εάν, έστω και μία φορά - από τις τρεις - που άγγιξε τον πρωθυπουργικό θώκο, κατόρθωνε να πάρει μόνος τα ηνία της χώρας στα χέρια του. Η έμφυτη αυταπάρνηση και ο ασυγχώρητος στην πολιτική αλτρουισμός δεν του επέτρεψαν ποτέ να καταστήσει την πρωθυπουργία αυτοσκοπό παρά την δικαιολογημένη ενδόμυχη φιλοδοξία του. Για όσους είχαμε την τύχη να πορευθούμε επί δεκαετίες μαζί του και να βιώσουμε από κοντά τους μεγάλους σταθμούς, αλλά και την καθημερινότητα της πολυτάραχης ζωής του Ευάγγελου Αβέρωφ, η βαθιά σφραγίδα ανδρείας και γοητείας που χαρακτήριζε κάθε του πράξη θα παραμείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μας. Η απόδοση των πραγματικών διαστάσεων της πολύπλευρης προσωπικότητας και του πολύμορφου έργου του Ευάγγελου Αβέρωφ θα αποτελέσει ασφαλώς δύσκολο εγχείρημα ακόμη και για ταλαντούχο ιστορικό. Σήμερα θα αναπολήσω μερικά μόνο επεισόδια από εκείνα που ο ίδιος μου διηγήθηκε ή έτυχε να τα ζήσω μαζί του. Τα υπόλοιπα στους βιογράφους. Γόνος εύπορης οικογένειας αλλά με ιδιαίτερα εύθραυστη υγεία, ο Ευάγγελος Αβέρωφ στράφηκε από τα νεανικά του χρόνια προς την πολιτική. Η Ήπειρος και ιδιαίτερα το Μέτσοβο - όπου και το πατρογονικό αρχοντικό Αβέρωφ - τον ήλκυαν πολύ περισσότερο από ότι η Θεσσαλία και τα Τρίκαλα όπου γεννήθηκε το 1910 και έβγαλε το Δημοτικό. Επισκεπτόταν το Μέτσοβο χειμώνα-καλοκαίρι στη δεκαετία του '30 και έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον για τα τοπικά προβλήματα και τη διαχείριση των κληροδοτημάτων του Γεωργίου Αβέρωφ, Στουρνάρα, Τοσίτσα, καθώς και του Νικολάου Πίχτου, φιλοσόφου σπουδαγμένου στη Γερμανία και συγγραφέα του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου «Η αισθητική της Πίνδου». «Εσύ, παιδάκι μου, έχεις τον διάολο μέσα σου» του παρατήρησε ένας Μετσοβίτης αρχιτσέλιγκας, φίλος του πατέρα του, ένα παγερό απόγευμα του 1939, καθώς εκείνος στέγνωνε στο τζάκι τα μουσκεμένα από το χιόνι ρούχα του και πάσκιζε να ζεστάνει τα παγωμένα του δάχτυλα. «Έχεις του κόσμου τ' αγαθά στο σπίτι των γονιών σου που τρέμουν για την υγεία και τη ζωή σου» συνέχισε ο τσέλιγκας στα ώτα του μη ακούοντος Βαγγέλη.
Ο Αβέρωφ ξεναγεί φίλους του στην πινακοθήκη που δημιούργησε στο Μέτσοβο. 

