Η οριστική επίλυση του Πολιτειακού

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ https://ift.tt/2NoTBxy
*Αθήνα, 8.12.1974. Νυκτερινοί πανηγυρισμοί μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.








Του κ. ΘΑΝΑΣΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ*



Το Πολιτειακό ήταν από τις κρισιμότερες εκκρεμότητες που μεταπολιτευτικά όφειλε να διευθετήσει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Και, θεωρητικώς τουλάχιστον, από τις πιο δυσεπίλυτες: «Πατούσε» σε ψυχολογικό υπόστρωμα βαθύ, έντονα αποτυπωμένο στο λαϊκό συλλογικό ασυνείδητο, παραγωγό έντονων – πολλοί δε πίστευαν και δυσεκρίζωτων – πολιτικών/παραταξιακών ταυτίσεων. 
Ασφαλώς, δε, επρόκειτο για ένα ζήτημα το οποίο μόνο με προσφυγή στην πρωτογενή λαϊκή κυριαρχία θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί. (Σε μία από τις απειροελάχιστες περιπτώσεις όπου, λόγω της αδυναμίας διαμόρφωσης συνθετικής ή συμβιβαστικής πρότασης, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος μπορεί να λύσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα προκαλέσει.)
Επιπροσθέτως, όλα τα δημοψηφίσματα του παρελθόντος, που είχαν πάντα – και – πολιτειακή διακύβευση (1924, 1935, 1946, 1968, 1973 – το δημοψήφισμα του 1920 δεν αφορούσε τη μορφή του πολιτεύματος, αλλά την επάνοδο στον θρόνο του βασιλέως Κωνσταντίνου), δεν είχαν διεξαχθεί με συνθήκες τέτοιες, ώστε να παραχθεί ένα αδιάβλητο, άρα και αδιαμφισβήτητο, πολιτικό αποτέλεσμα. Επομένως, βάσει της ιστορικής εμπειρίας, και μόνη η απόφαση περί διεξαγωγής πολιτειακού δημοψηφίσματος – με αδιαμόρφωτο, μάλιστα, το πλήρες θεσμικό πλαίσιο – ήταν δυνατόν να εξαπολύσει θύελλες. Επιπροσθέτως, η φιλοβασιλική πλευρά θα μπορούσε να υποστηρίξει πως η λήξη της στρατοκρατίας όφειλε να συνοδευθεί από ακύρωση των μειζόνων θεσμικών επιλογών του καταρρεύσαντος καθεστώτος, άρα σε επάνοδο στο θεσμικό και πολιτειακό status quo ante. Και όμως…
Η λαϊκή ετυμηγορία του 1974 για τη μορφή του πολιτεύματος – 69,18% υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας – οδήγησε, χωρίς τριγμούς, στη μακροβιότερη περίοδο πολιτειακής ειρήνης του τόπου. Γιατί; Υπάρχουν αρκετές ερμηνείες.


