ΠΑΒΕΖΕ : Η ΡΟΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

ΓΡΑΦΕΙ Ο JEAN-PAUL MANGANARO | Είναι άραγε δυνατόν να διαβάσει κανείς σήμερα Τσέζαρε Παβέζε, χωρίς να επηρεαστεί από τη σκιά που έριξε η αυτοκτονία πάνω σ’ ολόκληρο το έργο του; Είναι βέβαιο ότι θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ έως ότου πραγματοποιηθεί αυτή η ευχή-διότι και σήμερα ακόμα, παρ’ όλα τα (σαράντα δύο χρόνια) που έχουν περάσει από το θάνατό του, η γραφή του Παβέζε παρουσιάζεται σε τέτοιο βαθμό συνδεδεμένη μ' αυτή τη μυστικά συνειδητή πρόθεση, που είναι αδύνατον, εν ολίγοις, να την κρίνουμε πέραν της πράξης αυτής, που φαίνεται να τη θεμελιώνει. Αντιθέτως, θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει μια κάποια νοσηρότητα σχετική με την προβληματική του θανάτου, όχι μόνο στο προσωπικό έργο του Παβέζε αλλά και στις επιλογές του στη μετάφραση και στην έκδοση: ας πάρουμε λόγου χάρη την ατμόσφαιρα θανάτου που βαραίνει πάνω από το Benito Cereno ή ακόμα από το Μόμπυ Ντικ, του Χέρμαν Μέλβιλ, ή ακόμα στη μακάβρια περιγραφή της κοινωνίας στο Spoon River Anthdgy του Έντγκαρ Λι Μάστερς, όπου το συγκινησιακό και το αισθηματικό στοιχείο έχουν το προβάδισμα σε σχέση με την ιστορία· καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει τίποτα το τυχαίο στη γραφή και στην επιλογή ζωής - ή στην επιλογή θανάτου - που φέρει τη γραφή του Παβέζε. Το ίδιο ισχύει και με τις άλλες του συμπάθειες: η συμπάθειά του για τον Μποντλέρ και τον Έντγκαρ Πόε δεν ορίζει απλώς κάποια συνάφεια προτιμήσεων και εντυπώσεων, αλλά τη συνάντηση, διαμέσου των εποχών, εκλεκτικών συγγενειών. Για παράδειγμα, η οδυνηρή ανακάλυψη της πόλης ή η θεματολογία του «αλλού», τόσο αγαπητή στο «Anywhere out of the world» του Μποντλέρ, και που επανεμφανίζεται στο ποίημα «Θάλασσες του Βορρά» που ανοίγει την πρώτη ποιητική συλλογή του Παβέζε, Κουραστικό πράμα η δουλειά, δεν αποτελεί διόλου μια απλή περιήγηση σε κάποιες παρόμοιες θεματολογικές ενότητες. Είναι κάτι περισσότερο: μια απόλυτη ταύτιση διάθεσης, που δημιουργεί μια ολόκληρη ποιητική της μελαγχολίας, ιδωμένης από την αρνητική της πλευρά. Κι αυτό το χνάρι, το οποίο φαίνεται μισοσβησμένο όταν προσεγγίζουμε τα πρώτα ποιήματα, προσδιορίζεται κατά τρόπο όλο και πιο σφοδρό όσο προχωράμε στο έργο. Κι αυτό γιατί ο Παβέζε διηγείται την ιστορία ενός κόσμου που ψυχορραγεί: η αγροτική πραγματικότητα, η οποία τον θεμελιώνει, απομακρύνεται σταδιακά από την πηγή της ζωτικότητάς της και σιγά-σιγά ο καινούριος βιομηχανικός κόσμος την καταβροχθίζει, ο κόσμος αυτός που δημιουργεί νέες συγκρούσεις. Οι ήρωες του Παβέζε ξεκόβουν δειλά από τον πρωταρχικό τους πυρήνα, καμωμένο από