Λίγο αργότερα διορίζεται νομάρχης Κερκύρας. Με το πρώτο σφύριγμα των σειρήνων τινάζεται από την καρέκλα του και κατεβαίνει στην προκυμαία. Τα ιταλικά αεροπλάνα δεν άργησαν. Μέσα από τις φωτιές και τους σπαραγμούς των πανικόβλητων κατοίκων, ο νεαρός νομάρχης όρθιος και αεικίνητος ενθαρρύνει, περιθάλπει, παρηγορεί. Για τους Κερκυραίους, όσοι νομάρχες και αν πέρασαν έκτοτε η μορφή του ανδρείου εκείνου νομάρχη έμεινε στη μνήμη τους για πάντα. Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1942, οι καραμπινιέροι τον συλλαμβάνουν στο πατρικό κτήμα της Λάρισας και τον εξορίζουν στη Βόρειο Ιταλία. Οι αγώνες του εναντίον των λεγεωνάριων του Διαμαντή που επεδίωκαν - με τη συνεργασία των Αρχών Κατοχής - την ίδρυση του «Πριγκιπάτου της Πίνδου» είχαν προδοθεί από ντόπιους και ξένους πράκτορες. Στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως ο Ευάγγελος Αβέρωφ κινητοποιεί από την πρώτη στιγμή Έλληνες και ξένους ομήρους. Ιδρύει και τίθεται επικεφαλής της αντιστασιακής οργάνωσης «Ελεύθεροι Έλληνες». Δραπετεύει με δύο συντρόφους του και φθάνει στη Λωζάνη όπου ζούσαν μερικοί φίλοι και γνωστοί του από τα φοιτητικά του χρόνια. Σκοπός του η συγκέντρωση χρημάτων για την απελευθέρωση και τον εξοπλισμό των συνεξόριστων του. Στην ίδια πόλη ζούσε κι ένας μακρινός συγγενής του ο βυζαντινολόγος βαρόνος Μιχαήλ Τοσίτσας. Ένας πολύ μορφωμένος, πάμπλουτος αλλά φιλάργυρος και δύστροπος εξηνταπεντάρης που τον δέχθηκε με δυσφορία και βλέμμα καχύποπτο. Έπασχε από ανίατη ασθένεια και η στενή πολιορκία συγγενών και φίλων που απέβλεπαν στην επικείμενη κληρονομιά δικαιολογούσε τη ψυχρή υποδοχή του δραπέτη Αβέρωφ. Μετά την απελευθέρωση ο Ευάγγελος Αβέρωφ υπηρετεί ως επίκουρος υποπλοίαρχος στην ελληνική στρατιωτική αποστολή στη Ρώμη και επιστρέφει στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1944. Στο πρώτο μεταπολεμικό βιβλίο του «Ελευθερία ή θάνατος» περιγράφει με ιδιαίτερη γλαφυρότητα την περίοδο της δράσεως και της αιχμαλωσίας του στην Ιταλία. Επιστρέφοντας στην Αθήνα βρήκε στο γραφείο του δύο επιστολές του Τοσίτσα που τον αναζητούσε επίμονα. Ο άνθρωπος που δεν είχε ποτέ του επισκεφθεί την Ελλάδα και δεν μιλούσε ελληνικά ζητούσε περισσότερες πληροφορίες για την καταγωγή του και το ερειπωμένο αρχοντικό των προγόνων του στο Μέτσοβο. Η γοητεία του δραπέτη-επισκέπτη είχε διεγείρει τον πατριωτισμό του. Λίγο αργότερα ο πρωτόβγαλτος βουλευτής Ιωαννίνων ανταποκρίνεται σε επίμονη πρόσκληση του Τοσίτσα και τον επισκέπτεται για δύο ημέρες στη Λωζάνη. Δεν χρειάστηκε περισσότερος χρόνος για να γεννηθεί το Ίδρυμα Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα στο οποίο περιήλθε το μέγιστο μέρος της σημαντικής περιουσίας του τελευταίου γόνου της οικογένειας των ευεργετών. Ο παράξενος μονήρης της Λωζάνης που, όπως έλεγε αργότερα ο Αβέρωφ, «μισούσε τους ανθρώπους αλλά αγαπούσε τον άνθρωπο» είχε υποκύψει στη γοητεία εκείνου ακριβώς του ανθρώπου που αναζητούσε και που επρόκειτο αργότερα να μεταβάλει την περιουσία του σε ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα κοινωνικό οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης, αλλά και να ξαναδοξάσει στην πατρώα γη το όνομα των Τοσίτσα προσθέτοντας το στο δικό του και σ' εκείνο των απογόνων του.
Με τη σύζυγό του 

Στις εκλογές του 1946, ο Ευάγγελος Αβέρωφ θέτει για πρώτη φορά υποψηφιότητα στο νομό Ιωαννίνων με πολύ λίγες ελπίδες επιτυχίας. Ολόκληρη η Ήπειρος την εποχή εκείνη, λόγω του πρόσφατου θρύλου της Εθνικής Αντίστασης ήταν πολιτικά ζερβοκρατούμενη, το δε κόμμα της ΕΠΕ (Παπανδρέου-Βενιζέλος-Κανελλόπουλος) με το οποίο πολιτεύθηκε ο Ευάγγελος Αβέρωφ ήταν εξίσου άγνωστο με εκείνον. Οι λίγες του γνωριμίες στο Μέτσοβο και μια μακρινή συγγένεια με τον δήμαρχο Ιωαννιτών, το γιατρό Δημήτριο Βλαχλείδη, ήταν τα μοναδικά του εκλογικά εφόδια. Όσο για τον Δεσπότη, τον αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα ούτε σκέψη για προσέγγιση δεν θα μπορούσε να γίνει. Και όμως, ο Αβέρωφ το αποτόλμησε και τηλεφωνεί από το ξενοδοχείο του στον πρωτοσύγκελλο Γρηγόριο: «Πείτε στον