Ένα έντιμο δημοψήφισμα


Όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επεσήμανε, η αναγκαιότης της προσφυγής στην πρωτογενή πολιτειακή βούληση του λαού είχε αναδειχθεί «από τα πράγματα»: ουδέποτε, πράγματι, Έλληνας μονάρχης, που έτυχε να απομακρυνθεί από τη χώρα ή/και τον θρόνο του (1917, 1924, 1941…), επανήλθε χωρίς λαϊκή ετυμηγορία. Είτε αυτή αφορούσε την επάνοδο στον θρόνο του (1920 και 1946) είτε οδηγούσε σε επανεγκαθίδρυση του καταλυθέντος πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας (1935, αν και ο Κονδύλης τυπικά έδωσε επικυρωτικό χαρακτήρα στο δημοψήφισμα αυτό).
Όπως επίσης ο τότε πρωθυπουργός τόνισε, την αναγκαιότητα της προσφυγής στην πρωτογενή πολιτειακή βούληση του λαού την είχε αποδεχθεί και ο Κωνσταντίνος: μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος του 1973, είχε δηλώσει διαθεσιμότητα να υπαχθεί, ο ίδιος και το πολίτευμα της βασιλευομένης, στην κρίση του ελληνικού λαού, εφόσον δημιουργούνταν εχέγγυα ανόθευτης έκφρασής του.
Πράγματι, το συγκεκριμένο δημοψήφισμα υπήρξε το πρώτο που δεν παρείχε βάση για μείζονα αμφισβήτηση εκ μέρους των ηττημένων. Και οι δύο παρατάξεις εκφράστηκαν – περίπου απολύτως – ελεύθερα, με ίση πρόσβαση στη δημόσια τηλεόραση, ενώ ουδεμία νοθεία καταγγέλθηκε. (Βέβαια, κάποιοι θεώρησαν στοιχείο ανισότητας το ότι ο Κωνσταντίνος δεν βρισκόταν στη χώρα κατά την προδημοψηφισματική περίοδο. Θυμίζω τη μεταγενέστερη δήλωση Μητσοτάκη περί «unfair» δημοψηφίσματος.) Ωστόσο, με ψήφους υπέρ της Προεδρευομένης/ Αβασίλευτης Δημοκρατίας υπερδιπλάσιες των υπέρ της βασιλευομένης, το συγκεκριμένο στοιχείο δεν μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτικοκοινωνική απονομιμοποίηση/ αμφισβήτηση του αποτελέσματος. Ας σημειωθεί πως στην τόσο ξεκάθαρη έκβαση της δημοψηφισματικής μάχης ρόλο δεν έπαιξε μόνον το «απελευθερωτικό από τα δεσμά του παρελθόντος» πολιτικό κλίμα της στιγμής. Αλλά και το ότι οι Έλληνες υποστηρικτές του βασιλικού θεσμού δύσκολα μπορούσαν να επικαλεστούν το κύριο επιχείρημα των ανά τη Γη ομοφρόνων τους. Πως, δηλαδή, στη Βασιλευόμενη Δημοκρατία υπάρχει ρυθμιστής του πολιτεύματος, πολιτικά ανεξάρτητος, υπερκομματικός και ουδέτερος: η ιστορική πορεία του τόπου είχε κάνει ο βασιλιάς παρ’ ημίν να αντιμετωπίζεται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως παραταξιάρχης.
Η δε νομική βάση με την οποία οι οπαδοί της μειοψηφησάσης πολιτειακής επιλογής αμφισβήτησαν, με δικαστική προσφυγή, το αποτέλεσμα (ο ισχυρισμός πως ο ελληνικός λαός παραπλανήθηκε, επειδή του παρουσιάστηκε ενδεχόμενο βασιλικά καθήκοντα να ασκεί και ένας διανοητικά καθυστερημένος εστεμμένος, ενώ το Σύνταγμα προέβλεπε αντικατάσταση στην περίπτωση αυτή), με πολιτικούς όρους ήταν αστειότης.
*Ο Κωνσταντίνος στο τηλεοπτικό μήνυμά του, λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα.


