Η ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΛΙΟΥΡΑΣ | Η Μακεδονία έχει ένα μοναδικό και μέγα πλεονέκτημα σε σύγκριση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη: διαδόθηκε σ' αυτή για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος η χριστιανική θρησκεία. Θυμούμαστε το όραμα του Αποστόλου Παύλου: και όραμα διά της νυκτός ώφθη τω Παύλω· ανήρ τις ην Μακεδών εστώς, παρακαλών αυτόν και λέγων: διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν (Πράξ. 16,9). Στο γεγονός αυτό, καθώς και στη μακραίωνη ιστορική και καλλιτεχνική παράδοση που προηγήθηκε, οφείλεται η πρώιμη εμφάνιση και ανάπτυξη των χριστιανικών τεχνών, που γέννησαν σπουδαία καλλιτεχνικά έργα ιδιαίτερα στο χώρο της αρχιτεκτονικής και της ζωγραφικής. Η νέα θρησκεία έκοψε τα νήματα με τους ρυθμούς και τους τρόπους λατρείας του Δωδεκάθεου του Ολύμπου και εγκαινίασε νέους, πρωτοφανέρωτους αρχιτεκτονικούς τύπους, νέα συστήματα λατρείας και βέβαια χρησιμοποίησε με δικό της τρόπο τα εκφραστικά μέσα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της διδασκαλίας της. Αναπτύχθηκαν έτσι ονομαστά χριστιανικά καλλιτεχνικά κέντρα, οι Φίλιπποι, η Αμφίπολη, οι Στόβοι, το Δίον, η Βάργαλα, η Ηράκλεια Λυγκηστίδα, η Θάσος, η Κοζάνη, η Θεσσαλονίκη... Ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη, μεγαλούπολη φορτωμένη με
Τα εντυπωσιακότερα κτίρια τον αρχαίου ερειπιώνα των Φιλίππων είναι οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Η βασιλική Β είναι αυτή που διασώζει ως τις μέρες μαςμερικά αρχιτεκτονικά τμήματα σε αρκετό ύψος ώστε να μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι πιθανότατα συνδύαζε τη δρομική βασιλική με το περίκεντρο οικοδόμημα.
αρχιτεκτονικά συγκροτήματα της ύστερης ρωμαιοκρατίας, αποτέλεσε τον κεντρικό ιστό γύρω από τον οποίο και σε σχέση με την Κωνσταντινούπολη, διαμορφώθηκαν οι νέες καλλιτεχνικές τάσεις στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Από την μέχρι σήμερα έρευνα είναι δυνατόν να συνθέσουμε τη γενικότερη εικόνα που σχετίζεται με τη ναοδομία και τους τύπους που επικράτησαν στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας από τον 4ο μέχρι τον 6ο αιώνα. Σημειώνουμε το συνηθέστερο τύπο της Παλαιοχριστιανικής βασιλικής (αυτήν που παλαιότερα ονόμαζαν και ελληνιστική βασιλική), τα περίκεντρα κτίρια, την τρουλλωτή βασιλική, και τους σταυρικούς ναούς. Για διάφορους κάθε φορά λόγους, ιστορικούς, αισθητικούς και λατρευτικούς, αλλά και ανάλογα με τον προορισμό του αρχιτεκτονικού συγκροτήματος, δηλαδή αν ήταν ναός επισκοπικός ή ενοριακός, γινόταν επιλογή του τύπου. Όπως έχει δείξει η ανασκαφική έρευνα τους περισσότερους ναούς συνόδευαν βαπτιστήρια, στους οποίους
αποτελούσαν αναπόσπαστα αρχιτεκτονικά και λειτουργικά στοιχεία.

Έτσι σήμερα, περπατώντας ο θιασώτης της ιστορίας τις σύγχρονες μεγάλες πόλεις, αλλά και τους γνωστούς αρχαιολογικούς χώρους της Μακεδονίας, θα θαυμάσει τα εντυπωσιακά κτίρια, που στέκουν ολόρθα και λειτουργούνται ή είναι ερειπωμένα και προβάλλουν μέσα από τα ερείπια τους το αρχαίο μεγαλείο.

ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ

Είναι ο επικρατέστερος τύπος του ξυλόστεγου δρομικού κτιρίου με ημικυκλική αψίδα στην ανατολική πλευρά, τρία ή πέντε κλίτη, χωρισμένα με κιονοστοιχίες, νάρθηκα και συχνά αίθριο. Ο τύπος παρουσιάζει διάφορες παραλλαγές που αναφέρονται περισσότερο σε διαφοροποιήσεις επί μέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων, οι οποίες όμως δεν επιρρεάζουν το γενικότερο σχήμα. Τα κυριότερα παραδείγματα παλαιοχριστιανικών βασιλικών της Μακεδονίας βρίσκονται στα γνωστά ιστορικά κέντρα, τα οποία ως ισχυρές πόλεις ή εκκλησιαστικοί πυρήνες διεδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο αυτή την περίοδο. Σημειώνουμε τα σημαντικότερα:

ΦΙΛΙΠΠΟΙ

Η λεγόμενη έξω των τειχών (extra muros) βασιλική αποτελεί πιθανότατα τον αρχαιότερο ναό ολόκληρης της Βαλκανικής. Με τα στοιχεία που διασώζει χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα. Η βασιλική Α των Φιλίππων εξάλλου αποτελεί τυπικό παράδειγμα τρίκλιτου ναού με αντηρίδες. Χτισμένη σε ξεχωριστή θέση εντυπωσιάζει με το μέγεθος. Είναι μία από τις μεγαλύτερες βασιλικές της Μακεδονίας. Μαζί με τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης φέρει στα ανατολικά και μπροστά από την αψίδα του Ιερού, εγκάρσιο κλίτος, που διαμορφώνεται με την κατάλληλη τοποθέτηση των κιόνων. Η χρήση του έχει προβληματίσει τους ερευνητές και διατυπώθηκαν κατά καιρούς διάφορες ερμηνείες. Στον ίδιο ερειπιώνα της ένδοξης πόλης των Φιλίππων, νότια από τη ρωμαϊκή Αγορά, βρίσκεται και η βασιλική Β. Ο αρχιτεκτονικός της τύπος συνδυάζει τα στοιχεία της δρομικής βασιλικής με τα αντίστοιχα του περίκεντρου οικοδομήματος. Προκύπτει από τη σύζευξη αυτή η λεγόμενη τρουλλωτή βασιλική, ένας τύπος με μεγάλες δυσκολίες κατασκευής ο οποίος κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και συνηθίζεται στην εποχή του Ιουστινιανού. Τρίτη βασιλική έχει ήδη ανασκαφεί, τέταρτη έχει επισημανθεί καθώς επίσης και μία πέμπτη. Και μια και βρισκόμαστε στους Φιλίππους αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν εντοπισθεί λείψανα κτιρίου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι πρόκειται για το Επισκοπείο. Τέλος το περίφημο Οκτάγωνο ανήκει στον τύπο των οκταγωνικών περίκεντρων ναών, που είναι συνηθισμένα στις χώρες της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα Συρίας και Παλαιστίνης. Πάνω στα ερείπια πρώιμης βασιλικής (μέσα 4ου αιώνα) χτίστηκε το Οκτάγωνο, στα μέσα περίπου του 5ου αιώνα. Είναι εγγεγραμμένο σε τετράγωνο και αποτελεί τμήμα ενός εντυπωσιακά μεγάλου συγκροτήματος με βαπτιστήριο, λουτρά, κρήνη και άλλα κτίρια. Από τον αριθμό, το μέγεθος και την εμφάνιση των μνημείων, την πληθώρα των επιγραφών, τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και τη λαμπρή ψηφιδωτή διακόσμηση δαπέδων αποδεικνύεται ότι οι Φίλιπποι υπήρξαν από τα σπουδαιότερα εκκλησιαστικά και καλλιτεχνικά κέντρα της Μακεδονίας, που διέθεταν καλλιτέχνες με υψηλό αισθητήριο και γνώση οργάνωσης και εκτέλεσης εντυπωσιακών χριστιανικών κτιρίων, που έδιναν συγχρόνως πέρα από τα καλλιτεχνικά και την εικόνα του μέτρου και των τάσεων της κοινωνίας της εποχής.