Σεβασμιότατο ότι θα ήθελα να του κάνω μια επίσκεψη σήμερα το απόγευμα», του είπε και πρόσθεσε «θα με συνοδεύει ο ανεψιός του π. Πατριαρχικού Εξάρχου Μετσόβου Ιεροθέου Σταύρου, που είναι μαθητής εδώ στο Γυμνάσιο». Δέος με κατέλαβε στο άκουσμα αυτών των λόγων. Θυμήθηκα τους ιερείς των ηπειρωτικών χωριών, που έβλεπα κάθε πρωί πηγαίνοντας για το σχολείο μου, να φθάνουν στην αυλόπορτα της Μητροπόλεως κι από εκεί να προχωρούν γονατιστοί για να φθάσουν και να ασπασθούν την άκρη του μεγαλεπήβολου ράσου του ιεράρχη. Η επίσκεψη κράτησε δύο περίπου ώρες. Ήταν φανερό πως ο Αβέρωφ είχε γοητεύσει κι αυτόν τον «σατράπη της Ηπείρου»! Αν και δεν μου το ζήτησες» του είπε ξεπροβοδίζοντας τον, «λυπάμαι που αυτή τη φορά δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω όσο κι αν το θέλω. Πρέπει, όμως, να γνωρίζεις ότι εις το μέλλον οι πύλες της Μητροπόλεως θα είναι πάντοτε ανοικτές για τον Ευάγγελο Αβέρωφ». Από το 1946 που εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής και το 1949 που πρωτόγινε υπουργός στην κυβέρνηση Σοφούλη, ο Αβέρωφ σε δύο μόνο περιόδους έλειψε από τη Βουλή και την κυβέρνηση: Το 1952 όταν ο στρατάρχης Παπάγος «εσάρωσε» με το πλειοψηφικό και φυσικά κατά την επταετία της δικτατορίας. Στις δύο μοναδικές αυτές περιπτώσεις ένιωθα τον Αβέρωφ πικραμένο όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει. Στο μισό αιώνα της πολιτικής του σταδιοδρομίας ό,τι κι αν λέγανε οι αντίπαλοι του, ό,τι κι αν γράψανε οι εφημερίδες για τα προσωπικά ή τα πολιτικά του, τα ξεπερνούσε πάντα με το χαμόγελο της υπομονής και της μακροθυμίας. Ο Παπάγος ήταν συγγενής του Ευάγγελου Αβέρωφ και τον παρακίνησε πολλές φορές να προσχωρήσει στο Συναγερμό κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του. Πιο συγκεκριμένη πρόταση του είχε κάνει ο Στρατάρχης λίγο προ του θανάτου του όταν πήγε να τον επισκεφθεί στο σπίτι του στην Εκάλη. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης είχε αποχωρήσει από το Συναγερμό και γύρω από την επιθανάτια κλίνη του Στρατάρχη είχε ανάψει ο γνωστός καβγάς για τη διαδοχή του. Εκείνη την ημέρα, επιστρέφοντας από την Εκάλη προς την Κηφισιά σταματήσαμε για λίγο στο Καστρί. Οταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε τα μάτια του βουρκωμένα, όπως ακριβώς και λίγο ενωρίτερα όταν έβγαινε από το σπίτι του Παπάγου. Δεν έμαθα ποτέ μου τι ελέχθη μεταξύ του Γεωργίου Παπανδρέου και του Ευάγγελου Αβέρωφ την ημέρα εκείνη. Καταλάβαινα μόνο ότι τον τελευταίο καιρό ο μετέπειτα «Γέρος της Δημοκρατίας» ήταν γοητευμένος από τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Οι συναντήσεις τους ήταν καθημερινές και ο «εκ της ευάνδρου Ηπείρου ορμώμενος πολιτικός», όπως τον αποκαλούσε, είχε de facto υποσκελίσει στο Κόμμα και αυτόν τον αείμνηστο Σταύρο Κωστόπουλο που ήταν τότε κατ' ουσίαν υπαρχηγός του. Υπό τις συνθήκες αυτές εύλογα παρέμεινε επί μακρόν ανεξήγητη η κατοπινή προσχώρηση του Ευάγγελου Αβέρωφ μαζί με τους Κων. Τσάτσο και Γρ. Κασιμάτη στην ΕΡΕ. Και όμως το πράγμα ήταν απλό: Εκείνος, που μια ζωή γοήτευε τους πάντες και τα πάντα, είχε ο ίδιος αθεράπευτα γοητευθεί από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή! Στη μακρά θητεία του στο υπουργείο των Εξωτερικών, η γοητεία που ασκούσε ο Ε. Αβέρωφ προς τους μεγάλους ηγέτες της εποχής (Charles de Gaulle, Josip Broz Tito Αndenauer, Sadat) αλλά και στους συναδέλφους του υπουργούς (Andreotti, Fanfani, Spaach, Luns, Maurice Druon κ.ά) έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξωτερικής μας πολιτικής στην οποία και οφείλεται εν πολλοίς η άνευ προηγούμενου εξύψωση του διεθνούς κύρους της χώρας μας κατά τη διάρκεια της πρώτης οκταετίας, Καραμανλή, της «χρυσής» οκταετίας όπως την αποκαλούσε ο Ε. Αβέρωφ. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι από τους αρχηγούς κρατών και υπουργούς που ανέφερα κάνουν ιδιαίτερη μνεία της γοητείας του Αβέρωφ στις ιδιόχειρες αφιερώσεις τους σε φωτογραφίες ή βιβλία τους που του χάριζαν.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ (δεύτερος αριστερά) φοιτητής στη Λοζάνη. 

