Ο θάνατος του Κώστα Βάρναλη

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
*Μόσχα 1959, απονομή του βραβείου Λένιν στον Βάρναλη. Δίπλα του ο Έρενμπουργκ. (Φωτ.: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΔΡΟΥ)




Της κ. Μαρίας Ρώτα*


          Ήταν 14 Δεκεμβρίου 1956 όταν ο Δημήτρης Ψαθάς έγραφε στην εφημερίδα «Τα Νέα» μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όποιεςιδέες πολιτικές κι αν έχεις [αναγνώστη], άφησέ τες έστω και για μια στιγμή. […] Αγαπώ με πάθος τους τίμιους κι αλέκιαστους ανθρώπους. […] Ο Βάρναλης για μένα είναι το φεγγοβόλο πρότυπο που διατηρεί σ’ όλα του τα χρόνια την θεία εκείνη αρμονία –την πλήρη ισορροπία– ανάμεσα στη ζωή του και το έργο του. Είναι ένας άντρας τίμιος που δεν βουτά την πένα του στο μελάνι της υποκρισίας, ούτε όταν οιστρηλατείται στα λυρικά ή τα επαναστατικά ξεσπάσματά του, ούτε όταν ασκεί την κριτική του με το πικρόχολο εκείνο γέλιο του σατιρικού του οίστρου, αλλά βουτά την πένα του μέσα στην αλήθεια της ίδιας της ζωής του. Αυτό που πιστεύει αυτό και ζει. Κι αυτό που ζει αυτό και μόνο κάνει τέχνη: Ποίηση λυρική, επαναστατική ή σάτιρα».
          Οι παραπάνω γραμμές έρχονταν ως απόηχος του εορτασμού για τα πενήντα χρόνια πνευματικής προσφοράς του Κώστα Βάρναλη σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο αθηναϊκό θέατρο Ιντεάλ, στις 9 Δεκεμβρίου 1956, με πρωτοβουλία της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και με απώτερη αφετηρία την πρόσφατη τότε επανέκδοση έργων του από τον «Κέδρο» της Νανάς Καλλιανέση (που διακινδύνευε με την πρωτοβουλία της αυτή να της κλείσουν τον εκδοτικό οίκο με διάφορα προσχήματα).
          Εκδήλωση για την οποία διαβάζουμε: «Ζωηρός ήτο ο ενθουσιασμός του πολυπληθούς ακροατηρίου, που παρηκολούθησεν την εορτήν, και συγκινητικαί αι εκδηλώσεις αγάπης προς τον ποιητήν των αποκλήρων και των αδικημένων. Από τους φιλολογικούς κύκλους εξαίρεται το γεγονός ότι διά πρώτην φοράν εις την Ελλάδα τιμάται ένας ζων ποιητής με τόσον γενικήν αναγνώρισιν και λαϊκήν συμμετοχήν» (εφ. «Η Ώρα», 10.12.1956). Οι στήλες των εφημερίδων μας πληροφορούν επίσης: «Χιλιάδες θαυμαστών του Βάρναλη από κάθε σημείο της Αθήνας και του Πειραιά εγέμισαν την αίθουσα του θεάτρου και τα θεωρεία από μια και πλέον ώρα πριν από την προκαθορισμένη για την έναρξη του εορτασμού. Πρωί-πρωί, παρά το χιονόνερο που έπεφτε και την παγωνιά, απλοί άνθρωποι του λαού σε ομάδες ή μεμονωμένα ξεκινούσαν από τους μακρινούς συνοικισμούς για να εξασφαλίσουν μια θέση και να γιορτάσουν τον ποιητή τους» (εφ. «Η Αυγή», 11.12.1956), κι ακόμη: «Τιμούμε τον καθαρόαιμο ποιητή, το χρονογράφο με την αγωνιστική διάθεση, τον τίμιο άνθρωπο, που κατόρθωσε –άθλος πραγματικός για την εποχή μας– να φθάσει στο δειλινό της ζωής με καθαρά τα χέρια. Χωρίς συμβιβασμούς με θυσία υλικών συμφερόντων, ασάλευτος στο “πιστεύω» του. Κατάλευκος ο Βάρναλης. Είναι κι αυτό κάτι που πρέπει να τιμηθεί όσο κι η ποίησή του» (Παύλος Παλαιολόγος, εφ. «Το Βήμα», 12.12.1956.