ΑΜΦΙΠΟΛΗ

Στην ονομαστή αυτή πόλη, που σύμφωνα με τα νομίσματα της Ρωμαιοκρατίας, φέρει τον χαρακτηρισμό Μακεδόνων πρώτη σώζονται τα ερείπια από τέσσερεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Πρόκειται για βασιλικές που βρίσκονται η μία κοντά στην άλλη πάνω στην ακρόπολη της αρχαίας Αμφίπολης, όπου βέβαια αντικατέστησαν τα αρχαιοελληνικά ιερά κατά τη συνήθεια των πρώτων χριστιανικών αιώνων να χτίζονται ναοί πάνω σε ερειπωμένα αρχαία ιερά και μάλιστα με το ίδιο οικοδομικό υλικό.
Οι βασιλικές της Αμφίπολης ανήκουν στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Προκαλεί εντύπωση η μνημειώδης κατασκευή τεσσάρων ναών στον ίδιο χώρο, καθώς επίσης και η επιμελημένη και πολυτελής διακόσμηση τους, στοιχεία που φανερώνουν την οικονομική άνεση της νεοσύστατης χριστιανικής κοινωνίας της πόλης που διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και κατά την Ρωμαιοκρατία αργότερα. Στην ίδια πόλη τα τελευταία χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως δύο ακόμη χριστιανικά κτίρια: ένα περίκεντρο κτίριο του 5ου αιώνα, που μοιάζει με διώροφο ναό, που διέθετε μεγάλο νάρθηκα, καθώς επίσης και Επισκοπείο.

ΣΤΟΔΟΙ

Πέντε παλαιοχριστιανικές βασιλικές δίνουν το αρχιτεκτονικό στίγμα της πόλης και της περιοχής της. Πρώτη η λεγόμενη επισκοπική βασιλική δίπλα στον παλαιό ρωμαϊκό δρόμο, με το ακανόνιστο -περίπου τριγωνικό- αίθριο, δεύτερη η βόρεια, τρίτη η βασιλική της Συναγωγής με αίθριο που διαθέτει κυκλικό περιστύλιο, τετάρτη η έξω των τειχών και πέμπτη η βασιλική της Παλικούρας, δύο χιλιόμετρα μακρυά από την πόλη. Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά για τα βαπτιστήρια των βασιλικών αυτών. Το βαπτιστήριο της τελευταίας παρουσιάζει το σχήμα οκταγώνου που εγγράφεται σε τετράγωνο, αλλά δεν διαθέτει χτιστή κολυμβήθρα. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι πιθανότατα την αντικατέστησαν με φορητή. Εξαγωνική κολυμβήθρα υπάρχει στο τετράκογχο βαπτιστήριο της βόρειας βασιλικής, ενώ ο πολυτελής διάκοσμος του βαπτιστηρίου της επισκοπικής βασιλικής (του επισκόπου Φιλίππου) είναι ιδιαίτερα ενδεικτικός των καλλιτεχνικών δυνατοτήτων και τάσεων της εποχής. Στο κέντρο τετραγώνου, με ημικυκλικές κόγχες στις γωνίες, διαγραφόταν χτιστή κυκλική κολυμβήθρα στην οποία κατέβαινε ο βαπτιζόμενος χρησιμοποιώντας μία από τις τέσσερεις κλίμακες. Στο δάπεδο πολύχρωμα παγώνια και ελάφια ανάμεσα σε αναβρυτήρια προσέδιδαν δροσερή εικόνα και δημιουργούσαν ανάλογη ατμόσφαιρα. Ιδιαίτερος λόγος γίνεται για το αξιόλογο Επισκοπείο των Στόβων με τη μεγάλη αίθουσα που απολήγει ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα και το διάδρομο με τις κιονοστοιχίες που οδηγούσε σ' αυτό.

ΔΙΟΝ

Στο μεγάλο αυτό ελληνιστικό και ρωμαϊκό κέντρο έχουν ανασκαφεί δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, οι οποίες τοποθετούνται χρονολογικά στο διάστημα από τον 4ο ως τον 6ο αιώνα. Και η μεν αρχαιότερη, η Α, είναι μία συνηθισμένη τρίκλιτη βασιλική, η νεώτερη όμως βασιλική Β, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες κυρίως στον τρόπο στήριξης, με τις τρεις αντηρίδες εξωτερικά, της ημικυκλικής αψίδας και στον τρόπο με τον οποίο χωρίζονται τα κλίτη με δίδυμες κιονοστοιχίες, φαινόμενο που είναι μοναδικό στο χώρο της Μακεδονίας.

Στη βασιλική Δ σώθηκαν μερικά λείψανα τοιχογράφησης στα κάτω τμήματα των τοίχων που είναι απλή μίμηση ορθομαρμάρωσης ή άλλων θεμάτων.