Χαρακτηριστικότερος όλων είναι ο Γάλλος πολιτικός και ακαδημαϊκός Maurice Druon, που μας δίνει περίπου τον ορισμό της γοητείας του Αβέρωφ: «Δύο βλέμματα και δέκα λέξεις» γράφει προλογίζοντας «τα περιστέρια» στάθηκαν αρκετά για να νιώσω αμέσως πως με αυτό τον άνθρωπο θα γινόμασταν φίλοι!». Απευθυνόμενος προς τους Γάλλους αναγνώστες ο Μ. Druon συνεχίζει: «Σε ποια χώρα του Κόσμου, φίλε μου, θα συναντήσεις ένα εξ επαγγέλματος γεράκι, όπως είναι εξ ορισμού ο υπουργός Άμυνας, με καρδιά και αισθήματα ολόλευκης περιστεράς;». Και καταλήγει ο συγγραφέας των «Απομνημονευμάτων του Δία» με τούτα τα ανεπανάληπτα λόγια: «Ελλάδα αγαπημένη, πόσες φορές δεν έπεσες σαν πέτρα βαριά από ψηλά στο χώμα για να συνέλθεις σε λίγο και να ξαναπετάξεις με ορμή προς το ζενίθ! Αν ήξερες πόσο πολύ σου μοιάζει το παραμύθι αυτό του Αβέρωφ!». Το Κυπριακό, όπως και τώρα, κυριάρχησε της εξωτερικής μας πολιτικής σε ολόκληρη τη θητεία του Ε. Αβέρωφ στο υπουργείο Εξωτερικών. Στο διάστημα αυτό η γοητεία του Αβέρωφ ήλθε πολλές φορές αντιμέτωπη με την ακατανίκητη σαγήνη που ασκούσε η προσωπικότητα του Μακάριου. Οι δύο άνδρες συνδέονταν με στενή φιλία αλλά ο Ε. Αβέρωφ πέρασε πολλές άσπρες νύχτες από την ώρα της συγκατάθεσης του Μακάριου μέχρι την υπογραφή της Ζυρίχης. Το γνωστό τηλεγράφημα του Γ. Παπανδρέου «άλλα συμφωνούμε και άλλα πράττετε» επαναλαμβανόμενο θα έθετε σε κίνδυνο ολόκληρη τη σταδιοδρομία του.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ ως υπουργός Εξωτερικών συνοδεύει τον τότε Πρωθυπουργό Κων. Καραμανλή στο επίσημο ταξίδι του στη Βόννη, όπου συναντήθηκε με τον Γερμανό καγκελλάριο Αντενάουερ. 

