ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ | ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Αν και το να επαναλάβει κανείς ότι η προϊστορική έρευνα στη Μακεδονία και στη Θράκη ήταν, τουλάχιστο από ελληνικής πλευράς, ανύπαρκτη , θα ήταν μία κοινοτυπία. Η κοινοτυπία αυτή πρέπει να αναφέρεται συχνά αφού τα κενά από την επιζήμια αυτή καθυστέρηση είναι δυστυχώς δυσαναπλήρωτα.

Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην έλλειψη των ανάλογων συνθηκών που εμφανίστηκαν μεταπολεμικά, π.χ. στη Θεσσαλία (δραστηριότητα της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό τον Milojcic και κατόπιν από ελληνικής πλευράς, υπό το Θεοχάρη).

Τις συνθήκες αυτές τις διαμορφώνουν οι εξής, κυρίως, παράγοντες:

1. Επιστημονική παράδοση και δυνατότητες μαθητείας αρχαιολόγων για το είδος αυτό της αρχαιολογικής έρευνας. Η έρευνα αυτή σαφέστατα διαφοροποιείται θεωρητικά και μεθοδολογικά από την αρχαιολογία των ιστορικών χρόνων, άσχετα αν στις μέρες μας διαπιστώνονται συγκεκριμένες και αυτονόητες πια τάσεις για σύγκλιση.

2. Δυνατότητες για την διεπιστημονική συνεργασία σειράς από ειδικούς επιστήμονες (παλαιοζωολόγους, παλαιοβοτοναλόγους, μαλακολόγους, γεωλόγους κ.λ.π.) και εργαστήρια (ανάλυση δειγμάτων άνθρακα για ραδιοχρονολογήσεις, ανάλυση δειγμάτων κεραμικής για χρονολογήσεις με τη μέθοδο της θερμοφωταύγειας, ανάλυση διαφόρων υλικών). Η συνεργασία της αρχαιολογίας με τις θετικές επιστήμες, που απλώνεται και σε πολλές άλλες ειδικότητες, άρχισε ήδη από τη δεκαετία του 550, παρουσίασε αλματώδη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια και, στις μέρες μας, κάθε αρχαιολογική δραστηριότητα (ανα-σκαφή, συντήρηση, μελέτη και επανέκθεση του αρχαιολογικού υλικού), δεν είναι ανεξάρτητη από τις επιστήμες αυτές οι οποίες μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις, τείνουν να αποκτήσουν αυτονομία. Όσες πάντως από τις μεθόδους της φυσικής χρησιμοποιούνται για τη χρονολόγηση αρχαίων υλικών (π.χ. άνθρακα, κεραμικής, οψιανού), αποτελούν αντικείμενο της, νέας σχετικά, επιστήμης της αρχαιομε-τρίας.

3. Οργάνωση και χρηματοδοτικές συνθήκες ανάλογες με τα εγχειρήματα αυτά. Ένα μέρος ή το σύνολο από τις συνθήκες λοιπόν αυτές ήταν περίπου ανύπαρκτες στις χώρες της Βαλκανικής, ακόμη και στη Βουλγαρία, η προϊστορική έρευνα της οποίας, ήδη μετά τον πόλεμο παρουσίαζε σαφώς μεγαλύτερη ανάπτυξη σε σχέση με τα άλλα Βαλκανικά κράτη. Εννοούμε βέβαια την τοπική έρευνα και όχι την έρευνα ξένων αρχαιολογικών χωρών η οποία, ούτως ή άλλως, μέχρι τη δεκαετία του ’70 ήταν ανύπαρκτη στις χώρες αυτές. Και σίγουρα δεν εννοούμε την αρχαιολογική έρευνα που εντάσσεται σε ό,τι αποκλήθηκε αιγαιακός πολιτισμός.

Ανύπαρκτες βέβαια ήταν και οι συνθήκες αυτές στη Μακεδονία, αλλά και σε όλη σχεδόν την Ελλάδα από ελληνικής πλευράς, με αποτέλεσμα και η προϊστορική έρευνα (παλαιολιθική, νεολιθική, εποχή του χαλκού) να είναι περίπου αποκλειστικό αντικείμενο της έρευνας των ξένων αρχαιολογικών σχολών.

Ειδικά για το χώρο που μας ενδιαφέρει, τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται κάπως, ιδίως από τη δεκαετία του 5 80, για τους εξής κυρίως λόγους:

1. Επίδραση από τις ανασκαφές και τις δημοσιεύσεις των ξένων αρχαιολογικών σχολών.

2. Διδασκαλία της προϊστορικής αρχαιολογίας (όχι και της παλαιολιθικής εποχής) στον Τομέα της Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστο-τελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συμμετοχή νέων αρχαιολόγων σε ανασκαφές προϊστορικών οικισμών.

3. Στροφή νέων αρχαιολόγων προς εξειδικευμένες ειδικότητες της προϊστορικής έρευνας: παλαιοζωολογία, παλαιοβοτανολογία, λιθοτεχνία, οστεοτεχνία κ.λ.π. Όπως είναι ευνόητο, οι δύο πρώτες αφορούν τη γνώση μας για τα μέσα της διατροφής, ενώ οι άλλες την κατασκευή και τη χρήση των εργαλείων, βασικά από πυριτόλιθο και οψιανό και από κόκκαλα ζώων. Φυσικά, μέσα από τις γραμμές αυτές θα ήταν αδύνατο να αναφερθούμε στη μέθοδο και τη θεωρία όλων αυτών των εξειδικευμένων γνωστικών πεδίων. Εκείνο που θα μπορούσε κανείς σίγουρα να πει, είναι ότι, χωρίς το σύνολο των γνώσεων που παρέχουν, δεν είναι δυνατή αρχαιολογική έρευνα με σύγχρονες προδιαγραφές, αυτή που αποκλήθηκε διεπιστημονική.

Όσον αφορά το ιδεολογικό και το θεωρητικό περιεχόμενο των προϊστορικών ερευνών στη Βαλκανική θα σημειώναμε, περιληπτικά πάντα, τα εξής: Ο ιδεολογικός στόχος της προϊστορικής έρευνας στις βαλκανικές χώρες υπήρξε καθαρά εθνογενετικός, η αναγωγή δηλαδή της αυτόχθονης γένεσης του βασικού ιστορικού φύλου κάθε χώρας στην απώτερη προϊστορική εποχή, αν θα ήταν δυνατόν στην αρχαιότερη νεολιθική εποχή (Αλβανία - Ιλλυριοί, Βουλγαρία - Θράκες, Ρουμάνοι - Δάκες κ.λ.π.). Η αναγωγή αυτή, τόσο στην αρχαιολογία όσο και στη γλωσσολογία, υπήρξε μεταπολεμική, καθαρά καθεστωτική, επιλογή, η οποία βέβαια δεν φαίνεται να αλλάζει ακόμη και στις εντελώς πρόσφατες μέρες που ζούμε.

