ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Το παιχνίδι του ποδοσφαίρου ήταν άγνωστο στους Αρχαίους Έλληνες, αλλά γνωστό στους Ρωμαίους. Αργότερα το έπαιξαν οι Γαλάτες και οι Ιταλοί. Αλλά η πραγματική του πατρίδα υπήρξε η Αγγλία. Ήταν ένα παιχνίδι βάναυσο και χωρίς κανονισμούς, αποτελούσε όμως την κυριώτερη διασκέδαση του Αγγλικού λαού. Η σημερινή μορφή του ποδοσφαίρου, διαμορφώθηκε μέσα στα δημόσια σχολεία της Αγγλίας κι ήταν συνέπεια μιας βαθειάς κοινωνικής αλλαγής. Το ποδόσφαιρο παιζόταν λίγο-λίγο παντού σ' όλη την Αγγλία, από τον 12ο παντού σ' όλη την Αγγλία. Ωστόσο πριν από το 1840 το παιχνίδι ήταν τόσο βάναυσο και βίαιο που συχνά σημειώνονταν σοβαροί τραυματισμοί, ακόμα και θάνατοι. Μόλις κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ένα πιο οργανωμένο και πολιτισμένο ποδοσφαιρικό παιχνίδι εισήχθη στα δημόσια σχολεία. Το πρώτο γραπτό κείμενο που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο, χρονολογείται από το 1125 και είναι του Ούίλλιαμ Φιτζστέφεν, ευγενούς Λονδρέζου, που λέει ότι με την ευκαιρία κάποιας γιορτής της πόλεως, είδε και την «περίφημον παιδιάν της σφαίρας». Μετά από την μοναδικήν αυτή μνεία Δεν υπάρχει άλλη αναφορά στο παιχνίδι ως τον 14ο, 15ο και 16ο αιώνα, όπου η εικόνα αλλάζει. Στους τρεις αυτούς αιώνες βρίσκουμε πάμπολλες αναφορές στα λογοτεχνικά κείμενα των Έλιοτ, Σαίξπηρ και Κεντ. Ο Σαίξπηρ βάζει στο στόμα ενός πρωταγωνιστού του σαν σοβαρή βρισιά τη φράση «ταπεινέ ποδοσφαιριστή». Αλλά η πιο έγκυρη μαρτυρία της μεγάλης διαδόσεως του παιχνιδιού είναι οι απαγορευτικές διαταγές κι' οι επιθέσεις εναντίον του. Η πολεμική είχε δύο στόχους. Αφ' ενός να καταδιωχθεί το παιχνίδι γιατί ήταν επικίνδυνο για τη ζωή, την περιουσία και την δημοσία τάξη, αφ' ετέρου ν' απαγορευτεί εντελώς, γιατί απειλούσε να εκτίσει την σκόπευση με τόξο και ακόντιο που ήταν τόσο ζωτική για την άμυνα του Κράτους. Τό παιχνίδι απαγορεύτηκε πρώτα στο Λονδίνο το 1314, με την παρακάτω διαταγή του Νικόλας Ντέ Φάρνταν, δημάρχου της πόλεως επί βασιλείας του Εδουάρδου Β': «Επειδή δημιουργείται μέγας σάλος εκ της συρροής του πλήθους εις του αγρούς και ως εκ τούτου πολλά δεινά μπορούν να προκύψουν, τα όποια απαγορεύει ό Θεός, διατάσσομεν και απαγορεύομεν εις το Όνομα του Βασιλέως και επί ποινή φυλακίσεως, την παιδιάν ταύτην εις την πόλιν». Ταυτοχρόνως με βασιλική διαταγή που εξεδόθη το 1365, απαγορεύτηκε το παιχνίδι και μέσα στον στρατό. «Διότι, όπως έλεγε η διαταγή, κάθε αρτιμελής άνδρας της πόλεως, οφείλει να χειρίζεται προς ψυχαγωγίαν του τόξα, βέλη και ακόντια και όχι λίθους, ξύλα, «αμάδες», σφαίρες, ποδόσφαιρο και άλλα ανόητα παίγνια». Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ως τον 19ο αιώνα, το ποδόσφαιρο υπήρξε αίτιο σοβαρών προστριβών μεταξύ των ανωτάτων αρχόντων της χώρας και των παικτών, καθώς και μεταξύ των τοπικών αρχόντων και του πλήθους. Οι δυσκολίες των επικοινωνιών όμως και η αδυναμία του κράτους να εξασκήσει πλήρη έλεγχο, έκαναν δύσκολη την εφαρμογή των απαγορευτικών διαταγών και το ποδόσφαιρο ριζωμένο όπως ήταν σαν παράδοση, υπήρξε ισχυρότερο από τον νόμο κι' εξακολούθησε να παίζεται σ' όλη την Αγγλία. Στον 16ο και 17ο αιώνα, το ποδόσφαιρο μαζί με άλλα ψυχαγωγικά παιχνίδια δέχτηκε την επίθεση των πουριτανών που ζητώντας να πραγματοποιήσουν τα ιδανικά του Καλβινισμού, ήθελαν να διατηρήσουν την απόλυτη καθαρότητα των ψυχών. Φαίνεται δε ότι οι αφορισμοί του απευθύνονταν πάντα στις φτωχότερες τάξεις γιατί οι ευγενείς σπάνια ασχολούνταν μ' αυτό το παιχνίδι. Όπως περιγράφεται στα κείμενα της εποχής, το παραδοσιακό ποδόσφαιρο παιζόταν στους δρόμους των κωμοπόλεων και στους αγρούς των χωριών. Εστία ήταν το ποτάμι, ένα δένδρο, ένας φράχτης, κάποιο κτίριο. Το μέγεθος του γηπέδου διέφερε από κοινότητα σε κοινότητα, αρχίζοντας από μερικές γιάρδες και φτάνοντας στα δυο-τρία μίλια. Μερικές φορές έπαιζαν ολόκληρα χωριά, άντρες και γυναίκες, οι κανονισμοί ήταν ελαστικοί και απλοί. Το καλύτερο προσόν ήταν η φυσική δύναμη του κάθε παίκτη, που μετέτρεπε τα γήπεδο σε παλαίστρα! Έτσι εξακολούθησε το παιχνίδι ως τον 19ο αιώνα, παρακμάζοντας συν τω χρόνο, τόσο πολύ, ώστε το 1801 διαβάζομε στο βιβλίο «Σπορ και Ψυχαγωγία του Αγγλικού λαού»: «Το ποδόσφαιρο ήταν άλλοτε πολύ διαδεδομένο στον λαό της Αγγλίας, αλλά περιέπεσε σε ανυποληψία και δεν παίζεται πιά». Η παραπάνω διαπίστωση είναι μάλλον ανακριβής, γιατί στην πραγματικότητα το παιχνίδι δεν έσβησε ποτέ καθ' ολοκληρία. Σε ορισμένες περιοχές όπως το Ασμπουρν και το Ντερμπυσαϊρ, το ποδόσφαιρο έζησε κι ως σήμερα ζη στην παραδοσιακή του μορφή αν και πολύ λιγότερο βίαιο. Η παρακμή του ποδοσφαίρου στον 19ο αιώνα ωφείλετο χωρίς αμφιβολία στις βελτιωμένες μεθόδους της αστυνομίας που εισήγαγε το 1829 ο σερ Ρόμπερτ Πηλ χάρη στις οποίες η αστυνομία είχε μεγαλύτερο έλεγχο στις επαρχίες. Από την άλλη πλευρά η συγκέντρωση μεγάλων μαζών πληθυσμού στις πόλεις, αφήρεσε την δυνατότητα ψυχαγωγίας στους εργαζομένους που δεν εύρισκαν πια τους ανοιχτούς χώρους που είχαν άλλοτε στα χωριά τους.

ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Εκείνη την εποχή άρχισαν να είσάγωνται στα σχολεία παιχνίδια προσαρμοσμένα στη νέα κοινωνία που είχε αρχίσει να δημιουργεί αστικό πληθυσμό και βιομηχανία. Πότε και πώς εισήχθη το ποδόσφαιρο στα μεγάλα σχολεία των πόλεων δεν το γνωρίζομε, είναι όμως βέβαιο ότι υπήρχε γιατί το αναφέρουν πολλοί άνθρωποι του 19ου αιώνα, στις αναμνήσεις των σχολικών χρόνων τους. Η διαφορά δεν ήταν μεγάλη από το παλαιό παραδοσιακό παιχνίδι. Δεν είχε γραπτούς κανονισμούς, οι τοπικές συνήθειες ήταν οι επικρατέστερες κι' η χρήση βίας η καλύτερη μέθοδος. Βρίσκουμε ωστόσο μερικές ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Το παιχνίδι άρχισε να παίζεται στα δημόσια σχολεία κανονικά σε εβδομαδιαίες συναντήσεις κι' είχε τις ειδικές «σαιζόν» του, το φθινόπωρο και την άνοιξη. Για πρώτη φορά οι παίκτες ήταν από την μεσαία και την ανωτέρα κοινωνική τάξη. Αυτό έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Οι παλιές ομάδες με το χαμηλό επίπεδο των παικτών προσπάθησαν να βελτιώσουν το παίξιμο τους. Εκείνη την εποχή στην Αγγλία τα σπορ είχαν μια «κοινωνική ιεραρχία» και το ποδόσφαιρο ερχόταν τελευταίο. Ο χρονικογράφος του 1831 γράφει σχετικά: . «Δεν μπορώ να κατατάξω το ποδόσφαιρο στα παιχνίδια της αριστοκρατίας. Άλλωστε στο Γιορκσάϊρ το παίζει ο λαός». Μόνο όταν άρχισε να παίζεται στα σχολεία και πέρασαν είκοσι χρόνια, το ποδόσφαιρο έγινε μία «αξιοπρεπής» ψυχαγωγία για την μέση και ανωτέρα τάξη και πάλι μερικοί διευθυνταί σχολείων αντιδρούσαν με την δικαιολογία ότι το παιχνίδι «ταιριάζει σε χωριατόπαιδα κι' όχι σε νεαρούς ευγενείς». Για να καταλάβει κανείς αυτή τη στάση πρέπει να ξέρη ποιο ήταν στην Αγγλία το σύστημα των δημοσίων σχολείων στον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα. Αρχικά τα δημόσια σχολεία ιδρύθηκαν για να φοιτούν δωρεάν τα παιδιά των απόρων τάξεων, σύντομα όμως προσείλκυσαν τα παιδιά των γαιοκτημόνων και των αριστοκρατών. Γύρω στα 1780 είχαν γίνει σχολεία, αποκλειστικά σχεδόν της ανωτέρας τάξεως. Στο Ουίντσεστερ και στο Ητον, λόγου χάρη, υπήρχαν θέσεις μόνον για 70 φτωχά παιδιά και στο Ουεστμίνστερ για 40. Αποτέλεσμα ήταν να χαλαρώσει η πειθαρχία στα παιδιά Δεν ήθελαν να παίρνουν διαταγές από δασκάλους που του ένοιωθαν κοινωνικά κατωτέρους τους. Ο έλεγχος πέρασε μοιραία στα χέρια των μεγαλύτερων και ισχυρότερων μαθητών. Συχνά ξέσπαγαν πραγματικές επαναστάσεις, όταν οι δάσκαλοι προσπαθούσαν να επιβληθούν. Στο Ουίντσεστερ για παράδειγμα έγιναν έξη εξεγέρσεις μαθητών μεταξύ 1770 και 1818. Η τελευταία μάλιστα ήταν τόσο σοβαρή, ώστε αναγκάστηκε να επέμβει ο στρατός με ξιφολόγχες.

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ!