Λίγα χρονιά αργότερα μεσαίος και ετερόφωτος πολιτικός, παράγων της δικής μας παρατάξεως και άσπονδος φίλος του Αβέρωφ, είπε ή έγραψε, δεν θυμάμαι καλά, ότι ο Αβέρωφ παρέσυρε τον Καραμανλή στην περιπέτεια της Ζυρίχης. Οταν τον ρώτησα γιατί δεν αντέδρασε ο Ε. Αβέρωφ μου είπε με το θυμόσοφο εκείνο ύφος του: «στην πολιτική, αγαπητέ μου, μπορείς να κάνεις τα πάντα. Ένα πράγμα πρέπει μόνο να προσέχεις... μην ανακατευτείς ποτέ σου με τα... πίτουρα!» Να απαντάς δηλαδή μόνο όταν αξίζει τον κόπο. Αλλιώτικα... σε τρώνε οι κότες! Στο βιβλίο του για το Κυπριακό, με τίτλο «Ιστορία των χαμένων ευκαιριών», ο Ευάγγελος Αβέρωφ υπεραμύνεται των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, τονίζοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου δεν ανταποκρίνονταν βέβαια προς ό,τι από πολλές δεκαετίες περίμενε το Έθνος ολόκληρο και είχε ολόψυχα και με όλα τα δυνατά μέσα επιδιωχθεί μεταξύ 1950 και 1958. Αλλά ο σκοπός αυτός είχε αποδειχθεί ανέφικτος. Και όχι μόνο τούτο· είχε αποδειχθεί πολύ επιζήμιος για την Ελλάδα, καταστροφικός για τον Ελληνισμό της Κωνσταντινουπόλεως και για την ίδια την Κύπρο. Καμιά τακτική, και ούτε οι πιο άξιοι πολιτικοί δεν ήταν δυνατό να αποτρέψουν την την καταστροφική πορεία που είχε πάρει το θέμα, από το φθινόπωρο του 1955. Και ήρθε μετά από μια τριετία ο Ιούνιος του 1958, οπότε η μεγάλη, η δαπανηρή και αβέβαιη μάχη που έδινε η Ελλάδα και η Κύπρος είχε χαθεί. Με την εφαρμογή του Σχεδίου Μακμίλλαν, η Κύπρος είχε καταποντισθεί. «Από μεταγενέστερα γραπτά τους κι από τον τρόπο που διαπραγματεύθηκαν, δεν φαίνεται πως οι Βρετανοί και οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη δύσκολη θέση στην οποία είχαμε περιέλθει. Βοηθούσε ίσως σ' αυτό και το ότι ως την τελευταία στιγμή η ελληνική κυβέρνηση, ο Αρχιεπίσκοπος και ο Διγενής φαίνονταν αποφασισμένοι, ό,τι κι αν συνέβαινε, να συνεχίσουν έναν σκληρό και πολυμέτωπο αγώνα. Αλλά όπως και αν είχε το πράγμα, εμείς, σε μικρό κύκλο υπευθύνων, ξέραμε ακριβώς πού βρισκόμαστε. Γι' αυτό άλλωστε και ο Αρχιεπίσκοπος, που ώς τότε πρωτοστατούσε στην αδιάλλακτη γραμμή αλλά τυραννιόταν από το αίσθημα της προσωπικής του ευθύνης, πρώτος πρότεινε δημόσια τη λύση της εγγυημένης ανεξαρτησίας. «Τα δεδομένα ήταν τέτοια, οι εξελίξεις τόσο βέβαιες και τόσο δραματικές, ώστε να είναι φανερό πως οι υπεύθυνοι έπρεπε να έχουν το θάρρος ν' αναζητήσουν όχι πια το επιθυμητό αλλά το λιγότερο κακό από τα εφικτά. Κι αυτό επιτεύχθηκε με τις Συμφωνίες, κι επιτεύχθηκε με το παραπάνω. «Επιτεύχθηκε με το παραπάνω, γιατί οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου: Αποτίναξαν τον ξένο ζυγό, που είτε με τη μορφή στυγνής κατοχής είτε με τη μορφή αποικιακής κυριαρχίας βάραινε απάνω στην Κύπρο από αιώνες. Στη θέση της αποικίας δημιουργούσαν ένα κράτος που, παρά ορισμένες δεσμεύσεις, είχε όλα τα γνωρίσματα της ανεξάρτητης πολιτείας, με τη διεθνή παρουσία και ακτινοβολία που είχε οποιοδήποτε ανεξάρτητο κράτος. Διατηρούσαν την ενότητα της Κύπρου, τόσο από άποψη γεωγραφικού χώρου όσο και από άποψη διοικήσεως. Για να επιτευχθεί τούτο το βασικό πλεονέκτημα, γινόταν δεκτό το μειονέκτημα της παραχωρήσεως στη μειονότητα μερικών ασυνήθιστων για μειονότητες δικαιωμάτων. Αλλά αυτά εκτός του ότι ήταν το τίμημα