Η ελληνική προϊστορική έρευνα (Θεοχάρης κυρίως), ανάλογα, αντιπαράταξε στο ντιφουζιονισμό του Childe, δηλαδή στην εξ ανατολών επίδραση ή και πληθυσμιακή εξάπλωση κατά τη νεολιθική εποχή, τον αυτόχθονα χαρακτήρα του πολιτισμού, στη Θεσσαλία τουλάχιστον. Αντέταξε, επίσης, και όχι μόνο δια στόματος του ίδιου ερευνητή, στις απόψεις της από βορά καθόδου των ελληνικών φύλων κατά την εποχή του χαλκού (Ινδοευρωπαίων), την αυτονομία των τοπικών πληθυσμιακών δυνάμεων και των τοπικών πολιτιστικών εξελίξεων. Το ίδιο και ως προς την «κάθοδο» των Δωριέων κατά την εποχή του σιδήρου. Σύγχρονη πάντως άποψη θέλει ένα κοινό ιν-δοευρωπαϊκό πληθυσμιακό υπόστρωμα (και γλωσσικό φυσικά), εξαπλωμένο σε όλο το χώρο της κατοπινής ινδοευρωπαϊκής επιρροής, ήδη από τις αρχές του παραγωγικού σταδίου, δηλαδή της νεολιθικής εποχής (πριν από το 7000 π.Χ.).

Θεωρητικοί στόχοι, με την ουσιαστική σημασία της λέξης, δεν υπήρξαν στη βαλκανική έρευνα. Βασικοί στόχοι ήταν, και είναι ακόμη ο χρονολογικός καθορισμός και ο καθορισμός των πολιτιστικών κύκλων, των χώρων δηλαδή στους οποίους εντοπίζονται ομοειδή τυπολογικά αρχαιολογικά δεδομένα (κυρίως κεραμική, αρχιτεκτονική κ.λ.π.). Οι διαπιστώσεις αυτές δεν σημαίνουν βέβαια ότι ο μαρξισμός δεν επηρέασε τη μέθοδο και τη θεωρία της αρχαιολογίας, όπως και όλο το φάσμα των ιστορικών επιστημών, οπωσδήποτε όμως δεν διαμόρφωσε άποψη, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει ο φορμαλισμός στην προϊστορική έρευνα. Κατά τη δεκαετία, πάντως, του ’70, με τη γενική επίδραση της λεγάμενης αρχαιολογίας του περιβάλλοντος, ή της οικολογικής αρχαιολογίας και της παλαιοοικονομίας αργότερα, και την ειδική επίδραση των ειδικοτήτων που διαμορφώθηκαν (παλαιοζωολογία, παλαιοβοτανολογία, γεωαρ-χαιολογία, παλυνολογία, μαλακολογία, κ.λ.π.), άρχισαν να μελετώνται και αντικείμενα τα οποία πα-λαιότερα θα θεωρούνταν ότι δεν σχετίζονται άμεσα με τις ανθρώπινες δραστηριότητες αυτές καθ’ αυτές. Αλλά τη στροφή αυτή την καθορίζει απλώς η ανάγκη για την πληρέστερη παρουσίαση των αρχαιολογικών δεδομένων και όχι η ένταξη της έρευνας στο πλαίσιο της λεγάμενης Αναλυτικής Αρχαιολογίας ή, της περαιτέρω επεξεργασμένης, ευρύτερα γνωστής ως Νέας Αρχαιολογίας. Η τελευταία, θεωρητικά, εντάσσεται στο νεοθετικισμό και μεθοδολογικά στη θεωρία των συστημάτων. Η πρώτη από ελληνικής πλευράς προσέγγιση αρχαιολογικού υλικού με βάση τη μέθοδο της Νέας Αρχαιολογίας, είναι αυτή που έγινε για το νεολιθικό Διμήνι (Χουρμουζιάδης).

Στη δεκαετία, ωστόσο, κυρίως του ’80, ο θετικισμός στην αρχαιολογία ή, τουλάχιστο, η μηχανιστική χρήση του, έχει εντονότατα αμφισβητηθεί και θεωρητικά εμφανίζεται κάπως μετέωρη. Είναι, εξάλλου, φαινόμενο των καιρών μας, του μεταμοντερνισμού. Οι πρακτικές ωστόσο δεν έχουν αρχίσει άμεσα να αλλοιώνονται από τις θεωρητικές αυτές αναζητήσεις πράγμα που, σε γενικευμένο και όχι σε εξειδικευμένο επίπεδο, ενδεχομένως να μη γίνει ποτέ. Οι αναζητήσεις αυτές σχετίζονται με τις βασικές θέσεις του καιρού μας, δηλαδή με το στρουκτουραλισμό, τις επιδράσεις της σχολής της Φρανκφούρτης, το μετα-μοντερνισμό, αλλά και την πρόσφατη θεωρία της λογοτεχνίας. Θα πρέπει πάντως να θεωρείται σίγουρο, ότι η εδώ και χρόνια πολυμέτωπη επίθεση εναντίον του θετικισμού στην αρχαιολογία, θα οδηγήσει σε μια νέα αντιμετώπιση του παρελθόντος, όχι άσχετη με τις ραγδαίες σημερινές εξελίξεις.

ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Αν και η περιοχή είναι ελάχιστα ερευνημένη, έχει να επιδείξει δύο ευρήματα που ήδη έχουν προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον. Το ένα είναι το κρανίο των Πετραλώνων το οποίο, μάλλον, ανήκει σε προχωρημένη φάση του λεγάμενου όρθιου ανθρώπου (homo erectus), περίπου 250.000 π.Χ., και το άλλο είναι η ανεύρεση του λεγάμενου Ουρανοπίθηκου, στις περιοχές του Ξηροχωρίου Θεσσαλονίκης και Νικήτης Χαλκιδικής, δηλαδή ανθρωποειδούς που έζησε αρκετά εκατομμύρια χρόνια πριν και είναι ένα από τα αρχαιότερα δείγματα της κατηγορίας αυτής. Το κρανίο των Πετραλώνων βρέθηκε σε σπήλαιο στο οποίο διενήργησε ανασκαφική έρευνα η Ανθρωπολογική Εταιρεία της Ελλάδας (περιοδικό «Άνθρωπος»), με πλούσια ευρήματα κυρίως από την πανίδα της περιοχής κατά την εποχή εκείνη, τα οποία εκτίθενται σε ειδικό τοπικό μουσείο στα Πετράλωνα της Χαλκιδικής.

