Η ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΣ

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΒΑΣΙΛΑΡΟΣ
Αν η πιο ουσιαστική προσέγγιση ενός πολιτισμού, ενός λαού, μιας κοινωνίας περνάει πάντα μέσα από τη γλώσσα, η μελέτη του γλωσσικού ιδιώματος της Ικαρίας παρουσιάζει πράγματι εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η ιδιαιτερότητα μάλιστα της Ικαριακής διαλέκτου προσείλκυσε, όπως είναι γνωστό, και την προσοχή του μεγάλου Έλληνα γλωσσολόγου καθηγητή Γεώργιου Χατζιδάκι (1848-1941), με τον οποίο εγκαθιδρύεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών η νέα επιστήμη της Γλωσσολογίας και η ομιλούμενη ελληνική αρχίζει να εξετάζεται πλέον με μεθοδικό τρόπο. Εκτός από τις αναρίθμητες γλωσσικές επιμέρους παρατηρήσεις για τις νεοελληνικές διαλέκτους ο Γεώργιος Χατζιδάκις έγραψε εκτενώς για την Ικαριακή διάλεκτο. Αφορμή για τη μελέτη του αυτή στάθηκε μια επίσκεψη του στην Ικαρία το καλοκαίρι του 1891, έπειτα από παρότρυνση του φίλου του, λόγιου Χιώτη γυμνασιάρχη Γ. Ζολώτα.
Η πρώτη έκδοση της μελέτης του έγινε δυο χρόνια αργότερα στο σημαντικό γερμανικό περιοδικό Indogermanische Forschungen, τ. 2, 1983. Την ίδια χρονιά, η ίδια μελέτη δημοσιεύεται και στα ελληνικά στον τιμητικό τόμο: «Εις την Εικοσιπενταετηρίδα της καθηγεσίας Κ. Κόντου», με τίτλο «Περί της Ικαρίας διαλέκτου» και τέλος αναδημοσιεύεται στο συλλογικό τόμο των μελετών του: Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τ. Β', Αθήναι 1907. Η ομιλούμενη στην Ικαρία διάλεκτος ανήκει στην ομάδα των νότιων ελληνικών διαλέκτων (κατά τη διαίρεση του Χατζιδάκι στη μεσημβρινή ελληνική), δηλαδή στις διαλέκτους εκείνες, οι οποίες διατηρούν απαθείς τους άτονους φθόγγους (e, ο, ί, u). Η ικαριακή διάλεκτος, όπως και εκείνη της Κύπρου και της Δωδεκανήσου [1], διασώζει το τελικό -ν (το κρομμύδιν, το κόκκαλον), διατηρεί ευκρινή την προφορά των διπλών συμφώνων (το γράμμα, στρώννω, χώννω από τα αρχαία στρώννυμι και χώννυμι). Διπλά σύμφωνα προκύπτουν μάλιστα και λόγω αφομοίωσης ένρινου προς το επόμενο σύμφωνο, και μάλιστα όχι μόνο στο μέσο λέξης, αλλά και στη συνεκφορά (ξαθθός, μαθθα'ινω, νύφφη, το ψηλόβ βουνόν, εθ θέλω = δεν θέλω, κ.τ.λ.) [2].
ΑΡΧΑΪΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
«Περί του αρχαϊκού χαρακτήρος του Ικαριακού ιδιώματος είχον πολλάκις ακούσει» σημειώνει ο Χατζιδάκις στον πρόλογο της μελέτης του και συνεχίζει: «διαμένοντες επί δυο εβδομάδας επί της Ικάρου ηδυνήθημεν να περιέλθωμεν πάσαν την νήσον και να σπουδάσωμεν τα κατ' αυτήν αρκούντως καλώς. Ούτως εγένετο ημίν όντως βεβαία η αρχαιότης της Ικαρίας διαλέκτου: διότι μέγαν αριθμόν γνησίων Ελληνικών λέξεων και τύπων ηκούσαμεν και συνελέξαμεν και πάσαι αι τοπωνυμίαι αυτής είναι γνησίως Ελληνικοί, πολλαί δε και καθ' ολοκληρίαν αρχαίαι». Πράγματι, ως ιδιαίτερα αρχαϊκά χαρακτηριστικά του ικαριακού ιδιώματος έχουν επισημανθεί και τα εξής: η διάσωση θηλυκών της δεύτερης κλίσης και ουδετέρων της τρίτης σε -ος (η κάμινος, η νεόνυφφος, μιαν 'πίσημον ημέραν, το Φίδος, το Φυτρονόρος), ο σχηματισμός της αιτιατικής πληθυντικού των πρωτόκλιτων και τριτόκλιτων ονομάτων σε -ας αντί -ες (τους ναύτας, λίας αίας = ολίγας αίγας) η διατήρηση αρχαιότροπων ρημάτων (κείται, κειούνται = κείτεται, κείτονται, ζάλλω = κινούμαι, από το όνομα ζάλη) της κατάληξης του τρίτου πληθυντικού ενεστώτος -ουσιν (καταλαα'ιννουσιν) καθώς και τύπων παθητικού αορίστου (ευρέθην, εχύθην). Τέλος αξίζει να σημειωθεί μεταξύ άλλων και μια αρχαϊκή σύνταξη με απλή πτώση, όπου συνήθως χρησιμοποιείται πρόθεση (π.χ. έγκαψεν οπίσω τολ λούρον = έκαμψε πίσω από το βράχο) [3].