των πλεονεκτημάτων, έπρεπε να θεωρηθούν δίκαια και όχι υπερβολικά, επειδή: α) εξασφάλιζαν την Τουρκία από ενδεχόμενη δυσμενή ή και εχθρική απέναντι της εξωτερική πολιτική της νέας πολιτείας. β) έδιναν στην απευθείας διαχείριση της μειονότητας θέματα καθαρά δικά της, στα οποία δεν είχε κανένα λόγο να αναμειχθεί η πλειοψηφία. γ) εξασφάλιζαν τη μειονότητα από δυσμενή ή εχθρική μεταχείριση από μια πλειοψηφία συντριπτικά μεγαλύτερη της. δ) η συντριπτικά πλουσιότερη πλειοψηφία έδινε στην πτωχή μειοψηφία ένα μικρό σχετικά οικονομικό και διοικητικό αντάλλαγμα με την παραχώρηση σ' αυτή ποσοστού δημοσιοϋπαλληλικών θέσεων μεγαλύτερου από εκείνο που τους αναλογούσε, ε) τίποτα από όσα είχαν παραχωρηθεί στους Κυπρίους ή στην Τουρκία —εκτός από ένα σημείο, που θα αναλυθεί παρακάτω— τίποτα δε δημιουργούσε τη δυνατότητα της αναίτιας ανατροπής ή παρακωλύσεως του νέου καθεστώτος. Την ώρα του καταποντισμού, η απόκτηση λύσεως με τέτοια πλεονεκτήματα, έκανε τα μειονεκτήματα χωρίς ουσιαστική σημασία. Άλλωστε, τα μειονεκτήματα - ακόμα και τα δύο σοβαρότερα, για τα οποία θα γίνει σε λίγο λόγος - ήταν σε άμεση συνάρτηση των σχέσεων των δύο Κοινοτήτων και κατά δεύτερο λόγο των σχέσεων της Ελλάδος και της Τουρκίας». Για την πλούσια δραστηριότητα του Ε. Αβέρωφ στην περίοδο της δικτατορίας, θα πρέπει κάποια μέρα να γραφτούν πάρα πολλά, γιατί πιστεύω πως ο αντιστασιακός του ρόλος υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός και σε μερικές περιπτώσεις καταλυτικός, όπως π.χ. στο κίνημα του Ναυτικού του οποίου υπήρξε ο πολιτικός ηγέτης και ένεκα του οποίου συνελήφθη και κρατήθηκε στο EAT/ ΕΣΑ. Καταλυτική ήταν και η πρόταση του για την επιστροφή του Κ. Καραμανλή, κατά τη δραματική σύσκεψη της 23ης Ιουλίου 1974. Κατατρεχόμενος από το φόβο ότι η αποκατάσταση της δημοκρατίας θα γινότανε με αιματοχυσία, δεν αρνήθηκε ποτέ τις προσπάθειες που του στοίχησαν την ετικέτα του «γεφυροποιού». Έδρασε πάντοτε με έγγραφες καταγγελίες που υπάρχουν και ίσως με ενδιάμεσα πρόσωπα, γιατί παρά την ιώβειο υπομονή του εγνώριζε ότι δεν θα άντεχε την απ' ευθείας συνομιλία. Τη μοναδική, νομίζω, άμεση συνάντηση με στέλεχος της Χούντας την είχε τον Αύγουστο του 1974, όταν ο Ιωαννίδης μπήκε στο γραφείο του με πέδιλα και ανοικτό πουκάμισο. Πρόκειται για το γνωστό επεισόδιο που ο ίδιος ο Ε. Αβέρωφ έχει πολλές φορές διηγηθεί. Την προηγουμένη ημέρα του επεισοδίου τον είχα συνοδεύσει από το σπίτι της αδελφής του στην οδό Λυκείου στο Πεντάγωνο. Είχε μυριστεί ορισμένες κινήσεις αξιωματικών και τις περίμενε. Το αυτοκίνητο μας άφησε στην εξωτερική αυλόπορτα γιατί, όπως συνήθιζε, ήθελε να κάνει μερικά βήματα πριν να καθίσει στο γραφείο του. Στον ανελκυστήρα μου είπε δυνατά, για να ακούει και ο ναύτης που μας συνόδευε, ότι ήταν πιθανό να βρούμε την καρέκλα του κατειλημμένη και να βγούμε από το Πεντάγωνο με χειροπέδες. Σ' ένα παγωμένο χαμόγελο δικό μου απάντησε ο άγνωστος ναύτης: «Μην ανησυχείτε, κύριε υπουργέ, τα πράγματα είναι ήρεμα». Για τη συμβολή του «Ευρωπαίου Αβέρωφ» στη σύνδεση πρώτα και αργότερα στην ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα ήταν χρήσιμο και ίσως διδακτικό να γραφεί μια μέρα ειδικός τόμος. Ο λόγος του προς την ανεπανάληπτη εκείνη λαοθάλασσα της Θεσσαλονίκης στις