Επιφανειακά ευρήματα, δείγματα της λιθοτε-χνίας της νεότατης παλαιολιθικής εποχής, έχουν αρχίσει να εντοπίζονται στους νομούς Σερρών και Δράμας. Η παλαιολιθική έρευνα έχει καθυστερήσει πάρα πολύ, όχι μόνο στην περιοχή αυτή, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμη και από την πλευρά των ξένων αρχαιολογικών σχολών. Τα μεγάλα κενά της παλαιολιθικής συνέχειας στην Ελλάδα οφείλονται ασφαλώς στην ελάχιστη έρευνα αλλά και στην έλλειψη των προϋποθέσεων για μία συντονισμένη εργασία των ελάχιστων, έστω, Ελλήνων ειδικών.

ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Εκτός από τις περιορισμένες σε έκταση προπολεμικές ανασκαφές που αναφέρει ο Heurtley, ανασκαφές που βασικά διενήργησε ο ίδιος, μετά τον πόλεμο και ιδίως από τη δεκαετία του '60 και εξής, έχουν γίνει οι εξής ανασκαφικές έρευνες από τα Δυτικά προς τα Ανατολικά: Σέρβια Κοζάνης (Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή), Νικομήδεια Βέροιας (Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή), Μάνδαλο Γιαννιτσών (Τομέας Αρχαιολογίας ΑΠΘ), Βασιλικά και Θέρμη Θεσσαλονίκης (Αρχαιολογική Υπηρεσία), Ντικιλί Τας Φιλίππων Καβάλας (Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή), Σιταγροί Δράμας (Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή), Δήμητρα Σερρών (Αρχαιολογική Υπηρεσία), Παράδεισος Καβάλας (Σουηδική Αρχαιολογική Σχολή), Παραδημή Κομοτηνής (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). Οι ανασκαφές αυτές έχουν προκαταρκτικά ή τελικά δημοσιευθεί. Η
ΠΗΛΙΝΟ ΕΙΔΩΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΘΕΙ ΩΣ ΙΕΡΟ. ΕΧΕΙ ΥΨΟΣ 0,17Μ. ΔΗΛΑΔΗ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΟΛΙΘΙΚΑ ΕΙΔΩΛΙΑ. ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙ ΗΜΙΚΑΘΙΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΜΕ ΕΝΤΟΝΗ ΣΤΕΑΤΟΠΗΓΙΑ. ΤΟ ΣΤΕΝΟΜΑΚΡΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ (ΣΑΝ ΚΟΚΚΟΙ ΚΑΦΕ), ΕΙΝΑΙ ΤΥΠΙΚΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ.
τελική δημοσίευση όλων αυτών των ανασκαφών, η συνέχιση των εντελώς πρόσφατα διεξαγόμενων και, το κυριότερο, η συναγωγή συμπερασμάτων με βάση ερωτήματα της σύγχρονης αρχαιολογικής θεωρίας, θα συμβάλει στην ουσιαστική πρόοδο της έρευνας που οι κατευθύνσεις της πια, όπως αναφέραμε, δεν είναι απλώς περιγραφικές.

Πριν προχωρήσουμε, θα μπορούσαμε εδώ να αναφέρουμε δύο λόγια για τον Heurtley. Οι ανασκαφικές του έρευνες στη Μακεδονία και το συνθετικό του βιβλίο το οποίο εκδόθηκε στο Κέμπριτζ το 1939, αποτελούν έργα πρωτοποριακά και αναλόγου κύρους, ακόμη και για τις μέρες μας, με ανάλογα συναδέλφων του της Αγγλικής Σχολής και άλλων ξένων σχολών σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας την εποχή εκείνη. Είναι έργο συνθετικό, βασίζεται στην επιφανειακή, δοκιμαστική και συστηματική αρχαιολογική έρευνα, έχει ως συνεργάτες αρχαιολόγους οι οποίοι αργότερα διακρίθηκαν στην έρευνα του κρητομυκηναϊκού πολιτισμού και η έρευνα του δεν περιορίζεται στην περιγραφή, την τυπολογία και τη χρονολογική κατάταξη αλλά, σύμφωνα με την παλιά καλή αγγλική παράδοση, λαμβάνει καταρχήν υπόψη του το γεωγραφικό χώρο και το φυσικό περιβάλλον και συνοδεύει το έργο του με αναλύσεις ειδικών τις οποίες και λαμβάνει υπόψη του.

Με εξαίρεση τη Δυτική Μακεδονία (Σέρβια, Νέα Νικομήδεια, περιοχή Γιαννιτσών) και μια θέση στην Ανατολική Μακεδονία, η αρχαιότερη νεολιθική δεν έχει εντοπισθεί στην περιοχή που αναφερόμαστε. Πέρα από την έλλειψη εντατικής επιφανειακής έρευνας σε μεγάλες εκτάσεις, θα έπρεπε να αναζητηθούν και άλλες αιτίες. Μία αιτία θα μπορούσε να είναι π.χ. γεωαρχαιολογικής υφής, η επικάλυψη δηλαδή των νεολιθικών επιχώσεων με νεότερες προσχώσεις.

Οι νεολιθικοί οικισμοί σε όλη τη Βαλκανική αλλά και την Εγγύς και Μέση Ανατολή, έχουν το σχήμα χαμηλών γήλοφων, άλλοτε με μικρή ή ανεπαίσθητη υψομετρική διαφορά και άλλοτε με αισθητή που, όταν συνδυάζεται με κατοίκηση και σε νεότερες εποχές (εποχή του χαλκού κ.λπ..), έχει το σχήμα του λοφίσκου (τούμπα, μαγούλα, tell). Στην εποχή του χαλκού, συνήθως, είτε προϋπάρχει νεολιθική κατοίκηση, είτε όχι, οι οικισμοί έχουν τη μορφή της τούμπας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός (ακόμη και όταν ο οικισμός δεν έχει ιδρυθεί σε φυσικό γήλοφο) της δημιουργίας ανδήρων (ταρατσών) με αλλεπάλληλες ισοπεδώσεις και βέβαια, τη συνεχή ελάττωση του διαθέσιμου για κατοίκηση χώρου.

