Κύπρος 1974: Απ’ τον Αττίλα ΙΙ μέχρι το πικρό τέλος – ΜΕΡΟΣ 5ο

Πριν ακόμα φέξει το πρώτο φως της ημέρας, ακούστηκαν ομοβροντίες πυροβολικού από την μεριά των Τούρκων… Οι συνομιλίες στην Γενεύη είχαν καταρρεύσει λίγες ώρες προηγουμένως και οι τούρκοι έβαζαν σε εφαρμογή τα σχέδια τους για κατάληψη ολόκληρου το βόρειου τμήματος του νησιού, ξεκινώντας την δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής… Λίγο μετά τις πρώτες ομοβροντίες είδα τρία λευκά τεθωρακισμένα (Οηέδες) να τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα στον δρόμο με κατεύθυνση την Λευκωσία (μάλλον πήγαιναν προς το αεροδρόμιο Λευκωσίας)… Με το ξημέρωμα, η τουρκική αεροπορία άρχισε να χτυπά με ρουκέτες τα κάτω φυλάκια (2ος Λόχος) και ιδιαίτερα το Φ.306 (ύψωμα «Άσπρες») που βρισκόταν λοξώς μπροστά – δεξιά από την έδρα του τάγματος… και όπου βρισκόταν και ο Λοχαγός Ζένιος, Διοικητής του 2ου Λόχου.

Μαζί με άλλους είχαμε καλυφθεί στον υπερυψωμένο τσιμεντένιο όρχο οχημάτων στην έδρα του τάγματος, και βλέπαμε τις βυθίσεις των τουρκικών αεροπλάνων που ήταν συνεχείς και «σταυρωτές» μη δίνοντας την ευκαιρία στους αμυνομένους να ανασάνουν… Θυμάμαι ότι είχαμε τουλάχιστον ένα νεκρό (ένας Λοχίας της 73Β’ ΕΣΟ). Κάτω από αυτή την φοβερή πίεση διατάχθηκε οπισθοχώρηση από το Φ.306… το οποίο και κατέλαβαν οι τούρκοι (μαζί με το Φ. 308)…. Το απόγευμα ο Διοικητής του τάγματος Αν/χης Χαραμαράς Δημήτριος διέταξε αντεπίθεση του 3ου Λόχου υπό τον Υπ/γό Αθανάσιο Μάμαλη για ανακατάληψη του Φ.306… Ήταν μια εντελώς σπασμωδική και αμελέτητη ενέργεια καταδικασμένη σε αποτυχία αφού είχαν ήδη προωθηθεί και τουρκικά άρματα μάχης στο εν λόγω φυλάκιο… μπροστά στο απαγορευτικό εχθρικό πυρ ο 3ος Λόχος αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω στην γραμμή εξόρμησης του στον Αγ. Βασίλειο – ευτυχώς χωρίς απώλειες…

Ολόκληρο το τάγμα υποχώρησε προς τα μικρά υψώματα πίσω από τον Αγ. Βασίλειο… Είχα φορτώσει τα κυριότερα έγγραφα και φακέλους του 1ου Γραφείου σε ένα λαντ-ρόβερ, του οποίου έγινα και οδηγός. Το βράδυ ο 3ος Λόχος, προωθήθηκε ξανά πίσω στον Αγ. Βασίλειο και κατέλαβε θέσεις στην νότια πλευρά του χωριού, κοντά στο νεκροταφείο. Μιας και είχα μετατραπεί και σε οδηγό, μετάφερα νερό και ξηρά τροφή για τους άνδρες του 3ου Λόχου, οδηγώντας με σβηστά τα φώτα, πράγμα επικίνδυνο γιατί επρόκειτο για ένα άγνωστο μου χωματόδρομο, η μια πλευρά του οποίου οριζόταν από την ξεραμένη κοίτη ενός μικρού χείμαρρου, με απότομες πλαγιές… εάν τυχόν έπεφτα λόγω σκότους μέσα στον χείμαρρο, τότε εκτός του σωματικού κινδύνου, θα αποκαλυπτόταν προς τους τούρκους και η βραδινή κίνηση του 3ου Λόχου …