ΒΑΡΓΑΛΑ - ΗΡΑΚΛΕΙΑ ΛΥΓΚΗΣΤΙΔΑ - ΘΑΣΟΣ - ΚΟΖΑΝΗ

Πρόκειται για περιοχές όπου ανασκάφηκαν και μελετήθηκαν σημαντικά εκκλησιαστικά αρχιτεκτονήματα, τα οποία συμπληρώνουν τη γενική εικόνα της ναοδομίας στη Μακεδονία αυτή την εποχή. Επισημαίνουμε την επισκοπική εκκλησία της Βάργαλας με το σταυρόσχημο Βαπτιστήριο, τη μεγάλη επισκοπική βασιλική της Ηράκλειας Λυγκηστίδας χτισμένη πάνω σε κοσμικό ρωμαϊκό οικοδόμημα με κυκλικό Βαπτιστήριο, τη βασιλική της Θάσου στον τύπο του ελεύθερου σταυρού (6ου αιώνα) και τις δύο βασιλικές στην περιοχή της Κοζάνης. Η μία, η βασιλική της Αγίας Παρασκευής, διαμορφώνει σε τρίκογχο το ανατολικό τμήμα της και διαθέτει σταυρόσχημο Βαπτιστήριο, ενώ η άλλη, η βασιλική της Ακρινής (5ου αιώνα) παρουσιάζει τον τύπο του τρίκογχου ναού με ορθογώνιο νάρθηκα.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η Θεσσαλονίκη, που είναι η δευτέρα τη τάξει, μετά την Κωνσταντινούπολη, πόλη της αυτοκρατορίας, εξακολουθεί και κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο να είναι το μεγαλύτερο πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Μακεδονίας με ιδιαίτερη ακτινοβολία στα Βαλκάνια. Αναδεικνύεται προπύργιο του Ελληνισμού και φάρος της Ορθοδοξίας με τη λατρεία του Αγίου Δημητρίου. Έτσι η πολιτιστική πορεία της χριστιανικής Θεσσαλονίκης σφραγίζεται από την ύπαρξη μνημείων αντάξιων του ιστορικού και καλλιτεχνικού επιπέδου της. Ως σήμερα κοσμούν την πόλη του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος χαρακτηρίζεται κηδεμών Θεσσαλονίκης και πολιούχος, ονομαστά μνημεία που χτίζονται από τον 4ο αιώνα και η κάθε περίοδος προσθέτει τα δικά της. Καμμιά άλλη πόλη στην Ανατολική Μεσόγειο, πλην της Κωνσταντινούπολης, δεν διαθέτει τέτοια πληθώρα χριστιανικών μνημείων, που τοποθετούνται στην πρώτη γραμμή ως προς την αρχιτεκτονική τους μορφή, το γλυπτό διάκοσμο, το ζωγραφικό τους πλούτο και την ποιότητα των ψηφιδωτών τους. Τα σημαντικότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι:

Η ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ

Είναι η παλαιότερη παλαιοχριστιανική βασιλική της Θεσσαλονίκης και ένα από τα σπανιότερα μνημεία που διατηρεί την αρχική του κατασκευαστική μορφή από τα μέσα του 5ου αιώνα, που πρωτοχτίστηκε, ως σήμερα. Έχει μείνει στην ιστορία με διάφορα ονόματα όπως: Παναγία ή Μεγάλη Παναγία, αλλά αυτό που επικράτησε είναι Αχειροποίητος. Οι βυζαντινές πηγές συνδέουν το ναό με τη λατρευτική εικόνα της Παναγίας Αχειροποιήτου, που έδωσε και το όνομα της σε αυτόν. Δύο επιγραφές, που υπάρχουν μέχρι σήμερα στα τόξα του τριβήλου, αναφέρουν το όνομα Ανδρέου, που ταυτίζεται από τους ερευνητές με τον ιερέα που έλαβε μέρος στη σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και υπέγραψε τα Πρακτικά. Όταν το 1430 ο σουλτάνος Μουράτ κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, η Αχειροποίητος ήταν ο πρώτος ναός που κατέλαβε και μετέτρεψε σε τζαμί, αφήνοντας μάλιστα τα ίχνη του σε επιγραφή πάνω σε κίονα της βορεινής κιονοστοιχίας: Ο σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη το 1430. Ο ιστορικός ναός ξαναλειτούργησε το 1930.

Η Αχειροποίητος πρωτοχτίστηκε πάνω στα ερείπια συγκροτήματος ρωμαϊκών λουτρών στον τύπο της τρίκλιτης δρομικής ξυλόστεγης βασιλικής. Διαθέτει ημικυκλική αψίδα, μακρόστενο νάρθηκα και τρίβηλο για την επικοινωνία με το κεντρικό κλίτος, ενώ δύο τοξωτά ανοίγματα οδηγούν από το νάρθηκα
Μέγα πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της Μακεδονίας, κοντά στη Θεσσαλονίκη ήταν οι Φίλιπποι, που πολύ νωρίς από ρωμαϊκή εξελίχθηκε σε ελληνική πόλη. Ο σημερινός ερειπιώνας με τα τεράστια και επιβλητικά ερειπωμένα οικοδομήματα και τις επιγραφές, φανερώνει το μέγεθος και τη δύναμη της πόλης, στην οποία η χριστιανική θρησκεία με το πλήθος των μνημείων κατέχει τη μεγάλη μερίδα.
Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τεράστιο, ογκώδες, περίκεντρο οικοδόμημα με δυνατή τοιχοδομία, πον στεγάζεται με επιβλητικό θόλο. Πολλές είναι οι υποθέσεις ως προς τη χρήση του: ναός κατά την εποχή της Τετραρχίας, επίσημη αίθουσα υποδοχής του Γαλερίου, μαυσωλείο. Στα τέλη του 4ου αιώνα καθαγιάστηκε ως χριστιανικός ναός. Τότε προστέθηκε ανατολικά η αψίδα και κοσμήθηκε με το θαυμάσιο πρόγραμμα των ψηφιδωτών. Από τον παραπλήσιο ναΐσκο του Αγίου Γεωργίου, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ονομάσθηκε και Άγιος Γεώργιος. Από την ίδια εποχή σώζεται και ο μιναρές.
στα πλαϊνά κλίτη. Διατηρεί τα παλαιοχριστιανικά της στοιχεία στο ιερό, δηλαδή το
ημικυκλικό σύνθρονο, τα έδρανα των ιερέων και την Τράπεζα. Αλλά εκείνο που της δίνει απλότητα, λάμψη και μεγαλείο είναι το ευρύχωρο πλακοστρωμένο κεντρικό κλίτος που είναι διπλάσιο στο πλάτος από τα πλαϊνά κλίτη και από τα οποία χωρίζεται με δώδεκα, αντίστοιχα, κίονες με θαυμάσια κιονόκρανα, που υποβαστάζουν αρμονική τοξοστοιχία. Έτσι, το άπλετο φως που μπαίνει από τα πολλά τοξωτά πολύλοβα παράθυρα των εξωτερικών τοίχων αποκαλύπτει την ανάλαφρη και λαμπρή διάρθρωση του εσωτερικού χώρου και χαρίζει υποβλητικότητα βοηθώντας έτσι στην πνευματική ανάταση. Δεν είναι συνεπώς υπερβολικός ο λόγος του έξοχου Βυζαντινού συγγραφέα της Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου, ο οποίος σε στιγμές έξαρσης διανοήθηκε να υποστηρίξει ότι ο ναός της Αχειροποιήτου δεν είναι όπως οι άλλοι ναοί, και ούτε έχει τοίχους, πεσσούς και άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία αλλά μόνο ανάλαφρους κίονες που τον στηρίζουν κάτω από τον θόλο του ουρανού. Η χαμηλή στέγη είναι νεώτερη και προέρχεται από τις επισκευές του 1910-1912. Λείπει επίσης σήμερα ο φωταγωγός, δηλ. τα συνεχή παράθυρα στους υπερυψωμένους τοίχους του κεντρικού κλίτους, καθώς επίσης και το δυτικό υπερώο. Αλλά εκείνο που δεν αφήνει, στο σημερινό επισκέπτη- προσκυνητή, τη δυνατότητα να θαυμάσει την εσωτερική ομορφιά και άνεση του ναού είναι το χαμηλότερο επίπεδο του ναού σε συνάρτηση με τους γύρω δρόμους που είναι όλοι υπερυψωμένοι. Έτσι, η τόσο απλή και ανάγλυφη αυτή εκκλησία, που διατηρεί τα περισσότερα αρχιτεκτονικά της στοιχεία από τον 5ο αιώνα, παραμένει σήμερα χωμένη και αδικείται αισθητικά. Εξωτερικά και στη μέση της νότιας πλευράς ανοίγεται πρόπυλο, ενώ ανατολικά του βρίσκεται ναόσχημο πρόσκτισμα, με ημικυκλική αψίδα, δίρριχτη στέγη και εγκάρσιο νάρθηκα, που επικοινωνεί και με το ναό, αλλά και με τον εξωτερικό χώρο. Από τον Ξυγγόπουλο θεωρήθηκε ως το αρχαίο βαπτιστήριο του ναού, η νεώτερη όμως έρευνα κλίνει προς την άποψη ότι πρόκειται για το αρχικό διακονικό της βασιλικής.