Στη νεολιθική εποχή, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο, η κατοίκηση απλώνεται οριζόντια. Οι διαφορετικές επιλογές κατοικήσιμου χώρου, βέβαια, οφείλονται σε διαφορετική κοινωνική οργάνωση. Η σε γενικές γραμμές έλλειψη ενδοκοινοτικής και διακοινοτικής ιεραρχικής διάταξης κατά τη νεολιθική εποχή, λόγω διαφόρων αιτιών τα οποία η έρευνα συνεχώς προσπαθεί να διερευνήσει, μεταβλήθηκε σε επικράτηση οικογενειών σε κάθε οικισμό, πράγμα που οδήγησε σε διάσπαση των, κατά τεκμήριο πολύ μεγαλύτερων από της εποχής του χαλκού, νεολιθικών πληθυσμιακών συνόλων.

Η έκταση των νεολιθικών οικισμών κυμαίνεται βασικά σε λίγες δεκάδες στρέμματα ή και λιγότερο, αλλά υπάρχουν σε όλη τη Βαλκανική κ.λπ.. επίπεδοι οικισμοί με τεράστιες, στην κυριολεξία, εκτάσεις που, ακόμη και αν δεν ήταν ταυτόχρονα κατοικημένες, αντιπροσωπεύουν πληθυσμιακές συγκεντρώσεις υποπολλαπλάσιες για τα νεολιθικά ειωθότα, τα δεκτά μέχρι προ τίνος. Η διαπίστωση αυτή δεν καταργεί τη σίγουρη έλλειψη ιεραρχικής διάταξης στην οποία μόλις αναφερθήκαμε, αλλά και την αμοιβαιότητα των κάθε είδους ανταλλαγών.

Οι διαπιστωμένες αυτές μεγάλες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις σε συνδυασμό με διάφορες πρόσφατες διαπιστώσεις της έρευνας, έχουν αρχίσει σιγά σιγά να ανατρέπουν την παλιά άποψη για την προτεραιότητα της Ανατολής στις νεολιθικές εξελίξεις (ex oriente lux) και να ενισχύουν την άποψη για την ύπαρξη ενός πρωτοουρμπανισμού και στη Βαλκανική. Οι διαπιστώσεις αυτές της έρευνας αφορούν τον εντοπισμό μεταλλευτικών δραστηριοτήτων (χαλκός, χρυσός) έως και δύο χιλιετίες πριν από την τυπική έναρξη της εποχής του χαλκού (3.000 π.Χ.), ο εντοπισμός γραφής ανάλογης χρονικά και μορφολογικά με τη μεσοποταμιακή (γνωστές είναι κυρίως οι πινακίδες της νεότερης νεολιθικής από τον οικισμό Tartaria της Ουγγαρίας), η ολοένα αυξανόμενη εξειδίκευση στην τεχνολογία, κ.λπ.. Στη Μακεδονία, δείγμα ανάλογης γραφής δεν έχει ακόμη βρεθεί, μεταλλευτικές όμως δραστηριότητες έχουν εντοπισθεί από τα τέλη της μέσης νεολιθικής περιόδου. Επίσης, έχουν αρχίσει να εντοπίζονται οικισμοί με πολύ μεγάλες εκτάσεις. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις προϋποθέτουν βέβαια την αυτόνομη γένεση του παραγωγικού σταδίου στη Βαλκανική (γεωργία, κτηνοτροφία, μόνιμη κατοίκηση) και όχι την καθυστερημένη διάδοση του από την Ανατολή. Και, βέβαια, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι στηρίζονται στην αποδοχή πια και τη γενικευμένη χρήση των ραδιοχρονολογήσεων (C 14).

Συμπεράσματα ως προς την οικιστική των νεολιθικών οικισμών είναι πολύ δύσκολο να παρατεθούν, γιατί δεν έχει μέχρι σήμερα ανασκαφεί πλήρως ένας οικισμός, ή και μερικά, αλλά σε ικανοποιητικό βαθμό. Αρκετά δεδομένα υπάρχουν από τη Θεσσαλία και πολύ περισσότερα από τις χώρες της Βαλκανικής και, ιδιαίτερα, από τη Βουλγαρία. Πέρα από την έκταση των ανασκαφών, είναι ένα θέμα που εξαρτάται από την ανασκαφική εμπειρία, την επιλογή της ανασκαφικής μεθόδου και του βαθμού της περισυλλογής των δεδομένων.

Πληρέστερα οικιστικά δεδομένα παρέχει ο μη δημοσιευμένος ακόμη, πράγμα σπάνιο για τις ξένες σχολές, οικισμός της Νέας Νικομήδειας. Εκεί, ένα οικοδόμημα 12X12 μ. θεωρήθηκε ιερό.

Γενικά τα σπίτια σε όλες τις νεολιθικές περιόδους είναι τετράγωνα ή τραπεζόσχημα και κτισμένα με τους εξής τρόπους: με πασσάλους κατά διαστήματα και πλεγμένα μεταξύ τους κλαδιά επιχρισμένα με λάσπη, στέγη δίρρηχτη από, επιχρισμένη επίσης, καλαμωτή και δάπεδο από πατημένο πηλό. Ο τύπος αυτός συναντάται παντού αλλά είναι μάλλον αποκλειστικός στη Δυτική Μακεδονία. Στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία - Θράκη, εκτός από την πασσαλόπηξη χρησιμοποιούνται ως ένα ορισμένο ύψος, ως υποδομή, λίθοι, και κατόπιν πλίνθοι τετράγωνοι και λεπτοί σχετικά, ξεραμένοι στον ήλιο. Η στέγη είναι κατασκευασμένη με επιχρισμένες καλαμωτές.

Οι τυπικοί Θεσσαλικοί - και όχι μόνο, τύποι του μεγάρου ή του τετραγώνου σπιτιού με στηρίγματα εσωτερικά (Τσαγκλί) δεν απαντώνται, μέχρι τώρα, στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Ανάλογοι με τους τύπους που αναφέρθηκαν υπάρχουν σε όλην τη Βαλκανική - Μ. Ασία. Αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και τους λεγόμενους λιμναίους οικισμούς που έχουν, προς το παρόν, εντοπισθεί στη Νότια Αλβανία και στο Δισπηλιό της Καστοριάς. Πρόκειται για πλέγματα σπιτιών που στηρίζονταν σε πασσάλους μπηγμένους στους πυθμένες λιμνών.