«Κηδεία στη λαοθάλασσα της αβασίλευτης Αθήνας»


          Πλήθος κόσμου συνόδευσε τον Κώστα Βάρναλη και στην τελευταία του κατοικία -στις 18 Δεκεμβρίου 1974. Τραγουδώντας μελοποιημένα του ποιήματα – τους «Μοιραίους» («Μες στην υπόγεια την ταβέρνα»), τον «κυρ-Μέντιο» («Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο»)– οι νέοι, «οργή λαού», τον συνόδευαν στο πέρασμά του από τη «ζήση αυτή που τη μισούμε,/ στη γης αυτή που μας μισεί». Ήταν οι πρώτοι μήνες της μεταπολίτευσης. Τότε που ανέβαινε ψηλά συνεγείροντας «τα πλήθη» η «ηχή» των στίχων του από το ποίημα «Λευτεριά»: «Τη λευτεριά δεν τη ζητάν με παρακάλια, τήνε παίρνουν,/ με τα δικά τους χέρια μοναχοί». Τότε που έγραφε ο Γ. Π. Σαββίδης: «Να συνοψίσει κανείς τη βιωμένη διδασκαλία του Βάρναλη θα ήταν έργο προκρούστειο. […] Λυρικός και σατιρικός στην επιφάνεια, βαθύτερα ειρωνικός και δραματικός, μα προπάντων μάστορας του λόγου και του στίχου, ήξερε να διδάσκει χωρίς να ξεπέφτει στα μηχανικά σχήματα του χαζοχαρούμενου διδακτισμού. […] Οπως έλεγε: Η Τέχνη έχει για κύριο σκοπό της να τέρψει – να τέρψει αισθητικά. Κοινωνικοποιεί το συναίσθημα, φρονηματίζει, ακόμα και διδάσκει, αλλ’ όταν κουτσαίνει από την άποψη της τεχνικής και της έμπνευσης, όλη της η “διδασκαλία” γίνεται “ασκός ηχών”.[…] Του άξιζε μια κηδεία θαλασσινή. Τη βρήκε μέσα στη λαοθάλασσα της αβασίλευτης Αθήνας» (εφ. «Τα Νέα», 28.12.1974).
          Έκτοτε επέρασαν χρόνοι πολλοί… Τόσοι ώστε τώρα – που «το χρήμα κυβερνάει τη Μοίρα»– να ηχούν θελτικότερα από τους παραπάνω στίχους στη «Λευτεριά» του Βάρναλη εκείνοι της παρωδίας του στο ποίημα «Το “Αν” του Κίπλιγκ»: «Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα […] και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο τό ’χεις/ […] αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος […]δικιά σου θά ’ναι τούτ’ η Γης μ’ όλα τα κάλλη πού ’χει». Την αναγνωστική αυτή στάση την έχει από χρόνια επισημάνει η Θεανώ Μιχαηλίδου: «Γιατί ο Βάρναλης δε διαβάζεται τόσο όσο διαβαζόταν ώς τη δεκαετία του 1970; […] Γιατί αφήνουμε αψήφιστα να διαρρέει ένα, ενεργό συγκινησιακά, μέρος της γραμματειακής μας περιουσίας; Τι φταίει; Φταίει η διαβόητη κατάρρευση του οράματος ή μήπως ο επίσης διαβόητος μετασχηματισμός της ευαισθησίας (ποιητικής και γλωσσικής) σε συνδυασμό με τη σταδιακή επικράτηση των αισθητικών ιδεολογιών του μοντερνισμού;» («Πρόσωπα του 20ού αιώνα, Τα Νέα», 2000).
*«Ο Βάρναλης κατόρθωσε να φθάσει στο δειλινό της ζωής με καθαρά τα χέρια», έγραψε ο Παύλος Παλαιολόγος. Δεξιά: 9.12.1956, τιμητική εκδήλωση στο θέατρο Ιντεάλ. (Φωτ.: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΔΡΟΥ)