ΓΛΥΠΤΑ

Υπάρχει ενότητα του γλυπτικού διακόσμου για το λόγο ότι από τη μια δόθηκε μεγάλη σημασία στην επεξεργασία των θαυμάσιων Θεοδοσιανών κιονόκρανων και από την άλλη, παρά τις επισκευές που έγιναν κατά καιρούς, διασώζεται στο ακέραιο σχεδόν ο γλυπτός διάκοσμος. Για τα κιονόκρανα χρησιμοποιήθηκε προκοννήσιο μάρμαρο, ενώ για τους δυο κίονες του τριβήλου θεσσαλικό μάρμαρο, τονίζοντας έτσι τη διάθεση πολυτέλειας των κατασκευαστών. Τα κιονόκρανα της Αχειροποιήτου συνδέονται στενά με τα αντίστοιχα κιονόκρανα της Μονής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, που ξέρουμε ότι τεχνουργήθηκαν στα 435-454, χρονολογία που μας οδηγεί στην πρώτη κτίση της Αχειροποιήτου. Από την αρχική Αχειροποίητο εξάλλου σώζεται και ο άμβωνας, που είναι μονόλιθος, με μια κλίμακα τεσσάρων σκαλοπατιών που ανεβάζουν σε ημικυκλικό εξώστη. Βρίσκεται σήμερα στη συλλογή των γλυπτών της Ροτόντας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Μία από τις σημαντικότερες και αρχαιότερες εκκλησίες-μαρτύρια του Χριστιανισμού που βρίσκεται σε λειτουργία ως σήμερα. Χτίστηκε πάνω στα ερείπια του λουτρού όπου μαρτύρησε και τάφηκε ο Άγιος Δημήτριος το 303 μ.Χ. Στην αρχή οικοδομήθηκε μικρός ναΐσκος πάνω από τον τάφο του μεγαλομάρτυρα στις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα. Στις αρχές του 5ου αιώνα ο Λεόντιος, έπαρχος του Ιλλυρικού, ύψωσε στον ίδιο χώρο τρίκλιτη βασιλική, η οποία διατηρήθηκε ως το 630 περίπου και κάηκε. Στα ερείπια της κατεστραμμένης, με πρωτοβουλία του τότε επισκόπου Ιωάννου και με την ολόψυχη συνδρομή και οικονομική βοήθεια των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, ξαναχτίστηκε νέα μεγάλη πεντάκλιτη βασιλική, που σε όλη τη βυζαντινή περίοδο ήταν το σπουδαιότερο λατρευτικό κέντρο της συμπρωτεύουσας. Από το 1430 ως την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, ήταν τζαμί. Στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 κάηκε και ύστερα από αναστηλωτικές εργασίες, που κράτησαν αρκετά χρόνια, ξαναλειτούργησε το 1948. Πρόκειται για πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και νάρθηκα. Η είσοδος στο νάρθηκα γίνεται από δύο θύρες της δυτικής πλευράς, ενώ το κεντρικό κλίτος με το νάρθηκα επικοινωνεί με τρίβηλο. Τα κλίτη χωρίζονται μεταξύ τους με κίονες που στέφονται με ωραία Θεοδοσιανά κιονόκρανα πάνω στα οποία στηρίζονται τα τόξα. Δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκαν και κίονες με κιονόκρανα από την παλαιότερη εκκλησία ή και από άλλα κτίρια της Θεσσαλονίκης. Ιδιαιτερότητα στην αρχιτεκτονική του ναού αποτελεί είδος εγκάρσιου κλίτους κάθετου προς τα κλίτη, που περνά μπροστά από την αψίδα και επεκτείνεται πέρα από τη γραμμή των μακρών πλευρών σχηματίζοντας έτσι πτερύγια. Η ύπαρξη του ερμηνεύεται από λόγους λατρευτικούς. Εκείνο που δίνει ιερότητα στο χώρο είναι το εγκαίνιο, δηλαδή το σταυρικό σκάμμα, που βρίσκεται κάτω από την Αγία Τράπεζα, και όπου βρίσκεται μαρμάρινη σαρκοφάγος. Μέσα στη σαρκοφάγο, στις ανασκαφές, που ακολούθησαν την πυρκαγιά του 1917,"βρέθηκε γυάλινο φιαλίδιο που περιείχε σε στερεοποιημένη κατάσταση το αίμα του μυροβλήτη Αγίου Δημητρίου. Το Ιερό Βήμα δέχεται το φως από πεντάλοβο παράθυρο μεγάλων διαστάσεων, ενώ στο εσωτερικό της αψίδας στηρίζεται σύνθρονο, στο κέντρο του οποίου υπάρχει ο επισκοπικός θρόνος.

