ΑΠ' ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ - Καλύτερη Λαμία

ΑΠ' ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ

ΘΕΩΡΩ μεγάλη μου τιμή την ευκαιρία που μου δίνεται να πω μερικά λόγια για τον Κώστα Μπαλάφα, τον γνήσιο, τον σεμνό, τον μεγαλόκαρδο Ελληνα. Βρεθήκαμε γείτονες εδώ στα Γιάννενα, χαθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε μετά στην Αθήνα, ξαναχαθήκαμε... Ομως τον θεωρώ φίλο μου και γνωστό μου, γιατί τον ίδιο άνθρωπο που γνώρισα προπολεμικά, τον ίδιο ανακαλύπτει και αποκαλύπτει κανείς μέσα από το 
έργο του - γραπτό ή φωτογραφικό. Το σπίτι μας ήταν στην Κομνηνών 32 και κάθετα στον δρόμο αυτόν, ακριβώς πλάι, ήταν το «στενό» προς το σπίτι των γειτόνων μας Γοργόληδων, όπου έμενε και ο Κώστας. «Στενό» στην πολεοδομία της εποχής, ήταν ένα χαρακτηριστικό ιδιωτικό δρομάκι για την εξυπηρέτηση τυφλών κυρίως οικοπέδων. Το καθημερινό και μοναδικό λοιπόν πέρασμα των Γοργόληδων, ήταν αυτό το στενό, το οποίο μάλιστα έβλεπε και το παράθυρο του μαντζάτου μας. 
Τον θυμούμαι προπολεμικά να πάει και να έρχεται, να έρχεται και να φεύγει, με το ίδιο σταθερό και άνετο βήμα. Τον θαύμαζα για την εργατικότητά του, αλλά και την ευθύνη και υποχρέωση που αισθανόταν για την οικογένειά του - τ’ αδέλφια του, κ.λπ. Τον καμάρωνα και για τις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες· ας μην ξεχνούμε ότι ήταν από τους πρώτους που έβλεπαν τα δημιουργήματά μου (φρούτα από πηλό και χρώμα, κερί, ξυλογραφίες και άλλα) και κέρδιζα το θαυμασμό του, αφού το παράθυρο το είχα μετατρέψει σε εργαστήρι. 
Είχε και μια φωτογραφική μηχανή. Ενα κουτί. Ηταν ερασιτέχνης φωτογράφος, όπως αρκετοί από μας εκείνη την εποχή. Κάπως έτσι μας βρήκε η ιταλική κατοχή·

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

Ηταν 4 Νοεμβρίου 1940, όταν ένα αντιεροπορικό του Ελληνικού Στρατού κατέρριψε, διαλύοντας στον αέρα, ιταλικό βομβαρδιστικό. Ο ουρανός γέμισε αλεξίπτωτα. Ο κινητήρας έπεσε κάπου στην Καλούτσιανη. Θραύσματα σκορπίζονταν παντού. Εγώ βγήκα στο δρόμο με κατσαρόλα στο κεφάλι αντί για κράνος και παρακολουθούσα τις κινήσεις και το χορό των αλεξιπτωτιστών. Τι θα γινόταν από ’κει και πέρα δεν με ενδιέφερε! 
Το μόνο που χαιρόμουνα ήταν ότι ρίξαμε ένα ιταλικό εχθρικό αεροπλάνο. Αντίθετα ο Κώστας, την ίδια ώρα πάσχιζε και κατάφερε, ποιος ξέρει με πόσες διαπραγματεύσεις, να αποκτήσει φιλμ από τα συντρίμμια αυτού του αεροπλάνου - ποιος ξέρει πόσα μέτρα; Γεγονός είναι ότι μ’ αυτά τα μέτρα του αεροπορικού φιλμ, τα οποία μάλιστα εξαγόρασε με καλαμπόκι, διέσωσε ένα ιστορικό ντοκουμέντο, ενώ συγχρόνως παρήγαγε και ένα καλλιτεχνικό έργο. Στη γειτονιά μας είχαν εγκατασταθεί ιταλικοί καταυλισμοί. Τώρα ο Κώστας και ’γω γίναμε κατά κάποιον τρόπο συνάδελφοι! Ο Κώστας το μαγαζί των Γοργόληδων (έχει φάτσα πάνω από το δρόμο) το έκανε οινοπωλείο, στο οποίο, εκτός από το κρασί που πουλούσε στους Ιταλούς, διέθετε και φρούτα και ό,τι άλλο τέλος πάντων έβρισκε. Εγώ αγόραζα ένα καφάσι με φρούτα από την αγορά, το φορτωνόμουνα στην πλάτη και το έφερνα για μεταπώληση στους καταυλισμούς. Τα περισσότερα μου τα έκλεβαν οι Ιταλοί! 
Εβγαινα τις περισσότερες φορές και ζημιωμένος! Τον θαύμαζα τον Κώστα για την τόλμη και την αποφασιστικότητά του, αλλά και την εξυπνάδα του. Εμαθε πολύ γρήγορα ιταλικά και ’γω ήμουνα ακόμη στο δρόμο. Τον διέκρινε επίσης εκείνη η αντοχή και γενναιότητα που χαρακτηρίζει όλους όσοι στα παιδικά τους χρόνια είχαν το λιθάρι για παιχνίδι, την πέτρα για προσκεφάλι.