Μετά που άφησα νερό και εφόδια, επέστρεψα πίσω στους μικρούς λόφους πίσω από τον Αγ. Βασίλειο, οδηγώντας πάντα με σβηστά τα φώτα. Την επαύριον επέστρεψα πεζή στην έδρα του τάγματος με τους ΔΕΑ Άχλη και Γαλανό… το στρατόπεδο ήταν άδειο και δεν είχε ακόμα καταληφθεί από τους τούρκους… Πήρα ακόμα μερικούς φακέλους υπομάσχαλα καθώς και τις φωτογραφίες που ήταν αναρτημένες στον πίνακα ανακοινώσεων του ΚΨΜ και επιστρέψαμε στους λόφους πίσω από τον Αγ. Βασίλειο…

Η Τελική Οπισθοχώρηση

Νομίζω ότι ήταν πια 16 Αυγούστου όταν οι Τούρκοι συνέχισαν να προωθούνται με άρματα προς τον Αγ. Βασίλειο, οπόταν και ολόκληρο το τάγμα υποχώρησε προς την μεριά της Φιλιάς. Κάθε αντίσταση ήταν μάταιη, χωρίς πλέον κανένα βαρύ οπλισμό (και βεβαίως χωρίς αντιαρματικά), και με πολύ χαμηλό ηθικό… Ταχθήκαμε στο χωριό Φιλιά και θυμάμαι ο Λόχος Διοικήσεως είχε ταχθεί στο υδραγωγείο του χωριού. Σκάψαμε πρόχειρα ορύγματα στους πρόποδες ενός λόφου, στην κορυφή του οποίου το Πυροβολικό είχε ταγμένα αντιαεροπορικά Μποφόρ.

Το επόμενο πρωί η τουρκική αεροπορία προσπαθούσε να χτυπήσει τις θέσεις του πυροβολικού στον λόφο πίσω μας, πλην όμως οι αντιαεροπορικές βολές των μποφόρ δεν επέτρεπαν στους τούρκους πιλότους να ευθυγραμμιστούν σωστά για να σκοπεύσουν, παρά μόνο έριχναν τις ρουκέτες τους όπως – όπως, χωρίς να πλήττουν τον στόχο τους, κι’ έτσι αυτές έπεφταν κοντά στα πρόχειρα ορύγματα μας, και θυμάμαι που έπεφτε συνέχεια χώμα επάνω μας και μας σκέπαζε.

Μια σκηνή θα μου παραμείνει αξέχαστη από αυτό το επεισόδιο… αυτή με τον στρατιώτη Αντρέα Φαντούση (γραφέα Διαχείρισης Υλικού) από την Λάρνακα ο οποίος ήταν δίπλα μου στο όρυγμα… Μέσα σε όλο εκείνο τον χαμό των
αλλεπάλληλων επιθέσεων της τουρκικής αεροπορίας, της ρίψης ρουκετών, και των χωμάτων που μας σκέπαζαν από τις εκρήξεις, ο Αντρέας Φαντούσης κρατούσε στα χέρια του ένα περιοδικό και ένα μολύβι και…. έλυνε σταυρόλεξο!

Όταν τον κοίταξα απορημένος και τον ρώτησα αν τρελάθηκε, εκείνος μου απάντησε με ψύχραιμο και φλεγματικό ύφος: «τόση Κύπρος ρε Ηλιάδη, ίσια πάνω μας εν να πέσει η ρουκέτα»; Έβαλα τα γέλια με αυτή του την απάντηση (μισοκαλυμμένος από χώματα από τις αλλεπάλληλες εκρήξεις των ρουκετών που έσκαγαν κοντά μας)… Είναι απίστευτο με ποιους τρόπους το μυαλό του ανθρώπου προσπαθεί να αμυνθεί απέναντι στον θάνατο και την καταστροφή που το περιβάλλουν… Από την Φιλιά μεταβήκαμε στην Μόρφου. Οδηγούσα πλέον το λαντ-ρόβερ και εκτελούσα και χρέη γραφέα του 1ου Γραφείου, όλα τα διασωθέντα έγγραφα και φακέλους του οποίου κουβαλούσα πλέον με το λαντ-ρόβερ…