Η ΚΡΥΠΤΗ

Κάτω από το ιερό βήμα βρίσκεται το αρχικό μαρτύριο του αγίου. Πρόκειται για συνδυασμό μικρής μονόχωρης βασιλικής που φιλοξενούσε το σώμα του μεγαλομάρτυρα και ενός ανεξάρτητου ημικυκλικού χώρου με πεσσούς, θωράκια, κίονες με Θεοδοσιανά κιονόκρανα που στηρίζουν μαρμάρινα τόξα. Όλα αυτά πλαισιώνουν δεξαμενές, ενώ στην κεντρική υπάρχει μαρμάρινο κιβώριο μπροστά στο οποίο δημιουργείται χτιστή κυκλική λεκάνη. Εκεί έτρεχε συνέχεια μύρο και γέμιζε τις μυροδόχες δεξαμενές. Οι πιστοί περνούσαν μέσα από στοά και έρχονταν ως την κρύπτη, που βρισκόταν τότε στο ίδιο επίπεδο με την επιφάνεια του εδάφους, προσκυνητές στον τάφο του μυροβλήτη, από όπου έπαιρναν και το ιαματικό μύρο.

ΓΛΥΠΤΑ

Από τη βασιλική του 5ου αιώνα διασώζονται μερικά τμήματα ορθομαρμάρωσης στο νάρθηκα και στο δυτικό τοίχο του κεντρικού κλίτους, ενώ το υπόλοιπο κεντρικό κλίτος διατηρεί την ορθομαρμάρωση του 7ου αιώνα. Τα κιονόκρανα προέρχονται από την παλαιότερη βασιλική του 5ου αιώνα ή από άλλα ρωμαϊκά κτίσματα της Θεσσαλονίκης. Είναι κυρίως Θεοδοσιανά, δίζωνα, με ανεμιζόμενα φύλλα ή πτυχωτά. Διατηρούνται επίσης από τον 5ο αιώνα επίκρανα με διακόσμηση φύλλων, προτομές ζώων, πριονωτή άκανθα, κληματίδες, παγωνιά. Το τέμπλο είναι νεώτερο, αλλά αντιγράφει παλαιοχριστιανικό πρότυπο και μιμείται θέματα που βρέθηκαν σε γλυπτά κατά τις ανασκαφές.

Η ΡΟΤΟΝΤΑ 'Η ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Θεσσαλονίκης. Είναι το μοναδικό περίκεντρο κτίριο του ελληνικού χώρου. Η κτίση του συνδέεται με τον καίσαρα Γαλέριο, ο οποίος γύρω στο 300 μ.Χ., στο τεράστιο ανακτορικό συγκρότημα που έχτισε στην έδρα που επέλεξε ως τετράρχης, δηλαδή τη Θεσσαλονίκη, συμπεριέλαβε ως βορεινό τμήμα του και τη ροτόντα. Το κυκλικό και εντυπωσιακών διαστάσεων μνημείο συνδεόταν με το ανάκτορο δια μέσου μιας οδού με κιονοστοιχίες που περνούσε και από το θριαμβευτικό τόξο, τη γνωστή ως σήμερα Καμάρα του Γαλέριου. Για ποιο σκοπό έχτισε ο Γαλέριος το μεγαλόπρεπο αυτό μνημείο δεν κατόρθωσαν οι διάφοροι κατά καιρούς μελετητές του να συμφωνήσουν, γι' αυτό δόθηκαν διαφορετικές ερμηνείες: Κατά πολλούς χτίστηκε ως μαυσωλείο, αν και δεν χρησιμοποιήθηκε, αφού, όπως είναι γνωστό, ο Γαλέριος πέθανε και τάφηκε μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν ναός αφιερωμένος στους Κάβειρους ή και στο Δία και άλλοι διατύπωσαν την πιθανότερη άποψη ότι χτίστηκε ως επιβλητικό κτίριο για να πραγματοποιούνται στην ευρύχωρη και μεγάλη αίθουσα οι διάφορες επίσημες τελετές και εκεί ο τετράρχης να δέχεται τις ξένες αντιπροσωπείες. Επί μεγάλου Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ) η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, αλλά παραμένει άγνωστο σε ποιο ιερό πρόσωπο αφιερώθηκε. Ορισμένοι ερευνητές υποστήριξαν ότι αφιερώθηκε στους Ασωμάτους ή στους Αρχαγγέλους, γιατί τόσο η συνοικία όσο και η κοντινή πύλη του ανατολικού κλίτους έφεραν την ίδια ονομασία. Αργότερα έλαβε την ονομασία Άγιος Γεώργιος από το ναΐσκο που βρίσκεται στα δυτικά, απέναντι από την πύλη.  Φαίνεται απίθανο, αλλά αποτελεί ένα από τα περίεργα της ιστορίας ένα κτίριο κολοσσός να παίρνει την ονομασία ενός ταπεινού εκκλησιδίου που βρίσκεται στη σκιά του. Επί τουρκοκρατίας, το 1590, η Ροτόντα μετατράπηκε σε τζαμί και τότε υψώθηκε ο μιναρές που σώζεται ως σήμερα. Με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, ξανάγινε χριστιανικός ναός, αλλά από το 1920 και δώθε χρησιμοποιείται κυρίως ως μουσείο που φιλοξενεί τα χριστιανικά γλυπτά ή και άλλες εκδηλώσεις. Οι περιηγητές των τελευταίων αιώνων καθιέρωσαν την ονομασία Ροτόντα, κι αυτή επεκράτησε ως τις μέρες μας. Από την παλαιοχριστιανική περίοδο σώθηκε ο περίφημος άμβωνας, με τα γλυπτά που παριστάνουν την Προσκύνηση των Μάγων. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Το περίκεντρο οικοδόμημα έχει διάμετρο 24,50 μέτρα. Εντυπωσιάζει το πάχος των τοίχων 6,30 μέτρα, αλλά αυτό εξηγείται από τον τεράστιο τρούλλο, το βάρος του οποίου στηρίζουν. Εντυπωσιακό επίσης είναι το ύψος του κτιρίου. Από το δάπεδο ως το κλειδί του θόλου είναι 29,80 μέτρα. Χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό λίθοι που δένονται με κεραμεικό κονίαμα. Η τοιχοδομία ενισχύεται με ζώνες πλίνθων, ενώ στα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα και στον τρούλλο χρησιμοποιήθηκαν μόνο πλίνθοι για να ελαφρώσουν το βάρος. Εξωτερικά το οικοδόμημα παρουσιάζει βαθμιδωτή διάταξη και κατ' αυτόν τον τρόπο εξουδετερώνεται η πίεση του βάρους του θόλου πέρα από το ότι αισθητά ο κύλινδρος διασπάται και η αίσθηση του όγκου μετριάζεται. Εσωτερικά οκτώ τεράστιες ορθογώνιες κόγχες με ημικυλινδρικές καμάρες διατρυπούν τον κύλινδρο και συνδυάζονται με σειρά τοξωτών παραθύρων που βρίσκονται πάνω τους, καθώς και με αντίστοιχα ημικυκλικά ανοίγματα που βρίσκονται στη βάση του τρούλλου. Στη νότια θύρα, που αποτελούσε και την κύρια είσοδο από τη ρωμαϊκή περίοδο, αποκαλύφθηκαν στο εσωτερικό του τείχους, ύστερα από τους σεισμούς του 1978, δύο στριφογυριστές κλίμακες που φθάνουν ως τη στέγη. Από την εποχή του Μεγάλου Θεοδοσίου η ανατολική κόγχη διαμορφώθηκε σε ιερό βήμα με ημικυκλική αψίδα. Η σημαντική αυτή επέμβαση είχε ως συνέπεια να γκρεμιστεί, μάλλον εξαιτίας κάποιου σεισμού, μέρος του θόλου παρασύροντας και το ιερό. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε να ενισχυθεί με δύο αντηρίδες το ιερό βήμα όταν ξαναχτίστηκε. Το τμήμα των ψηφιδωτών παραστάσεων όμως, που καταστράφηκε από την ίδια αιτία, δεν αποκαταστάθηκε, παρά τη ζωγραφική απομίμηση των ψηφιδωτών από τον Ιταλό ζωγράφο Ρόσσι το 1889. Της βυζαντινής εποχής προσθήκη θεωρείται και η στεγασμένη κυκλική στοά που περιτρέχει εξωτερικά το ναό, καθώς και η δυτική είσοδος με νάρθηκα και πρόπυλο. Δυο μικρά περίκεντρα παρεκκλήσια προστέθηκαν ανατολικά και δυτικά της νέας δυτικής πύλης.

