Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1821-1880

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΕΜΜ. ΠΑΠΑΣ

Τα προεπαναστατικά κινήματα, που είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο να εκτυλίσσονται στην Μακεδονία, βρήκαν την τελική έκφραση τους με την επανάσταση του 1821, στην οποία κυριαρχούσα μορφή υπήρξε ο Εμμ. Παπάς (1772-1821), ο Αρχηγός και Υπερασπιστής της Μακεδονίας, κατά την χαρακτηριστική έκφραση του Δημ. Υψηλάντη. Ο Εμμ. Παπάς, μεγαλέμπορος των Σερρών και από τους προκρίτους της πόλης, ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, στην οποία βρισκόταν από το 1817, για
να αποφύγει τον διώκτη του Γιουσούφ μπέη των Σερρών και αποβιβάστηκε στην Μ. Εσφιγμένου του Αγίου Όρους, της οποίας ηγούμενος ήταν ο Ευθύμιος, μυημένος, και αυτός, όπως και ο Εμμ. Παπάς, στη Φιλική Εταιρεία. Από εκεί, και σε συνεννόηση με τους Ψαριανούς, που κάλυπταν τις ακτές από πιθανές τουρκικές αποβάσεις, κήρυξαν την επανάσταση στη Μακεδονία. Στις Σέρρες είχε προετοιμασθεί ανάλογο κίνημα με επικεφαλής τον Κώστα Κασομούλη, πατέρα του γνωστού αγωνιστή, που είχε συγκεντρώσει κατάλληλο οπλισμό στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Η τουρκική αντίδραση ήταν αστραπιαία και ο Γιουσούφ μπέης της Θεσσαλονίκης έλαβε σκληρά μέτρα κατά των 400 ομήρων του που είχε φυλακίσει στο κονάκι (σημερινό διοικητήριο), προκειμένου να εκβιάσει τους επαναστάτες. Τα ίδια μέτρα έλαβε και κατά των προκρίτων του Πολυγύρου που κατόρθωσαν να διαφύγουν, αλλά οι Τούρκοι στρατιώτες προέβησαν σε ποικίλες βιαιοπραγίες κατά των Πολυγυρινών, που ανταπέδωσαν με κίνημα κατά των Τούρκων σκοτώνοντας τον βοεβόδα και την φρουρά του και απλώνοντας την επανάσταση τους στα περισσότερα χωριά της Χαλκιδικής. Αυτό έδωσε την αφορμή στον Γιουσούφ να ξεσπάσει κατά των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης που γέμισε από πασσάλους στεφανωμένους με κεφάλια, φυλακές, χώρους βασανιστηρίων και ανασκολοπισμών. Στα τέλη Μαΐου 1821 η επανάσταση στο Άγιο Όρος, υπό τον Εμμ. Παπά, και τους αγιορείτες, απλωνόταν ταχύτατα: στην Κασσάνδρα, στην Ορμύλια, τα χωριά της Σιθωνίας και τα Μαντεμοχώρια που το καθένα τους είχε επικεφαλείς τους προκρίτους του, αλλά ενισχύονταν, παράλληλα, και από τα ψαριανά πλοία, που φύλασσαν τα παραλιακά χωριά της Χαλκιδικής. Το παράδειγμα της Χαλκιδικής μιμήθηκε και η Θάσος στις αρχές του καλοκαιριού, με επικεφαλής τον «Πρόεδρο» της Χατζή Γιώργη, από τον Θεολόγο, που είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία από μιαν εξέχουσα προσωπικότητα της Μακεδονίας, τον Θάσιο αρχιμανδρίτη Καλλίνικο Σταματιάδη. Και η επανάσταση στην Θάσο αναπτύχθηκε τους πρώτους μήνες με επιτυχία, αφού με την βοήθεια των ψαριανών πλοίων απέκρουσαν τα τουρκικά στρατεύματα που είχαν συγκεντρωθεί στις απέναντι από το νησί ακτές (Κεραμωτή). Στο μεταξύ η επανάσταση στην Χαλκιδική τον Ιούνιο του 1821 βρισκόταν σε καλή ανάπτυξη, αλλά παρουσίαζε βασικά προβλήματα ως προς την έλλειψη εμπειροπόλεμων αρχηγών, την έλλειψη πολεμοφοδίων, την έλλειψη συντονισμού• παρόλα ταύτα οι επαναστάτες είχαν φθάσει πέρα και από το Ζαγκλιβέρι. Ο επαναστατικός στρατός με τον Εμμ. Παπά είχε ορισμένες επιτυχίες στην Ιερισσό και έφθασε στα στενά της Ρεντίνας με σκοπό να αποκρούσει τις τουρκικές δυνάμεις που θα έφθαναν από την Ανατ. Μακεδονία. Μικρό στρατιωτικό