Καινοτόμο πείραμα που επηρέασε τους μεταγενέστερους


          Την «μπερδεμένη» ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού την είχε προβλέψει σχετικά νωρίς (Μάρτιος 1932) ο Κωστής Παλαμάς σε επιστολή του προς τον Κώστα Βάρναλη: «Με τα γραμμένα σου μού φαίνεται, πως δυο κλίκες ζεσταίνεις, εκείνους, που θέλουνε να σ’ αφορίσουν, κ’ εκείνους, που θα ζητάνε να σε φιλήσουν. Είναι και μια τρίτη, που τα αισθάνεται και τα δυο διαβάζοντάς σε, όσο κι αν τέτοιο αίσθημα μπερδεύει» (δημοσιεύεται στο: «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», Κέδρος, 1974). Κάπως έτσι, «ζεσταίνοντας» με το έργο του «δυο κλίκες», πορευόταν ο Βάρναλης ήδη από τα 1910, τότε που μ’ ένα του ποίημα, τη «Θυσία», έδινε την ευκαιρία σε μια ομάδα Αλεξανδρινών νέων να διαφωνήσουν με τους κανόνες βάσει των οποίων επιλέγονταν τα υπό δημοσίευση κείμενα στα τεύχη του περιοδικού που έως τότε εξέδιδαν. Αρνούμενοι να αξιολογήσουν τη «Θυσία» με τα «μέτρα» της τρέχουσας ηθικής και για τούτο να την απορρίψουν, αποφάσισαν να υπερασπιστούν τη ρεαλιστική της τολμηρότητα με αμιγώς αισθητικά κριτήρια – «Κι αν λυπήθηκα για κάτι είναι η παραίτησή σας που πολύ μου κόστισε, ειλικρινά, πιότερο απ’ το ρεζιλίκι της γυμνής μου Μούσας, η οποία στο κάτω-κάτω της γραφής δίκαια έπαθε αφού εκρίθηκε η ομορφιά της με την ηθική», τους απάντησε ο ποιητής (Ιούλιος 1910) . Ήταν η ομάδα που, με αφορμή το συγκεκριμένο ποίημα του Βάρναλη, ίδρυσε ένα νέο έντυπο, το ρηξικέλευθο λογοτεχνικό περιοδικό «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας (1911-1919), στον εκδοτικό οίκο του οποίου τυπώθηκε η πρώτη μεγάλη βαρναλική ποιητική σύνθεση «Το φως που καίει» (1922), ιδεολογικά τολμηρή και λογοτεχνικά καινοτόμα.
          Η ποιητική πρωτοτυπία αυτής της συλλογής, όπως και της αμέσως επόμενης «Σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927) εντοπίζεται στον συνδυασμό πεζού και ποιητικού λόγου, στη «διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη σάτιρα ως θέση και την ειρωνεία ως άρνηση, ανάμεσα στη γραμμική (εγελιανή) και την κυκλική (αρχαιοελληνική, νιτσεϊκή) αντίληψη του κόσμου. Και στα δύο έργα συνυπάρχουν ο πικρός σκεπτικισμός για την ανθρώπινη κατάσταση και η ιστορική αναγκαιότητα μιας κοσμικής τάξης χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους» (Θεανώ Μιχαηλίδου, «Αρχείο Κώστα Βάρναλη», Γεννάδειος Βιβλιοθήκη 2010). Το πόσο επηρέασε τους μεταγενέστερους το καινοτόμο πείραμα του Βάρναλη να συνδυάσει τον «βιτριολικό ρεαλισμό» με τον αυστηρά έμμετρο και τον ελευθερωμένο στίχο («χρειάζεται να ’χεις περάσει πρώτα από το δράμα της συλλογής και της απελπισιάς για να φτάσεις στο γέλιο, στο πικρόγελο») το μαρτυρεί το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Το απομεσήμερο ενός φαύλου» (1944) απ’ όπου οι στίχοι: «Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,/ να ’ρθουμε πρώτοι εμείς! –οι στερνοί./ Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια/ και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια/ μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά/ για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά».


Κάποιοι άκουσαν «τι έλεγε η Καμπάνα»


          Πόνος, οργή και θυμός για όλα όσα εμποδίζουν την αγάπη ν’ ανθίσει σφραγίζουν στο έργο του Κώστα Βάρναλη το πικρό του το γέλιο: «Πίσω απ’ τα λόγια μου, /πίκρα φαρμάκι,/ τι κόσμοι απέραντοι,/ βυθοί λουλάκι!/ Μάτι δε βρίσκεται / να θαμπωθεί/ κι αυτί δε βρίσκεται/να λιγωθεί!»(«Σκλάβοι πολιορκημένοι»). Στην ιστορία της λογοτεχνίας μας οι μεταπολεμικές γενιές απέδειξαν πως διέθεταν και «αυτί» και «μάτι». Ο Βύρων Λεοντάρης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιάννης Δάλλας, αξιοποιώντας τον δραματικό/προσωπικό, πολιτικό/συλλογικό προβληματισμό του βαρναλικού λόγου, διαβεβαιώνουν με τα κείμενά τους πως όσοι πόθησαν και πόνεσαν μπόρεσαν να εκτιμήσουν την καταλυτική ορμή ενός έργου που «αντί να κοροϊδεύει σοβαρολογώντας, προτιμάει να σοβαρολογεί κοροϊδεύοντας». Δείχνουν πως κάποιοι άκουσαν «τι έλεγε η Καμπάνα» («Η Καμπάνα ήτοι η Ελευθερία- Σκλάβοι πολιορκημένοι», όπου οι επιλογικές φράσεις του Βάρναλη: «Κανένας δεν κατάλαβε τι έλεγε η Καμπάνα. Γιατί καθένας άκουγε τη δική του σκέψη»).


* Η κ. Μαρία Ρώτα είναι επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.


from ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ https://ift.tt/3dQTCFf
via IFTTT
Από το Blogger.