Η ΜΟΝΗ ΛΑΤΟΜΟΥ 'Η ΟΣΙΟΣ ΔΑΒΙΔ

Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στην Άνω Πόλη και είναι γνωστό ως Μονή Λατόμου ή των Λατόμων, καθώς μαρτυρούν πηγές ήδη από τον 9ο αιώνα. Η ονομασία όμως Όσιος Δαβίδ είναι των αρχών του αιώνα μας και αποδόθηκε κατά λάθος στο μνημείο. Η πρώτη του κτίση συνδέεται, κατά την παράδοση, με τη Θεοδώρα, κόρη του αυτοκράτορα και διώκτη των χριστιανών Μαξιμιανού. Η Θεοδώρα παρακάλεσε τον πατέρα τη ς να τη ς χτίσει ένα λουτρό ενώ αυτή, ως κρυπτοχριστιανή, το προόριζε για χριστιανικό ναό. Η ίδια φρόντισε και για το ψηφιδωτό της κόγχης και μάλιστα, για να μην προκαλέσει την υποψία των δικών της, το σκέπασε με δέρμα βοδιού. Πρόκειται για τετράγωνο κτίριο με ημικυκλική αψίδα ανατολικά, που χτίστηκε πάνω σε ερείπια ρωμαϊκού κτίσματος στα τέλη του 5ου αιώνα. Στην κάτοψη δημιουργείται ισοσκελής σταυρός γραμμένος μέσα στο τετράγωνο ενώ στις τέσσερεις γωνίες διαμορφώνονται ισάριθμα ορθογώνια διαμερίσματα. Οι κεραίες του σταυρού ήταν καμαροσκέπαστες και στη διασταύρωση τους πιθανότατα υψωνόταν τρούλλος. Η είσοδος, στη βυζαντινή περίοδο, γινόταν από τη δυτική πλευρά, η οποία έχει καταστραφεί και σήμερα σώζεται μόνο το ανατολικό τμήμα του κτιρίου.

ΤΑΦΟΙ

Στο κεφάλαιο εξάλλου της αρχιτεκτονικής πρέπει να ενταχθούν οι παλαιοχριστιανικοί τάφοι. Μεγάλος αριθμός από απλές ταφικές κατασκευές έχει αποκαλυφθεί στη Θεσσαλονίκη, στη νεκρόπολη έξω από το τείχος των Φιλίππων, στην περιοχή του Πρίλαπου, στο Σαντάνσκι και αλλού. Οι τάφοι κατασκευαστικά ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Είναι α) υπόγειοι κιβωτιόσχημοι και β) καμαροσκέπαστοι. Για δάπεδο και για τη στέγαση χρησιμοποιούνται μαρμάρινες πλάκες ή κέραμοι καλυπτήρες.

Η Καμάρα

Στην κοσμική αρχιτεκτονική εντάσσεται το συγκρότημα του Γαλερίου όπου, πέρα από τη Ροτόντα, ως σήμερα διατηρείται θριαμβευτικό κατάλοιπο του παρελθόντος η Καμάρα.

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Τα τείχη τέλος παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα αλυσιδωτή σειρά κατασκευών, επεκτάσεων, επισκευών και καταστροφών, καθώς συνδέονται άμεσα με την πορεία και τις τύχες της Θεσσαλονίκης. Τα σωζόμενα ως σήμερα τείχη χρονολογούνται στα τέλη του 4ου αιώνα και αποδίδονται στο Θεοδόσιο Α' (379-395 μ.Χ.).

ΚΟΣΜΙΚΗ ΑΧΡΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Στην κοσμική αρχιτεκτονική πρέπει να ενταχθούν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, όπως οι τρεις οικίες στους Στόβους, γνωστές με τα συμβατικά ονόματα οικία Περιστέρια, οικία του Παρθενίου, ανάκτορο του Θεοδοσίου, ο ενδιαφέρων οικισμός της Ηράκλειας Λυγκηστίδος, που αποκαλύφθηκε τα τελευταία χρόνια, η πόλη της Βάργαλας και πολλές αγροτικές επαύλεις.
Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης. Μία από τις αρχαιότερες και επιβλητικότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Ανατολής. Είναι ξυλόστεγη, πεντάκλιτη, με εγκάρσιο κλίτος μπροστά από το Ιερό και υπερώα σε σχήμα Π. Στη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, το 1917. κάηκε και ο Άγιος Δημήτριος. Στις ανασκαφές που προηγήθηκαν της σημερινής τον αναστήλωσης, ανακαλύφθηκε το μαρτύριο με το φυαλίδιο του αίματος του αγίου. Κάτω από το Ιερό, στην Κρύπτη, αποκαλύφθηκε ο χώρος τον μαρτυρίου του και επιβεβαιώθηκε η διαπίστωση ότι ο ναός του μεγαλομάρτυρος και μυροβλήτου Αγίου Δημητρίου είναι ένα από τα σπουδαιότερα μαρτύρια τον Χριστιανικού κόσμου.


ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

ΨΗΦΙΔΩΤΑ ΔΑΠΕΔΑ

Διασώθηκε ικανός αριθμός δαπέδων που κοσμούνται με ψηφιδωτά. Ήδη πολλές παλαιοχριστιανικές βασιλικές διαθέτουν αξιόλογο διάκοσμο στα δάπεδα. Οι κυριότερες πόλεις, που διασώζουν ακόμη τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων στις βασιλικές τους, είναι η Ηράκλεια Ληγκηστίδα (στο Νάρθηκα της μεγάλης βασιλικής ήμερα και άγρια ζώα επιδίδονται σε άγριο αλληλοσπαραγμό ή θαλάσσια θέματα ξεχωρίζουν στο Επισκοπείο), οι Στόβοι, η Αμφίπολη (με τη σκηνή της αλιείας στη βασιλική Α), η Ακρινή Κοζάνης (με τα αλληγορικά θέματα των περιστεριών) και άλλες.

Τα θέματα ποικίλουν: συνήθως γεωμετρικά, από το φυτικό κόσμο ως το ζωικό βασίλειο και από τον σιωπηλό κόσμο των υδάτων μέχρι τις καθημερινές ασχολίες. Αλληγορικές επίσης παραστάσεις, ευχαριστιακά και συμβολικά θέματα, όπως ελάφια και παγώνια, κληματαριές και αναβρυτήρια. Είναι τα γνωστά διακοσμητικά και συμβολικά θέματα με τα οποία οργανώνονται και κοσμούνται αυτή την εποχή τα δάπεδα των εκκλησιών σε ολόκληρο το μεσογειακό χώρο.

ΕΝΤΟΙΧΙΑ ΨΗΦΙΔΩΤΑ

Η Μακεδονία διατηρεί για τον εαυτό της το προνόμιο να διασώζει τα μοναδικά σχεδόν ψηφιδωτά από τον 4ο μέχρι τον 6ο αιώνα στο χώρο της Ανατολής. Δεν είναι τυχαίο πως όλα βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη.

α

ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ

Σώζονται μόνο στα εσωράχια των τόξων ψηφιδωτά με διακοσμητική ή συμβολική διάθεση, χαρακτηριστικά της παλαιοχριστιανικής εποχής. Τα θέματα είναι σταυροί, πουλιά, ψάρια, κλαδιά με άνθη, φρούτα, κρίνα, βιβλία, μονογράμματα. Όλα φανερώνουν την υψηλή ποιοτική στάθμη του εργαστηρίου που τα φιλοτέχνησε.

β

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης. Ψηφιδωτό 7ου αιώνα. Ο άγιος εικονίζεται όρθιος, με λευκό διακοσμημένο ένδυμα και γαλάζιο «ταβλίον». Προστατεύει ιερωμένο που κρατεί ευαγγέλιο με πλούσια στάχωση. Πίσω τα τείχη της πόλης. Κάτω από το ψηφιδωτό υπάρχει επιγραφή που δείχνει τη φροντίδα και την αγάπη του Αγίου για τη Θεσσαλονίκη.
Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης. Αναθηματική ψηφιδωτή παράσταση του 7ου αιώνα στο βορειοανατολικό πεσσό του ναού. Εικονίζεται ο άγιος, σε στάση χαιρετισμού και δέησης, προστατεύοντας δύο παιδιά. Ήδη από τα αρχαία χριστιανικά χρόνια ο Άγιος Δημήτριος είχε αναλάβει την υψηλή προστασία της μεγαλούπολης του Θερμαϊκού παράλληλα με την ιδιαίτερη φροντίδα του για τα παιδιά.
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι στολισμένος με ψηφιδωτά διαφόρων εποχών. Πρόκειται για παραστάσεις που έγιναν περιστασιακά και δεν παρουσιάζουν οργανωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Στην πυρκαγιά του 1917 καταστράφηκαν αρκετά από αυτά, ιδιαίτερα όσα κοσμούσαν τη βόρεια κιονοστοιχία. Έντεκα, που σώθηκαν, βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του δυτικού τοίχου του κύριου ναού, καθώς και στους δύο πεσσούς του ιερού βήματος. Χρονολογούνται από τον 5ο ως τον 9ο αιώνα. Από τα ψηφιδωτά του δυτικού τοίχου ιδιαίτερης σημασίας είναι η παράσταση με τον Άγιο Δημήτριο δεόμενο σε υπαίθριο χώρο. Μία γυναίκα οδηγεί το μικρό παιδί της σε αυτόν από τη δεξιά πλευρά, ενώ στην αριστερή μόλις διακρίνονται τα πόδια ενός άλλου παιδιού που πιθανότατα οδηγούσε η μητέρα του στον προστάτη άγιο. Επίσης η μισοκατεστραμμένη παράσταση με τον άγιο στη μια πλευρά να έχει από πάνω του άγγελο που σαλπίζει. Δίπλα στον άγιο πρέπει να στεκόταν άλλος άγιος ή να υπήρχε απεικόνιση της πόλης Θεσσαλονίκης, γιατί ψηλά δεύτερος άγγελος φαίνεται να σαλπίζει. Τώρα διακρίνονται μόνο τα φτερά του. Και τα δύο ψηφιδωτά χρονολογούνται στον 5ο αιώνα. Τρίτο ψηφιδωτό, που βρίσκεται στο δυτικό τοίχο και παριστάνει τον άγιο μπροστά στα τείχη, ανάμεσα σε τέσσερεις κληρικούς, είναι του 7ου αιώνα.
Ο Άγιος Δημήτριος ανάμεσα στον επίσκοπο και τον έπαρχο, που είναι οι ανακαινιστές του ναού. Ψηφιδωτό στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης τον 7ου αιώνα. Η τέχνη αντλούσε τα θέματα της και από τις διηγήσεις για τα θαύματα τον Αγίου Δημητρίου παράλληλα με την ιστορία που χρησιμοποιεί τις διηγήσεις αυτές ως ιστορικές πηγές.
Στο βορειοανατολικό πεσσό ψηφιδογραφούνται σε κάθε πλευρά και από ένα θέμα: ο άγιος ανάμεσα σε δύο παιδιά, ο άγιος δεόμενος, η Παναγία σε δέηση με το στρατιωτικό άγιο Θεόδωρο και ψηλά το Χριστό να ευλογεί. Στο νοτιοανατολικό πεσσό τρεις ακόμη παραστάσεις: ο άγιος ανάμεσα σε επίσκοπο κι έναν έπαρχο (ίσως το Λεόντιο) που σύμφωνα με την επιγραφή, αφιερώθηκε σε ανάμνηση της σωτηρίας της πόλης από την πολιορκία των Σλάβων στις αρχές του 7ου αιώνα. Επίσης ο άγιος με ένα διάκονο, που κατά την επιγραφή φαίνεται ότι είναι αυτός που βοήθησε στην ανοικοδόμηση του ναού, ύστερα από την καταστροφή του 629-634. Στη δυτική πλευρά του πεσσού εικονίζεται ο Άγιος Σέργιος.