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ
Εκτός από τα παραπάνω, αξιοπαρατήρητα γνωρίσματα του ικαριακού ιδιώματος είναι και τα ακόλουθα:
τα αρσενικά σε -ές και τα θηλυκά σε -έ (ο πρινές, ο θυμαρές, η απιδέ, η ο-ξέ) 
η αποβολή μεταξύ φωνηέντων διαφόρων συμφώνων, κυρίως των β, γ, δ, μ. θ (φλέες, ο έροντας, αερφός, να κάωε, κάεσαι = φλέβες, ο γέροντας, αδερφός, να κάμωμε, κάθεσαι) 
η συχνή εναλλαγή μεταξύ συγγενών συμφώνων (φυλάκιν αντί θυλάκιν, χαστρ'ιν αντί γαστρίν, μυζζαίνω αντί βυζζαίνω, που ίσως κατά τον Χατζιδάκι σώζει το αρχαίο μ το μυζάω κ.τ.λ.) 
η συλλαβική αύξηση η- αντί ε- (ήτρεχεν ήσκαψεν, ήσπασεν και στα σύνθετα: ηπαράσταινεν) 
η σύμπτωση δυο κλίσεων: η ονομαστική πληθυντικού σχηματίζεται κατά τη δεύτερη κλίση, ενώ η αιτιατική κατά την πρώτη (ο Δάμαλος, οι Δαμαλά-τοι, τους Δαμαλάτας, ο τσοπάνης, οι τσοπανουδοι, τους τσοπάνουδας) 
ιδιαιτερότητες στο τονικό σχήμα των λέξεων (ο πάππους κατ' αρχαίο τρόπο, αντί ο παππούς).
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τέλος, τα τοπωνύμια του νησιού, όπως το Φλες (αντί Φλέας=φρέαρ), το Γιαλισκάριν, τα (Οι)κοσήκια, το Ιερόν, Προεσπέρα (η προς εσπέραν, δηλ. η περιοχή δυτικά του χωριού Ράχες), ο Εύδηλος, η Πέρα Μαρέ (=Πέρα Μεριά), ο Νας (εκ του ναός), τ' Απέσω (χωριά) κ.ά., τα οποία, όπως δηλώνει και ο Κ. Αμαντος, «εφ' όσον είναι αρχαϊκά, δεικνύουν ότι επί της ορεινής και πτωχής νήσου διετηρήθη διά των αιώνων η συνέχεια των ελληνικών πληθυσμών» [4].
Σημειώσεις:
Πρβλ. εδώ και το ενδιαφέρον βιβλίο τον Χ. Παντελίδη, «Φωνητική των νεοελληνικών ιδιωμάτων Κύπρου, Δωδεκανήσου και Ικαρίας», Αθήναι 1929. 
Πλούσιο γλωσσικό υλικό για την ικαρική διάλεκτο υπάρχει στα δελτία τον Αρχείου του Ιστορικού Λεξικού και του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά και στο τρίτομο έργο του Αλ. Πουλιανού, «Λαογραφικά Ικαρίας», Αθ'να, 1976-77. 
Για αρχαίες ή αρχαιοπινείς λέξεις που αναφέρονται στο φυτικό κόσμο του νησιού βλ. Δημ. Κρεκούκια, «Αρχαιοπινή ονόματα των φυτών στο γλωσσικό ιδίωμα της Ικαρίας», Λεξικογρα-φικόνΔελτίον 14 (192) 21-26. 
Βλ. Κ. Αμαντος, «Σύμμεικτα», Ελληνικά 3 (1930) 537-38.
ΙΚΑΡΙΑ 7 ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1998


from ανεμουριον https://ift.tt/2TRmshO
via IFTTT
Από το Blogger.