ΜΑΣΤΟΡΑΣ

Από μαστοροχώρι η καταγωγή του. Μάστορας και ο Κώστας σε όλες τις δουλειές, όποιες και να ήταν αυτές με τις οποίες καταπιάστηκε. Τον θυμούμαι τότε γύρω στα 1952 προϊστάμενο του τμήματος αναπαραγωγής σχεδίων (με φωτοτυπικό και φωτογραφικό τρόπο) στην προκάτοχο της ΔΕΗ [Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού] εταιρία. Μιλούσε ωραία αγγλικά και μπορούσε να έχει άλλου είδους επαφές με τους ανωτέρους του, οι οποίοι ήταν Εγγλέζοι. Στο υπόγειο, λοιπόν, της οδού Λουκιανού 5, στο Κολωνάκι όπου ήταν τα παραπάνω εργαστήρια, δούλεψα και ’γω για ένα διάστημα. Είχα τον Κώστα προϊστάμενό μου (ήμουν κάλφας). 
Ταχύτατος στη δουλειά του, ακούραστος, τυπικός. Εκατοντάδες σχέδια πέρασαν από τα χέρια μας. Ολα τα σχέδια του Υδροηλεκτρικού φράγματος του Λούρου τα είχαμε αναπαράγει εκεί. Παρ’ όλο που είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία και παρέα - ήταν τότε και η εξαιρετική φίλη, η Ελλη Δευτεραίου - εγώ δεν έμεινα για πολύ. Δεν άντεξα το ανθυγιεινό της δουλειάς. Μπορείτε να φανταστείτε πώς βγαίναμε από αυτό το υπόγειο, ύστερα από τόσες ώρες δουλειάς, με εκείνες τις απαίσιες υδραργυρικές λάμπες φωτισμού, κάτω από τα μάτια μας! Ηταν αδύνατον συνεπώς στη συνέχεια να παρακολουθώ τα μαθήματα και τα εργαστήρια της Σχολής Καλών Τεχνών. Με τον Κώστα ξαναχαθήκαμε. Μάθαινα όμως τα νέα του από κοινούς φίλους. Ηξερα για το φωτογραφικό του αρχείο, χωρίς όμως να το έχω δει. Ηταν μεγάλη η συγκίνησή μου όταν πριν από χρόνια ευτύχησα να δω μέρος του, στην αίθουσα της Ζωσιμαίας Ακαδημίας. Οσες φορές και να δεις τις ίδιες φωτογραφίες, πάλι το ίδιο τρέμουλο θα νιώσεις. Ετσι αισθάνθηκα και πριν από ένα χρόνο νομίζω, στην έκθεσή του στο Δημαρχείο.

ΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ ΜΝΗΜΕΣ

Για μας που ζήσαμε πάνω στη νιότη μας την κατοχή και τον εμφύλιο, το φωτογραφικό ντοκουμέντο του Μπαλάφα μάς ζωντανεύει τις μνήμες που ηθελημένα πολλές φορές ξεθωριάσαμε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Για τους νέους μας είναι ιστορική διδαχή καλλιτεχνικά αποδοσμένη. Πρέπει να καταλάβουν ότι η γενιά του ’40 εξαγόρασε με το αίμα της το δικαίωμα να ζει ελεύθερη. 
Για όλους μας είναι αντικείμενο καλλιτεχνικής δεοντολογίας και ανάλυσης: για τους πάντες είναι έργα τέχνης. Για τη διττή λειτουργικότητα του φωτογραφικού αρχείου του Κώστα, πάντα του έλεγα: «Με τόσο υλικό, βγάλε, ρε άνθρωπε, ένα βιβλίο!». Ετσι, ήταν απερίγραπτη η χαρά μου όταν το 1991 έμαθα ότι κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τίτλο: «Κώστας Μπαλάφας, το αντάρτικο στην Ηπειρο - ασπρόμαυρες φωτογραφίες 1940 - 1944». Μου τηλεφώνησε ο Κώστας. Συναντηθήκαμε στο μουσείο μου στο Μπιζάνι, όπου δούλευα. Μου πρόσφερε το βιβλίο του με μια αφιέρωση. Μου χάρισε ένα κουβάρι μνήμες που άρχισε να ξετυλίγεται. Κάθε φορά που ανταμώνουμε σκαλίζουμε τα παλιά. Θυμούμαστε... και τι δεν θυμούμαστε... Δεν είναι μόνον τα θέματά του όπως: «Οι χαροκαμένες μάνες που θρηνούν», «Το μαρτύριο της ψείρας», «Στις δύσκολες ώρες και οι μανάδες ζαλικωμένες πνρομαχικά», «Τον ξέβαφαν τα όρνια», κ.λπ., που με συγκινούν. Καταπληκτικές φωτογραφίες από κάθε άποψη, δεν λέω. Ομως κάθε φορά τον ρωτάω το ίδιο πράγμα: «Πώς, ρε αθεόφοβε, φωτογράφησες εκείνα τα κρεμασμένα κορμιά του Τόδουλου και του Φαρίδη το 1944;». Εμένα και τώρα που το σκέφτομαι μου σηκώνεται η τρίχα! Τι θάρρος ήταν αυτό! Και ο Κώστας που έταξε τον εαυτό του φωτογραφικό ρεπόρτερ των πιο δύσκολων αποστολών του 1940 - 44, μου απαντάει πάντα με το ίδιο νηφάλιο ύφος: «Μέσα σε μια χαρτοσακούλα, είχα βάλει κρεμμύδια. Ανάμεσα στα κρεμμύδια είχα βάλει τη μηχανή. Είχα ανοίξει μια τρύπα. Περπατούσα λοιπόν από απέναντι - τάχα αδιάφορος και έκανα επίσης τάχα αδιάφορα το κλικ - χωρίς να σκοπεύω». Υστερα από μια τέτοια απάντηση, η χαρά μου ότι κάτι έκανα κι εγώ - τότε -για τούτο τον αγώνα (είτε σκαλίζοντας ξυλογραφίες για εφημερίδες, είτε γράφοντας μαζί με το δάσκαλό μου Γιώργο Καζάκο - σε πλακάτ - συνθήματα όπως: «Θάνατος στους χαφιέδες» κ.λπ., τα οποία στη συνέχεια τα έπαιρναν τα παιδιά από τα γραφεία της ΕΠΟΝ [Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων] και τόνωναν τις διαδηλώσεις κ.