Οι θέσεις των μεγάλων παραταξιακών ρευμάτων


Oυσιαστικά το δημοψήφισμα συνιστούσε επικύρωση μιας συντελεσμένης πολιτειακής μεταβολής. Αυτό και με βάση ενέργειες των κυβερνώντων μετά την 24η Ιουλίου: Είχε μεν επανέλθει προσωρινά σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, εξαιρουμένων όμως των διατάξεών του για τη μορφή του πολιτεύματος, που παρέμενε σε εκκρεμότητα. Με ομοφωνία, δε, όλων των πολιτικών δυνάμεων, καθήκοντα ρυθμιστή του πολιτεύματος ασκούσε πρόσωπο που έφερε τον τίτλο «Πρόεδρος της Δημοκρατίας» και όχι αντιβασιλεύς ή αντιβασίλισσα, όπως τις περισσότερες φορές στο παρελθόν τη στιγμή που διεξήχθη ανάλογο δημοψήφισμα: 1920, 1935, 1946, 1968.
Βέβαια και το δημοψήφισμα του 1924 ως επικυρωτικό ήδη συντελεσθείσης πολιτειακής αλλαγής είχε εμφανισθεί και παρά ταύτα –ίσως διά ταύτα – μόνον σε συναινετική αποδοχή και σε πολιτικοκοινωνική νομιμοποίηση του τότε εγκαθιδρυθέντος πολιτεύματος της αβασίλευτης Δημοκρατίας δεν είχε οδηγήσει. Ωστόσο αυτό εξηγείται από τις σημαντικές διαφορές των δύο – με απόσταση μισού αιώνα – δημοψηφισμάτων: Με τη μια ή την άλλη επιλογή του «δημοψηφίσματος Παπαναστασίου» του 1924 ταυτίζονταν, απολύτως συμμετρικά, οι δύο βασικές πολιτικές παρατάξεις της χώρας, βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί, που είχαν προκύψει από την έκρηξη του Εθνικού Διχασμού το 1915 και την παρεπόμενη διαιρετική τομή. Παράλληλα, δε, το μεγαλύτερο μέρος –και το μεγαλύτερο κόμμα– της μιας παράταξης δεν αμφισβήτησε απλώς τις συνθήκες διεξαγωγής της δημοψηφισματικής διαδικασίας το 1924, αρνήθηκε επιπροσθέτως να αναγνωρίσει το αποτέλεσμα, άρα και να ενταχθεί εντός της νεοδιαμορφωθείσης πολιτειακής νομιμότητας. Τα ακριβώς αντίθετα συνέβησαν με το «δημοψήφισμα Καραμανλή».
Με την πλήρη νομιμοποίηση όλων των ιστορικών παρατάξεων, στις αρχές της Μεταπολίτευσης υπήρχαν πολιτικές δυνάμεις εντασσόμενες και στα τρία ιστορικά παραταξιακά ρεύματα: Δηλαδή, προερχόμενες και από τη φιλοβασιλική παράταξη και από τη βενιζελική και από την κομμουνιστική/εαμογενή (μάλιστα στις δύο τελευταίες από τις τρεις αυτές ιστορικές μήτρες εντάσσονταν πλείονα του ενός κόμματα). Ενώ όμως το σύνολο των βενιζελογενών /παλαιοδημοκρατικών καθώς και των κομμουνιστικών/ κομμουνιστογενών/ εαμογενών κομμάτων τοποθετούνταν απερίφραστα υπέρ της αβασίλευτης μορφής του πολιτεύματος, το μεγάλο κόμμα που προήρχετο από τη φιλοβασιλική/ λαϊκογενή φύτρα παρέμεινε ουδέτερο. (Μάλιστα με τη δημόσια αποδοχή, προ της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, πως εντός του συνυπήρχαν οπαδοί και των δύο πολιτειακών μορφών, ουσιαστικά καθιστούσε βέβαιη τη νίκη της αβασίλευτης, την οποία έτσι προαποδεχόταν.) Το ασύμπτωτο, όμως, των πολιτειακών προτιμήσεων με αντίστοιχες κομματικές προφανώς και συνέβαλε ώστε η προκήρυξη, η διεξαγωγή και η έκβαση του δημοψηφίσματος, όπως βέβαια και η μετέπειτα πολιτική διαχείριση του θέματος, να μην προκαλέσει πολιτειακό διχασμό. Συνακόλουθα…
*«Πέντε εκατ. ψηφοφόροι αποφασίζουν σήμερα για το πολίτευμα και το μέλλον του τόπου», γράφει η «Κ» την Κυριακή του δημοψηφίσματος.