γ

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ονομαστό έχει μείνει το μνημείο και η θαυμάσια ψηφιδωτή του διακόσμηση, που συνδυάζει την άνετη τεχνική της υστερορωμαϊκής και παλαιοχριστιανικής περιόδου με τον υπερβατικό συμβολικό χαρακτήρα των χριστιανικών παραστάσεων σε έναν κόσμο όπου εναλλάσσονταν το ορατό με το αόρατο, το εφήμερο με το αιώνιο.
Ροτόντα Θεσσαλονίκης. Το πρόγραμμα του ψηφιδωτού διακόσμου βασίζεται κυρίως στο αρχαίο Χριστιανικό εορτολόγιο και μαρτυρολόγιο. Οι μορφές των μαρτύρων, όπως η λεπτομέρεια με τον Άγιο Ονησιφόρο, έχουν αδρά ελληνιστικά περιγράμματα και εκφραστικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην αιωνιότητα.
Πέρα από την πολύχρωμη ορθομαρμάρωση, από την οποία δεν σώζεται τίποτε σήμερα, το εσωτερικό της Ροτόντας στολίστηκε με ψηφιδωτά τα οποία οι ερευνητές διαιρούν σε δύο ομάδες:

Πρώτη ομάδα: Σώζονται σε τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα και σε τρεις καμάρες πάνω από τη δυτική, νότια και νοτιοανατολική κόγχη. Πάνω σε χρυσό ή αργυρό κάμπο τοποθετούνται πουλιά, ανθοδοχεία με λουλούδια, καρποί σε κάνιστρα, φολιδωτά κοσμήματα, τεμνόμενοι κύκλοι, φατνώματα, και ιδιαίτερα το κυρίαρχο σύμβολο, ο σταυρός, τον οποίο πλαισιώνουν αστέρια, πουλιά, άνθη και καρποί.

Δεύτερη ομάδα: Στην επιφάνεια του θόλου τα ψηφιδωτά χωρίζονται σε τρεις επάλληλες ζώνες. Στο κλειδί του τρούλλου υπήρχε ο Χριστός εν δόξη, κατεστραμμένος σήμερα, μέσα σε στεφάνι δόξας διακοσμημένο με αστέρια, λουλούδια, φρούτα και τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Το φανταχτερό και λαμπρό αυτό στεφάνι υψώνουν τέσσερεις φτερωτοί άγγελοι. Στη μεσαία ζώνη του θόλου τα ψηφιδωτά έχουν καταστραφεί, εκτός από ίχνη ποδιών και πτυχές ιματίων που κινούνται ανάμεσα σε χλοερό τοπίο. Ίσως να πρόκειται για το χορό των Αποστόλων. Στην τρίτη και πλατύτερη ζώνη, που σώζεται εκτός από το ανατολικό τμήμα, προβάλλονται ολόσωμοι μάρτυρες σε στάση δέησης μπροστά από φανταστικά πολυδαίδαλα αρχιτεκτονήματα, όπου διαγράφονται Άγιες Τράπεζες με κιβώρια, βήλα, φράγματα πρεσβυτερίου, σταυροί και ευαγγέλια με θρόνους. Από τους μάρτυρες, σύμφωνα με τις επιγραφές, αναγνωρίζονται οι ιερωμένοι Ρωμανός, Φίλιππος και Κύριλλος· οι στρατιωτικοί Ονησιφόρος, Ευκαρπίων, Βασιλίσκος, Πρίσκος, Θερινός και Λέων οι γιατροί Κοσμάς και Δαμιανός, οι Φιλήμων και Πορφύριος και άλλοι ανώνυμοι. Δίπλα στα ονόματα τους σημειώνεται και η ημερομηνία του μαρτυρίου τους.

Με θαυμάσια εκφραστικά μέσα, πολύχρωμες ψηφίδες και ένα μελετημένο με μοναδική φαντασία πρόγραμμα, ο καλλιτέχνης κατάφερε να αποδώσει τον πλούσιο πνευματικό κόσμο τοποθετώντας τον στα όρια του υπερβατού και δημιουργώντας μια χρωματική ατμόσφαιρα, όπου το πραγματικό χάνεται μέσα στο ιδεατό και το γήινο ενώνεται με το ουράνιο.

δ

ΜΟΝΗ ΛΑΤΟΜΟΥ

Το ψηφιδωτό: Απεικονίζεται παράσταση Θεοφανείας σύμφωνα με το όραμα του Ιεζεκιήλ. Στο κέντρο εικονίζεται ο Χριστός ως Εμμανουήλ σε νεαρή ηλικία μέσα σε δόξα, καθισμένος σε ουράνιο τόξο. Βρίσκεται ανάμεσα στα τέσσερα σύμβολα των ευαγγελιστών (άγγελος, μοσχάρι, λιοντάρι και αετός) και από τα πόδια του ξεκινούν οι ποταμοί του Παραδείσου. Στο αριστερό εικονίζεται ο προφήτης Ιεζεκιήλ δείχνοντας την έκπληξη του για το θέαμα, ενώ από την άλλη ο προφήτης Αββακούμ (ή ο Ησαΐας ίσως) παρακολουθεί τη σκηνή. Το τοπίο είναι παραδείσιο, η ατμόσφαιρα αποκαλυπτική και η πολυχρωμία εντυπωσιακή, ώστε να δημιουργείται έντονη η αίσθηση του θριάμβου του Χριστού. Το ψηφιδωτό θεωρείται σύγχρονο προς το αρχικό κτίσμα (τέλη του 5ου αιώνα) και σύμφωνα με την παράδοση αποκαλύφθηκε μετά την εικονομαχία κατά τρόπο θαυματουργικό. Το 1430, όταν η Μονή Λατόμου μετατράπηκε σε τζαμί, το ψηφιδωτό σκεπάστηκε με ασβεστοκονίαμα και έμεινε άγνωστο ως το 1921, οπότε αποκαλύφθηκε και συντηρήθηκε. Γενικά πρόκειται για ένα μοναδικό θέμα Θεοφανείας και φανερώνει τη μεγάλη έμπνευση αλλά και ικανότητα του καλλιτέχνη.

Τα ψηφιδωτά των εκκλησιών της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, των Αγίων Τόπων, ακόμη και της Κωνσταντινουπόλεως, πριν από την Αγία Σοφία του Ιουστινιανού, καταστράφηκαν όλα μαζί με τα κτίσματα που διακοσμούσαν σημειώνει ενδεικτικά ο Delvoye. Αυτό και μόνο φανερώνει τη σημασία, τη μεγίστη αξία και την ιδιαίτερη ιστορική και καλλιτεχνική βαρύτητα, που έχουν τα ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ / ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ - ΑΘΗΝΑ : ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ, 1995


from ανεμουριον https://ift.tt/3hhvnS9
via IFTTT
Από το Blogger.