Από τις ανασκαφές όμως, το υλικό που σε τεράστιες ποσότητες και σχεδόν αναλλοίωτο έρχεται στο φως, είναι η κεραμική, η μελέτη της οποίας αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό τομέα της αρχαιολογικής έρευνας που αναφέρεται σε θέματα χρονολόγησης, τεχνολογίας, πληθυσμού, ανταλλαγών, στυλ κ.λπ. Βεβαίως τα αγγεία, σε εντελώς σπάνιες περιπτώσεις διατηρούνται ολόκληρα, αλλά, σχεδόν πάντα, από ένα απλό όστρακο είναι δυνατή η σχεδιαστική αποκατάσταση ολόκληρου, πολλές φορές, του αγγείου και βέβαια του αγγειολόγιου κάθε χρονικής φάσης. Από άποψη χρήσεων τα αγγεία είναι αποθηκευτικά, μαγειρικά και φαγητού. Τα περισσότερα νεολιθικά σχήματα είναι οι ανοικτές φιάλες κάθε κατηγορίας. Η νεολιθική κεραμική συνήθως χωρίζεται σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες, στη λεγόμενη «χονδροειδή» δηλαδή με αδρή επιφάνεια και πηλό όχι πολύ καθαρό, στη με στιλβωμένο ή όχι επίχρισμα, στην εγχάρακτη, που είναι όπως οι προηγούμενες αλλά έχει χαράκτη διακόσμηση και στη γραπτή, που έχει στιλβωμένο επίχρισμα και γραπτή διακόσμηση. Η τελευταία, έχει τεράστια ποικιλία ως προς τα χρώματα και τις χρωματικές διαβαθμίσεις του σχεδίου και του φόντου και ως προς την ποικιλία των διακοσμητικών μοτίβων. Κεραμικά δείγματα από την πεδιάδα της Δράμας (μέση νεολιθική III και νεότερη νεολιθική), ή το Σέσκλο και το Διμήνι (αρχαιότερη νεολιθική και εξής), είναι από τα πλέον εντυπωσιακά και περίτεχνα σε όλη τη νεολιθική υφήλιο. Η διακόσμηση κάθε αγγείου ως σύνολο, έχει μία δομή από στοιχεία τα οποία επαναλαμβάνονται, θα έλεγε κανείς, ρυθμικά. Εξαντλείται κάθε γραμμική ή δισδιάστατη διακοσμητική δυνατότητα. Πρόσφατα, η δομική ανάλυση της κεραμικής αποτελεί ένα δραστικό μεθοδολογικό εργαλείο για την προσέγγιση θεμάτων όπως η πολιτιστική, ακόμη και η φυλετική, ομοιογένεια, για το αν υπήρχαν εξειδικευμένα εργαστήρια για την παραγωγή συγκεκριμένης ή συγκεκριμένων κεραμικών κατηγοριών, κ.λπ.

Από τη μελέτη των οστών των ζώων, των απανθρακωμένων σπόρων και των μαλακίων, εξάγονται συμπεράσματα για την πανίδα, χλωρίδα, καλλιέργειες, βαθμό εξέλιξης των διαφόρων ειδών, παλαιοοικονομία, κλίμα, διατροφή, δηλαδή οικολογικά και οικονομικά ταυτόχρονα συμπεράσματα και, γενικότερα, συμπεράσματα που έχουν σχέση με τη διαδικασία της παραγωγής.