Ευρωεκλογές του 1984 θα παραμείνει μνημειώδης σταθμός στην πορεία της χώρας προς την Ευρώπη. Ένα άλλο σημαντικό επεισόδιο από τη ζωή του Ευάγγελου Αβέρωφ, χωρίς να είναι φύσεως πολιτικής, παραδόξως συνδέεται άμεσα με την περίοδο της δικτατορίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε εκδηλώσει μια έντονη κλίση προς τις Καλές Τέχνες και ιδιαίτερα προς τη ζωγραφική. Άρχισε με τη σποραδική αγορά πινάκων Ελλήνων ζωγράφων για τη διακόσμηση του σπιτιού του στην Κηφισιά και σιγά σιγά εξελίχθηκε σε... εμπειρογνώμονα της εικαστικής Τέχνης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Κι η κλίση του αυτή κορυφώθηκε και του έγινε πραγματικό πάθος όταν ανακάλυψε στο εξωτερικό τον μεγάλο και σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα ζωγράφο, Περικλή Πανταζή. Τα έργα του εφάμιλλα των συγχρόνων του Γάλλων ιμπρεσιονιστών Manet, Monet, Boudin αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα της συλλογής του στην οποία προστέθηκαν σιγά σιγά αξιόλογα έργα Ελλήνων της σχολής του Μονάχου όπως του Γκύζη, του Λύτρα, του Ιακωβίδη καθώς και του κορυφαίου θαλασσογράφου, Κων. Βολωνάκη. Λίγο αργότερα μου αποκάλυψε τα σχέδια του για την ίδρυση πινακοθήκης Ελλήνων ζωγράφων στο Μέτσοβο. Γοητευμένα από την ιδέα αυτή, τα αδέλφια του Μιχαλάκης Αβέρωφ και Μίκα Συνιόσογλου βοήθησαν σημαντικά στο κτίσιμο της πινακοθήκης, που κοσμεί σήμερα το Μέτσοβο και είναι αφιερωμένη στη μνήμη των γονέων τους Αναστασίου και Ευθυμίας Αβέρωφ. Ένα βράδυ στο Αρχοντικό του Τοσίτσα στο Μέτσοβο, μετά τα επίσημα εγκαίνια της πινακοθήκης, ανέλυε με συναρπαστική γλαφυρότητα το βαθύτερο νόημα των πολιτιστικών του δραστηριοτήτων. Η ομήγυρις περιελάμβανε ακαδημαϊκούς, ζωγράφους, γλύπτες, γιατρούς, αρχιτέκτονες, δικηγόρους αλλά και ντόπιους παραδοσιακούς τεχνίτες, κτίστες, υφαντουργούς, υλοτόμους, αμπελουργούς, τυροκόμους. Μεταξύ αυτών και η κόρη του Τατιάνα. Πρόεδρος του νέου ιδρύματος Ευαγ. Αβέρωφ, που είχε εκφωνήσει την ίδια μέρα, από στήθους, ένα θαυμάσιο λόγο αντάξιο του πατρικού ταλέντου. Σ' ένα υπό έκδοση λεύκωμα 200 περίπου ελληνικών προσωπογραφιών του 19ου αιώνα, που είχα την τύχη ν' αποκτήσω στο Βέλγιο, ο Ευάγγελος Αβέρωφ - στη μνήμη του οποίου το αφιερώνω - μου έκανε την τιμή να γράψει τον πρόλογο. Είναι μια περίληψη της ανάλυσης που μας έκανε εκείνο το βράδυ στο Μέτσοβο για την αξία και την ανάγκη της πνευματικής τροφής. «Το Μέτσοβο ευημερεί» μας είπε «αν θέλετε να διατηρήσετε αυτή την προκοπή των κατοίκων του χωριού και της περιοχής, βοηθήστε τους να νιώσουν την ηδονή της ζωγραφικής και ν' αγαπήσουν τη μουσική και το θέατρο». Ο πολιτιστικός περίγυρος που συμπληρώνει την ανθρώπινη ευτυχία διότι... ουκ επ' αρτώ μόνο ζήσεται άνθρωπος! Απομακρύνθηκα όμως από το επεισόδιο της δικτατορίας που παρ' ολίγο να στοιχίσει την εν τη γενέσει καταστροφή του ωραίου αυτού έργου. Μία από τις πρώτες ημέρες της δικτατορίας, με τα σχέδια της πινακοθήκης υπό μάλης, ο Ευάγγελος Αβέρωφ ανηφόριζε από την πλατεία του Μετσόβου προς το Αρχοντικό μετά από μια ιδιαίτερα κουραστική ημέρα. Ακουμπισμένος στη γκλίτσα του κοντοστάθηκε ξαφνιασμένος από τις βραχνές κραυγές που έβγαιναν από μεγάφωνα κρεμασμένα στον γέρικο πλάτανο της πλατείας του χωριού. «Σε λίγη ώρα φθάνει στο Μέτσοβο ο