Φτάσαμε στην Μόρφου κατά το σούρουπο και πέσαμε να κοιμηθούμε μέσα στους πορτοκαλεώνες… Αργά το βράδυ, μεσάνυχτα – ίσως και πιο αργά, λάβαμε επείγουσες οδηγίες να επιβιβαστούμε στα οχήματα… τα τουρκικά άρματα θα έμπαιναν το πρωί στην Μόρφου και μπροστά στον κίνδυνο αποκλεισμού και αιχμαλωσίας, έπρεπε να διαφύγουμε… οδηγούσαμε σε φάλαγγα, πάντα με τα φώτα σβηστά, με πολύ χαμηλή ταχύτητα (όχι πάνω από 5-10 μ.α.ω.), προσπαθώντας να κρατούμε πορεία κοιτάζοντας τους πισινούς τροχούς του προπορευόμενου οχήματος… εκτός από το δικό μας τάγμα, και άλλες μονάδες της Ε.Φ. οπισθοχωρούσαν από την περιοχή Μόρφου, καθώς και χιλιάδες πολίτες, οικογένειες με τα δικά τους πολιτικά αυτοκίνητα, λεωφορεία, φορτηγά….

Μια θλιβερή, μακριά, σιωπηλή και με σβηστά όλα τα φώτα φάλαγγα προχωρούσε προς Αστρομερίτη και έπειτα προς Τρόοδος, αφήνοντας πίσω μας ολόκληρη την περιοχή της Μόρφου… τουρκοπατημένης πια και αυτής. Φυγάδες και πρόσφυγες στην δική μας γη… Με το χάραμα η φάλαγγα του 231 ΤΠ έφτασε στο ύψος της Ευρύχου, όπου και στρίψαμε προς το χωριό Κοράκου όπου και σταματήσαμε… Ήμουν κατάκοπος από την υπερένταση της προσπάθειας και της συγκέντρωσης να οδηγώ για τόσες ώρες με σβηστά τα φώτα… Έγειρα πάνω στο τιμόνι και με πήρε αμέσως ο ύπνος. Μείναμε στην Κοράκου για περίπου μια βδομάδα… Από την παραμονή μας στην Κοράκου θυμάμαι ένα περιστατικό, όπου ένα βράδυ ακούστηκαν φωνές και αναταραχή από την πλευρά που είχε ταχθεί ο 2ος Λόχος.

Ένας από τους στρατιώτες που είχαν βιώσει την κόλαση του αεροπορικού βομβαρδισμού στο Φ.306 πήρε νυχτιάτικα το όπλο του και συνεχώς έλεγε ότι θα πήγαινε να κάνει αντεπίθεση στο Φ306. Δεν θυμάμαι το όνομα του στρατιώτη, ούτε και θυμάμαι τι απέγινε (μάλλον θα πρέπει να μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο). Μετά την Κοράκου μεταβήκαμε στον Λυθροδώντα για ανασύνταξη του τάγματος… Κοιμόμασταν στο τσιμεντένιο πάτωμα ενός κινηματογράφου, αδειασμένου φυσικά από τα καθίσματα. Θυμάμαι μια σύντομη μεν αλλά δυνατή καλοκαιρινή νεροποντή που μας έκανε όλους παπιά όπως τρέχαμε να μαζέψουμε οπλισμό και άλλα εφόδια. Δεν θυμάμαι ποια μέρα, εκεί στον Λυθροδώντα ήρθαν οι δικοί μου να με δουν… ούτε που θυμάμαι πως έμαθαν ότι ήμουν στον Λυθροδώντα… Θυμάμαι ότι από την απλυσιά και από το γεγονός ότι για πάνω από ένα μήνα φορούσα τα άρβυλα, οι πατούσες των ποδιών μου είχαν ασπρίσει και είχαν λιώσει, το δέρμα έπεφτε, και ότι κούτσαινα και τα πόδια μου βρωμούσαν ανυπόφορα….