Από τη μελέτη της λιθοτεχνίας, οστεοτεχνίας, οστρεοτεχνίας και των διαφόρων μικροαντικειμένων, εξάγονται συμπεράσματα για τις διάφορες τεχνικές εξειδικεύσεις και για/ένα τεράστιο φάσμα ενδοκοινοτικών και εξωκοινοτικών δραστηριοτήτων: ανταλλαγές, εργαλεία για καλλιέργειες, κόσμηση, αλιεία, καλαθοπλεκτική, υφαντική. Επίσης, κυρίως από τα ειδώλια, για θέματα ιδεολογίας, θρησκείας, κ.λπ. Δηλαδή όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Οι δραστηριότητες αυτές κατατάσσονται και ερμηνεύονται, ανάλογα με το θεωρητικό χώρο του μελετητή, αν βέβαια αυτός υπάρχει και η έρευνα δεν είναι απλή παράθεση δεδομένων. Η χρήση συγκεκριμένης μεθόδου και θεωρίας για την απόδειξη υποθέσεων που προκύπτουν από την ανάλυση του αρχαιολογικού υλικού, είναι πλέον αυτονόητη . Μέσα από αυτήν την προοπτική θα έπρεπε να κοιταχτεί η όποια αντικειμενικότητα θα μπορούσε να υπάρξει από την προσέγγιση του όποιου παρελθόντος, ανεξάρτητα από το αν αυτό θα διέθετε, ή δεν θα διέθετε, μεγάλη ή μικρή πληρότητα ως προς τα υλικά δεδομένα, ή και τις γραπτές πηγές. Η ανασύνθεση μιας νεολιθικής ημέρας, ή μιας ημέρας της εποχής του χαλκού, από πλευράς μεθόδου και θεωρίας έχει τις ίδιες πιθανότητες και δυνατότητες επιτυχίας από την ανασύνθεση μιας μέρας, ας πούμε, του Αυγούστου του 1991 σε μία μικρή πόλη της Μακεδονίας.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΕΝΗ ΦΙΑΛΗ. ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΟΥ HEURTLEY ΣΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΕΡΒΙΩΝ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ. Η ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ ΤΟΥ ΧΕΙΛΟΥΣ ΕΙΝΑΙ 0,142Μ. Η ΓΡΑΠΤΗ ΑΥΤΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΜΕ ΤΗ ΦΛΟΓΟΣΧΗΜΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ, ΕΙΝΑΙ ΤΥΠΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.
ΧΡΥΣΑ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΗ ΕΛΑΣΜΑΤΑ, ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΕΠΙΣΤΟΜΙΑ ΝΕΚΡΩΝ, ΚΑΙ ΧΡΥΣΟ ΠΕΡΙΑΠΤΟ (ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ 0,046 - 0,091). ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΑΥΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΜΕΡΙΚΑ ΑΛΛΑ ΑΝΑΛΟΓΑ, ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΑΒΗΣΣΟΥ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΕΠΙΧΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ. ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΑΥΤΗ ΑΝΗΚΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ, ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ '50. ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΘΑ ΑΝΗΚΑΝ ΣΕ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ. ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ ΜΕ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΜΕ ΑΥΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΦΗΜΟΥ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ ΤΟΝ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΤΗΣ ΒΑΡΝΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ. ΤΟ ΕΥΡΗΜΑ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΟ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΠΟΨΗ, ΠΕΡΑ ΟΜΩΣ ΑΠΟ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ, ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΗΤΑΝ ΝΟΗΤΗ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗ ΠΡΩΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ.
ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ 240 ΧΑΝΤΡΕΣ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ, ΟΣΤΡΕΑ, ΟΣΤΑ ΖΩΩΝ. ΤΥΠΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑΣ.
ΠΗΛΙΝΟ ΚΕΦΑΛΙ ΕΙΔΩΛΙΟΥ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟ ΣΕ ΞΥΛΟ. ΥΨΟΣ 0,132. ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΛΑΜΠΡΟ ΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΟ ΕΥΡΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΝΤΙΚΙΛΙ ΤΑΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ. ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΑ ΕΙΔΩΛΙΑ ΤΗΣ ΠΕΔΙΑΔΑΣ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΤΗΣ - ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ.
ΒΡΑΧΙΟΛΙ ΑΠΟ SPONDYLUS (ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ 0,056Μ.). ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΣΤΡΕΟ SPONDYLUS GAEDEROPUS. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΙΤΑΓΡΩΝ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ Η ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΣΤΡΕΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ Η ΤΗ ΒΑΛΤΙΚΗ, ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΑΠΕΧΟΥΝ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΑΛΙΕΥΣΗΣ ΤΟΥ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ, ΜΕ ΔΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, ΕΞΗΓΕΙΤΑΙ ΩΣ ΔΩΡΟ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΤΑΝ ΑΠΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΣΕ ΟΙΚΙΣΜΟ, ΩΣ ΔΩΡΟ ΔΗΛΑΔΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΟΥΣΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ.
ΠΕΛΕΚΥΣ ΚΑΙ ΣΜΙΛΕΣ ΑΠΟ ΤΟ «ΘΗΣΑΥΡΟ» ΤΩΝ ΠΕΤΡΑΛΩΝΩΝ ΠΟΥ ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ). ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΣΥΝΟΛΟ ΧΑΛΚΙΝΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΝ ΧΑΛΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΝ ΑΙΓΑΙΟΥ. ΑΝΑΛΟΓΕΣ ΣΜΙΛΕΣ, ΚΑΠΩΣ ΠΙΟ ΚΟΝΤΟΧΟΝΤΡΕΣ, ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΙΓΑΙΑΚΟ ΧΩΡΟ ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ.
ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ ΚΑΝΘΑΡΟΣ, ΥΨΟΥΣ 15Μ., ΜΕ ΒΑΣΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ (ΥΠΟΣΤΑΤΟ), ΜΕ ΓΡΑΠΤΗ ΑΜΑΥΡΟΧΡΩΜΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ (MATT PAINTED). ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΝ ΧΑΛΚΟΥ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΑΝΗ ΚΟΖΑΝΗΣ. Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΗΣ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ΤΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΜΙΝΥΕΙΑ ΑΜΑΥΡΟΧΡΩΜΗ), ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ, ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΝΟΤΙΑ ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ, ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗ, ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΜΕ ΤΙΣ ΓΡΑΠΤΕΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΩΝ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΩΝ ΜΟΤΙΒΩΝ. Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΑΥΤΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΚΕΡΑΜΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΓΧΑΡΑΚΤΗ, ΠΙΘΑΝΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΤΑΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΝ ΑΠΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΝΤΑΓΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
ΤΟΥΜΠΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΕ Η/Υ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΘΜΙΔΩΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΩΝ ΑΝΔΗΡΩΝ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (ΑΠΟ ΑΝΔΡΕΟΥ - ΚΩΤΣΑΚΗΣ 1999, ΕΙΚ. 6 ΚΑΙ 10).
Ένα μέρος από τις ανασκαμμένες θέσεις της εποχής αυτής έχουν επιχώσεις που ήδη ανήκουν στη νεολιθική εποχή (Ντικιλί Τας, Μάνδαλο, Σιταγροί, Άγιος Μάμας, Σέρβια), ενώ άλλοι κατοικούνται για πρώτη φορά στην εποχή αυτή (Πεντάπολη, Αγγίστα, Καστανάς).

Με εξαίρεση τον Καστανά (ανασκαφή της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό τον καθηγητή Hansel) στις όχθες του Άξιου στην Άσσηρο Λαγκαδά (ανασκαφή της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό τον καθηγητή Wardle), στην Τούμπα του ομώνυμου συνοικισμού της Θεσσαλονίκης (ανασκαφή του Τομέα Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. υπό τους καθηγητές Χουρμουζιάδη, Ανδρέου και Κωτσάκη) και εν μέρει στους Σιταγρούς (ανασκαφή της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό τον καθηγητή Renfrew), και από την εποχή του χαλκού δεν υπάρχουν μεγάλα ανασκαμμένα οικιστικά σύνολα.

Οι νεολιθικοί οικισμοί εξακολουθούν να κατοικούνται και στην πρώιμη εποχή του χαλκού, σε πολύ μεγάλο ποσοστό στην Ανατολική Μακεδονία και σε μικρότερο ποσοστό στην Κεντρική Μακεδονία, ενώ, σε εντελώς πρόσφατο άρθρο, για τη Δυτική Μακεδονία, αναφέρεται ποσοστιαία κατάσταση ανάλογη με αυτή της Ανατολικής.

Οι οικισμοί κατά την εποχή του χαλκού (πρώιμη, μέση, ύστερη) οπωσδήποτε είναι μικρότεροι από πλευράς έκτασης και, κυρίως, αναπτύσσονται σε ύψος, γι' αυτό και, όπου αντιπροσωπεύεται εποχή του χαλκού, οι οικισμοί έχουν το σχήμα της τούμπας που μάλιστα πολλές φορές είναι απότομη. Ο διαθέσιμος δηλαδή οικιστικός χώρος μειωνόταν όσο οι αιώνες περνούσαν και ίσως η υπερύψωση αυτή λειτουργούσε ως οχύρωση, κάτι που βέβαια για την εποχή του χαλκού είναι διαπιστωμένο κυρίως στους οικιστικούς χώρους του ΒΑ Αιγαίου (Τροία, Πολιόχνη, Θερμή, Σκάλα Σωτήρος Θάσου).