σώμα υπό τον Χάψα κατόρθωσε να φθάσει, μάλιστα τρείς ώρες έξω από την Θεσσαλονίκη, απωθώντας τους Τούρκους χωρικούς της περιοχής που τρομοκρατημένοι κατασκήνωσαν έξω από τα τείχη της πόλης. Δυστυχώς η απειρία και η απειθαρχία του σώμα τους αυτού ήταν εύκολη υπόθεση για τους Γιουρούκους του Γιουσούφ μπέη, που με το ιππικό του το ανάγκασε να αποσυρθεί στα Βασιλικά, τα οποία, στην συνέχεια, ο Αχμέτ μπέης κυρίευσε και λεηλάτησε (9 Ιουνίου 1821). Την ίδια τύχη είχαν και άλλα γειτονικά χωριά (Καραμπουρνού, Μεσημέρι, Γαλάτιστα), παρά την γενναία αντίσταση των Ελλήνων. Αλλά και το σώμα του Παπά που βρισκόταν στην Ρεντίνα αναγκάσθηκε και αυτό να υποχωρήσει προς τον Πολύγυρο, όπου εξακολουθούσε να έχει το στρατηγείο του ο Παπάς. Ο Χατζής Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς, που έφθασε από την Μ. Ασία, με σκοπό να κατέλθει προς την Μακεδονία, είχε επιτυχία στην Θράκη, κατέστειλε την επανάσταση στον Λαγκαδά και προέβη σε φόνους, εξανδραποδισμούς και λεηλασίες. Τρομοκρατημένοι οι κάτοικοι του Πολυγύρου και των γύρω περιοχών κατέφυγαν τότε στην Κασσάνδρα και στο Άγιο Όρος, όπου για πρώτη φορά καταπατήθηκε το άβατο του από χιλιάδες γυναικόπαιδα. Ο Παπάς, που είχε καταφύγει στην Κασσάνδρα, αντιμετώπιζε τις εκκλήσεις των μοναχών για αποστολή σώματος που θα υπεράσπιζε τις μονές, αλλά και τις διαμαρτυρίες τους για την σκληρή συμπεριφορά των ανδρών του. Είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς τις σφαγές, τους εμπρησμούς, τις αιχμαλωσίες νεαρών Ελληνίδων που συνέβαιναν στην Μακεδονία. Όλα τα χωριά της Κατερίνης, του Κολυνδρού, της Βέροιας κατακάηκαν, ενώ στις Σέρρες οι λεηλασίες και οι σφαγές κατεφόβιζαν τους κατοίκους. Φυσικά συνελήφθη και η οικογένεια του Παπά που φυλακίσθηκε, ενώ η περιουσία της δημεύτηκε. Μόνη εστία αντίστασης παρέμεινε η Κασσάνδρα και το 'Αγιον Όρος που ενισχύθηκαν από 400 Ολύμπιους πολεμιστές υπό τον Μήτρο Λιακόπουλο και τον Μπίνο και στη συνέχεια από άλλους 200 υπό τον αρχηγό των Ολυμπίων επαναστατών Διαμαντή Νικολάου, που καλύπτονταν από τα ψαριανά πλοία, τα οποία περιπολούσαν στα κασσανδρινά παράλια. Η ευφορία που δημιουργήθηκε στην αρχή έδωσε γρήγορα τη θέση της στην απογοήτευση που προήλθε από την απειθαρχία, τις προστριβές μεταξύ των αρχηγών, την αποχώρηση των Ολυμπίων, τις έριδες και τους φόβους των μοναχών ως προς τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς τον επαναστατικό στρατό, παρά την αποστολή μάλιστα εκεί του Νικηφόρου 16ηρίτη που είχε σκοπό να εξομαλύνει τις διαφορές των μονών και να ενισχύσει το φρόνημα τους. Η κατάσταση στην Χαλκιδική άρχισε να διαγράφεται δυσοίωνη για το μέλλον της επανάστασης από την στιγμή που οι Τούρκοι κατόρθωσαν να αποβιβασθούν στα παράλια της και την αρχηγία των Τούρκων ανέλαβε ο φοβερός βεζίρης ο Μεχμέτ Εμίν πασάς, ο επονομαζόμενος ροπαλοφόρος (Εμπού Λουμπούτ). Ο Μεχμέτ, ύστερα από ένα μήνα προσπαθειών και παρά τις πρώτες αποτυχίες του, κατέλαβε την χερσόνησο της Κασσάνδρας και σκόρπισε παντού τον τρόμο με την πρωτοφανή απανθρωπιά που αυτός και οι 3.000 στρατιώτες του επέδειξαν. Η προφορική παράδοση διασώζει ακόμη και σήμερα μνήμες από αυτή την τραγωδία. Ο Εμμ. Παπάς, διαπιστώνοντας την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει όλη η περιοχή, αλλά και την απελπισία των μοναχών που έκλειναν προς την υποταγή, επιβιβάσθηκε σε υδραϊκό καράβι με προορισμό την Ύδρα, αλλά στο ταξίδι του υπέστη καρδιακή προσβολή (αρχές Δεκ. 1821). Έτσι έσβησε η ελληνική επανάσταση στην Χαλκιδική και ο Αρχηγός και Υπερασπιστής της Μακεδονίας Εμμ. Παπάς. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί, η συχνή παρουσία ελληνικών πλοίων στα παράλια της Χαλκιδικής, στον κόλπο της Επανομής και τον Θερμαϊκό που αποτελούσαν μόνιμο κίνδυνο για τους Τούρκους, αλλά και η πολιτική εξαφάνισης των Ελλήνων που εφάρμοζε αμέσως μετά ο Εμπού Λουμπούτ. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ο Γάλλος πρόξενος στις 15 Απριλίου 1822:«Η ζωή των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης απειλείται και κατά τα λεγόμενα των πλέον φανατικών Τούρκων η εξαφάνιση τους από προσώπου γης είναι το μόνο μέσο που μπορεί να εξασφαλίσει την σωτηρία και την ανάπαυση των αληθινών πιστών» (των Τούρκων!). Συμπερασματικά η επανάσταση της Χαλκιδικής αποτέλεσε βασική αιτία να καθυστερήσουν οι Τούρκοι την κάθοδο τους προς την επαναστατημένη Νότια Ελλάδα, να αρχίζει να σημειώνεται φιλελληνικό ρεύμα στην Ευρώπη, να αποκτήσουν οι Έλληνες της Μακεδονίας, πολλοί μάλιστα από τους μαχητές της κατέβηκαν στην επαναστατημένη πατρίδα και εντάχθηκαν στα στρατεύματα της, αρκετή πολεμική εμπειρία. Οι αιτίες της αποτυχίας της οφείλονται στην έλλειψη συντονισμού, πειθαρχίας, πολεμικού υλικού, αλλά και εμπείρων στρατιωτικών ηγετών μοιραίο, ως εκ τούτου, ήταν να υποχωρήσουν εμπρός στην στρατιωτική πίεση που ασκούσαν οι πολυάριθμοι Τούρκοι της Θεσσαλονίκης που ενισχύονταν από τους πολεμικούς Γιουρούκους της Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίοι ήσαν απόγονοι των παλαιών κατακτητών του Εβρενός και δεν είχαν λησμονήσει τα πολεμικά τους ήθη. Στην Δυτική Μακεδονία ξεχώρισε η ηγετική μορφή του Φιλικού Γιαννούλα Ζιάκα, από την περιοχή των Γρεβενών και του επισκόπου Ανθίμου, αλλά προδόθηκαν και το κίνημα απέτυχε. Ο Ζιάκας αργότερα έστελνε Μακεδόνες στην Ν. Ελλάδα, όπου διακρίθηκαν τέσσερα εξαδέλφια του. Ο ίδιος επιχείρησε να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, αλλά, για μια ακόμη φορά, προδόθηκε και δολοφονήθηκε από τους Τούρκους του Μεχμέτ Τάγο πασά των Γρεβενών. Τις ίδιες ανησυχίες είχαν και οι Σιατιστηνοί, ιδιαίτερα οι πραγματευτάδες που είχαν ζήσει την προεπαναστατική ατμόσφαιρα στην Βιέννη και αλλαχού με τα κηρύγματα του Ρήγα Φεραίου και των συντρόφων, δύο από τους οποίους ο Τουρούντζιας και ο Δούκας ήσαν συμπατριώτες τους. Η Σιάτιστα, η Νάουσα και η Καστανιά των Πιερίων απετέλεσαν τα κύρια στρατηγικά σημεία από τα οποία θα ξεκινούσε η επανάσταση στην Δυτική και Κεντρική Μακεδονία. Τον Μάρτιο του 1822 κατέφθαναν στην Σκάλα Ελευθεροχωρίου ψαριανά καράβια με πολεμοφόδια που είχε εξασφαλίσει στην Ν. Ελλάδα ο απεσταλμένος των Μακεδόνων Ν. Κασομούλης. Οι Τούρκοι, που ήδη από τον Δεκέμβριο του 1821 είχαν υποψιασθεί τις κινήσεις των Ελλήνων, συνέλαβαν ως ομήρους τους προκρίτους της Βέροιας, της Κοζάνης, της Σιάτιστας, της Καστοριάς, του Μοναστηρίου, του Κρουσόβου, της Ρέσνας, της Αχρίδας και της Κορυτσάς. Η Νάουσα αρνήθηκε να δώσει ομήρους και σε λίγο θα πλήρωνε βαρύ το τίμημα της άρνησης της. Η πρώτη επίθεση των Ελλήνων εκδηλώθηκε εναντίον του Κολυνδρού, τον οποίο δεν μπόρεσαν να καταλάβουν οι οπλαρχηγοί Διαμαντής Νικολάου και Νικόλαος Κασομούλης, υποστηριζόμενοι και από Γερμανούς