Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ | Στα χρόνια του Μεσοπολέμου σημειώνεται στην Κύπρο, για πρώτη φορά στα νεότερα χρόνια, μια γενικότερη πνευματική ακμή, με άμεσο αντίκτυπο και στο χώρο της λογοτεχνίας. Την ακμή αυτή προετοίμασε βέβαια η προηγούμενη περίοδος της πρώιμης αγγλοκρατίας (1878 - 1914). Η ανάπτυξη της τυπογραφίας, η γρήγορη αύξηση του πληθυσμού και η συγκέντρωση του στα αστικά κέντρα, όπου στήνονται και οι πρώτες βιομηχανικές μονάδες και οι συνακόλουθες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, ο πολλαπλασιασμός των σχολείων και, τέλος, η πύκνωση της επικοινωνίας με το εθνικό κέντρο και ιδιαίτερα με τον ακμάζοντα Αιγυπτιώτη Ελληνισμό, όλα τούτα έδωσαν τις αναγκαίες ωθήσεις για ανάπτυξη και των γραμμάτων.

Η δεκαετία του 1910

Το γεγονός που σημαδεύει τη νέα περίοδο της κυπριακής λογοτεχνίας είναι ο θάνατος του Βασίλη Μιχαηλίδη, το Δεκέμβρη του 1917 στη Λεμεσό. Μια δυναμική ομάδα νεαρών διανοουμένων της Λεμεσού θα αναλάβει τη μελέτη και την έκδοση του έργου του ποιητή και θα δεσμευθεί για τη συνέχιση του. Καρπός αυτής της ζύμωσης είναι η έκδοση, το 1924, του πρώτου αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού στην Κύπρο («Αβγή»). Το περιοδικό συνδυάζει τον ακραίο δημοτικισμό του Ψυχάρη με πολιτικοκοινωνικές ιδέες που εκκινούν από το μαρξισμό.

Νίκος Νικολαΐδης

Ένα δεύτερο «κοσμογονικό» γεγονός για τη λογοτεχνία της Κύπρου συμβαίνει με την έλευση του Νίκου Νικολαΐδη (1884 - 1956), που φτάνει στην Κύπρο το Μάιο του 1914.

Απογοητεύεται από την πνευματική άπνοια της ιδιαίτερης πατρίδας του Λευκωσίας και εγκαθίσταται στη Λεμεσό το Δεκέμβρη του 1919, για να γίνει αμέσως η γοητεύουσα φυσιογνωμία των νέων διανοουμένων της Λεμεσού και της Κύπρου. Στα τέσσερα χρόνια της παρουσίας του στη Λεμεσό εκδίδει τέσσερα βιβλία, διδάσκει αρχαίες τραγωδίες, σκηνοθετεί «ζωντανές εικόνες» (ταμπλό βιβάν), ανοίγει έκθεση με δικά του έργα ζωγραφικής (ίσως την πρώτη στην Κύπρο), εγκαινιάζει, δηλαδή, την ακμή των γραμμάτων στο νησί. Ο Νικολαΐδης κατέχει τη σπάνια τέχνη να στήνει κατά κανόνα πολύ ιδιόρρυθμους χαρακτήρες και να κατευθύνει τις συμπεριφορές τους προς μιαν επιταχυνόμενη έξαρση που οδηγεί σε εκρήξεις συγκλονιστικές και τραγικές. Δείχνει μάλιστα τόσο έκδηλη αυτοπεποίθηση, ώστε δεν φοβάται να χειριστεί και τις πιο απίθανες, σχεδόν σχιζοφρενικές καταστάσεις, που τις κάνει ωστόσο πειστικότατες η δύναμη της ψυχολογικής του ανάλυσης.

Τέλος, η συσσωμάτωση στο έργο του αυτής ακριβώς της βαθιάς ψυχολογικής διερεύνησης, που εισδύει μάλιστα αποφασιστικά στο χώρο της ψυχανάλυσης, με μιαν υπόγεια κάποτε αλλά πάντα ουσιαστική κοινωνική προβληματική, συνιστά το πιο σημαντικό στοιχείο που «εκόμισεν εις την τέχνην» ο Νικολαΐδης.

Νεότερος κατά δέκα χρόνια ο Γιάννης Σταυρινός Οικονομίδης (1894 - 1987), εκδίδει ωστόσο νωρίτερα βιβλίο με διηγήματα, όντας φοιτητής της Νομικής Αθηνών.