Βασικός τύπος οικίας για τις αρχές της εποχής του χαλκού είναι το μακρόστενο πασσαλόπηκτο σπίτι με επιχρισμένα με λάσπη κλαδιά και με αψιδωτή απόληξη. Γνωστό και πολύ χαρακτηριστικό είναι το λεγόμενο «καμμένο σπίτι» των Σιταγρών. Υπάρχουν και άλλοι τύποι οικιών, π.χ. στον οικισμό του Καστανά: τετράγωνα σπίτια με τοίχους από στιβακτό πηλό ενισχυμένο με πασσάλους, ή σπίτια πλινθόκτιστα, ή λιθόκτιστα στο ΒΑ Αιγαίο. Αργότερα, τα αψιδωτά σπίτια δεν εμφανίζονται (μέση και ύστατη εποχή του χαλκού), αλλά εμφανίζονται ορθογώνια, κυρίως πλινθόκτιστα, κτισμένα πυκνά το ένα δίπλα στο άλλο και με στενότατους δρόμους ανάμεσα τους. Όπως αναφέραμε, τα πιο ολοκληρωμένα οικιστικά σύνολα έχουν ανασκαφεί στον Καστανά και την Άσσηρο. Στην τελευταία μάλιστα, έχουν ανασκαφεί μεγάλοι, σε σχέση με τα σπίτια, χώροι, με αποθηκευτικά αγγεία γεμάτα με δημητριακά, πράγμα που σημαίνει ενδεχόμενο έλεγχο της παραγωγής από πλευράς του οικισμού αυτού, άρα ιεραρχική οργάνωση. Ούτως ή άλλως η οργάνωση αυτή ήταν αίτημα της εποχής και βέβαια στο Αιγαίο, όπως είναι γνωστό, πήρε σε όλες τις περιόδους της εποχής του χαλκού διαστάσεις ανακτορικές (Κυκλάδες, Κρήτη, Πελοπόννησος). Οι εξελίξεις δηλαδή στο Βορά και το Νότο φαίνεται να παρουσιάζουν αντιστοιχίες ως προς τις δομές τους. Πάντα βέβαια υπάρχει το ενδεχόμενο, στην τόσο λίγο ερευνημένη Βόρεια Ελλάδα, να βρεθούμε προ εκπλήξεων, όμως μόνο σε ό,τι αφορά τον υλικό πολιτισμό. Για το ότι οι πολιτικές δομές είναι οι ίδιες, ειδικά για τα τέλη της μυκηναϊκής εποχής (τέλη της εποχής του χαλκού), υπάρχει και η ομηρική μαρτυρία η οποία αναφέρεται στους Παίονες της περιοχής του Αξιού. Για την περιοχή πάντως του Νότιου Αιγαίου, η εντυπωσιακή πολιτιστική εξέλιξη που ξεκίνησε στην πρώιμη εποχή του χαλκού, φαίνεται ότι οφείλεται στις απεριόριστες δυνατότητες για ανταλλαγές σε ένα ευρύτατο χώρο, δηλαδή την Ανατολική Μεσόγειο και, κατά τη μυκηναϊκή εποχή, ούτε λίγο, ούτε πολύ, όλην τη Μεσόγειο. Για το πέρασμα βέβαια στο στάδιο του γενικευμένου ουρμπανισμού στην περιοχή του Αιγαίου τρέχουσες πια και ακόμη πειστικές παραμένουν οι απόψεις του Renfrew περί της πολυκαλλιέργειας, της καλλιέργειας δηλαδή και του αμπελιού και της ελιάς, δύο τυπικών μεσογειακών ειδών. Οι καλλιέργειες αυτές απαιτούσαν μεγάλες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις για την περισυλλογή της σοδειάς κ.λπ.. και επομένως το ξεχώρισμα μιας, οικονομικής αρχικά, ελίτ.

Η κεραμική της εποχής του χαλκού, αρχικά δεν έχει να επιδείξει τις εξαίρετες νεολιθικές γραπτές κατηγορίες, αλλά μόνο μονόχρωμα αγγεία με στιλβωμένο ή όχι επίχρισμα και, πολύ σπάνια, εγχάρακτη διακόσμηση. Οπωσδήποτε ένα μικρό μέρος από τα σχήματα είναι περισσότερο εξειδικευμένο. Χαρακτηριστική είναι αργότερα η γνωστή από τη Νότια Ελλάδα μινύεια κεραμεική (μέση εποχή του χαλκού), με γκρίζο ή κρεμ στιλβωμένο επίχρισμα και μεταλλική υφή. Εμφανίζεται όμως μόνο στα παράλια της Χαλκιδικής. Προς τα τέλη της περιόδου ή και ήδη από τα τέλη της μέσης εποχής του χαλκού, εμφανίζεται και στη Μακεδονία η λεγόμενη αμαυρόχρωμη κεραμική (matt painted), αλλά μόνο στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Φυσικά η ύστερη εποχή του χαλκού και στη Μακεδονία, όπως και σε μία τεράστια έκταση, όπως είπαμε, από Συρία ως Γιβραλτάρ και βορειότερα, δέχεται μυκηναϊκές επιδράσεις με την έννοια ότι, το λιγότερο, βρίσκονται είδη του μυκηναϊκού εμπορίου, ή παράγονται τοπικές απομιμήσεις της μυκηναϊκής κεραμικής.

Στην εποχή του χαλκού τα ειδώλια είναι σπάνια έως ανύπαρκτα.

Η μεταλλοτεχνία σίγουρα ασκείται, αν κρίνει κανείς από τα πολύ περιορισμένα ωστόσο, ευρήματα: σμίλες, πελέκεις, λίθινες μήτρες για την κατασκευή τέτοιων εργαλείων, βελόνες κ.λπ.. Το σημαντικότερο σύνολο είναι ο «θησαυρός» των χάλκινων εργαλείων από τα Πετράλωνα της Χαλκιδικής που αποτελείται από πελέκεις και κυρίως σμίλες. Με βάση το εύρημα αυτό, αλλά και άλλα επιφανειακά ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαντικότατες μεταλλουργικές δραστηριότητες ουσιαστικά μόνο στην περιοχή της ΒΔ Χαλκιδικής έχουν εντοπισθεί, στην Κεντρική Μακεδονία. Ανάλογες εντοπίζονται στη Θάσο όπου, με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, θα πρέπει να γινόταν χρήση τοπικού χαλκού. Κάτι ανάλογο, χωρίς να είναι ακόμη απολύτως σίγουρο, θα πρέπει να ισχύει και με τη ΒΔ Χαλκιδική. Κατάλληλες προσμίξεις και η ανάπτυξη της τεχνικής της χύτευσης ιδίως κάνουν τα εργαλεία πολύ ανθεκτικά.