καθησυχαστικά και προστατευτικά πράγματα και καταστάσεις - τα γλυκά τοπία του Πιεμόντε, τα τρυφερά δειλινά, τα απαλόχρωμα φώτα, τα σύννεφα καπνού που φαίνονται από μακριά στον ορίζοντα· όμως, καθώς έρχονται σ’ επαφή με το ασυνήθιστο, με τις εντάσεις δηλαδή που τους παρουσιάζει η πόλη, παραπατάνε. Εδώ, τα σχηματοποιημένα σύμβολα δεν έχουν ακόμη χωριστεί από την πραγματικότητα των φαινομένων, όπως θα συμβεί αργότερα με τον Καλβίνο, ο οποίος κατάφερε να κυριαρχήσει απόλυτα σ’ αυτή τη διφορούμενη ζωή εντός του αστικού χώρου· στον Παβέζε τα μεν και τα δε, τα σύμβολα και τα φαινόμενα, είναι ακόμα πολύ στενά συνδεδεμένα· δημιουργούν, για μερικές τελευταίες στιγμές σφαδασμού, ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα. Ίσως ο επικείμενος ξεριζωμός να είναι ήδη παρών, αν όχι σε επίπεδο ανάλυσης, αλλά τουλάχιστον στο ιδιαίτερο αίσθημα αυτού του σύμπαντος, που είναι σε ύψιστο βαθμό ποιητικό. Από την άλλη, το καθοριστικό στοιχείο του βιώματος, αυτή την περίοδο, για τον Παβέζε, απορροφάται πλήρως από την ποιητική δημιουργία: είναι γεγονός ότι, αυτό που κατά κύριο λόγο τον ενδιαφέρει, και μάλιστα εις βάρος κάποιων άλλων πιθανών δυνατοτήτων, είναι η αναγνώρισή του ως διδάκτορα των ποιητικών λύσεων και χωρίς αμφιβολία, αυτό τον βολεύει και στη ζωή του. Βέβαια, η εποχή που ζει δεν είναι εποχή εύκολη στο ιστορικό αδιέξοδο που αποτελεί ο φασισμός, οι τροχοί αυτής της πολεμικής μηχανής, τον παρέσυραν για κάποιο διάστημα και τον τσάκισαν. Η παραμονή του υπό επιτήρηση στην Καλαβρία, η απομάκρυνση των σχεδίων και των φίλων του, εκ των οποίων οι πιο στενοί θα πεθάνουν, η ανικανότητά του να διαλέξει ένα συγκεκριμένο πεδίο δράσης, θα επιτείνουν τις δυσκολίες αυτού του ανθρώπου. Αυτή η εξήγηση όμως είναι ανεπαρκής: συμβαίνει κάτι άλλο, γιατί αυτό το σχέδιο, το να μη ζει δηλαδή και να μην υπάρχει, είναι ήδη εγγεγραμμένο στην πρακτική του μες στη ζωή, πριν ακόμα να έρθει αυτή σε αντιπαράθεση με τα πραγματικά γεγονότα. Ας μην ξεχνάμε, εν πάση περιπτώσει, ότι πάρα πολλά άτομα απ’ αυτά που εκτιμούσε ο Παβέζε είχαν ως τελική επιλογή τους την αυτοκτονία. Όπως ακριβώς και η Ροζέτα στο έργο Γυναίκες μόνες, που η αυτοκτονία την παραμονεύει και στην οποία την ωθούν μ5 ένα είδος σαδισμού οι φίλες της. Όσον αφορά δε το ερωτικό αδιέξοδο, έπαιξε ένα ρόλο πολύ σημαντικό και καθοριστικό στη ζωή του, πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι το πολιτικό και το ιδεολογικό αδιέξοδο: απ’ ό,τι φαίνεται τουλάχιστον, του επιβεβαίωσε την ορθότητα της επιλογής του. Πράγμα που αντηχεί εκκωφαντικά μες στο ημερολόγιό του, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, με τον τίτλο Το επάγγελμα