Από τον κύκλο της «Αβγής», πολύ κοντά στη νικολαΐδεια γραφή βρίσκονται ο Αιμ. Χουρμούζιος και ο Χρ. Χριστοδουλίδης. Αμφότεροι, ωστόσο, υπερφαλαγγίζουν το δάσκαλο τους σε ριζοσπαστικότητα κοινωνικής κριτικής. Αντίθετα, ο Αντ. Ιντιάνος κινείται με προσωπικές προδιαγραφές - γνήσια ντοπιολαλιά, σφύζων ερωτισμός. Η πεζογραφία του Γλαύκου Αλιθέρση αριθμεί 24 διηγήματα και κινείται συνήθως στα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα, χωρίς όμως να ανάγεται στα αίτια της κοινωνικής αδικίας ή στις ψυχολογικές συνιστώσες των ηρώων του. Ο Τεύκρος Ανθίας και ο Παύλος Βαλδασερίδης επίσης δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στην πεζογραφία, χωρίς σπουδαία αποτελέσματα. Πιο αξιόπιστη και συνεπής πεζογραφική εμφάνιση είναι του Μελή Νικολαΐδη (1892 - 1979), που προσπαθεί να δώσει την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου για «Λίγη Ζωή» (βλ. τα αφηγήματα της ομώνυμης συλλογής του). Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Στη δεύτερη φάση του έργου του στρέφεται αποκλειστικά στη μυθιστορηματική βιογράφηση μορφών των πρώτων χριστιανικών χρόνων.

Η δεκαετία του 1930

Αυτή η δεκαετία χαρακτηρίζεται κυρίως από τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της κυπριακής λογοτεχνίας από τη Λεμεσό στη Λευκωσία, με πυρήνα το πολύ αξιόλογο περιοδικό «Κυπριακά Γράμματα». Η λογοτεχνική συντροφιά της Λεμεσού διαλύεται και η «Αβγή» κλείνει τον κύκλο της ζωής της. Ο Χουρμούζιος εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου διαπρέπει ως κριτικός λογοτεχνίας, κριτικός θεάτρου, δημοσιογράφος, διευθυντής της «Καθημερινής».
Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΟΣ (ΔΕΞΙΑ) ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΖΑ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΣΑΛΠΙΓΞ», ΠΡΙΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΤΗΣ «ΑΒΓΗΣ» ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ ΤΟ 1949 Η 1950.

Ο Χρ. Χριστοδουλίδης πηγαίνει στη Βιέννη και μετά στη Μόσχα, όπου χάνονται τα ίχνη του την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Ο Ν. Νικολαΐδης και ο Γλ. Αλιθέρσης έχουν γυρίσει στην Αίγυπτο πριν από την έκδοση της «Αβγής». Ο Αντ. Ιντιάνος εγκαθίσταται μόνιμα στη Λευκωσία για να πρωταγωνιστήσει - μαζί με τον Κ. Προυσή και το Νίκο Κρανιδιώτη - στην έκδοση και καθιέρωση των «Κυπριακών Γραμμάτων».

Ωστόσο, παρά την άνοιξη αυτή των γραμμάτων, στα χρόνια που ακολουθούν το αποτυχημένο «κίνημα του 1931» η πιο αξιόλογη πεζογραφία γράφεται από Κύπριους της διασποράς: στην Αίγυπτο ο Ν. Νικολαΐδης και ο Γλ. Αλιθέρσης συνεχίζουν το έργο τους, ενισχυμένοι προς το τέλος της δεκαετίας από τη Μαρία Ρουσσιά και, λίγο αργότερα, τον Γ.Φ. Πιερίδη. Στην Αθήνα πρωτοεμφανίζονται ο Λουκής Ακρίτας (1909 - 1965) και ο Ανδρέας Γεωργιάδης Κυπρολέων (1904 - 1988).

Λουκής Ακρίτας

Ο Λουκής Ακρίτας εγκαθίσταται στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και τις πρώτες σκληρές εμπειρίες που βιώνει εκεί τις μνημονεύει λογοτεχνικά στο πρώτο βιβλίο του «Νέος με καλάς συστάσεις...» (Αθήνα, 1935). Το επόμενο βιβλίο του, «Ο κάμπος» (Αθήνα 1936), εδραιώνει και επαυξάνει τη συγγραφική φήμη του, η οποία κορυφώνεται με το τρίτο μυθιστόρημα του «Αρματωμένοι» (Αθήνα 1947), μια επική τοιχογραφία του αλβανικού έπους.