αντιπρόεδρος της Εθνικής Κυβερνήσεως. Όλοι μαζί στην πλατεία να τον υποδεχθούμε. Γυρίστε την πλάτη σας στο φαύλο Αβέρωφ». Δεν ήταν τα ουρλιαχτά των χουντικών που έκαναν τον Αβέρωφ να νιώθει πως καταρρέει. Η πληροφορία ότι η υποδοχή οργανώθηκε από το Δήμαρχο Μετσόβου, τσάκισε την ψυχή του. Μετσοβίτης πρόσφυγας από τη Ρουμανία, όπου σπούδασε δικηγόρος, ο περί ου ο λόγος, επέστρεψε στα Γιάννινα και μεταμελημένος ζήτησε τη βοήθεια του Ε. Αβέρωφ για ν' αποκατασταθεί. Ο Αβέρωφ ανέσυρε από τη μιζέρια τον άσωτο υιό της Πίνδου, τον συγχώρεσε, και αφού τον αποκατέστησε στο μαντρί των Βλάχων, που μόνο ευεργέτες έμαθαν να δίνουν στο Έθνος, του εμπιστεύεται τη διεύθυνση του γραφείου του στα Γιάννινα, τον διορίζει διευθυντή του Ιδρύματος στο Μέτσοβο και τελικά τον προτείνει και εκλέγεται δήμαρχος στο Μέτσοβο. Αηδιασμένος την ημέρα εκείνη ο Ευάγγελος Αβέρωφ επιστρέφει αυθημερόν στην Αθήνα και το ίδιο βράδυ μου τηλεφωνεί στις Βρυξέλλες. Για ευνόητους λόγους δεν μπορούσε να μου εξηγήσει από το τηλέφωνο τι ακριβώς είχε συμβεί. «Αποφάσισα να πουλήσω τη συλλογή μου - μου είπε - και ψάχνω για αγοραστή. Φρόντισε κι από εκεί μήπως βρεθεί ενδιαφερόμενος». Δεν πρόλαβα να βγάλω λέξη πριν μου κλείσει το τηλέφωνο. Οταν τον είδα στην Αθήνα λίγο αργότερα είχε ήδη συμφωνήσει την πώληση στον Ελληνοκύπριο μεγαλοεπιχειρηματία, Τάσο Λεβέντη. Κατέβαλα απεγνωσμένες προσπάθειες να τον μεταπείσω. Μισομετανιωμένος μου απάντησε ότι, τώρα, του είναι αδύνατο να αθετήσει το λόγο του.
Με αρχηγό της ΝΔ τον Κων. Μητσοτάκη του οποίου την άνοδο στην ηγεσία του μεγαλύτερου κόμματος ευνόησε, αφού προηγουμένως παραιτήθηκε ο ίδιος για λόγους υγείας. 

Όπως το είχα προβλέψει, με την μεταπολίτευση η ιδέα της πινακοθήκης ξαναήρθε στο προσκήνιο και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή η δεύτερη μετά την Εθνική, Πινακοθήκη της Ελλάδος. Το συγγραφικό έργο του Ε. Αβέρωφ είναι «sui generis» και δύσκολα μπορεί να καταταγεί σ' ένα από τα γνωστά ρεύματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οταν έγραφε την «Πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος» ήμουν πρωτοετής φοιτητής της Νομικής. Κάποια στιγμή με ρώτησε πως γράφεται μια λέξη και του το είπα. Μα καλά, σκέφθηκα αργότερα, γράφει βιβλίο και δεν ξέρει ορθογραφία! Κι όμως, ακολούθησαν διακεκριμένα βραβεία για τα περισσότερα έργα του, επιστημονικά, ιστορικά, καθαρώς λογοτεχνικά και θεατρικά. Μωσαϊκό και στο γραπτό λόγο όπως και στα υπόλοιπα επαγγέλματα που δήλωνε κατά καιρούς: γεωργός, κτηνοτρόφος, τυροκόμος, αμπελουργός, λογοτέχνης, σκηνογράφος, οικονομολόγος και... πολιτικός, όταν δεν το ξεχνούσε! Παρακολουθώντας τις δοκιμές του θεατρικού του έργου, «Η έκρηξη», ένα απόγευμα, κι ενώ διόρθωνε τους πάντες και τα πάντα, τον ρώτησα αν του ήλθε ποτέ η ιδέα να γίνει και ηθοποιός. «Έπαιξα και παίζω πολλές φορές θέατρο στη ζωή μου - μου είπε - ιδίως όταν χρειάζεται να... θυμώνω». Τα ογδόντα χρόνια ζωής» που του χάρισε η Μοίρα της Πίνδου, ο Ευάγγελος Αβέρωφ τα έζησε στιγμή προς στιγμή με το ίδιο γοητευτικό χαμόγελο στα χείλη. Ήταν η ασπίδα του «όταν ξεχνούσαν οι Θεοί» και το όργανο της μοναδικής και πλούσιας δημιουργίας του «όταν οι Θεοί ευλογούσαν».


from ανεμουριον https://ift.tt/3anMwGP
via IFTTT
Από το Blogger.