του να ζεις, και που τον είχε υποβάλει ο ίδιος ο συγγραφέας. Εκεί, γίνεται αντιληπτό ότι η συμπάθεια του Παβέζε για την αυτοκτονία χρονολογείται από πολύ παλιά: εξαντλημένος από τη δουλειά του, λίγες μέρες πριν από το θάνατό του, σωματικά και συναισθηματικά εξαντλημένος από μια κρίση, τα περιγράμματα, τα αίτια και η εξέλιξη της οποίας δεν είναι καθόλου σαφή, παρόλο που όλη αυτή η κούραση έχει τ’ όνομα και τη μορφή μιας γυναίκας. Ωστόσο έχει συνείδηση της λογοτεχνικής του επιτυχίας και είναι σε θέση να αξιολογήσει τα ίδια του τα ποιητικά αποτελέσματα. Έχει πάρει ένα από τα πιο σημαντικά ιταλικά λογοτεχνικά βραβεία, το "Στρέγκα”, και είναι απόλυτα ευχαριστημένος από τον εαυτό του: «Δούλευα, έδωσα ποίηση στους ανθρώπους, μοιράστηκα τις λύπες των πολλών»· και κάπως ειρωνικά. «Στο επάγγελμά μου λοιπόν είμαι βασιλιάς». Πράγμα που δεν εμποδίζει ωστόσο, την άλλη μέρα πάλι, με ημερομηνία 18 Αυγούστου 1950, την απόφαση της αυτοκτονίας να ξαναεμ-φανιστεί με όλη την ανεπαρκή της ορμή: «Λίγο θάρρος χρειάζεται... Όταν το σκέφτεσαι, φαίνεται εύκολο. Μέχρι και γυναικάκια το 'χουν κάνει, πάντως...» «Δε χρειάζονται λόγια. Μια κίνηση. Δεν θα ξαναγράψω πια», που είναι και η τελευταία πρόταση του βιβλίου. Μετά, στις 27 του μηνός, ο Παβέζε αυτοκτονεί με μερικά σωληνάρια βαρβιτουρικών μες στη μοναξιά ενός ξενοδοχείου στο Τορίνο. Πέθανε για μια γυναίκα; Είχε γράψει επίσης: «Δε σκοτώνεται κανείς για την αγάπη μιας γυναίκας. Σκοτώνεται γιατί μια αγάπη, μια οποιαδήποτε αγάπη, μας αποκαλύπτει τη γυμνότητά μας, τη μιζέρια μας, το πόσο ανυπεράσπιστοι είμαστε, το μηδέν μας». Η καυτή αλήθεια όλων αυτών των σελίδων είναι ότι η ιδέα της αυτοκτονίας, αυτή η ροπή προς το μηδέν, όπως την ονομάζει ο Εμίλιο Τσέκι, ήταν παρούσα όλες ανεξαιρέτως τις ώρες σ’ αυτά τα δέκα χρόνια του ημερολογίου. Ο Παβέζε έζησε μια ζωή με την υπόθεση και την προετοιμασία της αυτοκτονίας του. Η ροπή του προς το μηδέν ενισχύεται με κάθε συνάντησή του με τη μία ή με την άλλη γυναίκα. Η τελευταία χρονικά τέτοια συνάντηση ήταν με την Κονστάνς Ντόουλινγκ, την όμορφη Αμερικάνα, στην οποία απευθύνονται τα τελευταία του ποιήματα με τον όλο σημασία τίτλο: «Ο θάνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου», μια συνταρακτική διαθήκη του ποιητή, στην οποία η φωνή της λογικής, πλέον, είναι θολή, είναι η φωνή ενός οξύμωρου σχήματος επ5 άπειρον επαναλαμβανόμενου, που παραπέμπει σ’ ένα αιώνιο, σαρκαβόρο, θηλυκό. (Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια)

ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΕΥΧΟΣ 218 28 ΙΟΥΝΙΟΥ 1989 ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2BCgYkU
via IFTTT
Από το Blogger.