Ο Κυπρολέων θα εμφανιστεί προς το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε, με το βιβλίο «Η Προίκα της Μαριάννας» - «Ο Φευγιός» (νουβέλες, Αθήνα 1937).
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ, Η ΠΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ. «ΝΕΟΣ ΜΕ ΚΑΛΑΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ...», Ο ΛΟΥΚΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ) ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ 1930 ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΙΒΟ.

Με τη νουβέλα «Εκ προμελέτης» επανεμφανίζεται 26 χρόνια μετά, βελτιώνοντας αλλά όχι ανανεώνοντας την πεζογραφική του εικόνα.

Στην Κύπρο τώρα, η πεζογραφία τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '30 παρουσιάζει την εικόνα γενικής μετριότητας, σε αντίθεση με την κοσμογονία που σημειώνεται στην Αθήνα. Μοναδική φιλόδοξη προσπάθεια είναι μια συλλογή 11 διηγημάτων του Αχιλλέα Αιμίλιου (=Αιμιλιανίδη, 1903 - 1978) με τίτλο «Παλιά Κύπρος» (εκδ. «Εστία», Αθήνα 1933).

Προς το τέλος, ωστόσο, της δεκαετίας και λίγο μετά θα εμφανιστεί στο νησί μια αξιόλογη σειρά πεζογράφων, μερικοί από τους οποίους θα συνεισφέρουν «με καιρό και με κόπο» στην περαιτέρω ανάπτυξη των γραμμάτων στην Κύπρο.

Πρόκειται κατά πρώτο λόγο για τους Κώστα Μόντη (η πρώτη αφηγηματική κατάθεση του, με τίτλο «Γκαμήλες κι άλλα διηγήματα», το 1939, είναι προπομπός μιας σειράς πεζογραφημάτων που η αξία τους δεν έχει ακόμη εκτιμηθεί όσο τους αξίζει, αφού επισκιάστηκε από την πολύ αξιολογότερη ποίηση του) και Νίκο Βραχίμη (1914 - 1961. Πρωτοδημοσιεύει διηγήματα στα «Κυπριακά Γράμματα» το 1939 και εγκαινιάζει στην Κύπρο, με πολλή επιτυχία, την προωθημένη τεχνική του εσωτερικού μονολόγου).

Λιγότερο σημαντική αλλά αξιοσημείωτη είναι η πεζογραφική παρουσία του Νίκου Κρανιδιώτη, που εμφανίζεται ως διηγηματογράφος στα «Κυπριακά Γράμματα» από το 1934. Σε μέτρια επίπεδα κινούνται οι Χρήστος Κάρμιος και Κώστας Προυσής. Βέβαια, όλοι αυτοί εντάσσονται μάλλον στην επόμενη λογοτεχνική περίοδο, καθώς και οι Αιγυπτιώτες Μαρία Ρουσσιά και Γ.Φ. Πιερίδης.

Γενικά, η κυπριακή πεζογραφία του Μεσοπολέμου φτάνει σε μια περίοδο ωριμότητας. Η ωρίμανση της αυτή οφείλεται κατά πρώτο λόγο στη συνάντηση της με την αντίστοιχη ελλαδική πεζογραφία, την ανάπτυξη της οποίας, στα ίδια ακριβώς χρόνια, προσπάθησε - και ως ένα βαθμό πέτυχε - για πρώτη φορά να παρακολουθήσει. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις (π.χ., με τους Ν. Νικολαΐδη και Λ. Ακρίτα) η συμβολή της Κύπρου στην ανάπτυξη της ευρύτερης ελληνικής αφηγηματογραφίας υπήρξε ουσιαστική.

Αλλά και σε σύγκριση με την αντίστοιχη ποιητική δημιουργία, η κυπριακή πεζογραφία του Μεσοπολέμου βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο. Και αν βέβαια υστερεί σε αριθμητικά μεγέθη, διαθέτει ωστόσο πιο ισχυρές και αυτόφωτες προσωπικότητες. Η θέση του Ν. Νικολαΐδη στη δικτατορία του Μεταξά είναι φανερή στον κολοφώνα του βιβλίου του «Ανθρώπινες και αληθινές ζωές».


from ανεμουριον https://ift.tt/3c1EyV8
via IFTTT
Από το Blogger.