Με την πρόσφατη σχετική εντατικοποίηση της επιφανειακής έρευνας διαπιστώνεται ότι οι οικισμοί που κατοικούνται στην ύστερη εποχή του χαλκού είναι περισσότεροι από της πρώιμης, ένα φαινόμενο γενικευμένο στην Ανατολική Μεσόγειο και την ενδοχώρα της. Πρόσφατα διαπιστώνεται η σημαντική μυκηναϊκή επιρροή (κυριότατα την Υστεροελλαδική ΙΙΙγ περίοδο, 1300 - 1100 π.Χ.) σε όλην την Πιερία, ακόμη και στον ίδιο τον Όλυμπο και μάλιστα σε μεγάλα υψόμετρα (τύποι τάφων, έθιμα ταφής, κτερίσματα κ.λπ..

Μυκηναϊκή παρουσία, παραδόξως, δεν έχει διαπιστωθεί στα παράλια και στην ενδοχώρα της Θράκης, σε αντίθεση βέβαια με τα νησιά του ΒΑ. Το γεγονός μάλλον θα οφείλεται σε ερευνητικό κενό.
ΧΑΛΚΙΝΑ ΠΕΡΙΑΠΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ (0,045 - 0,065), ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΤΣΑΟΝΣΙΤΣΑΣ ΚΙΛΚΙΣ. ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΥΝ ΥΔΡΟΒΙΑ ΠΟΥΛΙΑ. ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΞΗΡΑΜΕΝΗ ΣΗΜΕΡΑ ΛΙΜΝΗ ΑΡΖΑΝ Η ΑΜΑΤΟΒΟΥ. Η ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ ΕΧΕΙ ΝΑ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΑΠΟ ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ (ΙΔΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΩΝ ΤΥΜΒΩΝ ΤΗΣ ΒΕΡΓΙΝΑΣ) ΚΑΙ ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΑΙ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΟΠΛΑ, ΙΔΙΩΣ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΚΑΙ ΞΙΦΗ.
Με τη σημαντική αύξηση των ανασκαμμένων νεκροταφείων και της επιφανειακής έρευνας, διαπιστώνεται μια απίστευτη πυκνότητα πληθυσμιακή και μία πολιτιστική ενότητα και ομοιογένεια κατά μεγάλες περιοχές, την οποία δεν φαίνεται να διαταράσσουν ή να αλλοιώνουν «εισβολές» ή «κάθοδοι», κάτι που θεωρούνταν δεδομένο πριν από μερικές δεκαετίες. Οικιστικά δεδομένα από την εποχή του σιδήρου προέκυψαν από τη Σαμοθράκη (επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπό το Μάτσα), Άσσηρο και Καστανά. Τα μεγάλα νεκροταφεία που αναφέραμε, μέρος από τα οποία έχει ανασκαφεί, είναι στο Θεολόγο της Θάσου (έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπό την Κουκούλη - Χρυσανθάκη), στο Γυναικόκαστρο του Κιλκίς (έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπό τη Σαββοπούλου), στον Όλυμπο (έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπό την Πουλάκη-Παντερμαλή), Κουντουριώτισας Πιερίας (έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπό την Πουλάκη-Παντερμαλή), Αιανής Κοζάνης (έρευνες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας υπό την Καραμήτρου), Βεργίνας (νεκροταφείο Τύμβων, μεταπολεμικές ανασκαφές Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης υπό τον Ανδρόνικο), Τορώνης και Κούκου Συκιάς Χαλκιδικής (συνεργασία Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και Αυστραλιανής Αρχαιολογικής Σχολής), καθώς και άλλες ανασκαφές και επιφανειακά ευρήματα και εντοπισμός πολλών νέων προϊστορικών οικισμών. Στα νεκροταφεία αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα προπολεμικά ανασκαμμένα της Τσαουσίτσας Κιλκίς, του Αγίου Παντελεήμονα Φλώρινας και άλλα.

ΠΗΛΙΝΟ ΑΓΓΕΙΟ (ΟΠΙΣΘΟΤΜΗΤΗ ΠΡΟΧΟΥΣ) ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ (ΥΨΟΣ 0,20) ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΟΙΚΙΣΜΟ ΑΣΣΗΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ. ΤΟ ΑΓΓΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΥΠΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΜΕ ΜΑΣΤΟΕΙΔΕΙΣ ΑΠΟΦΥΣΕΙΣ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΤΟΥ. Η ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΑΥΤΗ, ΤΥΠΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ ΩΣ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΑΚΟΜΗ, ΕΙΧΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΘΕΙ ΜΕ ΤΑ ΦΥΛΑ ΠΟΥ ΚΥΡΙΕΨΑΝ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ VIIB.
Για όλα αυτά τα νεκροταφεία που αναφέρθηκαν, προσπαθώντας να συνοψίσουμε κάπως τα πράγματα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει η διαπίστωση ότι είναι κυκλικές συστάδες τάφων σκεπασμένες με χώμα και πέτρες. Είναι γνωστή, τόσο η καύση του νεκρού και η τοποθέτηση των υπολειμμάτων της σε τεφροδόχα αγγεία, όσο και η τοποθέτηση του νεκρού σε κιβωτιόσχημο τάφο, κυρίως στην περιοχή της Πιερίας. Εντοπίζεται γενικά μία αξιοσημείωτη ποικιλία από ταφικές παραδόσεις.
Ως προς την οικιστική ή τους τύπους των οικιών, από όσο μπορεί να κρίνει κανείς, δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές από την ύστερη εποχή του χαλκού, επανεμφανίζεται όμως η αψιδωτή οικία.

Τα αγγεία εξακολουθούν να είναι μονόχρωμα και στο προηγούμενο αγγειολόγιο προστίθεται κυρίως η λεγόμενη οπισθότμητη οινοχόη, ενώ χαρακτηριστική είναι η αυλακωτή κεραμική, οι «στριφτές» λαβές κ.λπ.. Η αμαυρόχρωμη κεραμική εξακολουθεί να υπάρχει και μάλλον θα πρέπει να μετεξελίσσεται σε τοπικές γραπτές κατηγορίες και, βέβαια, προς το τέλος της περιόδου (1050 π.Χ.), κάνει την εμφάνιση της κυρίως στα παράλια, η πρωτογεωμετρική κεραμική.

Στη Θάσο σχεδόν έχει βεβαιωθεί η χρήση του τοπικού σιδήρου. Εξαιρετικά σημαντικές είναι οι σειρές από χάλκινα κοσμήματα, κυρίως από τα νεκροταφεία της Τσαουσίτσας και της Βεργίνας, μερικά από τα οποία άμεσα σχετίζονται με ομηρικές ονομασίες ανάλογων αντικειμένων.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ / ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΑΘΗΝΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ, 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3k0RJJK
via IFTTT
Από το Blogger.