Η ευρεία αποδοχή του αποτελέσματος


  Δεν υπήρχε ενιαίο και συμπαγές, σημαντικού βάρους, πολιτικό υποκείμενο διατεθειμένο να «σηκώσει», μετά το δημοψήφισμα, θέμα αμφισβήτησης της πολιτειακής αλλαγής. (Ακόμη και η ιδρυθείσα το 1977 φιλοβασιλική Εθνική Παράταξις ουδέποτε έθεσε θέμα αμφισβήτησης της νομιμότητας τής, από χρόνων πλέον, εγκαθιδρυμένης αβασίλευτης Δημοκρατίας. Ο ηγέτης της Στέφανος Στεφανόπουλος περιορίστηκε να καταγγείλει τη Ν.Δ. για ασυνεπή προ τριετίας στάση στο θέμα).
Ο βασικός εκφραστής της απορριφθείσης από τη λαϊκή ετυμηγορία μορφής πολιτεύματος, ο Κωνσταντίνος, ουδέποτε αμφισβήτησε τη νομιμότητα τόσο του νέου πολιτεύματος όσο και της νομιμοποιητικής του βάσης. Αντίθετα. Σε συνέντευξη, μερικά χρόνια αργότερα, στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1, σε κάκιστα ελληνικά, αλλά με αίσθημα ρεαλισμού, ενδεχομένως και εθνικής ευθύνης, δήλωσε: «Το δημοψήφισμα του 1974 δεν αμφιβάλλεται».
Σε αντίθεση με άλλους Βαλκάνιους παλαιούς εστεμμένους, ο Έλληνας τέως μονάρχης – μολονότι η κυρίαρχη κοινωνική άποψη δεν φαίνεται να τον θεωρούσε εξαιρετικά υψηλής ευφυΐας – είχε τη σοφία(;), την πολιτική ευθυκρισία(;), το αίσθημα εθνικής ευθύνης(;) να μην προχωρήσει σε συγκρότηση κόμματος. Ενός κόμματος, ο κατά φύσιν προορισμός του οποίου προφανώς θα ήταν η, έμμεση έστω, αμφισβήτηση του αβασίλευτου πολιτεύματος – σε κάθε περίπτωση η θέση του υπό δοκιμασία κάθε εκλογική αναμέτρηση. Όπως επί λέξει επίσης δήλωσε λίγα χρόνια αργότερα: «Ο τόπος αυτός ευλογήθηκε με την ύπαρξη πολλών πολιτικών. Δεν χρειάζεται έναν ακόμη»…
*Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ψηφίζει την ημέρα του δημοψηφίσματος. Η Ν.Δ. κράτησε ουδέτερη στάση στο Πολιτειακό. ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Στον βαθμό που στη χώρα μας συντηρητική και βασιλική παράταξη εν πολλοίς ταυτίζονταν στην κουλτούρα της ελληνικής συντηρητικής πολιτικής οικογένειας ουδέποτε υπήρξε η αμφισβήτηση δυσμενών για την ίδια λαϊκών ετυμηγοριών. Πολλώ μάλλον που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν το σύνολο της συντηρητικής παράταξης του τόπου που είδε την έκβαση του δημοψηφίσματος του 1974 ως δυσμενή. Η κοινωνική βάση του συντηρητικού πολιτικού χώρου κινητοποιήθηκε με ένταση, εναντιούμενη σε πολιτικές εξελίξεις ή γεγονότα, μόνον όταν άλλες πολιτικές παρατάξεις – π.χ. με τα (φιλο)βενιζελικά στρατιωτικά πραξικοπήματα του 1933 και του 1935 ή με την κομμουνιστική εξέγερση του 1946 – προσπάθησαν να ανατρέψουν τα δεδομένα της κάλπης…
Με βάση την πρόσφατη εμπειρία, οι Έλληνες βασιλόφρονες δεν μπορούσαν πλέον – ούτε κατά την προδημοψηφισματική περίοδο ούτε μεταγενέστερα – να επικαλούνται το κατ’ εξοχήν «εθνικό επιχείρημα» υπέρ της βασιλείας: πως ο εστεμμένος άρχων διασφάλιζε τη δημοκρατική νομιμοφροσύνη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το σύνολο λοιπόν αυτών των παραγόντων εξηγεί το ότι η πολιτειακή αλλαγή, καθώς και η λειτουργία του νεοπαγούς πολιτεύματος, ούτε αναβίωση της ιστορικής διαιρετικής τομής βασιλόφρονες εναντίον δημοκρατικών προκάλεσε ούτε καν μείζονες πολιτικούς τριγμούς. Δυσκολεύομαι δε να φανταστώ ενδεχόμενο στο μέλλον αμφισβήτησης της, «πεπαλαιωμένης» πλέον, πολιτειακής νομιμότητας της χώρας μας. (Πλην, ίσως, εθνικής τραγωδίας. Ή της εξακολουθητικής επανάληψης της άφρονος πρακτικής να γίνεται στρεψοδίκως χρήση της – όχι παράλογης, αλλά αποδειχθείσης μυωπικής και αλυσιτελούς – συνταγματικής διάταξης του άρθρου 86 του Συντάγματος.)



* Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου


from ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ https://ift.tt/2VjydxZ
via IFTTT
Από το Blogger.