φιλέλληνες καλούς χειριστές κανονιών. Οι Τούρκοι, που πέρασαν στην αντεπίθεση ύστερα από την υποταγή του Αγίου Όρους και της Νάουσας, απώθησαν τους Έλληνες ως την ορεινή Μηλιά των Πιερίων (1 Απριλίου Πάσχα 1822). Οι Τούρκοι του Μεχμέτ Εμίν Αγά δεν άφησαν τίποτε όρθιο από τον Όλυμπο ως τον Πηνειό. Μέρες ολόκληρες καίγονταν χωριά ολόκληρα και οι Μακεδόνες πολεμιστές έκρυψαν τις οικογένειες τους στα δάση, ωσότου βρήκαν κατάλληλη ευκαιρία και τις περιμάζεψαν για να τις περάσουν με ασφάλεια από το Λιτόχωρο στις Βόρειες Σποράδες, ενώ άλλοι χάθηκαν στα χιονοσκεπασμένα Πιέρια, Όλυμπο, Χάσια, Πίνδο, μαζί τους και ορισμένοι από τους Γερμανούς φιλέλληνες και άλλοι, τέλος, κατόρθωσαν να φθάσουν στον Ασπροπόταμο στο αρματολίκι του Νικολάου Στορνάρη. Δέκα πέντε μέρες νωρίτερα (περί τα μέσα δηλ. του Μαρτίου του 1822) είχε επαναστατήσει η Νάουσα με αρχηγό τον Ζαφειράκη που προσπάθησε να καταλάβει την Βέροια. Ο Μεχμέτ Εμίν κίνησε με 10.000 τακτικούς και 10.600 άτακτους εναντίον της Νάουσας που υπερασπίζονταν ο Γάτσος, ο Διαμαντής Νικολάου και ο Ζαφειράκης. Πολλοί κάτοικοι των περιοχών τρομοκρατημένοι έφυγαν προς την 'Εδεσσα, την Βέροια, αλλά και μακρύτερα στις Σέρρες, το Μελένικο, την Τζουμαγιά. Ο Μεχμέτ, καλός στρατιωτικός ο ίδιος, εκμεταλλεύθηκε την απειρία, αλλά και το χαμηλό ηθικό των Ναουσαίων που το είχε δημιουργήσει η αντίπαλη ομάδα του Ζαφειράκη, αποτελούμενη από τους Μάμαντη και Αντωνάκη, και κατέλαβε την πόλη την 13η Απριλίου 1822. Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς κατέφυγαν στον Ασπροπόταμο και στις Β. Σποράδες, ενώ ο Ζαφειράκης έπεσε μαχόμενος. Τα όσα επακολούθησαν, μετά την κατάληψη της Νάουσας, είναι αδύνατο να περιγραφούν: αιχμαλωσίες, ατιμώσεις, πυρκαγιές, λεηλασίες. Τότε 13 Ναουσαίες νέες έπεσαν στον ποταμό Αραπίτσα, για να αποφύγουν την ατίμωση. Είναι ακόμη πέρα από κάθε περιγραφή οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην Μακεδονία μετά την αποτυχία της Επανάστασης και που παρέμειναν νωπές ως τις αρχές του αιώνα μας. Και δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά η σκληρή φορολογία, οι κατατρεγμοί κατά των Ελλήνων, οι συλλήψεις και οι φόνοι συνεχίσθηκαν ως το θέρος του 1822, ωσότου έφυγαν από την πόλη ο Μεχμέτ Εμίν πασάς και ο Γιουσούφ μπέης. Η Κοζάνη, η Σιάτιστα, η Καστοριά όχι μόνον δέχθηκαν πλήθος προσφύγων από την Βέροια και τη Νάουσα, αλλά για πολύ καιρό υφίσταντο τις τρομοκρατικές απειλές των Τούρκων και των Αλβανών, που πολλές φορές εξουδετέρωναν με σημαντικά χρηματικά ποσά. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την παρακμή των ακμαίων αυτών αστικών κέντρων της Δυτικής Μακεδονίας, την αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης της Μακεδονίας όχι μόνον από τους φόνους, τους εξανδραποδισμούς, αλλά και από τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Στην θέση αυτών των πληθυσμών οι Τούρκοι εγκατέστησαν ομοεθνείς τους, αλλά και Σλάβους χωρικούς, θα προσθέσουμε, ακόμη, εδώ ότι το εβραϊκό στοιχείο εκμεταλλεύθηκε την δυστυχία των Ελλήνων, αύξησε τις εμπορικές του δραστηριότητες και ενίσχυσε την πληθυσμιακή του υπεροχή απέναντι τους• τις αρχές του 19 αι. οι Έλληνες και Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ήσαν περίπου ισάριθμοι (από 15.000), ενώ το 1825 οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης δεν ξεπερνούσαν τις 4.000.