Η αδυναμία των διευθυντών να επιβληθούν είχε επιπτώσεις στις σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους. Οι πιο δυνατοί καταδυνάστευαν του αδυνάτους και τα σκληρά παιχνίδια ήταν στην ημερησία διάταξη. Κάθε τάξη χωριζόταν σε «υποταχτικούς» πληβείους και σε «κυρίους» αριστοκράτες. Το ποδόσφαιρο έγινε υποχρεωτικό για όλους, οι «υποταχτικοί» έκαναν την άμυνα κι' οι «κύριοι» κρατούσαν για τον εαυτό του την πρωτοβουλία της επιθέσεως. "Αν ένας «υποταχτικός» έδειχνε εξαιρετική ικανότητα, του επιτρεπόταν να παίζει επιθετικό παιχνίδι και φυσικά ανέβαινε και το γόητρο του, μεταξύ των άλλων φτωχών συμμαθητών του. Οι ίδιοι οι μαθηταί ήταν υπεύθυνοι για την καλή διεξαγωγή του παιχνιδιού, αφού οι δάσκαλοι τους εξακολουθούσαν να κρατούν εχθρική στάση εναντίον του ποδοσφαίρου. Αλλά φυσικά, κανείς δεν τους λογάριαζε. Το παιχνίδι γινόταν σε περιορισμένο χώρο, στις πλακόστρωτες στοές των σχολείων, που είχαν 65 μέτρα μήκος περίπου και 3,5 μ. πλάτος κι' ήταν περιφραγμένες με σκληρές μυτερές πέτρες. Μερικά αντιστηρίγματα ξεπετάγονταν εδώ κι' εκεί πάνω στα όποια έσπαγαν τα κεφάλια τους κι' όπως λέη ένας δάσκαλος: «άφηναν αρκετά κομμάτια απ' το πετσί τους!». Σε μερικά σχολεία φορούσαν ειδικές μπότες, με χοντρές σόλες και σιδερένια προεξέχοντα καρφιά που έμοιαζαν περισσότερο με φονικά όπλα. Σ’ όλα τα σχολεία ως το 1820 επιτρέπονταν οι γροθιές κι' οι κλωτσιές, αλλά απαγορευόταν στον παίκτη να τρέξει κρατώντας την μπάλα στα χέρια του. Για πρώτη φορά η ταχτική αυτή έγινε κανονισμός στο σχολείο του Ράγκμπυ όταν ό μαθητής Ούίλλιαμ Ουέμπ-Ελλις άρπαξε την μπάλα κι' άρχισε να τρέχει αψηφώντας του κανονισμούς. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή η ιστορία είναι πραγματική ή μύθος κι' αν ήταν δυνατόν η απειθαρχία ενός μαθητού ν' αλλάξει ένα ολόκληρο σύστημα. Πάντως κυκλοφόρησε από μία επιτροπή παλαιών μαθητών του σχολείου που συνεστήθη για να ερευνήσει την γέννηση του παιχνιδιού που αργότερα διεδόθη σ' όλο τον κόσμο τ' όνομα «ράγκμπυ». Το 1830 με 1840, τα δημόσια σχολεία κάτω από εξωτερικές πιέσεις αναγκάστηκαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις στο σύστημα των σχέσεων των μαθητών μεταξύ τους και των μαθητών με τους δασκάλους τους. Ολόκληρο το παιδαγωγικό κι' ιδεολογικό πλαίσιο άλλαξε. Η πρώτη μεταρρύθμιση έγινε στο σχολείο της πόλεως Ράγκμπυ από τον διευθυντή Τόμας Αρνολντ. Οι μαθηταί του σχολείου εκείνου προερχόντουσαν οι περισσότεροι από την επαγγελματική κι' εμπορική μεσαία τάξη, και οι γονείς τους πλούσιοι και αρκετά ισχυροί, διαμαρτυρήθηκαν για τον διαχωρισμό σε πληβείους και πατρικίους.

«ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΤΖΕΝΤΛΕΜΕΝ»

Ο Αρνολντ αντί να καταργήσει το ισχύον σύστημα σκέφτηκε να το μεταχειριστεί για να πατάξει την απειθαρχία. Οι αρχηγοί της τάξεως θα υπήρχαν πάντοτε άλλα θα εκλέγονταν από τον διευθυντή και θα λογοδοτούσαν μόνον σ' αυτόν. Οι τελειόφοιτοι θα ήταν στο σύνολο τους οι «ανώτεροι» του σχολείου, ένα είδος ηθικού υποδείγματος για τους άλλους η εικόνα του τέλειου «χριστιανού τζέντλεμαν». Το σύστημα του Αρνολντ είχε τόση επιτυχία, ώστε όλα τα δημόσια σχολεία ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Η αναρχία σταμάτησε κι’ η κυριαρχία των δυνατών και πλουσίων παιδιών πάνω στα φτωχά και ασθενέστερα, σταμάτησε. Αυτό δεν έγινε βέβαια από τη μια ημέρα στην άλλη κι' ούτε χωρίς έντονες αντιδράσεις από την αριστοκρατική ολιγαρχία. Αλλά η δύναμη κι' ο πλούτος της ανερχομένης μεσαίας τάξεως επέβαλλε νέους όρους στα σχολεία και νέα φιλελεύθερα συστήματα. Μόλις η αριστοκρατία έβαλε νερό στο κρασί της βελτιώθηκαν οι σχέσεις κι' η συμπεριφορά των μαθητών μεταξύ τους. Κι' όταν το (οργανωμένο σχολικό παιχνίδι μπήκε στο πρόγραμμα των σχολείων, βελτιώθηκαν κι' οι σχέσεις μαθητών και καθηγητών. Όχι μόνον αυτοί οι τελευταίοι ενεθάρρυναν τους μαθητές και τους βοηθούσαν στα παιχνίδια τους, αλλά πολλές φορές έπαιζαν μαζί τους. Το ποδόσφαιρο εξακολουθούσε όμως να είναι άγριο και σκληρό παιχνίδι. Οι δάσκαλοι συμβούλευαν του αρχηγούς των τάξεων να το κάνουν ηπιότερο.

ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

Το πρώτο βήμα ήταν η καθιέρωση γραπτών κανονισμών γύρω στα 1862. Οι κανονισμοί είχαν δυο σκέλη. Το ένα αφορούσε την τεχνική του παιχνιδιού και το άλλο τις σχέσεις των παικτών μεταξύ τους. Δηλαδή ποιες κινήσεις επιτρέπονταν και σε ποιες περιστάσεις. Μερικοί από του κανονισμούς έλεγαν: 1) Κανένας παίκτης όταν βρίσκεται εκτός της περιοχής του (οφσάϊτ) δεν έχει δικαίωμα να επιτεθεί και να χτυπήσει την μπάλα με σκοπό να επιτύχει τέρμα. 2) Όταν ένας παίκτης αντιμετωπίζει έναν άλλον, δικαιούται να του πιάσει το ένα χέρι και να του αποσπάσει την μπάλα την ώρα που πάει να την κλωτσήσει. 3) Δεν επιτρέπονται χτυπήματα με το τακούνι πάνω από τα γόνατα. 4) Κανένας παίκτης δεν επιτρέπεται να βάζη προεξέχοντα καρφιά στις σόλες η στα τακούνια των παπουτσιών του. Από το 1840 κι' ύστερα τα παιδιά έμαθαν να ελέγχουν το παιχνίδι τους που έτσι εξυπηρετούσε καλύτερα του παιδαγωγικούς σκοπούς του. Αργότερα στο Κολέγιο του Ητον τάχθηκαν κατά της χρησιμοποιήσεως των χεριών στην διεξαγωγή του παιχνιδιού. Οι κανονισμοί έλεγαν: «η μπάλα δεν πρέπει να πιάνεται, να μεταφέρεται και να χτυπιέται με το χέρι», και «το γκολ κερδίζεται όταν η μπάλα περάσει ανάμεσα από την περιοχή του τέρματος κι' όχι από επάνω της». Αντίθετα στο κολέγιο του Ράγκμπι εξακολούθησε να επιτρέπεται η χρήση χεριών για το πιάσιμο και μεταφορά της μπάλας και προς συγκράτηση του αντιπάλου. Επίσης μπορούσαν να σημειώνουν γκολ όταν η μπάλα περνούσε πάνω από την περιοχή του τέρματος. Οι μαθηταί του Ητον προσπάθησαν να επιβάλουν το παιγνίδι του σαν πιο άρτιο τεχνικά και πραγματικά σύμφωνα με τις αντιλήψεις του διαμορφώθηκε η σημερινή μορφή του ποδοσφαίρου. Οι δεύτεροι δημιούργησαν το «ράγκμπι» που Δεν έχει τόσο μεγάλη διάδοση. Όταν το παιχνίδι έγινε γνωστό από τα δημόσια σχολεία στο πλατύτερο κοινό στις επόμενες δεκαετίες, ιδρύθηκαν ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες κι' έγινε η επεξεργασία των κανονισμών. Σήμερα δεν υπάρχει χωριό στην Αγγλία, αλλά και σ' όλο τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς το ποδοσφαιρικό σωματείο του.


from ανεμουριον https://ift.tt/3iHhMG9
via IFTTT
Από το Blogger.