λπ.), μετριάζεται και πάντα λέω: «Τίποτε δεν έκανα!». Οσο κι αν στις φωτογραφίες του Κώστα, αναγνωρίζω τα γράμματά μου στα πλακάτ, ή τον εαυτό μου στην κηδεία του Μπακρέτσα, κ.λπ., το λέω και το πιστεύω: Ο Κώστας είναι πολύ πιο πλούσιος από μένα σε συγκινήσεις. Τον λέω «τολμηρό και γενναίο», γιατί αυτή είναι η αλήθεια. Ο Κώστας ήταν ο τολμηρός για τον οποίο, Θεέ μου, αναρωτιέμαι πόσες φορές το αίμα της καρδιάς του πάγωσε στην προσπάθειά του να καταγράψει τέτοια ντοκουμέντα. Ο Κώστας ήταν και παραμένει ο καλλιτέχνης φωτογράφος που ερωτεύτηκε τον άνθρωπο, το τοπίο, το ντοκουμέντο, γι’ αυτό και μας τα πρόσφερε όλα αυτά με τέτοια τρυφεράδα. Ούτε μπορεί κανείς να ξεχάσει τις υπέροχες φωτογραφίες των Μετεώρων. Ο Κώστας προκειμένου να πετρώσει για όλους εμάς, αλλά και κύρια για τους νέους, τις μνήμες του - τις μνήμες μας - «δεν φοβήθηκε, «δεν σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ, «ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στις προδοσίες της αναπόφευκτης τις πικρές μαυρίλες», όπως θα έλεγε ο Εγγονόπουλος.ΤΟ φωτογραφικό οδοιπορικό, μαρτυρία μαζί και χρονικό, «Το αντάρτικο στην Ηπειρο», του Κώστα Μπαλάφα, είναι γραμμένο με δύο χρώματα, το μαύρο και το άσπρο και με πολλές ενδιάμεσες διαβαθμίσεις του γκρι, αυτού που αποδίδει τον πόνο, τη θλίψη, την οδύνη και το φόβο του ανθρώπου στον πόλεμο. Είναι το χρώμα της
καταχνιάς, που δεν προιωνίζει την έλευση ηλιόλουστων ημερών και που ταιριάζει στον κόσμο, την ψυχή και τη ζωή του αντάρτη, του οποίου ο εχθρός είναι αόρατος και η εμφάνισή του απρόβλεπτη, σχέση τραχύτητας στην οποία κυριαρχεί ο θάνατος. Η παρέμβαση μιας φωτογραφικής μηχανής αποσπάει εκφράσεις στις οποίες διακρίνε - ται η ανέχεια, η αγωνία, η αβεβαιότητα, ενώ αφήνονται να διολισθήσουν κάποιες αδιόρατης και ασχημάτιστης μορφής όψεις ελπίδας, αισιοδοξίας και ικανοποίησης, κάποτε και κάποια δειλή αίσθηση νοσταλγίας για τα αφημένα πίσω παλιά, μπορεί και κάποια έκλαμψη ελπίδας επιστροφής σ’ αυτά.
Ο Κώστας Μπαλάφας δεν υπήρξε περαστικός από «εκεί». Ούτε επαγγελματίας ρεπόρτερ. Υπήρξε ένας από αυτούς. Μαχητής - τυφεκιοφόρος και φωτογράφος. Με μια μικρή Robot και με ασπρόμαυρο ιταλικό φιλμ, λεία του πολέμου που προηγήθηκε, φωτογράφισε το αντάρτικο της Ηπείρου. Ο ανορθόδοξος πόλεμος υπήρξε το θέμα μας προσωπικής εκδοχής του, στον οποίο εκτός από τα συμβατικά όπλα του θανάτου, το πιο αμυντικό ήταν η θωράκιση με θάρρος και το επιθετικότερο η πίστη στον αγώνα. Αυτά και κατέγραψε.

ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ

Το επί πολλά χρόνια άγνωστο έργο του, εμφανίστηκε το 1991 σε μια έκδοση ιδιωτική (με έξοδά του δηλαδή), στην οποία ξεδιάλεξε μια μεγάλη σειρά εικόνων του ιδιότυπου πολέμου, τον οποίο αποκάλυψε και μαζί αποκαλύφθηκε ο ίδιος ως δημιουργός και κάτοχος ενός πολύτιμου υλικού. Είναι πολλές και ποικίλες οι σκέψεις και οι διαπιστώσεις που προκαλεί η θέασή του. Μια πρώτη εντυπωσιακή διαπίστωση είναι πως όλες οι ανάλογες φωτογραφικές περιγραφές αντάρτικων από άλλα μέρη της γης κι άλλους ανθρώπους, μοιάζουν καταπληκτικά. Οι μαχητές του αντάρτικου γίνονται όλοι ίδιοι, κι οι άμαχοι που τους περιβάλλουν παίρνουν την ίδια όψη και δε διαφέρουν από τη μια ήπειρο στην άλλη. 
Ο Μπαλάφας μάς επιδεικνύει τη δική μας Ηπειρο, τη διασαλευμένη επί τέσσερα χρόνια (1940 - 1944) από την απώλεια της ειρήνης και μεσολαβεί να γνωρίσουμε από πολύ κοντά ανθρώπους του τότε με στολή και χωρίς στολή, με πρόσωπα βασανισμένα, τραχειά, γεμάτα εγκαρτέρηση κι αλήθεια. Οι χώροι που κινούνται μοιάζουν κι αυτοί να ακολουθούν την πορεία και τη μοίρα των ταραγμένων καιρών. Σπάνια το ελληνικό τοπίο που διακρίνεται ολόγυρά τους εμφανίζεται τόσο αγέλαστο, χωρίς όμως και να τους στερεί τη θαλπωρή του. Δονεί η ψυχική συστοιχία του ανθρώπου με το περιβάλλον. Η ξεραΐλα έχει διαβρώσει τα πρόσωπα και η γη τα περιβάλλει με την αίσθηση του άγονου. Ο φωτογράφος ζώντας εκεί καταγράφει αυτό που αισθάνεται μέσα από αυτό που βλέπει, κατά τον τρόπο που γνωρίζει. Δεν ωραιοποιεί και ποτέ δεν στήνει τους ανθρώπους σε πόζες αναληθείς. Ενα χαμόγελο, έτσι, μοιάζει να έρχεται από τα βάθη, δεν είναι επίπλαστο και συγκαταβατικό, γι’ αυτό και σπανίζει. Υπερέχει η σκληρότητα της ζωής, η οποία ορίζεται από το τράβηγμα μιας σκανδάλης, για να διασωθεί ή για να αφαιρεθεί. Επισημαίνεται η «φτώχεια» της τεχνικής του. Αλλά, πού καιρός για στησίματα, καδραρίσματα και επιλογές θεμάτων... Τα θέματα είναι εκεί γύρω, έτοιμα σε διαρκή εναλλαγή, κι ο φωτογράφος για να τα αποτυπώσει πρέπει να αφήσει το όπλο του καταγής για να τραβήξει τη φωτογραφία του. Και δεν χάνει τις ευκαιρίες. Η σύμπραξή του στα συμβαίνοντα, η ετοιμότητά του, η γνώση του χώρου και των ανθρώπων και των πράξεών τους οικεία. Αντίθετα με έναν ρεπόρτερ, αυτός βρίσκεται και πίσω από το φακό του και μπροστά απ’ αυτόν. Νοερά τον φανταζόμαστε να φωτογραφίζει και να φωτογραφίζεται ταυτόχρονα: είναι μόνιμα μέσα στα πλάνα του κι ο ίδιος. Τόσο προσωπικές είναι οι προσεγγίσεις των θεμάτων του. Η αμεσότητα της επαφής μας με τις φωτογραφίες του εξασφαλίζεται από την αμεσότητα των λήψεών του. Δεν είναι υποδεέστερος πολλών διάσημων ξένων συναδέλφων του. 
Ας θυμηθούμε τον μεγάλο Ρόμπερτ Κάπα στην Ισπανία. Σημειώνω μερικές φωτογραφίες - εικόνες χωρίς στολίδια και προετοιμασίες: την ομάδα των ορφανών που πλαισιώνουν την πονεμένη μάνα, τον κύκλο των γυναικών που οδύρονται, με τους καρτερικούς άντρες πίσω τους, το βλέμμα του καπετάνιου που «ποζάρει» στο γραφείο του, τους μαχητές που πλένονται στη γούρνα, την ικανοποίηση του αντάρτη που επιδεικνύει το διάτρητο από σφαίρες γερμανικό κράνος, τους αξιωματικούς που παρακολουθούν την έκβαση μιας μάχης, την εκπληκτική εικόνα του πολυβολητή τη στιγμή που σκοτώνεται, τελευταίο επεισόδιο της ζωής του που δεν έμαθε ποτέ ο ίδιος και που εμείς γνωρίζουμε μέσα από την τελευταία φωτογραφία του. Η αξία της μαρτυρίας που μας κληροδοτεί ο άξιος μαχητής και καλλιτέχνης, βρίσκεται στη γνησιότητά της, στον παραμερισμό του μεγαλόστομου και στην εστίαση των πιο ανθρώπινων εκδηλώσεων, στις λεπτομέρειες οι οποίες προσφέρουν περισσότερα για εκτίμηση, ανάλυση και αξιολόγηση. Οι επιλογές του είναι του παράμερου, του φαινομενικά ασήμαντου, του δευτερεύοντος, εκείνου που η ζωή προσπερνάει, πλην βασίζεται σε αυτό. 
Το στοιχείο του ηρωισμού απουσιάζει εντελώς. Ο ηρωισμός του αντάρτη είναι προσωπικός και προσγράφεται από τον ίδιο στα ατομικά του κατάστιχα. Συχνά περνάει απαρατήρητος. Η συμβατική ομορφιά λείπει, γιατί απλά το αντάρτικο δεν είναι φωτογενές. Ο Μπαλάφας φαίνεται να το υπογραμμίζει αυτό. Η σεμνότητά του ως δημιουργού τον οδήγησε να αναζητήσει τη σεμνότητα των αφανών κι αυτήν σταμάτησε στο χρόνο. Αλήθεια, πόσα μουσεία διεκδικούν το υλικό αυτό;

ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
KΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/32LJ4Vo
via IFTTT
Από το Blogger.