Ιταλοί εθελοντές φωτογραφίζονται μαζί με Έλληνες δημάρχους μακεδονικών πόλεων και με τρεις Μακεδονομάχους, 1897 
Φιάλη αγιασμού στη δυτική αυλή καθολικού Μονής του Αγίου Όρους. Χαρακτικό 19 αι. 
Θεσσαλονίκη. Γενική άποψη του λιμανιού και της πόλης. Χαρακτικό 19ου αι.. 
Η μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους. Χαρακτικό των μέσων του 19ου αι. 

ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Πολλοί Μακεδόνες από τα μέρη της Κασσάνδρας, τη Νάουσα και τον Όλυμπο πέρασαν στις Β. Σποράδες, στα νησιά Σκιάθος και Σκόπελος, όπου νωρίς κυριάρχησαν στην περιοχή, μερικοί μάλιστα έδρασαν και ως πειρατές προκαλώντας πολλά προβλήματα στην κοινοτική οργάνωση των νησιών. Άλλοι από αυτούς πάλι κατευθύνθηκαν στα νησιά του Αιγαίου και άλλοι στην Αταλάντη. Αρκετοί, πάντως, από τους Κασσανδρινούς επέστρεψαν στις πατρογονικές εστίες ύστερα από την επιεική στάση που επέδειξε απέναντι τους ο νέος πασάς της Θεσσαλονίκης. Όσο για τους αγιορείτες μοναχούς, αυτοί περιφέρονταν αρχικά στην Ύδρα με λείψανα και πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη, ωσότου τον Φεβρουάριο του 1822 το Εκτελεστικό τους εγκατέστησε στην Πελοπόννησο. Οι διακεκριμένοι Μακεδόνες οπλαρχηγοί Διαμαντής Νικολάου, Καράτσος, Γάτσος συνέχισαν αγωνιζόμενοι στην Ν. Ελλάδα, όπου έλαβαν μέρος και πολέμησαν γενναία στις περισσότερες μάχες. Συγκινητική ήταν η θυσία των Μακεδόνων που βρέθηκαν στα Ψαρά και ήσαν αυτοί που έγιναν ολοκαύτωμα, στις 21 Ιουνίου 1824, στην Μονή του Αγίου Νικολάου. Το ίδιο συγκινητική ήταν και η συμμετοχή τους στο Μεσολόγγι, όπου συμμετείχαν στην «αθάνατη φρουρά». Δεν είναι λίγες οι φορές που οι Μακεδόνες επιχείρησαν στρατιωτικές ενέργειες κατά των Τούρκων στην Μακεδονία. Είναι πάντως πολύ δυσάρεστο να σημειώσουμε την άρνηση της Εθνοσυνέλευσης να δεχθεί τους πληρεξουσίους των Μακεδόνων (1826). Φυσικά εξακολουθούσαν αγωνιζόμενοι, αλλά και ασχολούμενοι με την προσφιλή τους πειρατεία προκαλώντας πολλά προβλήματα ιδιαίτερα στις Β. Σποράδες. Ο νους τους όμως ήταν στην Μακεδονία, γι' αυτό έκτισαν και με την βοήθεια Μακεδόνων της Διασποράς, τον συνοικισμό Νέα Πέλλα για να βρίσκονται κοντά στην Μακεδονία. Η θυσία των τριών γιων του Εμμ. Παπά στους αγώνες του Γένους στην Ν. Ελλάδα (του Γιαννάκη στο Μανιάκι, του Αθανασάκη'στην Χαλκίδα και του Νικολάου στο Καματερό) δίδει το μέτρο της συμμετοχής των Μακεδόνων στον Αγώνα. Όσο για την κατάσταση στην Μακεδονία, κατά την διάρκεια του Αγώνα, αυτή εξακολουθούσε να είναι δραματική εξαιτίας των επιδρομών των Τουρκαλβανών (στην Σιάτιστα, Κοζάνη, Καστοριά, Σέρρες αλλά και στην ευρύτερη Ανατ. Μακεδονία, στο Πετρίτσι, στο Μελένικο, στο Σιδηρόκαστρο). Οι ελπίδες των Μακεδόνων ότι σε λίγο φθάνει και για αυτούς η ποθητή λευτεριά κρατήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια ζωντανές. Έτσι τον Νοέμβριο του 1827 πρόκριτοι, κληρικοί και οπλαρχηγοί του Ολύμπου και των Πιερίων ζήτησαν από τον Δημ. Υψηλάντη και μετά από τον Καποδίστρια υλική και ηθική υποστήριξη για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Οι ποικίλοι, όμως, περισπασμοί του νεοελληνικού κράτους δεν επέτρεψαν την υλοποίηση των οραμάτων των Μακεδόνων. Μάταια λοιπόν περίμεναν την υποστήριξη του Καποδίστρια και του Υψηλάντη και πολλοί αναγκάσθηκαν να κατέβουν στην Ν. Ελλάδα, με την μεσολάβηση του Ρώσου προξένου στην Θεσσαλονίκη Ανδρέα Μουστοξύδη. Έμειναν όμως αρκετοί, όπως ο Δήμος Τζαχίλας στην Ραψάνη που συχνά συγκρούονταν με τους Τούρκους που είχαν ανεβεί πρόσφυγες στην Μακεδονία από την Πελοπόννησο. Σταδιακά, όμως, η κατάσταση είχε ηρεμήσει σε όλη την Μακεδονία και σε αυτό συνετέλεσαν οι μεταρρυθμίσεις του σουλτάνου Μαχμούτ Β' που επιχείρησε τον εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο εξευρωπαϊσμός αυτός εκφράσθηκε χαρακτηριστικά στην Θεσσαλονονίκη με την αρχιτεκτονική• έτσι κοντά στα παλαιά τουρκόσπιτα εμφανίσθηκαν νεοκλασικά σπίτια, ιδιαίτερα στο ανατολικό τμήμα νεωτερισμός που απλώθηκε μάλιστα σε ολόκληρη την Μακεδονία. Η ειρήνη και η τάξη, με εξαίρεση τους ληστές που δρούσαν στους ορεινούς όγκους ως το 1912, εμπεδώθηκε με την υπογραφή εμπορικής συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και τον διορισμό στην Θεσσαλονίκη του πρώτου Έλληνα προξένου Θεοδώρου Βαλλιάνου (3 Φεβρουαρίου 1835).

ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ 1854 ΚΑΙ 1878

Η περίοδος 1840-1880 υπήρξε πολύ κρίσιμη για τις σχέσεις μουσουλμάνων και χριστιανών στην Μακεδονία, αφού η αποδυνάμωση της Υψηλής Πύλης και η έξαρση του εθνικισμού στην περιοχή, με τις συνεχείς εξεγέρσεις Ελλήνων, Βουλγάρων και Αλβανών προκαλούσε μια σειρά αντιδράσεων των μουσουλμάνων που εκφράσθηκαν με φυλακίσεις, φόνους, καταπιεστικούς φόρους, ακόμη και εξισλαμισμούς. Πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο, αλλά και εκεί τα πράγματα δεν ήσαν καλύτερα. Στις παραμονές του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856) και της έκρηξης του κινήματος του 1854 η κατάσταση στην Μακεδονία είχε καταστεί απελπιστική για τους ελληνικούς πληθυσμούς που προσέβλεπαν μόνον στην βοήθεια των Ευρωπαίων προξένων. Στο μεταξύ, παρατηρούνταν μια διαρκής διόγκωση του πληθυσμού των αστικών κέντρων, με παράλληλη παρακμή των αγροτικών εξαιτίας της αναρχίας που επικρατούσε στην ύπαιθρο. Σταδιακά εμφανίσθηκαν και οι μεγάλοι Έλληνες και Εβραίοι κεφαλαιούχοι που πλούτιζαν σε βάρος των Τούρκων τσιφλικάδων, οι οποίοι αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τις διεθνείς οικονομικές συγκυρίες και την διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Οι Τούρκοι τσιφλικάδες υφίσταντο οι ίδιοι και τις συνέπειες της παρακμής του φεουδαλικού συστήματος και της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η αποτυχημένη επανάσταση του 1821 δεν είχε αποθαρρύνει τους Έλληνες που συνέχιζαν την επαναστατική δράση. Τα Ελληνικά ανταρτικά σώματα στην Μακεδονία υποκινούνταν μάλιστα και από τις μυστικές επαναστατικές εταιρείες των Αθηνών, όπως ήταν η «Φιλορθόδοξος Εταιρεία». Αξοσημείωτος ήταν ο ρόλος του Γιάννη Μακρυγιάννη που ήταν σε επαφή με τους Μακεδόνες αγωνιστές Ιλαρίωνα Καρατζόγλου και Γιάννη Βελέντζα. Ο πρώτος ανάπτυξε πλούσια επαναστατική δράση στα Μαντεμοχώρια, αλλά χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, αντίθετα μάλιστα όξυνε τις αντιδράσεις των Τούρκων που είχαν και ένα λόγο σφοδρής αντίδρασης κατά των Ελλήνων, εξαιτίας και της Κρητικής εξέγερσης του 1841. Οι ελληνοτουρκικές συγκρούσεις συνεχίσθηκαν και κατά τις επόμενες δεκαετίες. Το επαναστατικό κίνημα του 1854 στη Θεσσαλία μοιραία επεκτάθηκε και στην Μακεδονία. Έτσι ο Θεόδωρος Ζιάκας πλαισιούμενος από Κοζανίτες, Σιατιστηνούς και Γρεβενιώτες έδρασε στη Δυτική Μακεδονία αρχικά με μεγάλη επιτυχία, αλλά η ανακατάληψη του Μετσόβου από τους Τούρκους, η παρέμβαση των Μ. Δυνάμεων, μέσω των προξένων τους στο Μοναστήρι και τα Γιάννινα και ο υπεράριθμος τουρκικός στρατός προκάλεσαν την αποτυχία του κινήματος και την φυγή του Ζιάκα στην ελεύθερη Ελλάδα (Λαμία). Στην Χαλκιδική και ιδιαίτερα στο Άγιο Όρος, τα πνεύματα ήσαν οξυμένα