Δεν θα ξεχάσω την μητέρα μου, που πήρε ένα παγούρι νερό, με έβαλε να καθίσω, και σκυφτή βάλθηκε να μου πλένει τα πόδια μου σιγά-σιγά μιας και το δέρμα από τις πατούσες (όσο είχε μείνει) ξεκολλούσε εύκολα… Ο πατέρας μου της έκανε σιγανά παρατήρηση ότι μας έβλεπαν οι άλλοι στρατιώτες και αυτή τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια λέγοντας του ότι θα έπλενε τα πόδια όλων των στρατιωτών… Της είπα ότι δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο και ότι ένοιωθα πια εντάξει με τα πόδια μου γι αυτό και της ζήτησα να σταματήσει να μου τα πλένει πράγμα το οποίο και τελικά έκανε αφού διαμαρτυρήθηκε και αφού την διαβεβαίωσα αρκετές φορές ότι τα πόδια μου ήταν πλέον καθαρά και δεν με πονούσαν πια (ψέματα φυσικά).

Η εικόνα της μάνας μου, με βουρκωμένα μάτια να μου πλένει τα πόδια, είναι για μένα η εικόνα της απόλυτης αφοσίωσης, της απόλυτης αγάπης, και δεν θα την ξεχάσω ποτέ – ισότιμη με την αυτοθυσία και αγάπη του πατέρα μου που με κίνδυνο της ζωής του ταξίδεψε από την Λεμεσό στην Βασίλεια για να με βρει… Απολύθηκα στον Λυθροδώντα, όπου ο πατέρας μου, έφερε ένα πιστοποιητικό από την Στρατολογία που επιβεβαίωνε ότι είχα εγγραφή σε Γαλλικό Πανεπιστήμιο για το ακαδημαϊκό έτος 1974-75, και ότι έπρεπε να απολυθώ το συντομότερο δυνατόν…

Είχα παραλάβει αυτό το πιστοποιητικό εγγραφής μερικές μόλις μέρες πριν το πραξικόπημά και ήταν πραγματικά θεόσταλτο… Η σειρά μου, η 72Β΄ΕΣΣΟ υπηρέτησε συνολικά 36 μήνες, και απολύθηκε ένα χρόνο αργότερα Απολύθηκα κάπου αρχές του Σεπτέμβρη, την ίδια μέρα με τον Αντρέα Φαντούση (αυτόν που ατάραχος έλυνε σταυρόλεξο την ώρα που η τουρκική αεροπορία μας βομβάρδιζε με ρουκέτες στην Φιλιά)…

Φτάνοντας στην Λεμεσό, δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι, για αυτό και κάθισα στα μπροστινά σκαλοπάτια της εισόδου του σπιτιού μας… Μετά από λίγο φάνηκε η μάνα μου στον δρόμο, κρατώντας στα χέρια της κάποια σακούλια (προφανώς το ψώνισμα από τον μπακάλη)… Μόλις με αντιλήφθηκε, άφησε κατάχαμα ότι κρατούσε και έτρεξε κλαίοντας από χαρά να με αγκαλιάσει… αγαπημένη μάνα, πάντα έτοιμη αφήσει τα πάντα για τα παιδιά της….

Το πικρό Σήμερα…

Έκλεινε έτσι ένα κεφάλαιο της ζωής μου και ξεκινούσε ένα άλλο… Γλύτωσα από τον πόλεμο, τα όσα όμως έζησα, μένουν για πάντα χαραγμένα στην μνήμη μου… Θυμάμαι ότι για χρόνια πολλά μετά, φοιτητής στη Γαλλία πια, γύριζα πάντα ενστικτώδικα απότομα στον ουρανό κάθε φορά που άκουγα στρατιωτικό αεροπλάνο… Έχοντας ζήσει στο πετσί μου εκείνο το καλοκαίρι, γεμάτος βιώματα με πικρές μνήμες, δεν θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με την κατοχή, ή με την «κανονικοποίηση» και «κοινωνικοποίηση» της… Η φωταγωγημένη σημαία και επιγραφή που λερώνουν τον Πενταδάκτυλο εξακολουθούν να αποτελούν για μένα την ύψιστη Ύβρη…



from History-point.gr https://ift.tt/2VIpuWo
via IFTTT
Από το Blogger.