ήδη από την προπαγάνδα που ασκούσαν ξένοι πράκτορες, Αγγλογάλλοι, Σλάβοι, όταν έφθασε εκεί ο γηραιός επαναστάτης Τσάμης Καρατάσος (6 Απριλίου 1854) και προωθήθηκε με το σώμα του και άλλους Χαλκιδικιώτες στον Παρθενώνα, στην Νικήτη και στον Άγιο Νικόλαο. Λάθη, όμως, τακτικής του Καρατάσου, η απροθυμία των Αγιορειτών, η καταβύθιση από γαλλικό πλοίο στον Συγγιτικό κόλπο της ελληνικής γολέττας, που μετέφερε πολεμοφόδια, είχαν ως αποτέλεσμα την αποτυχία του κινήματος και την σφαγή των τριάντα προκρίτων του Πολυγύρου. Στις 16/28 Μαΐου 1854 ο Καρατάσος έδωσε την τελευταία του μάχη στην Κουμίτσα στο Άγιο Όρος και στην συνέχεια επιβιβάσθηκε σε γαλλικό πλοίο για να επιστρέψει στην Χαλκίδα. Στον Όλυμπο οι Έλληνες οπλαρχηγοί μετά τις πρώτες τους επιτυχίες έφθασαν έξω από την Κατερίνη, αλλά χωρίς συνέχεια (Ιούνιος 1854). Παρά τις αποτυχίες αυτές ο επαναστατικός αναβρασμός στην Μακεδονία συνεχίσθηκε από ένοπλους πυρήνες στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ανασέλιτσα, στην Πρεμετή, στο Μυρίχοβο, στο Όστροβο. Και ενώ οι Μακεδόνες οραματίζονταν την ελευθερία τους και την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα, στα μέσα του 19ου αι. εμφανίσθηκε ο Πανσλαβισμός, οι πρώτες οργανωμένες ιεραποστολές των Καθολικών, η ρουμανική προπαγάνδα και φυσικά η Βουλγαρική Εξαρχία, το εκκλησιαστικό αυτό μόρφωμα που, προκάλεσε τόσα δεινά στην Μακεδονία και για την οποία ο λόγος σε ειδικό κεφάλαιο. Η Κρητική Επανάσταση (1860-1864) έδωσε νέες ελπίδες στους Μακεδόνες, που στην Αθήνα είχαν ενεργοποιηθεί με τους ποικίλους συλλόγους τους. Έτσι το 1866 αποβιβάσθηκε στην Ορμύλια ο Λεωνίδας Βούλγαρης και ενώθηκε με τον τοπικό καπετάν Γιώργη τον Μαντεμοχωρίτη, αλλά γρήγορα συνελήφθησαν ύστερα από προδοσία. Ο επαναστατικός αναβρασμός στην Βορειοδυτική Μακεδονία ήταν εντονότερος χάρη στις δραστηριότητες του πατριωτικού σωματείου του Μοναστηρίου «Καζίνο» (1852) και της «Φιλικής Εταιρείας» που δρούσε υπό την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού της Αχρίδας Αναστασίου Πηχεών,
Γενική άποψη του Άθωνα. Χαρακτικό 19ου αι.. 
Οι αρχαιότητες των Φιλίππων. Χαρακτικό του 1875. 
Το σέρβικο Μοναστήρι του Χιλιανδαρίου στο Άγιον Όρος. Χαρακτικό των μέσων του 19ου αι.. 
Πηγές του ποταμού Αγγίτη, παραποτάμου του Στρυμόνα στην περιοχή της Δράμας, που πηγάζει από το Παγγαίον όρος

του Μοναστηριώτη γυμνασιάρχη της Ν. Φιλιππίδη, του Κλεισουριώτη ιατρού Ι. Αργυρόπουλου, αλλά και των άλλων προσωπικοτήτων της ΒΔ Μακεδονίας που οργάνωσαν και ενεργοποίησαν ελληνόφωνους και ξενόφωνους (αλλά με βαθιά ελληνική συνείδηση) πληθυσμούς στην επαναστατική οργάνωση τους και κατά την περίοδο αυτή 1866-1869, κατά την οποία μάλιστα παρατηρείται και διαρκής είσοδος ελληνικών ανταρτικών ομάδων στην Μακεδονία.

ΤΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ 1878

Η ένταση της βουλγαρικής προπαγάνδας στην Μακεδονία, η αφύπνιση του αλβανικού εθνικισμού, η παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η σερβοτουρκική σύρραξη του 1876, η σφαγή των ευρωπαίων προξένων στην Θεσσαλονίκη από φανατικούς μουσουλμάνους, δημιούργησαν μια εκρηκτική κατάσταση στην περιοχή. Από την άλλη, η αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων να προστατέψουν τους Έλληνες της Μακεδονίας και η φανερή ρωσική υποστήριξη προς τους Βουλγάρους που πέτυχε, με την πρόσκαιρη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, να δημιουργήσει την Μεγάλη Βουλγαρία, κατέστησαν αναγκαία την αντίδραση των Μακεδόνων με το επαναστατικό κίνημα του Ολύμπου (21 Φεβρ./ 3 Μαρτίου 1878). Επρόκειτο για μιαν αυθόρμητη πράξη απέναντι στην δημιουργία μιας Βουλγαρίας, που σύμφωνα με την συνθήκη του Αγ. Στεφάνου, θα απλωνόταν ως το Λιτόχωρο, με εξαίρεση τους νομούς Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, Κοζάνης και Σερβίων. Πέρα από αυτό, εκτός φυσικά από την Ελληνική Κυβέρνηση, αντέδρασαν το Πατριαρχείο και οι ελληνόφωνοι και ξενόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας, που με τα υπομνήματα τους προς τις Μ. Δυνάμεις διατράνωσαν την ελληνικότητα τους. Μόνον η Ελληνική κοινότητα των Σκοπίων διαμαρτυρήθηκε με υπόμνημα της συνοδευόμενο από 14.000 υπογραφές. Στην επανάσταση του Ολύμπου διακρίθηκε ο λοχαγός Κ. Δουμπιώτης, υποστηριζόμενος από τον πρόξενο της Θεσσαλονίκης Βαζικιώτη και τον μητροπολίτη Ιωακείμ. Ο Δουμπιώτης στηρίχθηκε κυρίως στους Μακεδόνες οπλαρχηγούς του Ολύμπου και των Πιερίων και στον εντόπιο πληθυσμό. Σημαντικό γεγονός ήταν, πάντως, ο σχηματισμός της προσωρινής κυβερνήσεως της Μακεδονίας υπό την Ευάγγελο Κοροβάγκο. Κυριαρχούσα όμως, φυσιογνωμία του κινήματος του 1878 αναδείχθηκε ο Επίσκοπος Λιτόχωρου Νικόλαος Λούσης, από την Στενήμαχο της Θράκης, που επικεφαλής των επαναστατών διέτρεξε όλη την Δυτική Μακεδονία μαζί με τον αρχηγέτη των Βλάχων του Βερμίου Πατραλέξη και των ληστανταρτών Χοστέβα και Καλογήρου ως τις 19 Απριλίου 1878, οπότε υπογράφηκε ανακωχή, σύμφωνα με την οποία αυτός, ο Δουμπιώτης, ο Κοροβάγκος και 400 Μακεδόνες πολεμιστές μετέβησαν στην ελεύθερη Ελλάδα, όπου δυστυχώς αφέθηκαν στην μοίρα τους. Σημειώνουμε, ακόμη, την παράλληλη γενική κινητοποίηση του Ελληνισμού της Δυτικής Μακεδονίας, όπου σχηματίσθηκε προσωρινή «κυβέρνησις της εν τη Μακεδονία Επαρχείας Ελίμειας» υπό τους Ι. Γκοβεδάρο, Ι. Πηχεών και τον οπλαρχηγό Ιωσήφ Λιάτη, καθώς και την συνεχή κινητικότητα ανταρτικών σωμάτων και την καταδίωξη Ελλήνων (σλαβόφωνων κυρίως) από τους Τούρκους. Η περίοδος που ακολούθησε μετά την επανάσταση του Ολύμπου χαρακτηρίσθηκε από τις συνεχείς τουρκικές βιαιοπραγίες σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών, τα αλληλοσυγκρουόμενα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για την μελλοντική τύχη της Μακεδονίας και της Θράκης με βασικό, ωστόσο σταθμό την συνθήκη του Βερολίνου (1/13 Ιουλίου 1878) που έσωσε οπωσδήποτε την Μακεδονία από την βουλγαρική αρπάγη, αλλά που άφηνε πολλές εκκρεμότητες.
Γυναίκες της Θεσσαλονίκης. Χαρακτικό του 1880. 
Η Νεάπολη της Μακεδονίας (σημερινή Καβάλα). Χαρακτικό του 19ου αι.. 

Όλες αυτές οι διεργασίες και τα επαναστατικά κινήματα που είδαμε παραπάνω δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας. Έδειξαν, όμως, τον άσβεστο πόθο των Μακεδόνων γι' αυτήν, μολονότι είχαν να αντιπαλέψουν όχι μόνον, τώρα πια με τον Τούρκο δυνάστη, αλλά και με τους Βουλγάρους που είχαν διεισδύσει στην Μακεδονία και την διεκδικούσαν δυναμικά.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
ΑΘΗΝΑ
1995


from ανεμουριον https://ift.tt/2YzOZuw
via IFTTT
Από το Blogger.